Supreme Court allows partial appeal against insurance company, remanding case to new judges for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed a partial appeal against a first-instance judgment involving insurance claims and parental guardianship. The appellants argued for specific legal grounds while the insurance company and other defendants contested the procedural and substantive merits. The court accepted the appeal on specific points but rejected others due to lack of clarity in the appeal brief, ordering the case remanded to the same court with different judges for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific grounds are valid but others are inadmissible due to lack of clarity, remanding the case to the original court with different judges for continued adjudication.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1117 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1117/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Φ1, 2. Φ2 και 3. Φ3, κατοίκων όλων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λάμπρου, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται ως προς τους υπό στοιχεία Α, Β και Γ εκ των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1. Χ1 και 2. Χ2 για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις, Β. ....., 2. ΄....., 3. ....., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του ...., 4. ....., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της ....., 5. ....., 6. ...., 7. ....., 8. ....., 9. ....., 10. ....., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ....
και .... και 11. .... για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ... και ...., όλων κατοίκων ....., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Γ. Αλλοδαπού (γερμανικού) φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ιδρύματος) με την επωνυμία «Αλγκεμάϊνε Ορτσκράνκενκάσσε (ΑΟΚ) Βάδης Βυρτεμβέργης, που εδρεύει στη Στουτγκάρδη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Απαιτήσεων Αποζημιώσεως για τις περιφέρειες Στουτγκάρδης και Τύμπινγκεν, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Και Δ. Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ1, 2. Φ2 και 3. Φ3, κατοίκων όλων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λάμπρου και 4. Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 21548/2000, 40260/2000, 40632/2000, 11137/2000, 28321/2001, 7022/2001, 7023/2001, 31961/2001, 37410/2000 και 37412/2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19.719/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2.569/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 11 Νοεμβρίου 2000 αίτησή τους και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 9 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους..
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2006 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων και στη συνέχεια την εν μέρει παραδοχή της από 11-11-2000 αίτησης αναίρεσης και την ολική παραδοχή της από 9-12-2004 αίτησης. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α. αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 11-11-2000 αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης από 9-12-2004 αίτησης, η πληρεξούσια της υπό στοιχεία Α. Δ. και Β. 4 αναιρεσίβλητης την απόρριψη των αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται και μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 § 1 ΚΠολΔικ).
II.- Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς το διάδικο που παραιτήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, οι αναιρεσείοντες στην από 11-11-2000 αίτηση νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζήτησης, παραιτήθηκαν από το δικόγραφό τους αυτό κατά της 2569/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που το δικόγραφο στρέφεται κατά των υπό στοιχεία Α,Β και Γ αναφερόμενων αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς θεωρείται πως δεν ασκήθηκε το δικόγραφο τούτο και η δίκη που ανοίχτηκε με αυτό πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς. Μετά απ' αυτά αναιρεσίβλητη εδώ παραμένει μόνον η υπό στοιχείο Δ αναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία «Η Εθνική ΑΕ», ως προς την οποία συνεχίζεται η δίκη.
IIΙ.- Κατά δε το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ.) προκύπτουν τα εξής: Κατά της 19719/2002 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε και δέχτηκε κατά ένα μέρος αγωγές αποζημίωσης για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες – αναιρεσίβλητοι Χ1, Χ2 και Χ3, άσκησαν την από 11-10-2002 έφεση και ζήτησαν να εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνουν στο σύνολό τους δεκτές οι από 5-5-2000 και 16-10-2000 αγωγές τους, κατά των Φ1, Φ2 και Φ3, κληρονόμων του Ζ1, υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου ....
