Legislator Case Law & Legislation
1117/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal of interest on legal fees due to procedural error.

Case Number 1117/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to deny interest on legal fees. The appellant had filed a lawsuit but limited the claim to a declaratory judgment, which the lower court interpreted as waiving the right to interest. The court ruled that such a limitation constitutes a procedural act with immediate legal consequences, meaning the appellant could not later claim interest from the date of the lawsuit filing. Consequently, the appeal was partially allowed to remand the case for reconsideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295 of the Code of Civil Procedure; Article 7, paragraph 2 of Presidential Decree 496/1974: Limiting a lawsuit to a declaratory judgment constitutes a procedural waiver that precludes the claimant from subsequently claiming interest from the date of filing.

Keywords

AI generated
declaratory judgment limitation interest on legal fees procedural waiver presidential decree 496 code of civil procedure remand for retrial legal costs interest

Cited Legislation

AI generated
Article 294 of the Code of Civil Procedure
Article 295 of the Code of Civil Procedure
Article 7, paragraph 2 of Presidential Decree 496/1974
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 7/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1117 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1117/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ΄ ου η κλήση: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - καλούσης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1554/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 7931/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2001 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1399/2002 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως.

Εκδόθηκε η 22/2005 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον τρίτο λόγο της από 3-1-2001 αίτησης της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 7931/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει κατά τα λοιπά. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-6-2005 κλήση της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 15-1-2002 έκθεση του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Αποστολόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με κλήση της αναιρεσείουσας η από 3-1-2001 αίτησή της για αναίρεση της 7931/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, μετά την απόρριψη με την 22/2005 απόφαση της τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου του παραπεμφθέντος σ' αυτήν τρίτου λόγου της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 περιπτ. IV εδ. β' του ΠΔ 904/1978 και 4 του Ν. 1031/1980, σε συνδυασμό με αυτές της παρ. 10 εδ. γ' της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, προκύπτει ότι το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού, δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι σε Κέντρα και Σταθμούς Αιμοδοσίας και ότι το ίδιο επίδομα χορηγήθηκε και στους παρασκευαστές παθολογοανατομικών εργαστηρίων και εργαστηρίων βιοχημείας και ιστοχημείας, καθώς και στους απασχολούμενους με ιστοχημικές εργασίες εντός των μικροβιολογικών εργαστηρίων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Στην προκείμενη περίπτωση εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργάστηκε ως καθαρίστρια στο ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο από 25-4-1977 μέχρι 16-3-1994, που αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 16-3-1994 εργαζόταν με την άνω ιδιότητα της καθαρίστριας στο βιολογικό, μικροβιολογικό, αιματολογικό και ανοσολογικό εργαστήρια του αναιρεσιβλήτου και εδικαιούτο γι' αυτό, βάσει των ανωτέρω διατάξεων και των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, το προαναφερόμενο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 50% επί του βασικού μισθού της, το οποίο και ζήτησε με την αγωγή της.

Το εν λόγω επίδομα όμως χορηγήθηκε μόνο στις ανωτέρω ειδικές κατηγορίες εργαζομένων στα εργαστήρια των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και όχι στις καθαρίστριες των εργαστηρίων αυτών, οι οποίες δεν το δικαιούνται ούτε με βάση τις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού η αναιρεσείουσα δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με τους εργαζομένους που το δικαιούνται, η φύση δε της εργασίας της είναι διαφορετική και δεν παρέχεται κάτω από τις ίδιες με εκείνους συνθήκες επικινδυνότητας.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε μη νόμιμη τη σχετική αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και αβάσιμα υποστηρίζει το αντίθετο η τελευταία με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, αφού εξέτασε τη νομική βασιμότητα του παραπάνω επιδόματος χωρίς να υπάρχει τέτοιο παράπονο στις εφέσεις των διαδίκων και απέρριψε τους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας που έπλητταν την πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη ως αόριστων των σχετικών αξιώσεών της, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο - στο οποίο μεταβιβάστηκε με την έφεση της αναιρεσείουσας και το σχετικό με τις αξιώσεις της από το ανωτέρω επίδομα κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως - μπορούσε να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα των άνω αξιώσεων και να απορρίψει τους σχετικούς με την πρωτόδικη απόρριψη αυτών ως αόριστων λόγους της εφέσεώς της, εφόσον έκρινε ότι οι πιο πάνω αξιώσεις ήταν μη νόμιμες.

Με την κρίση του αυτή εξάλλου το Εφετείο δεν κατέστησε επιβλαβέστερη τη θέση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, αφού περιορίστηκε στην απόρριψη των ως άνω λόγων εφέσεως και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση για να απορρίψει ως μη νόμιμες τις εν λόγω αγωγικές αξιώσεις, για τις οποίες έτσι παραμένει ισχυρή η κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως ότι είναι αόριστες.

