Supreme Court allows appeal against appellate dismissal of property claim due to vagueness violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a property ownership claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting the suit as vague, violating Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Court found the appellate decision flawed because it failed to recognize the appellant's good faith possession for 30 years, which should have cured the initial vagueness defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal erred in declaring a property claim inadmissible due to vagueness when the appellant's continuous good faith possession for thirty years objectively established the property right, thereby curing the defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1116 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1116/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου- Εισηγήτρια, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσιβλήτου: Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5908/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3190/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 27.06.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 3190/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 5908/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
I. Με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των β.Δτων : α) της 4.12.1834 "περί της ιδιοκτησίας των εν τοις Μοναστηρίοις μοναχών" (ΦΕΚ 41), β) της 15.8.1835 "περί των εν Βασιλείω Μοναστηριών", γ) της 26.4.1834 "περί ιδιοκτητών Μοναστηριών και Εκκλησιών", δ) της13.7.1838 και ε) της 29.4.1834, που έχουν ισχύ νόμου ιδρύθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ.
και εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό Ν.Π.Δ.Δ. και εκπροσωπείται πάντοτε από τον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με τα αρθρα 1 και 2 του Κ. Δ/τος της 26.6.1944 "περί Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου". Στο ως άνω Ν.ΠΔ.Δ. μεταβιβάστηκε όλη η περιουσία των διαλυθεισών Μονών, η οποία είναι μεν ανεξάρτητη και διακεκριμένη από την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, πλην όμως με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ορίζεται ότι γίνεται αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων στα ακίνητα των διαλυμένων Μονών τα οποία περιήλθαν και ανήκουν στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο.
Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, όπως θεωρούνται και τα ακίνητα κτήματα των διαλυμένων I.
Μονών που περιήλθαν και ανήκουν στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (άρθρο 1 παρ.3 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"). Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν, η άσκηση νομής, πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5- 1926,"περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται, ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015).
II. Περαιτέρω, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.
αντίστοιχα παραλείπει να κηρύξει την ακυρότητα του δικογράφου, ή κηρύσσει την ακυρότητά του, παρά την επαρκή έκθεση σε αυτό των αναγκαίων στοιχείων για τη στήριξη της αγωγής (ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 852/2021). Ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1655/2022, ΑΠ 335/2020, ΑΠ120/2015, ΑΠ 529/2015).
Εξάλλου, επί διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ'αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης (ΑΠ 1615/2023, ΑΠ 1612/2023), κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 224 εδ.
β του ΚΠολΔικ, συμπλήρωση του δικογράφου της. και τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των προκτητόρων του. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος, εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του.
Ωστόσο, ο ενάγων ιδιώτης οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 μόνο εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά, θεμελιώνει το δικαίωμά του στον παράγωγο τρόπο κτήσης του Αστικού Κώδικα και ενάγει το Ελληνικό Δημόσιο, ή Ν.Π.Δ.Δ.
όπως είναι το αναιρεσίβλητο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο στο οποίο περιήλθαν και ανήκουν τα ακίνητα των διαλυμένων Μονών και για το οποίο εφαρμόζονται, κατά τα προαναφερόμενα, αναλογικά οι διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων, επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ο ιδιώτης ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί ότι επί του επιδίκου ακινήτου συμπληρώθηκε από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος χρησικτησία επί του επιδίκου έως και την 11η.9.1915, με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1936), ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, καθόσον, ο ισχυρισμός περί αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015, ή ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό η εξαιρείται της χρησικτησίας, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο. (ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 1655/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1125/2018, 643/2017) III.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ.
Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009). Επίσης κατά την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ.
Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση ( Ολ.
Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992).
Επιπροσθέτως, λόγος αναίρεσης δημιουργείται από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη . Ως αίτημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής τρίτου κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα (ΑΠ 820/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017) και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ο ενάγων με την από 21.09.2011 αγωγή του εξέθετε: α) ότι απέκτησε την κυριότητα του περιγραφομένου σε αυτή ακινήτου, ήτοι οικοπέδου έκτασης 666,81 τ.μ. ευρισκομένου στη θέση "ΚΑΛΑΜΙΑ", ήδη συνοικία "ΚΥΠΡΙΑΔΟΥ" του Δήμου Αθηναίων, με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από τις αναφερόμενες (συγ)κυρίες αυτού, με το νόμιμα μεταγραμμένο 4471/2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίας Ιεροδιακόνου - Βερυκίου.