ΙΧΕ αυτοκινήτου, που σκοτώθηκε στο τροχαίο ατύχημα το οποίο έγινε στο 42,80 χλμ της Εθνικής οδού ..... στις 23-8-1999, όταν συγκρούστηκε με το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ως άνω Χ1 (η πρώτη), και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική ΑΕΕΓΑ» (η δεύτερη). Συγκεκριμένα παραπονέθηκαν: Με τον πρώτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο παρέλειψε να επιδικάσει στον Χ1 τα παρακάτω αγωγικά κονδύλια, παρά το γεγονός ότι στο σκεπτικό είχε δεχθεί τη βασιμότητά τους:
α) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 238 γερμανικών μάρκων (ΓΜ), ως συμμετοχή του τραυματισθέντος στα νοσήλια στο νοσοκομείο Τϋbingen για τις 14 πρώτες ημέρες της παραμονής του εκεί, β) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 224,25 ΓΜ, ως συμμετοχή ασφαλισμένου για τις φυσιοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε στις 17-12-1999, 29-3-2000 και 4-5-2000, γ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 679,01 ΓΜ, για αξία κινητού τηλεφώνου Samsung SGH 600 που καταστράφηκε συνεπεία του ατυχήματος και δ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 660,76 ΓΜ, που κατέβαλε στη γερμανική εταιρεία κινητής τηλεφωνίας D2 για αναγκαίες συνδιαλέξεις που πραγματοποίησε.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο, από κακή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επιδίκασε στον ίδιο Χ1, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, μόνο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, ενώ έπρεπε να επιδικάσει το ορθό και προσήκον ποσό των 10.000.000 δραχμών που ζητήθηκε με την αγωγή, με βάση τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της έφεσης σοβαρότατες κακώσεις και βλάβες του οργανισμού του, που τον ανάγκασαν να παραμείνει για 18 μήνες μετά το ατύχημα σε υποχρεωτική άδεια ως ολικά ανίκανος για εργασία, να υποστεί διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις για μερική αποκατάσταση της υγείας του, ενώ είναι βέβαιη η ανάγκη και άλλων χειρουργικών επεμβάσεων στο μέλλον, χωρίς ελπίδα να επανέλθει η κατάσταση της υγείας του στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από το ατύχημα, γιατί θα συνεχίσει εφόρου ζωής να ενοχλείται από μερική αναπηρία, μάλιστα με την από 10-11-2000 απόφαση της υπηρεσίας Ρότβαϊλ κρίθηκε μόνιμα ανάπηρος κατά ποσοστό 30%, αφού διαπιστώθηκε ότι πάσχει μόνιμα από παρεμπόδιση λειτουργίας της σπονδυλικής στήλης, βλάβη μεσοσπονδυλίου δίσκου και μείωση δυνατότητας χρήσεως αμφοτέρων των ποδών.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, γιατί η εκκληθείσα απόφαση, από προφανείς εκτιθέμενες παραδρομές και παραλείψεις, δεν επιδίκασε αποδειχθείσα ζημία ποσού 57.215,96 ΓΜ, αλλά μόνο 14.943 ΓΜ, στην τραυματισθείσα επίσης Χ2. Ειδικότερα, γιατί παρέλειψε να επιδικάσει τα εξής αγωγικά κονδύλια, αν και στο σκεπτικό είχε δεχθεί τη βασιμότητά τους:
α) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 238 ΓΜ, ως συμμετοχή ασφαλισμένης στα νοσήλια στο νοσοκομείο του Τϋbingen για τις 14 πρώτες ημέρες της παραμονής της εκεί, β) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 285,30 ΓΜ, ως συμμετοχή ασφαλισμένης για τις φυσιοθεραπείες που υποβλήθηκε στις 17-12-1999, 29-3-2000 και 4-5-2000, γ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 575,40 ΓΜ, που αντιστοιχεί στην αξία γυαλιών μυωπίας που καταστράφηκαν, δ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 701 ΓΜ, που αντιστοιχεί στην αξία γυαλιών ηλίου και μυωπίας που καταστράφηκαν, ε) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 20,20 ΓΜ, για συμμετοχή της στην αγορά ορθοπεδικών ειδών (ορθοπεδικά καλσόν), κατά το ....
