Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise statute of limitations argument before lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Social Security Institution against a labor court decision. The appellant argued that certain claims were time-barred under specific statutes applicable to public entities, but the court found this argument was not raised during the initial proceedings. Consequently, the appeal was rejected because procedural issues must be presented to the lower court to be considered.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1, 577 para.1, 577 para.3 of the Code of Civil Procedure; The failure to raise a statute of limitations defense before the court of first instance renders the subsequent appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1116 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1116/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" τέως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" , και οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τζίμα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων: 1….και 23….., που παραστάθηκαν άπαντες δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Καμπουράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός των με α/α 15ου και 22ου αναιρεσίβλητων, που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1794/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5466/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 11-2-2019 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5466/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η από 12-9-2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1794/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 1-3-2010 αγωγή τους και αφού εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις, έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (παρ. 1, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2956/2001). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β' ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ), για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο". Στην ανωτέρω διάταξη προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3552/2007 και άλλη μία παράγραφος, που έχει ως εξής: "Kατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1-1-2007 έως 31-12-2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους".
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στην σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και τον σκοπό της συμβάσεως αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.
Αντίθετα, επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 126/2015, 885/2014, 1080/2014).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση τους δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 20/2006), χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.
ΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, 18/2006). Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης για οποιοδήποτε λόγο σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 780/2017, 217/2017, 126/2015, 885/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε σχετικά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθμ. 33072/2005 (ΦΕΚ 249/2005) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταρτίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του Ν. 2639/98 και το άρθρο 32παρ. 12 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες διαφόρων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.
Το πρόγραμμα αφορούσε την τοποθέτηση 2.867 ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ηλικίας 22 έως 40 ετών, στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, για χρονική περίοδο 18 μηνών. Σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, TEA, ΕΠΑ, TEE Β' Κύκλου, καθώς και η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Το κόστος του προγράμματος ανέλαβαν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, με κάλυψη από τον προϋπολογισμό τους και χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης. Υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίσθηκε ο ΟΑΕΔ, ενώ δικαιούχοι φορείς υλοποίησης ορίσθηκαν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι όφειλαν να μεταφέρουν τις σχετικές πιστώσεις στον ΟΑΕΔ.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν. 3552/2007, με το άρθρο 8 του οποίου ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1-1-2007 έως 31-12-2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα μήνες από την ημερομηνία λήξης τους. Μετά την έκδοση της ως άνω ΚΥΑ, ο ΟΑΕΔ προκήρυξε " Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (STAGE)".
Οι ενάγοντες, πλην των 6ου, 16ου,18ου, 22ου και 23ης υπέβαλαν αιτήσεις και επελέγησαν για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάρτισαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), καθώς και με το μη διάδικο ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ, έγγραφες συμβάσεις, που τιτλοφορούνται "συμφωνητικά συνεργασίας" και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου, οι δε συμβάσεις τους παρατάθηκαν με την υπ' αριθμ. 1781/2007 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.
Ειδικότερα: Η πρώτη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στη Ν. Ιωνία και απασχολήθηκε από 14-10-2005 έως 10-6-2008 με καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης στο τμήμα συντάξεων, πληροφόρησης των ασφαλισμένων σε συνταξιοδοτικά θέματα, διευθέτησης της αλληλογραφίας και υπολογισμού ασφαλιστικών κλάσεων.
Η δεύτερη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Αιγάλεω και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 19-5-2008 με καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης στο τμήμα πληρωμών συντάξεων και στο τμήμα Εσόδων Κοιν.
Επιχειρήσεων και Οικοδομών. Η τρίτη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Αιγάλεω και απασχολήθηκε από 7-10-2005 έως 31-5-2008 με καθήκοντα παραλαβής αιτήσεων απονομής, μεταβίβασης συντάξεων, αποστολής αλληλογραφίας και ελέγχου καταστάσεων αχρεωστήτως πιστωθεισών συντάξεων στο τμήμα πληρωμής συντάξεων.
Ο τέταρτος ενάγων, ο οποίος είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 10-8-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στη Χαλκίδα και απασχολήθηκε από 18-8-2005 έως 7-4-2008 με καθήκοντα εξυπηρέτησης στο ταμείο και ρυθμίσεων χρεών στο τμήμα εσόδων.