β) ότι οι άμεσες δικαιοπάροχοι του - πωλήτριες απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα του επίδικου ακινήτου εκ κληρονομιάς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντα στις 7.3.1998 Α. Ρ., δυνάμει της ... νόμιμα μεταγραμμένης συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μυστεγνιώτη, ο δε ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος τους απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά το ποσοστό των 3/4 ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντα στις 08.07.1966, πατέρα του (Δ.
Ρ.), ενώ το ποσοστό του 1/4, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης στις 09.04.1971 μητέρας του (Β. Ρ. - Σ.), δυνάμει της ίδιας ως άνω συμβολαιογραφικής αποδοχής κληρονομιάς, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4970/2001 Πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, γ) ότι ο ως άνω απώτατος, δικαιοπάροχος του, Δ. Ρ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου τμηματικά, δυνάμει των νομίμως μεταγραμμένων ...
συμβολαίων, με τα οποία αγόρασε αντίστοιχα οικόπεδα έκτασης 443,10 τ.μ. και 44,165 τ.μ., ενώ την κυριότητα της συνενωθείσας σε αυτά έκτασης των 170,375 τ.μ. είχε αποκτήσει "...ως κατέχων και νεμόμενος αυτήν διανοία κυρίου συνεχώς, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της απαιτούμενης από το νόμο εικοσαετίας", δ) ότι, επειδή κατά το χρόνο της εκ μέρους του κτήσης του όλου οικοπέδου (2004) διαπίστωσε ότι στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών υπήρχε εγγεγραμμένη η από 15.09.1948 διεκδικητική κυριότητας αγωγή σε βάρος του ως άνω απώτατου δικαιοπαρόχου του (Δ.
Ρ.), καθώς επίσης και η από 03.10.1958 κύρια παρέμβαση του νυν εναγομένου Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, επί των οποίων μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη επί της ουσίας απόφαση, μετά την από μέρους του αγορά του επίδικου, ως άνω φερομένου, ως ενιαίου οικοπέδου, υπέβαλε αρμοδίως αίτηση θεραπείας στον Υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του όλου ακινήτου, ε) ότι επί της ως άνω αιτήσεώς του εκδόθηκαν οι με αριθμούς 6/2006 και 5/2008 γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ.
με την πρώτη από τις οποίες αναγνωρίστηκε μεν ο ίδιος (ενάγων) ιδιοκτήτης τμήματος 443,10 τ.μ., πλην όμως με τη δεύτερη απορρίφθηκε το αίτημά του για την εναπομείνασα έκταση, ήτοι το ήδη επίδικο εδαφικό τμήμα των 226,46 τ.μ. Επικαλέσθηκε δε ο ενάγων ότι στη συνέχεια το ως άνω επίδικο εδαφικό τμήμα των 226,46 τ.μ. καταγράφηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών, ως δημόσιο κτήμα ανήκον στην ιδιοκτησία του εναγομένου Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, ως αποτελούν τμήμα ευρύτερης έκτασης 500 στρεμμάτων, η οποία ανήκε στην κυριότητα των διαλυθεισών Ιερών Μονών Αγίου Ανδρέα και Αγίας Φιλοθέης, ότι η καταγραφή αυτή είναι παράνομη και αυθαίρετη καθόσον η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του και ότι παρόλο που το εναγόμενο ουδέν ιδιοκτησιακό δικαίωμα έχει στο επίδικο τμήμα των 226,46 τ.μ.
αμφισβητεί την κυριότητά του ίδιου επί αυτού. Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του επίδικου εδαφικού τμήματος. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 5908/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και επί αυτής εκδόθηκε η 3190/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ως προς το ζήτημα της αοριστίας της αγωγής τα εξής: "Από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτό αρνήθηκε την κυριότητα του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του στο επίδικο τμήμα, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, την κυριότητα της οποίας είχαν αποκτήσει, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, οι μοναχοί των αναφερομένων στην αγωγή Ιερών Μονών (Αγ.
Ανδρέα και Αγ. Φιλοθέης), μετά τη διάλυση των οποίων (το έτος 1834) περιήλθε στη δική του κυριότητα δυνάμει των από 29.09.1833, 26.04.1834 και 20.05.1834 Β.Δ/των, απολαμβάνοντος εκ του νόμου, την ίδια μεταχείριση με τα δημόσια κτήματα και την οποία συνεχίζει να νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Ο ενάγων, όμως, παρά την ως άνω ρητή αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, δεν συμπλήρωσε το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής του, ως όφειλε, ...