τιμολόγιο της εταιρίας ...., στ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 20,20 ΓΜ, για συμμετοχή της στην αγορά ορθοπεδικών ειδών (ορθοπεδικά καλσόν), κατά το ..... τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρείας, ζ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 30.000 ΓΜ, που αντιστοιχεί στην αξία του καταστραφέντος κατά τη σύγκρουση ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας BMW και με αριθμό κυκλοφορίας ...., το οποίο ως μη επισκευάσιμο και άνευ αξίας υπόλειμμα, εγκαταλείφθηκε στο Α΄ τελωνείο Θεσσαλονίκης, η) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 10.000 ΓΜ, που αντιστοιχεί στη ζημία που έπαθε κατά τη σύγκρουση το τροχόσπιτο μάρκας Hobby με αριθμό κυκλοφορίας ....., η αξία του οποίου πριν το ατύχημα ήταν 12.000 ΓΜ και η υπολειμματική στο ποσό των 2.000 ΓΜ και θ) το ισόποσο σε δραχμές (ήδη σε Ευρώ) ποσού 15.375,86 ΓΜ (κατά περιορισμό του αρχικού αγωγικού κονδυλίου των 26.092,36 ΓΜ), που αφορά την απώλεια εισοδήματός της κατά το διάστημα που ήταν ανίκανη για εργασία, δηλαδή από το ατύχημα μέχρι 14-1-2001, οπότε επανήλθε στην εργασία της.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο, από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή ερμηνεία του νόμου και εφαρμογή, επιδίκασε στην ίδια Χ2, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, μόνο το ποσό των 2.700.000 δραχμών, ενώ έπρεπε να επιδικάσει το ορθό και προσήκον ποσό των 5.000.000 δραχμών που ζητήθηκε με την αγωγή, με βάση τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της έφεσης σοβαρότατες κακώσεις και βλάβες του οργανισμού της, που την ανάγκασαν να χειρουργηθεί (έγινε οστεοσύνθεση του κατάγματος Pilon), να υποστεί φυσιοθεραπεία και κινησιοθεραπεία, να βρεθεί σε αναρρωτική άδεια μέχρι 14-1-2001 ως ανίκανη για εργασία και να εξακολουθεί να ενοχλείται από πρηξίματα και πόνους, μάλιστα με την από 25-6-2001 απόφαση της υπηρεσίας πρόνοιας Ρότβαϊλ έχει κριθεί μόνιμα ανάπηρη κατά ποσοστό 30%, αφού διαπιστώθηκε ότι πάσχει μόνιμα από παρεμπόδιση λειτουργίας του δεξιού άνω μεταταρσίου, παρεμπόδιση λειτουργίας του δεξιού κάτω μεταταρσίου, χρόνιο σύνδρομο άλγους και παραμόρφωση σπονδυλικής στήλης.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, γιατί παρέλειψε να επιδικάσει, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, στην τραυματισθείσα ανήλικη (8χρονη) Χ3, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αν και ζητήθηκε με την αγωγή ένα ποσό 2.000.000 δραχμών και στο σκεπτικό της η εκκαλουμένη δέχτηκε ότι αυτή τραυματίστηκε σοβαρά (τραυματική ρήξη σπλήνας και υποκοίλια αιματώματα κ.λ.π.) και υπέστη ηθική βλάβη και άρα εύλογη αποζημίωση γι' αυτή είναι το ποσό των 800.000 δραχμών.
Με τον έκτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο παρέλειψε να επιδικάσει ζητηθέντες τόκους, με τη δεύτερη από 16-10-2000 αγωγή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρείας «Εθνική ΑΕΕΓΑ», για τα αγωγικά εκεί κονδύλια, από 18-3-2000, δηλαδή μετά 15θήμερο από την επίδοση στην εναγόμενη της από 9-2-2000 εξώδικης όχλησης για καταβολή της αποζημίωσής τους, αλλιώς από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Και με τον έβδομο λόγο έφεσης, γιατί η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα επιδίκασε στους ίδιους, ως δικαστική δαπάνη, μόνο το ποσό των 287.000 δραχμών (ή 842 Ευρώ) για κάθε μία αγωγή, παρά το γεγονός ότι υπέβαλαν με τις προτάσεις τους πίνακα αποδοτέων δικαστικών δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 190 ΚΠολΔικ., συνολικού ύψους 1.655.214 δραχμών για την πρώτη αγωγή και 1.637.214 δραχμών για τη δεύτερη αγωγή, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικότερα στο δικόγραφο της έφεσης.
Κατά της αυτής 19719/2002 πρωτόδικης απόφασης άσκησαν την από 8-10-2003 έφεση, με τους από 20-4-2004 πρόσθετους λόγους, οι εναγόμενοι και τώρα αναιρεσείοντες – αναιρεσίβλητοι Φ1, Φ2 και Φ3, οι οποίοι ζήτησαν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε στη συνέχεια να απορριφθούν ως προς αυτούς όλες οι συνεκδικασθείσες από το πρωτοδικείο αγωγές.
Συγκεκριμένα αυτοί παραπονέθηκαν: Με τον πρώτο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοδικείο, από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δέχτηκε ως βάσιμο στην ουσία τον αγωγικό ισχυρισμό της ασφαλιστικής εταιρείας «Εθνική ΑΕΕΓΑ», ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ζ1 κατά το ατύχημα οδηγούσε μεθυσμένος, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι είχε συμφωνηθεί πως η μέθη του ασφαλισμένου οδηγού θα αποδεικνυόταν με την τήρηση των προϋποθέσεων και των διαδικασιών του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.