Τέλος ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 14 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι σχετικές πλημμέλειες, που προσδιορίζονται μόνο με την παράθεση των άνω διατάξεων.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 14 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε στην αγωγή αίτημα επιδικάσεως του προβλεπόμενου από την 125/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 15%, που περιεχόταν πράγματι στο αίτημα αυτής για επιδίκαση του ίδιου επιδόματος σε μεγαλύτερο ποσοστό και άφησε έτσι αδίκαστο το αίτημα αυτό, για τη βασιμότητα του οποίου υπήρχε δεδικασμένο από προηγούμενες εφετειακές αποφάσεις που επικαλέστηκε. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του - από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ - είναι βάσιμος, αφού περιεχόταν πράγματι στο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του μεγαλύτερου σε ποσοστό επιδόματος και αίτημα για επιδίκαση του ίδιου επιδόματος σε μικρότερο ποσοστό και συνεπώς έπρεπε να ερευνηθεί από το Εφετείο αν η αναιρεσείουσα εδικαιούτο το τελευταίο αυτό επίδομα.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξετάζοντας το αληθινό περιεχόμενο της αιτήσεως με αριθμό 16753/31-12-1992, την οποία είχε υποβάλλει η αναιρεσείουσα μαζί με άλλους 197 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού της (αντενστάσεως) για διακοπή της παραγραφής, έκρινε ότι με την αίτηση αυτή δεν ζητήθηκε καθόλου ή δεν ζητήθηκε κατά τρόπο ορισμένο η πληρωμή των επίδικων αποδοχών της.

Με την κρίση του αυτή εκτίμησε ανέλεγκτα το Εφετείο το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, με την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 περιπτ. α' του ΝΔ 496/1974, η παραγραφή των αναφερόμενων στο άρθρο 48 αυτού χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. διακόπτεται και δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαιτήσεως, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαιτήσεως και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την αναφερόμενη στην προηγούμενη αιτιολογία αίτηση της αναιρεσείουσας δεν ζητήθηκε καθόλου η πληρωμή των επίδικων αξιώσεών της και ότι το γενικό αίτημα αυτής για "καταβολή των προβλεπομένων υπό του νόμου και των σχετικών Δ.Α.

και Σ.Σ.Ε. αποδοχών από 1-1-1981, βάσει των ετών υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, των οικογενειακών βαρών κλπ", ήταν εντελώς αόριστο και δεν εμπεριείχε συγκεκριμένη αίτηση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 περιπτ. β' του Ν.Δ. 496/1974 και αβάσιμα υποστηρίζει το αντίθετο η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από το άρθρο 52 εδ. γ' του Ν.Δ. 496/1974 προκύπτει, ότι την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο, εφόσον βέβαια η συμπλήρωση αυτής προκύπτει από τα διαδικαστικά και λοιπά έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι και συνεπώς δεν απαιτείται να προταθούν από το νομικό πρόσωπο με τις προτάσεις του τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ. 22/2005). Πολύ περισσότερο δεν απαιτείται να προταθεί από το νομικό πρόσωπο η έλλειψη περιστατικών που συνεπάγονται κατ' άρθρο 51 του πιο πάνω Ν.Δ. τη διακοπή της παραγραφής, αφού η συνδρομή διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων συνιστά αντένσταση, την οποία προτείνει και αποδεικνύει ο διάδικος που αποκρούει τη συμπλήρωση της παραγραφής (ΑΠ 433/1992). Ενόψει αυτών, παρέπεται ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 16753/31-12-199 αίτηση δεν ζήτησε η αναιρεσείουσα τις επίδικες αξιώσεις και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής περί διακοπής της παραγραφής, εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεως που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν πρότεινε το αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 28 της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς (ΑΥΕ 16170/1981), 12 και 13 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών (Α.Υ.Ε. 17663/1982) και του άρθρου 60 παρ. 2 και 3 του Π.Δ. 410/1988), προκύπτει ότι οι καθαρίστριες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. λαμβάνουν το ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη και για το λόγο αυτό ο προσδιορισμός της μηνιαίας αμοιβής αυτών και γενικά των εργαζομένων με ημερομίσθιο γίνεται με τον πολλαπλασιασμό του ημερομισθίου τους επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών κάθε μήνα (κατά κανόνα 26 ημέρες) και όχι με τον αριθμό των ημερών που εργάσθηκαν πράγματι ή με βάση το πλασματικό ημερομίσθιο του 1/25 του μηνιαίου μισθού, αφού οι εργαζόμενοι αυτοί δεν αμείβονται με μισθό (ΑΠ 167/1996).

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ότι ορθώς η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσείουσα τις διαφορές αποδοχών του από 1-1-1994 έως 16-3-1994 χρονικού διαστήματος με βάση 25 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, επειδή εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, έβδομος λόγος της αναιρέσεως.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 "περί δημοσίου λογιστικού των ν.π.δ.δ.", που ορίζει ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 ΑΚ και 221 παρ. 1 γ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την έναρξη της υποχρεώσεως των ν.π.δ.δ.

να καταβάλουν τόκους επί των οφειλών τους, δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή αλλ' απαιτείται η όχληση να γίνει με την επίδοση σχετικής αγωγής, η οποία και μόνο ως διαδικαστική πράξη συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπρόθεσμων χρεών τους. Η αγωγή αυτή πρέπει να είναι καταψηφιστική και δεν αρκεί η απλώς αναγνωριστική, αφού η τελευταία δεν ενέχει όχληση προς εκπλήρωση της παροχής.

Εξάλλου, αν ο ενάγων περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ο περιορισμός αυτός, που συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αγωγή ότι δεν ασκήθηκε ποτέ, ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, σύμφωνα με τα άρθρα 294 και 295 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ότι δεν έγινε η απαιτούμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (Ολ.

ΑΠ 7/2000). Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 και είναι γι' αυτό αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ όγδοος λόγος της αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα περιόρισε μόνο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό και δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να λάβει τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, είναι απαράδεκτος, αφού η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (αρθρ. 295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει με τη δήλωση της περί παραιτήσεως η αναιρεσείουσα ώστε ο ισχυρισμός της για περιορισμό των εν λόγω συνεπειών να αποτελεί "πράγμα" με την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του και ο ανωτέρω (όγδοος) λόγος της αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7931/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