αναφέροντας στις προτάσεις του (με την προσθήκη), συγκεκριμένες κτητικές κυριότητας υλικές πράξεις που αυτοί (οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του) ασκούσαν με καλή πίστη στο επίδικο συνεχώς επί 30ετία, συμπληρωθείσα μέχρι τις 11.09.1915. Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή, στην οποία, σημειωτέον δεν εμπεριέχεται βάση που να στηρίζεται (και) στην με πρωτότυπο τρόπο κτήση κυριότητας, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του ελέγχονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Μετά την απόρριψη του ως άνω λόγου εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επιλαμβανόμενο του δεύτερου λόγου εφέσεως διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα εξής: " Ο ενάγων με το εφετήριο και τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πλήττει την εκκαλουμένη για την κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής του, υποστηρίζοντας ότι αίτημα αυτής δεν ήταν το πιο πάνω εκτιθέμενο στην παρούσα, δηλαδή η αναγνώριση της κυριότητάς του στο πιο πάνω επίδικο τμήμα και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αναφέροντας επί λέξει " ...
Σε κανένα σημείο της αγωγής μου δεν επικαλούμαι χρησικτησία σε βάρος του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, αλλ' ασκώ την αγωγή μου προκειμένου ν' αναγνωριστεί ότι η καταγραφή ως δημοσίου κτήματος του τμήματος του οικοπέδου μου στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών, η οποία έγινε το έτος 2010, είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και παράνομη", επιδιώκει την (και) εξ αυτού του λόγου εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή του, κατά το ως άνω, επικαλούμενο με την έφεσή του, αίτημά της. "...
Ο λόγος αυτός (1ος) της έφεσης είναι απορριπτέος, πέραν του ότι εσφαλμένα υπολαμβάνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι η αγωγή του θεμελιώνεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, κυρίως διότι ο ενάγων - εκκαλών επιχειρεί ανεπίτρεπτη ... (άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ) μεταβολή του αιτήματος της αγωγής από αναγνωριστικό της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, σε "αναγνώριση ως εσφαλμένης και παράνομης της καταγραφής του ως δημοσίου κτήματος".
Τούτο διότι με τα ως άνω αναφερόμενα επιχειρείται μεταβολή του αιτήματος της αγωγής που όμως... είναι προεχόντως απαράδεκτη, αφενός μεν διότι με την υποβολή του νέου αυτού αιτήματος για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο, παραβιάζεται η αρχή της μη υπέρβασης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 12 ΚΠολΔ), αφετέρου διότι μεταβάλλεται το αίτημα της παραπάνω αγωγής, μεταβολή που, άλλωστε, απαγορεύεται και στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 εδ.
α', 223, 224 και 526 ΚΠολΔ, λόγω της εκκρεμοδικίας από την άσκηση της αγωγής...".
Όπως ήδη εκτέθηκε, κατά της ως άνω 3190/2017 προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε την έφεσή του κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως στην οποία, υπό τον τίτλο {ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ}, διαλαμβάνει το ιστορικό της δικαστικής διενέξεως μεταξύ των διαδίκων, παραθέτοντας το περιεχόμενο:
α) της αγωγής του και των προτάσεων του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) της 5908/2013 αποφάσεως αυτού, γ) των λόγων της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, αναφέρεται ο αναιρεσείων στον πρώτο λόγο της εφέσεως του, με τον οποίο, υποστήριξε, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή του ως αόριστη, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή του χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, ανήκοντος στο εναγόμενο, ώστε να οφείλει να αποδείξει για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων την συνδρομή των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι τριακονταετή νομή των δικαιοπαρόχων του επί αυτών, θεμελιωμένη προ της 11ης.9. 1915, αλλά, αντίθετα, επικαλέσθηκε ότι τα εδαφικά αυτά τμήματα παράνομα έχουν καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα από την Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών, ανήκοντα στο εναγόμενο, ενώ αποτελούν ιδιωτική έκταση την οποία απέκτησε ο ίδιος με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο, και στράφηκε κατ' αυτού με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η καταγραφή το έτος 2010 στην Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών, ως δημοσίου κτήματος, του επίδικου ακινήτου που αποτελεί τμήμα του οικοπέδου του, είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και παράνομη.
Στη συνέχεια αναφέρεται ο αναιρεσείων στον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του με τον οποίο υποστήριξε ότι εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι στην αγωγή του δεν αναγράφονταν, όπως θα έπρεπε συγκεκριμένες πράξεις νομής του ίδιου ή των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, οι οποίες να προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και να υποδηλώνουν τη βούληση αυτού ή των δικαιοπαρόχων του να το εξουσιάζουν, ενώ στην αγωγή γίνονταν μνεία τέτοιων πράξεων νομής και ειδικότερα ότι το έτος 1928 κατατέθηκε από τον απώτατο δικαιοπάροχο του, Δ.