και ειδικότερα της 13382 Φ 705.11/4δ της 25/26-1977 (ΦΕΚ Β 1266) απόφασης Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, πράγμα που δεν έγινε και άρα ο ισχυρισμός για μέθη δεν αποδείχτηκε, γι'αυτό και έπρεπε να απορριφθούν οι παρεμπίπτουσες συναφείς κατ'αυτών αγωγές της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, γιατί η εκκαλούμενη απόφαση, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι συνήγαγε τη μέθη από άλλες αποδείξεις, παράνομα εδώ έκρινε και από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, γιατί η πρωτόδικη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1885 του ΑΚ και δεν απέρριψε τις αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ το αίτημά τους να υποχρεωθούν να καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας τα αναφερόμενα σ'αυτές ποσά, αν και είχαν εναχθεί ως κληρονόμοι του υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήταν μη νόμιμο.
Και με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσης, γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και δέχτηκε στο σκεπτικό της απόφασής του ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της πριν τη συζήτηση είχε παραδεκτά περιορίσει τα καταψηφιστικά αιτήματα των αγωγών της σε αναγνωριστικά, κατά παράβαση του άρθρου 106 του ΚΠολΔικ.
επιδίκασε περισσότερα ή άλλα από αυτά που ζητήθηκαν και συγκεκριμένα τους υποχρέωσε να καταβάλουν (καταψηφιστικά) τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά. Οι πιο πάνω αντίθετες εφέσεις συνεκδικάστηκαν από το Εφετείο Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο της 6-5-2004, αλλά με την προσβαλλόμενη 2569/2004 απόφασή του απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα το Εφετείο επανέλαβε, με αντιγραφή (από σελίδα 21 μέχρι 61), το σκεπτικό της πρωτόδικης 19719/2002 απόφασης (αφού αφαίρεσε τις σκέψεις που αφορούσαν αιτήματα για κήρυξη διατάξεών της προσωρινά εκτελεστών και καταδίκη σε δικαστικά έξοδα), για να καταλήξει τελικά σε πόρισμα ότι «αφού λοιπόν η εκκαλούμενη απόφαση δέχτηκε τα αυτά πραγματικά περιστατικά και ακολούθως δέχτηκε τις πιο πάνω αγωγές για τα προαναφερόμενα ποσά, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γι'αυτό οι σχετικοί λόγοι των υπό κρίση εφέσεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά απ'αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της υπό στοιχείο α΄ έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμες». Όμως με αυτές τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, η οποία περιορίστηκε και μόνο στην απλή επανάληψη του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης, κατά του οποίου σκεπτικού παραπονέθηκαν οι διάδικοι με τις πιο πάνω αντίθετες εφέσεις τους, το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, διότι στην πραγματικότητα δεν ερεύνησε τους ως άνω λόγους των εφέσεων, αλλά περιορίστηκε να απορρίψει αυτούς ως αβάσιμους με την εντελώς ανεπαρκή ως άνω αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συνακόλουθα είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της από 9-12-2004 αίτησης των Χ1, συζύγου του Χ2 και κόρης τους Χ3, καθώς και οι πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του), τρίτος (πρώτο μέρος του), πέμπτος (πρώτο μέρος του) και έκτος (πρώτο μέρος του) λόγοι αναίρεσης της από 11-11-2000 αίτησης των Φ1, Φ2 και Φ3, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔικ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφο, που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α΄ ΚΠολΔικ, σύμφωνα με το άρθρο 671 § 1γ ίδιου Κώδικα, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση αν είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκλησή τους.
Τέλος γίνεται δεκτό, ότι οι διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και της 13382Φ 705.11/4δ/25-11-1977 κοινής απόφασης των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (που καταργήθηκε με το άρθρο 7 της 43500/5691/24-7-2002 απόφασης Υπουργών Υγείας Πρόνοιας – Μεταφορών – Δημόσιας Τάξης), προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για τη διαπίστωση της μέθης, όσον αφορά μόνο την ποινική δίκη για το αξιόποινο της παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ και δεν είναι θεμελιωτικά της σχετικής αστικής αγωγής, μπορεί δε το αστικό δικαστήριο να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά της μέθης στοιχεία, τις δε τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξέτασης αίματος του εναγόμενου οδηγού και ανίχνευσης οινοπνεύματος, παρά τη μη τήρηση των ως άνω διατυπώσεων μπορεί να συνεκτιμήσει ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στην από 11-11-2000 αίτηση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο Εφετείο (βλ. αυτές με ημερομηνία 5-5-2004 – κατάθεσης 6-5-2004, σελ. 4 και 11) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα (χωρίς να αποκρούεται η προσκομιδή), ανάμεσα σε άλλα, α) τις με αριθμούς 1862/2004 και 163/2004 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων .....
