Supreme Court dismisses appeal regarding interest calculation on extinguished debt after judgment reversal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment, which had been reversed by the Court of First Instance. The appellants argued that the appellate court incorrectly ordered them to pay both the principal and interest on the extinguished debt, claiming only the principal should be restored. The court rejected this, ruling that the First Instance correctly interpreted civil law provisions by ordering the return of the principal plus legal interest calculated from the date of the appellate decision's notification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 of the Code of Civil Procedure; Articles 340, 345, 346 of the Civil Code: When a judgment ordering payment of a debt is reversed, the debtor must return the principal amount plus legal interest calculated from the date of notification of the reversing judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1116 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1116/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2) Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Ό. Α. του Κ., κατοίκου ... και 4) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νεοκλή Γαλανόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN INVESTMENT GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SKYSERV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ- SKYSERV HANDLING SERVICES S.A.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρίζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω απορρόφησης της ανώνυμης εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ" εκπροσωπούσας, ως ειδικής εκκαθαρίστριας, την υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτρη Καράμπελα και δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αντιγόνης Κίσσα, που ανακάλεσε την δήλωσή (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και τις από 1-12-2011 ανακοινούσες τη δίκη-προσεπικαλούσες σε παρέμβαση, ήδη αναιρεσίβλητες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 1462/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 2863/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2020 αίτησή τους και τους από 7-12-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. Με την από 12.2.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 2863/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κρίνοντας επί των παρακάτω εφέσεων Α) της από 29.7.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5354/2013) εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1) "MARFIN INVESTEMENT GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και 2) "OLYMPIC HANDLING ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ" και Β) της από 29.8.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3696/2014) εφέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού" και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω απορρόφησης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ως ειδικής εκκαθαρίστριας της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ". Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. ...''. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ. Α.Π. 143/1984, ΑΠ 1192/2018, Α.Π. 949/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση οι από 7.12.2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 9.12.2020 (βλ. την 113/9.12.2020 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους στις 10-12-2020, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 2701Β, 2703Β και 2702Β/10-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Γ. Π. αντίστοιχα), δηλαδή ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η αρχική δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως για τη δικάσιμο της 12.1.2021 (βλ. την από 9.3.2020 πράξη της Προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 έως 6 και 8 του ισχύσαντος από 26 Σεπτεμβρίου 2003 Ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α 229), και υπό τον παράτιτλο "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" ορίσθηκαν τα εξής: "(1). Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.
Με ίδιες αποφάσεις της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους δύνανται να αποσχίζονται, απορροφώνται ή συγχωνεύονται οι κλάδοι, τμήματα ή λειτουργίες επίγειας εξυπηρέτησης και τεχνικής βάσης από υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες για το σκοπό αυτό εταιρείες. Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος.
Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από το μετασχηματισμό αυτό περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος, στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. (2). Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει.
Στη συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία, και δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου. Ο ισολογισμός μετασχηματισμού και η συνοδευτική έκθεση συντάσσονται από ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών από τις οποίες αποσχίζονται οι κλάδοι, εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετασχηματιζόμενων εταιρειών και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920. (3).
Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί εγκρίσεως των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν οποιαδήποτε άλλη έγκριση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη.
Η νηολόγηση των αεροσκαφών, η μεταφορά του προσωπικού και των λοιπών στοιχείων και δικαιωμάτων στην απορροφούσα εταιρεία θα ισχύσει από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. (4). Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε.Ν. και του ν. 2190/1994. Δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα κατά των απορροφουσών εταιρειών για χρέη προγενέστερα της ημερομηνίας απόσχισης και δεν ασκούνται ποινικές διώξεις κατά των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε. για χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς του Δημοσίου των εταιρειών αυτών. (5). Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο - Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός: α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίησης των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν:
ι) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του Π.Δ. 178/2002, και ιι) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή (ΑΠ 356/2020, ΑΠ 450/2020, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 565/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α 216) ορίσθηκε ότι "Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.
Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξή του ως εκκαθαριστή".
Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 ορίσθηκε ότι "Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.
Ο εκκαθαριστής διορίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.
Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως.
Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Επακολούθησε ο Ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α 239) "Κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους στις εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." και άλλες διατάξεις", με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου αυτού και υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί", ορίστηκε ότι : (1). "Σημερινοί Εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", (2) "Αρχικοί εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", "Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ", "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", "OLYMPIC CATERING A.E." ... (3). "Τακτικό Προσωπικό":
το με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι των Σημερινών Εργοδοτών... (5). "Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές" : το ποσό που ισούται με το βασικό μηνιαίο μισθό και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή εξομοιούμενες με συλλογικές συμβάσεις εργασίας διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008, προσαυξημένο κατά 2,5%.