Ρ., αίτηση για την έκδοση αδείας οικοδομής για την ανέγερση κατοικίας, η οποία και εκδόθηκε με βάση τοπογραφικό διάγραμμα που εμφάνιζε την ιδιοκτησία αυτού ως έχουσα επιφάνεια 608,00 τ.μ., ότι ο ίδιος(δικαιοπάροχος) περιέφραξε το οικόπεδο αυτό επί του οποίου πράγματι αναγέρθηκε οικία, που αποτέλεσε την κατοικία του και της οικογενείας του καθώς και ότι τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν οι καθολικοί διάδοχοι του, μέχρι τη μεταβίβαση στον αναιρεσείοντα του επιδίκου ακινήτου, οπότε και κατεδαφίστηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή κτίσματα με βάση την 601/5.4.2004 Άδεια Κατεδάφισης.
Μετά την παράθεση στο αναιρετήριο της ανωτέρω διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως, ο αναιρεσείων αναφέρεται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες κρίθηκε ότι αυτός με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του επιχείρησε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής του, ακολούθως δε υπό τον τίτλο του αναιρετηρίου "ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ", ο αναιρεσείων πλήττει αυτήν για παραβίαση των αριθμών 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι επιχειρεί ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής από αναγνωριστικό κυριότητας στο επίδικο ακίνητο σε αναγνώριση ως εσφαλμένης και παράνομης καταγραφής του ως δημοσίου κτήματος, ενώ, κατά την άποψή του, δεν πρόκειται για διαφορετικό αίτημα, αλλά, κατ'ουσίαν είναι η άλλη όψη του ίδιου αιτήματος.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εφόσον ο ίδιος εξέθετε στην αγωγή του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εκτάσεως 226,46 τ.μ. αναγνωρίστηκε ως ανήκον στο εναγόμενο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο και καταγράφηκε στον κατάλογο δημοσίων κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται το δικό του δικαίωμα κυριότητας σε αυτό και ότι έτσι στην περίπτωση που αναγνωρισθεί ότι, εσφαλμένως και παρανόμως εγγράφηκε το επίδικο εδαφικό τμήμα ως δημόσιο κτήμα ανήκον στο εναγόμενο, η παραδοχή αυτή θα οδηγήσει στην αναγνώριση του δικού του δικαιώματος κυριότητας, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο το αίτημά του περί αναγνωρίσεως ως εσφαλμένης και παράνομης της καταγραφής του επιδίκου εδαφικού τμήματος ως δημοσίου κτήματος, το οποίο άφησε αδίκαστο και εσφαλμένα απέρριψε την έφεσή του ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, ενώ όφειλε να την δεχθεί ως κατ'ουσίαν βάσιμη, να προβεί περαιτέρω στην εξέταση της ουσίας της αγωγής του, η οποία είχε απορρίφθηκε ως αόριστη και να κριθεί το ζήτημα της στηριζόμενης σε αδιάκοπη σειρά επικαλούμενων και προσκομιζόμενων τίτλων κυριότητάς του επί αυτού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, με τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, κατά την εκτίμησή του, με βάση τα όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων πλήττει υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τόσο τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή του, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, όσο και εκείνες με τις οποίες απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της εφέσεώς του, με την αιτιολογία της απαράδεκτης μεταβολής της βάσεως της αγωγής, ενώ οι παραδοχές αυτές πλήττονται συγχρόνως και για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως σαφώς συνάγεται από τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αυτός στήριξε το αίτημά του για την αναγνώριση της κυριότητάς του επί της επίδικης εδαφικής έκτασης εμβαδού 226,46 τ.μ., ευρισκομένης στη θέση "ΚΑΛΑΜΙΑ", ήδη συνοικία "ΚΥΠΡΙΑΔΟΥ" του Δήμου Αθηναίων, που έχει καταγραφεί από το έτος 2010 από την Κεντρική Κτηματική Υπηρεσία ως δημόσιο κτήμα, ανήκον στο εναγόμενο, στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα στην αγορά μείζονος οικοπέδου εμβαδού 666,81 τ.μ., στο οποίο περιέχεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα, με το νόμιμα μεταγραμμένο 4471/2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελευθερίας Ιεροδιακόνου - Βερυκίου, από τις άμεσες δικαιοπαρόχους του - πωλήτριες, οι οποίες το είχαν αποκτήσει επίσης με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α.