και ......, που δόθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και Ειρηνοδικείο Κομοτηνής (αντίστοιχα) νομότυπα κατά το άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔικ, ύστερα από νόμιμη κλήτευση αντιδίκων (σχ. .... και ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης .....), β) την από 16-9-1993 αναφορά του ειδικού επιμελητή .... του κρατικού νοσοκομείου νευρολογίας και νευροχειρουργικής του Λονδίνου προς τον θεράποντα ιατρό του υπαίτιου οδηγού ....., με την από 7-7-1997 γνωμάτευση του νευρολόγου ιατρού .....
και την από 27-4-2004 έκθεση του ιατρού ..... και γ) τη χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου απ' αυτούς (Φ1) που έδωσε στο ακροατήριο του πρωτοδικείου και καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά συνεδρίασής του, για να αποδείξουν, ότι ο γιός και αδελφός τους Ζ1 από μικρή ηλικία είχε κρίσεις επιληψίας, για τη θεραπεία της οποίας μάλιστα είχε υποβληθεί στις 17-2-1997 σε επιτυχή εγχείρηση λοβοεκτομής στην Αγγλία και για το λόγο αυτό δεν κατανάλωνε καθόλου οινοπνευματώδη ποτά, καθώς και ότι την ημέρα του ατυχήματος εργαζόταν στο υποκατάστημα της εταιρείας τους στη Θεσ/κη και ήταν αδύνατο να είχε καταναλώσει οινόπνευμα, γιατί έφυγε από την εργασία του το μεσημέρι με το αυτοκίνητό του με κατεύθυνση στην παραθεριστική κατοικία τους στα ......
Το Εφετείο δεν κάνει καθόλου λόγο (δεν μνημονεύονται ούτε αρνητικά, ως απαράδεκτες δηλαδή) για τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες τώρα παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, ενώ από τη βεβαίωση ότι «έλαβε υπόψη και εκτίμησε το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι», δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για την κατ'ουσίαν κρίση του Εφετείου στο ουσιώδες αυτό ζήτημα της μέθης και τα άλλα πιο πάνω έγγραφα για τα οποία επίσης παραπονούνται τώρα οι αναιρεσείοντες.
Σύμφωνα με αυτά γίνεται φανερό, ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του από 11-11-2000 αναιρετηρίου. V.- Όπως προκύπτει από τις προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας «Εθνική ΑΕΕΓΑ» ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (βλ.
αυτές με ημερομηνίες κατάθεσης 6-5-2004 και προσθήκες – αντικρούσεις 11-5-2004) αυτή αρνήθηκε την έφεση και πρόσθετους λόγους των εκκαλούντων Φ1 κ.λ.π. και ζήτησε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της έφεσης ως μη νόμιμοι, απαράδεκτοι και αβάσιμοι, η δε έφεση της ίδιας (ασφαλιστικής εταιρείας) να γίνει δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη.
Επίσης ρητά αρνήθηκε τις προτάσεις, ενστάσεις και κάθε νέο ισχυρισμό των εκκαλούντων – αντιδίκων της. Επομένως, η αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης της από 11-11-2000 αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, για πλημμέλεια από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί τάχα δεν έλαβε υπόψη της η αναιρεσιβαλλομένη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, με την προσθήκη των προτάσεών τους, για ύπαρξη ομολογίας του πρώτου λόγου έφεσής τους από δήθεν άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας να απαντήσει εδώ, καθώς και για σιωπηρή, αλλά δικαστική ομολογία του ίδιου λόγου έφεσης (άρθρο 261 ΚΠολΔικ.), είναι απορριπτέα σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη.
VI.- Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης της από 11-11-2000 αίτησης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί έκρινε τη μέθη του γιού και αδελφού τους Ζ1, όχι μόνο από την ιατρική εξέταση, αλλά εσφαλμένα και από άλλες αποδείξεις, με ανεπαρκείς μάλιστα αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, με τις οποίες δέχτηκε ότι «… ο παραπάνω από έλλειψη στοιχειώδους προσοχής και σύνεσης κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, ευρισκόμενος άλλωστε υπό την επήρεια μέθης (βρέθηκε στο αίμα του αλκοόλη 1,οο/οο) και κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα άνω των 130 χλμ/ώρα, στην προσπάθειά του να προσπεράσει άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο που προπορευόταν, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εκτράπηκε της πορείας του εισερχόμενος απότομα και σχεδόν κάθετα στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος είναι ο θανών Ζ1, ο οποίος από αμέλεια και έλλειψη προσοχής έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, συνεπεία της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία και κινήθηκε στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ1…».