Στα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού .... (6) "Ισοδύναμες Μηνιαίες αποδοχές": ... (7). "Κρίσιμη Ημερομηνία" : η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης με την οποία καθεμία από τις Εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α'), όπως ισχύει.".
Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου (3717/2008), υπό τον παράτιτλο "Εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη παρ. 5, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.4 του Ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141) ορίστηκε ότι "(1). Στους ανήκοντες στο Τακτικό και Εποχικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις με την επιχείρηση λύονται ή καταγγέλλονται μετά την Κρίσιμη Ημερομηνία, καταβάλλεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης της επόμενης παραγράφου 2 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης το οποίο ισούται προς:
α. Το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης που αντιστοιχεί στην καταγγελία της σχέσης έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων. β. Για το λοιπό Τακτικό Προσωπικό, ποσό που αντιστοιχεί στο χρόνο προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε από τους Σημερινούς Εργοδότες και τους Αρχικούς Εργοδότες, ως εξής: (i) Για προϋπηρεσία μέχρι ενός έτους, ποσό ίσο με τις Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (ii) Για προϋπηρεσία πλέον του έτους και μέχρι τεσσάρων ετών, ποσό διπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (iii) Για προϋπηρεσία πλέον των τεσσάρων ετών και μέχρι έξι ετών, ποσό τριπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (iv) Για προϋπηρεσία πλέον των έξι ετών και μέχρι οκτώ ετών, ποσό τετραπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (v) Για προϋπηρεσία πλέον των οκτώ ετών και μέχρι δέκα ετών, ποσό πενταπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (vi) Για συμπληρωμένη προϋπηρεσία δέκα ετών, ποσό εξαπλάσιο των Τακτικών Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (vii) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας πάνω από τα δέκα προστίθεται ποσό ίσο με τις Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές προσαυξημένο με το ένα έκτο (1/6) αυτών, με ανώτατο όριο ποσό ίσο με είκοσι τέσσερις Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές προσαυξημένο κατά το ένα έκτο (1/6) αυτών. (2).
Για την καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση εντός διμήνου από τη λύση ή καταγγελία της σύμβασης στην αρμόδια υπηρεσία παροχών του ΟΑΕΔ του τόπου κατοικίας τους. Με την αίτηση συνυποβάλλονται η καταγγελία ή λύση της σύμβασης και βεβαίωση από τον εκκαθαριστή περί του ύψους του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης που δικαιούται ο εργαζόμενος, όπου αναγράφεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτού και η οποία εκδίδεται εντός πέντε (5) ημερών από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. (3).
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. (4). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή της διάταξης του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μετά από τη μεταφορά των σχετικών κονδυλίων. (5).
Η καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης στους δικαιούχους του άρθρου αυτού μπορεί να γίνει εν όλω ή εν μέρει με την έκδοση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των ομολόγων που θα εκδοθούν, οι όροι και η διαδικασία έκδοσής τους". Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν. 3717/2008, εκδόθηκαν η με αριθ. 14360/583/13.7.2010 (ΦΕΚ Β 1062) Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και η με αριθμ. 925/54/17.3.2011 (ΦΕΚ Β 439) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με τις οποίες προβλέφθηκε η καταβολή από τον ΟΑΕΔ στους δικαιούχους της πιο πάνω παροχής και έναντι αυτής, δύο δόσεων ποσού 15.000 ευρώ με την πρώτη και ποσού 20.000 ευρώ με τη δεύτερη και συνολικά ποσού 35.000 ευρώ για τον καθένα, μετά από μεταφορά των σχετικών κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ με την με αριθμ. 2/10210/0023Α/31.1.2011 Απόφαση του Υφυπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β 241), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 5 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου, προβλέφθηκε η καταβολή του υπολειπόμενου μέρους της ως άνω παροχής με την έκδοση ομολόγου σε άυλη μορφή, σταθερού επιτοκίου 1% ετησίως, με ημερομηνία έκδοσης 31.1.2011 και λήξης 30.6.2012, διαπραγματεύσιμου στο Χρηματιστήριο Αξιών ...
και συνακόλουθα δεκτικού προεξόφλησης, του οποίου οι τίτλοι θα διανέμονταν στους δικαιούχους από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3717/2008, του οποίου οι νομοθετικές ρυθμίσεις κατά την Αιτιολογική του Έκθεση στόχο έχουν την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις εταιρείες του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής και θέσης των εταιρειών του Ομίλου υπό ειδική εκκαθάριση, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις ως άνω εταιρείες (ΟλΣτΕ 2112/2014), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η χορήγηση εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, ως αντιστάθμισμα της λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών από τις εργοδότιδες εταιρείες αζημίως, χωρίς δηλαδή την καταβολή αποζημίωσης για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, λόγω του καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης, υπό το οποίο τέθηκαν οι εν λόγω εταιρείες.