Ρ., αποδεχόμενες την κληρονομιά του με την νόμιμα μεταγραμμένη ... συμβολαιογραφική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μυστεγνιώτη. Επικαλέσθηκε στη συνέχεια με την αγωγή του ο αναιρεσείων, νόμιμα μεταγραμμένους τίτλους κυριότητας (την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την 4970/2001 διορθωτική πράξη αυτής, και τα ...
αγοραπωλητήρια συμβόλαια), με τους οποίους, τόσο ο απώτερος όσο και ο απώτατος δικαιοπάροχοι του, Α. Ρ. και Δ. Ρ. αντίστοιχα είχαν αποκτήσει την κυριότητα του όλου οικοπέδου. Επί πλέον ο αναιρεσείων ανέφερε στην αγωγή του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 226,46 έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα ανήκον στο εναγόμενο, Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο, καταγραφή την οποία θεωρεί αυθαίρετη και παράνομη, με την επίκληση ότι το εναγόμενο ουδέν δικαίωμα κυριότητας έχει επί αυτού.
Το εναγόμενο αμφισβήτησε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, υποστηρίζοντας ότι τόσο ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοι του δεν απέκτησαν κυριότητα επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, καθόσον αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, την κυριότητα της οποίας είχαν αποκτήσει, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, οι μοναχοί των αναφερομένων στην αγωγή Ιερών Μονών (Αγ.
Ανδρέα και Αγ. Φιλοθέης), μετά τη διάλυση των οποίων (το έτος 1834) περιήλθε στη δική του κυριότητα δυνάμει των από 29.09.1833, 26.04.1834 και 20.05.1834 Β.Α/των. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν επικαλείται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είχε την ιδιότητα δημοσίου κτήματος, αλλά ενάγει το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
επειδή αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, με τους ισχυρισμούς ότι αυτό αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική έκταση, εξουσιαζόμενη από ιδιώτες, ήτοι τους άμεσες, απώτερο και απώτατο δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι το απέκτησαν, όπως και ο ίδιος, με παράγωγο τρόπο, με τη μεταβίβασή του με αδιάλειπτη σειρά νόμιμα μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων.
Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλούνταν στην αγωγή του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είχε την ιδιότητα δημοσίου κτήματος, επί του οποίου απέκτησε κυριότητα, μετά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο της κυριότητας του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του επί αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν ήταν υποχρεωμένος να επικαλεσθεί σε αυτήν συμπλήρωση τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του έως την 1119.1915, αλλά αρκούσε η επίκληση του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του, κατά τις διατάξεις του Α.
Κ. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεν ότι η αγωγή στηρίζεται μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ότι σε αυτήν δεν περιέχεται και βάση πρωτότυπου τρόπου κτήσης αυτής ήτοι σε έκτακτη χρησικτησία, έκρινε όμως εσφαλμένα ότι ενάγων - αναιρεσείων μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο όφειλε να συμπληρώσει το περιεχόμενο της αγωγής του αναφέροντας στις προτάσεις του (με την προσθήκη), συγκεκριμένες κτητικές κυριότητας υλικές πράξεις που οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν με καλή πίστη στο επίδικο συνεχώς επί 30ετία, συμπληρωθείσα μέχρι τις 11.09.1915 και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, παραβίασε τις διατάξεις του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα κηρύχθηκε απαράδεκτη η αγωγή του αναιρεσείοντος ως αόριστη. Λόγω δε της εμβέλειας του ως άνω αναιρετικού λόγου, παρέλκει η εξέταση αυτού κατά το μέρος του με το οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του ίδιου αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την απόρριψη από το Εφετείο, ως απαράδεκτου του προαναφερόμενου πρώτου λόγου της εφέσεώς του, με την αιτιολογία, ότι με αυτόν επιχειρήθηκε μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλά και για παραβίαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι αφέθηκε αδίκαστο το αίτημά του περί αναγνωρίσεως ως εσφαλμένης, αυθαίρετης και παράνομης της εγγραφής της επίδικης εδαφικής έκτασης από την Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών ως δημόσιο κτήμα, ανήκον στο εναγόμενο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 27.06.2019 αίτηση του Σ. Κ. του Δ. περί αναιρέσεως της 3190/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το κατέθεσε και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, ως ηττηθείς διάδικος, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατ' αναλογία με τις ισχύουσες για το Ελληνικό Δημόσιο διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3190/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη ης συνθέσεως Αρεοπαγίτης