Η πέμπτη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 30-6-2006 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ες διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Τούμπα και απασχολήθηκε από 5-7-2006 έως 3-3-2008 με καθήκοντα διεκπεραίωσης τακτικών ελέγχων σε μεγάλες επιχειρήσεις, διεκπεραίωσης αιτήσεων για ρύθμιση οφειλών, έκδοσης γραμματίων είσπραξης, θεώρησης βεβαιώσεων εργοδοτών, παραλαβής ΑΠΔ και διενέργειας εκτάκτων ελέγχων.
Η έβδομη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 1-3-2007 συμφωνητικών δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 14-3-2007 έως 30-10-2008 με καθήκοντα διεκπεραίωσης εισερχομένων- εξερχόμενων εγγράφων, τήρησης του Πρωτοκόλλου, αρχειοθέτησης και παραλαβής ενστάσεων.
Η όγδοη ενάγουσα, η οποία είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 10-8-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καβάλα και απασχολήθηκε από 22-8-2005 έως 8-4-2008 στο γραφείο κίνησης ασθενών, με καθήκοντα παραλαβής δαπανών των ασφαλισμένων, μετακινήσεις ασθενών και έκδοσης εισιτηρίων για είσοδο ασθενών.
Η ένατη ενάγουσα, η οποία είναι ειδικότητας Τε Νοσηλευτικής υπέγραψε το από 20-6-2007 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 28-6-2007 έως 23-1-2009, με καθήκοντα διεκπεραίωσης εγγράφων, αρχειοθέτησης, αποστολής του ταχυδρομείου, συναλλαγής με το κοινό, κίνησης πρωτοκόλλου και χρήσης Η/Υ στο τμήμα Διοικητικού Προσωπικού.
Η δέκατη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Αιγάλεω και απασχολήθηκε από 13-10-2005 έως 28-5-2008, με καθήκοντα παραλαβής και πρωτοκόλλησης εισερχομένων και εξερχόμενων εγγράφων, αλληλογραφίας και γραμματειακής υποστήριξης στο τμήμα Διοικητικού Προσωπικού.
Η ενδέκατη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Αιγάλεω και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 23-5-2008, με καθήκοντα συναλλαγής με το κοινό, χρήσης υπολογιστή, παραλαβής και καταχώρησης περιοδικών δηλώσεων, έκδοσης γραμματίων είσπραξης, απογραφής και μεταβολής εργοδοτών και συναλλαγής στο τμήμα εσόδων.
Η δωδέκατη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 5-10-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 11-10-2005 έως 13-6-2008, με καθήκοντα καταγραφής ταμειακών κινήσεων, ελέγχου συνεδρίων, έκδοσης και παράδοσης ενταλμάτων, καταγραφής παραστατικών, καταγραφής αποδόσεων σε Δ.Ο.Υ.
έκδοσης εντολών πληρωμών και επιστροφής εισφορών. Η δέκατη τρίτη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Αιγάλεω και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 31-5-2008, με καθήκοντα έκδοσης αποφάσεων πληρωμών παροχών, έκδοσης επιδοτήσεων τροχαίων ατυχημάτων, έκδοσης βεβαιώσεων λόγω ατυχημάτων, αλληλογραφίας και ελέγχου αντιστοιχίας των αποφάσεων παροχών με την ημερήσια κατάσταση του ταμείου στο τμήμα παροχών.
Η δέκατη τέταρτη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγόμενου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 4-6-2008, με καθήκοντα καταχώρησης ενστάσεων, συλλογής δικαιολογητικών φακέλων, σύνταξης εισηγήσεων, ενημέρωσης για εκδίκαση ενστάσεων, σύνταξης αποφάσεων και κοινοποίησης τους στο τμήμα Δευτεροβάθμιου Ελέγχου Εσόδων και Διοικητικών Μέσων Θεραπείας.
Ο δέκατος πέμπτος ενάγων, ο οποίος είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υπέγραψε συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 19-4-2007 έως 19-12-2008, με καθήκοντα παροχής πληροφοριών, εκτύπωσης αντιγράφων και διενέργειας εξωτερικών εργασιών.
Η δέκατη έβδομη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 9-4-2007 και από 24-4-2007 έως 22-5-2008, με καθήκοντα έκδοσης βεβαιώσεων ΑΣΕΠ, ΟΕΚ, εκτύπωσης ενσήμων, παραλαβής αιτήσεων χαμένων ενσήμων, διενέργειας αλλαγών στα βιβλιάρια και παραλαβής εντύπων και διεκπεραίωσης αυτών.