Μάλιστα η καταβολή του ανωτέρω ποσού εντάχθηκε στο νόμο αυτό, ως ένα από τα μέτρα κοινωνικής στήριξης των εργαζομένων, για τους οποίους, πέραν του μέτρου αυτού, θεσπίσθηκαν διατάξεις για τη λειτουργία προγράμματος ειδικής επιδότησης ανεργίας διαρκείας μέχρι ενός έτους (άρθ. 3 Ν. 3717/2008), προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταφοράς ύστερα από αίτησή τους σε υπηρεσίες του δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ανεξάρτητες αρχές ή σε ΝΠΙΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη του οικείου φορέα (άρθ. 7 του Ν. 3717/2008) και προβλέφθηκε η αυξημένη μοριοδότησή τους για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς του δημοσίου τομέα για την πρόσληψη υπαλλήλων (άρθ. 8 του Ν. 3717/2008).
Συνεπώς, το προαναφερόμενο εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, δεν συνιστά αποζημίωση απόλυσης, αλλά αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα που προβλέπεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων), καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και καταβάλλεται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσης, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο. (ΑΠ 356/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα δε, με το άρθρο 11του Ν. 3717/2018, το οποίο αφορά Ρυθμίσεις Μεταβατικής Περιόδου, ορίζονται τα εξής: 1. Οι Σημερινοί Εργοδότες, οι ανώνυμες εταιρείες οι οποίες είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο συνδεδεμένες με μία ή περισσότερες εκ των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι ανώνυμες εταιρείες οι οποίες ιδρύθηκαν από μία ή περισσότερες από τις Εταιρείες αυτές ή κατέστησαν συνδεδεμένες με μία εκ των Εταιρειών αυτών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, δεν ανήκουν στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), λειτουργούν κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών, όπως κάθε φορά ισχύει.
Διατάξεις νόμων, που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ή φορείς του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν εφαρμόζονται στις παραπάνω Εταιρείες, εκτός αν ρητά ορίζεται το αντίθετο. "2. Σε περίπτωση κατά την οποία μία από τις εταιρείες Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε., Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.
και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε. "GALILEO HELLAS A.E." τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (Α' 314), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (Α' 216), σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 2 του άρθρου αυτού, και το προϊόν της εκκαθάρισης δεν επαρκεί για την αποπληρωμή των πιστωτών, το Δημόσιο δύναται να συμμετέχει κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο στην ικανοποίησή τους, στην έκταση που αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με διατάξεις της κείμενης ελληνικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις των ανωτέρω εδαφίων απαλλάσσονται, για όσο χρόνο αυτές τελούν υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α του ν. 3429/2005 (Α' 314), από την υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και από την καταβολή ΤΑΠ και ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τη σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης, τη λήψη δανείων, τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων και για κάθε άλλη συναλλαγή τους με το Δημόσιο.
Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α του ν. 3429/2005 πριν τη δημοσίευση του παρόντος. Οφειλόμενες απαιτήσεις των εργαζομένων με σύμβαση αορίστου ή ορισμένου χρόνου στις υπό εκκαθάριση εταιρίες, που γεννήθηκαν πριν την υπαγωγή των εταιριών σε εκκαθάριση, για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2009, επιδόματος αδείας ή δώρου Χριστουγέννων έτους 2009 καταβάλλονται από τον εκκαθαριστή και θεωρούνται δαπάνες εκκαθάρισης.". 3.
Τα άρθρα 479 ΑΚ και 939 έως και 946 ΑΚ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αποκρατικοποίησης των Σημερινών Εργοδοτών. Επίσης, βάσει των δεύτερου και τρίτου άρθρων του Ν. 3759/2009 (ΦΕΚ 69/5-5-2009) καταρτίστηκαν οι από 23.3.2009 τρεις συμβάσεις περί μεταβίβασης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου της 1ης εναγομένης ( 3ης αναιρεσίβλητης), οι οποίες αποτελούνται από εταιρείες του Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή τις εταιρίες Pantheon Airways Ανώνυμη Αεροπορική Εταιρία, Ελληνική Εταιρία Συντήρησης και Επισκευής Αεροσκαφών ΑΕ και Ανώνυμη Εταιρία Επίγειας Εξυπηρέτησης Αεροσκαφών ΑΕ και όχι το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτής.