Ο λόγος κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι κατά παράβαση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 ΚΠολΔικ το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως τις κρίσιμες στο σύνολο τους πραγματικές παραδοχές της απόφασης που υπάρχουν στις σελίδες 77 έως 82 (δεν αρκούν οι κατ' επιλογή μεμονωμένες παραδοχές), κατά τις οποίες «αποδεικνύεται από την .....
έκθεση εξέτασης αίματος του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, ότι ο Ζ1 κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου ..... ΙΧΕ βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, η ανιχνευθείσα στο αίμα του αλκοόλη ανήρχετο στην απαγορευτική ποσότητα του 1.οο γρ/οο, την οποία δεν αμφισβήτησαν οι κληρονόμοι του, συνεπεία της μέθης αυτός δεν είχε την ψυχική, σωματική και πνευματική ικανότητα που απαιτεί το έργο της οδήγησης αυτοκινήτου, κατά το ατύχημα οδηγούσε το αυτοκίνητο εκτός συνειδήσεως το άφησε σχεδόν ακυβέρνητο και εξετράπη της πορείας του και τελικά επέπεσε επί του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου…», καθώς και την εξειδίκευση τους σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας με αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχει η απόφαση για την επαρκή αιτιολογία (Ολ ΑΠ 32/1996).
VII.- Ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τα εδάφια 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε και ότι «η διαπίστωση της μέθης έγινε αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, με συνέπεια να παραβιασθεί ο σαφής όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τον οποίο είχε αποδεχθεί ο αποβιώσας, σύμφωνα και με το άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/78 ΑΥΣ», χωρίς να αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες και συμβατικά εφαρμοστέες διαδικασίες που προβλέπουν οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, με τις ίδιες αιτιολογίες της προηγούμενης σκέψης και επιπλέον διότι εδώ στο λόγο αυτό δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα «πράγματα» αυτά και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκήσουν στην έκβαση της δίκης, με δεδομένες τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
VIII.- Ο έκτος λόγος του ίδιου από 11-11-2000 αναιρετηρίου, κατά την επικουρική αιτίαση του δεύτερου μέρους του για πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, διότι πράγματι, ενώ η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία περιόρισε νόμιμα το αίτημά της σε αναγνωριστικό, η προσβαλλομένη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν (καταψηφιστικά) τα σ'αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά στην ασφαλιστική εταιρεία.
Τέλος και η επικουρική αιτίαση του δεύτερου μέρους του πέμπτου λόγου αναίρεσης, από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε τις «εναντίον των αναιρεσειόντων αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας ως νόμω αβάσιμες διότι περιείχαν αίτημα για καταδίκη σε ολόκληρο, κατά παράβαση του άρθρου 1885 ΑΚ» πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστη, για έλλειψη ιδίως των κρίσιμων παραδοχών στο αναιρετήριο και μη προσδιορισμό των αγωγών αυτών της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας «Εθνική ΑΕΕΓΑ».
IX.- Ύστερα απ' όλα αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο παραδοχής των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναίρεσης, δηλαδή κατά τα πληγέντα με αυτές κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης. Στη συνέχεια, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωκε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις.
Καταργεί τη δίκη, ως προς του αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στο δικόγραφο της από 11-11-2000 αίτησης των Φ1 κλπ, υπό τα στοιχεία (γράμματα) Α, Β και Γ.
Αναιρεί την 2569/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, μεταξύ των εδώ διαδίκων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει α) την αναιρεσίβλητη της από 11-11-2000 αίτησης ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία «Η Εθνική ΑΕΕΓΑ» στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων Φ1, συζύγου του Φ2 και Φ3, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ και β) τους αναιρεσίβλητους της από 9-12-2004 αίτησης Φ1, σύζυγό του Φ2, Φ3 και ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία «Η Εθνική ΑΕΕΓΑ», στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων Χ1, συζύγου του Χ2 και κόρης τους Χ3, την οποία ορίζει επίσης σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