Ο δέκατος ένατος ενάγων, ο οποίος είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-9-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 10-10-2005 έως 4-7-2008, με καθήκοντα κίνησης πρωτοκόλλου, παραλαβής ενστάσεων, αλληλογραφίας, φωτοτύπησης εγγράφων, διενέργειας εξωτερικών εργασιών, ταξινόμησης αρχείου, μηχανογράφησης και εξυπηρέτησης κοινού.
Η εικοστή ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 29-6-2007 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγόμενου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 29-6-2007 έως 29-1-2009, με καθήκοντα χρήσης Η/Υ, διεκπεραίωσης εγγράφων, γραμματειακής υποστήριξης και παραλαβής ΑΠΔ στο τμήμα Εσόδων.
Η εικοστή πρώτη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 10-8-2005 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως υπάλληλος γραφείου στο Υποκατάστημα του εναγομένου στη Λάρυμνα και απασχολήθηκε από 19-8-2005 έως 21-4-2008, με καθήκοντα τήρησης μητρώου παροχών και κίνησης πρωτοκόλλου.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14654/276/10-4-2008 (ΦΕΚ Β 689/2008) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/98 και το άρθρο 32παρ. 12 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες του εναγομένου.
Το πρόγραμμα αφορούσε την τοποθέτηση 1500 ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ηλικίας 22 έως 40 ετών, στις υπηρεσίες του εναγομένου ανά την Ελλάδα, για χρονική περίοδο 18 μηνών. Σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, TEA, ΕΠΑ, TEE Β' Κύκλου.
Το κόστος του προγράμματος ορίσθηκε ότι θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό του εναγομένου. Υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίσθηκε ο ΟΑΕΔ, ενώ δικαιούχοι φορείς υλοποίησης ορίσθηκαν οι Υπηρεσίες του εναγομένου σε όλη την Ελλάδα, το δε εναγόμενο όφειλε να μεταφέρει τις σχετικές πιστώσεις στον ΟΑΕΔ.
Μετά την έκδοση της ως άνω ΚΥΑ, ο ΟΑΕΔ προκήρυξε "Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (STAGE)". Οι παραπάνω αναφερόμενοι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις και επελέγησαν για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίους κατάρτισαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), καθώς και με το μη διάδικο ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ, τις από 19-5-2008, 2-6-2008, 2-6-2008, 3-6-2008, 16-5-2008, 14-4-2009, 16-5-2008, 22-4-2009, 2-6-2008, 27-6-2008, 2-6-2008,12-6-2008, 2-6-2008, 30-7-2008, 29-4-2009 και 16-5-2008 έγγραφες συμβάσεις, αντίστοιχα, που τιτλοφορούνται "συμφωνητικά συνεργασίας" και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου στις οποίες είχαν τοποθετηθεί και προηγουμένως, όπου απασχολήθηκαν με τα ίδια καθήκοντα, από 12-6-2008 έως 11-12-2009 η πρώτη, από 10-6-2008 έως 19-1-2010 η δεύτερη, από 11-6-2008 έως 14-1-2010 η τρίτη, από 19-6-2008 έως 18-12-2009 ο τέταρτος, από 2-6-2008 έως 1-12-2009 η πέμπτη, από 8-5-2009 έως 8-11-2010 η έβδομη, από 2-6-2008 έως 8-1-2010 η όγδοη, από 8-5-2009 έως 8-11-2010 η ένατη, από 10-6-2008 έως 8-2-2010 η δέκατη, από 10-6-2008 έως 18-1-2010 η ενδέκατη, από 7-7-2008 έως 6-1-2010 η δωδέκατη, από 10-6-2008 έως 2-2-2010 η δέκατη τρίτη, από 1-7-2008 έως 28-2-2010 η δέκατη τέταρτη, από 8-5-2009 έως 8-11-2010 ο δέκατος πέμπτος, από 17-6-2008 έως 16-12-2009 η δέκατη έβδομη, από 8-8-2008 έως 7-2-2010 ο δέκατος ένατος από 11-5-2009 έως 11-11-2010 η εικοστή και από 9-6-2008 έως 8-12-2009 η εικοστή πρώτη.
Επίσης, στο δεύτερο αυτό πρόγραμμα υπέβαλαν αιτήσεις συμμετοχής και επελέγησαν οι 6ος, 16ος, 18ος, 22ος, και 23η ενάγοντες, οι οποίοι κατάρτισαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), καθώς και με το μη διάδικο ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ, έγγραφες συμβάσεις, που τιτλοφορούνται "συμφωνητικά συνεργασίας"· Ειδικότερα: Ο έκτος ενάγων, ο οποίος είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 23-7-2008 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 7-8-2008 έως 6-2-2010, με καθήκοντα εκτύπωσης ενσήμων, θεώρησης βεβαιώσεων εργοδότη, κίνησης πρωτοκόλλου και βοηθού ελεγκτών στο τμήμα Εσόδων.
Ο δέκατος έκτος ενάγων, ο οποίος είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 22-7-2008 έως 21-1-2010, με καθήκοντα θεώρησης βιβλιαρίων, αντικατάστασης, έκδοσης βεβαιώσεων ΑΣΕΠ, ΟΕΕΚ, διαγραφής από το ταμείο για εγγραφή σε άλλο ταμείο και έκδοσης ευρωπαϊκής κάρτας στο τμήμα Μητρώου.
Ο δέκατος όγδοος ενάγων, ο οποίος είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 30-6-2008 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στην Καλλιθέα και απασχολήθηκε από 21-7-2008 έως 20-1-2010, με καθήκοντα πληρωμής συντάξεων, πληρωμής των ιατρών και του προσωπικού, καταμέτρησης ενσήμων, παραλαβής δικαιολογητικών φυσικοθεραπευτών, παράδοσης επιταγών στην τράπεζα, παραλαβής χρημάτων από τράπεζα και παροχής πληροφοριών στους ασφαλισμένους.
Ο εικοστός δεύτερος ενάγων, ο οποίος είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 10-6-2008 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Δομοκό και απασχολήθηκε από 2-7-2008 έως 1-1-2010, με καθήκοντα κίνησης πρωτοκόλλου, έκδοσης ασφαλιστικών ενημεροτήτων και παροχών.
Η εικοστή τρίτη ενάγουσα, η οποία είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, υπέγραψε το από 10-6-2008 συμφωνητικό συνεργασίας δυνάμει του οποίου τοποθετήθηκε ως διοικητικός υπάλληλος στο Υποκατάστημα του εναγομένου στο Δομοκό και απασχολήθηκε από 1-7-2008 έως 31-12-2009, με καθήκοντα εξυπηρέτησης στο μητρώο, παροχών και συναλλαγών με το κοινό.
Κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται παραπάνω για τον καθένα, αρχικά και μεταγενέστερα, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, φορέα υλοποίησης του προγράμματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, επί πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), αμειβόμενοι με το μικτό ποσόν των 30 ευρώ ημερησίως οι εννέα πρώτοι και με το μικτό ποσόν των 25 ευρώ ημερησίως οι λοιποί.
Καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και υποκείμενοι στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι'αυτούς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ήταν η παροχή της εργασίας των εναγόντων προς το εναγόμενο, για τη διεκπεραίωση εργασιών που ανάγονται στο σκοπό του και σ' αυτόν πρωτίστως απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, είναι άκυρες λόγω μη τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων και διατυπώσεων για την κατάρτιση έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994).
Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως αντισυμβαλλόμενο κάθε ενάγοντος, τόσο κατά την κατάρτιση, όσο και κατά τη λειτουργία των επίδικων απλών σχέσεων εργασίας, αποτελεί τον εργοδότη των εναγόντων. Ειδικότερα σ' αυτό προσέφεραν τις υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής και αυτό ωφελείτο από τούτες, υπέκειντο δε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από αυτό, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να τους τοποθετεί σε ορισμένη υπηρεσία του, να ορίζει τα συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητές τους, να προσδιορίζει το καθημερινό πρόγραμμα εργασίας και το ωράριό τους, την τήρηση του οποίου και ήλεγχε, να παρέχει σ' αυτούς οδηγίες και εντολές ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και να ελέγχει τη συμμόρφωσή τους προς αυτές.
Αποδείχθηκε, επίσης ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησης των εναγόντων στο πλαίσιο των προγραμμάτων STAGE οι τελευταίοι αμείβονταν με τα ποσά που παραπάνω αναφέρθηκαν, τα οποία υπολείπονταν εκείνων που το εναγόμενο θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, τους οποίους θα απασχολούσε για τις ίδιες εργασίες και υπό τους αυτούς όρους και συνθήκες, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ωφεληθέν έτσι χωρίς νόμιμη αιτία, επί ζημία τους.
Τα ποσά δε που θα κατέβαλλε το εναγόμενο με έγκυρες τέτοιες συμβάσεις είναι οι αποδοχές του πρωτοδιόριστου υπαλλήλου που προβλέπονται από τον Ν. 3205/2003, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε από την 1-1-2004, με την ΚΥΑ 2/7093/0022 (ΦΕΚ Β' 215/5-2-2004), στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, το οποίο απασχολείται στο Δημόσιο τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, χωρίς προσαυξήσεις προϋπηρεσίας και οικογενειακά επιδόματα που δεν θα καταβάλλονταν αναγκαίως, ήτοι ο βασικός μισθός του εισαγωγικού της κατηγορίας στην οποία ανήκε κάθε ενάγων μισθολογικού κλιμακίου, πλέον κινήτρου απόδοσης.....
Με βάση τα παραπάνω έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών τους και ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 9 του Ν. 3205/2003) τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία προσδιόρισε στα αναφερόμενα ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,7 παρ. 2 και 3 και 12 του Ν.3205/2003, 2 του Ν. 3336/2005, 11 του Ν.3453/2006, 1 του Ν. 3554/2007 και 6 παρ. 2 του Ν. 3670/2008.
Ακολούθως, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δικάζοντας επί της αγωγής κατά την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ως άνω βάση της, εδέχθη κατ' ουσίαν αυτή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ως άνω ποσά [με την ένδικη αναίρεση δεν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον τρόπο υπολογισμού των διαφορών και των επιδομάτων που επιδικάσθηκαν].
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επομ. του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 22 παρ.1 α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998 και 648 επόμ. του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα με την προσβαλλομένη απόφαση δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, οι αναιρεσίβλητοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
παρείχαν στην πραγματικότητα σε αυτό εξαρτημένη εργασία διοικητικού υπαλλήλου, ακριβώς παρόμοια με εκείνη του μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού του τελευταίου, τελώντας υπό τις δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες του αναιρεσείοντος σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους κατά πλήρες ωράριο και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, καθότι, παρά τον αναγραφόμενο σκοπό στα συναφθέντα μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο υλοποίησης προγράμματος Stage, ο οποίος (σκοπός) συνίστατο στην από μέρους των αναιρεσιβλήτων απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, επιδιώχθηκε προεχόντως στην πραγματικότητα από τα μέρη η από αυτούς παροχή εργασίας στο αναιρεσείον, με συνέπεια τον πλουτισμό του τελευταίου από την εργασία τους αυτή, συνιστάμενο στην αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλλε, αντί αυτών, σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολείτο από αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφού λόγω των συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων δεν ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως της από τους αναιρεσίβλητους κάλυψης με την εργασία τους πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος.
Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 825/1978, "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ` ης κατέστησαν απαιτηταί.
Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι` οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός, ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, με το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του ΙΚΑ, υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και 7 του ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.
Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού ν.δ. 321/1969 "Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του ΙΚΑ. Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις.
Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο ΙΚΑ, γιατί με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 το ΙΚΑ, ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω ν.δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 369/1976 και μεταγενέστερα (ΑΠ 233/2021, 382/2018, 25/2018, 121/2016, 296/2013).
Η ως άνω ρύθμιση που θεσπίζει πενταετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη ρύθμιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει ότι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για τα έτη 2005, 2006 και 2007 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή. Ειδικότερα αναφέρει ότι, εφόσον τούτο εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του α.ν. 1846/1951 και 5 του ν. 3210/ 1955), συνάγεται ότι απολαμβάνει και του προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.
Κατά τους ισχυρισμούς του, η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του ν. 4476/1965 και στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.
Ότι στο πλαίσιο ερμηνείας της διατάξεως αυτής του άρθρου 21 παρ.9 του ν. 1902/1990, το ΙΚΑ, εξομοιούμενο πλήρως με το Ελληνικό Δημόσιο αναφορικά με τα δικονομικά προνόμια τούτου, απολαύει και το προνόμιο της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη από τα δικαστήρια της παραγραφής των αξιώσεων εξ αποδοχών των κατ` αυτού στρεφομένων υπαλλήλων του.
Ο λόγος αυτός, προβαλλόμενος το πρώτον με την αίτηση αναιρέσεως, πέραν του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μισθολογικές αξιώσεις υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, οι οποίες, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικ. με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 825/1978, μη εφαρμοζόμενης της περί παραγραφής ως άνω διατάξεως του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, είναι απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως και για το παραδεκτό του θα έπρεπε το αναιρεσείον να είχε επικαλεσθεί τους ισχυρισμούς του ενώπιον αυτού, γεγονός που δεν συνέβη (ΑΠ 25/2018, 121/2016).
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 5466/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