Έτσι κυρώθηκαν με τον ως άνω Ν. 3759/2009: 1) με το άρθρο πρώτο του νόμου: η σύμβαση Πώλησης και Αγοράς Μετοχών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Εταιριών Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Pantheon Airways Ανώνυμη Αεροπορική Εταιρία και Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρία Συμμετοχών, 2) με το άρθρο δεύτερο του νόμου: η Σύμβαση Πώλησης και Αγοράς Μετοχών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των εταιριών Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες ΑΕ, Ελληνική Εταιρία Συντήρησης και Επισκευής Αεροσκαφών ΑΕ και Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρία Συμμετοχών και 3) με το άρθρο τρίτο του νόμου:
η Σύμβαση Πώλησης και Αγοράς Μετοχών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των εταιριών Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες ΑΕ, Ανώνυμη Εταιρία Επίγειας Εξυπηρέτησης Αεροσκαφών ΑΕ και Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρία Συμμετοχών. Δυνάμει δε του ανωτέρω Ν. 3759/2009, παράρτημα 2, Κεφάλαιο με τίτλο "Ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία", έγινε παραχώρηση στη 2η αναιρεσίβλητη του εμπορευματικού σταθμού και όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων των υποστηρικτικών υπηρεσιών στο αεροδρόμιο Ελ.
Βενιζέλος και ενός εκπαιδευτικού κτιρίου σε παράδρομο της Λεωφόρου Συγγρού μ' όλον τον εξοπλισμό του. Περαιτέρω, η 1η αναιρεσίβλητη εξαγόρασε μόνο τις μετοχές των τριών παραπάνω εταιριών, δηλαδή της "Ελληνικής Εταιρίας Συντήρησης και Επισκευής Αεροσκαφών ΑΕ", "Ανώνυμης Εταιρείας Επίγειας Εξυπηρέτησης Αεροσκαφών ΑΕ" (3ης εναγομένης) και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (1ης εναγομένης).
Τέλος, κατά το άρθρο 14Α παρ.13 Ν.3429/2005, ορίζεται: Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου ή μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 479 και 939-946 του Αστικού Κώδικα. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος".
Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α' και γ').
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β').
Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο α' και β' ).
Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενο" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.
Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί.
Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012).
Πρέπει, δε, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.
επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).
Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.
Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ.
ΔΕΚ 12.2.2009 C - 466/07 Klarenberg). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ.
κλπ (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 647/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920. Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα, να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018).
Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.
β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ' αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται).
Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1188/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 10.6.2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που στρέφεται κατά των 1) "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ'', ως εκκαθαρίστριας της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω απορρόφησης, 2) της ''MARFIN INVESTEMENT GROUP HOLDINGS ΑΕ'' και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης με την επωνυμία ''MARFIN INVESTEMENT GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC HANDLING ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΣΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ" και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ''SKYSERV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ - SKYSERV HANDLING SERVICES S.A", όπως μετονομάσθηκε, ισχυρίστηκαν ότι είχαν προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη κατά τον αναφερόμενο για τον καθένα χρόνο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες διήρκησαν έως τις 15.12.2009, οπότε οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν ακύρως και χωρίς καταβολή αποζημιώσεως από την 1η εναγομένη, η οποία εξαγοράστηκε από τη 2η εναγομένη και της οποίας το έργο, δηλαδή αυτό της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ- ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", στην οποία εργάζονταν, συνεχίζει ως διάδοχος αυτής η 3η εναγομένη.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ανερχόμενο σε 78.788,57, 81.041,73, 23.903,84, 57.868,52 και 64.248,82 ευρώ αντίστοιχα, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά των οργάνων των εναγομένων, η μεν πρώτη ως εργοδότριά τους μέχρι την απόλυσή τους, η δεύτερη εναγομένη, στον όμιλο της οποίας ανήκει και η τρίτη εναγομένη, ως αγοράστρια της πρώτης, έχουσα ως μητρική εταιρεία του ομίλου, δεσπόζουσα - ελεγχόμενη θέση στον όμιλο έναντι της τρίτης, η οποία συνεχίζει ως διάδοχος το έργο και το αντικείμενο της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", στην οποία εργάζονταν, συντρεχούσης μεταβολής του προσώπου του εργοδότη.
Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1462/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, όσον αφορά τις 2η και 3η των εναγομένων και ήδη 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε σιγή αυτή ως προς την 1η εναγομένη και ήδη 3η των αναιρεσιβλήτων. Μετά από άσκηση εφέσεων εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε τυπικά δεκτές και κατ' ουσία τις ως άνω εφέσεις και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου, ως απαράδεκτου (ΑΠ 208/2015). Το έννομο συμφέρον αποτελεί, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι το λόγο από τον αρ. 14, εφαρμογή του οποίου ανακύπτει, μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1292/2019, ΑΠ 270/2015).Το κατ' άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ. έννομο συμφέρον ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης, ως απαράδεκτης (ΑΠ 1326/2008, ΑΠ 463/2007, ΑΠ 557/2006). Ακόμη, κατ' άρθρο 516 § 2 Κ.Πολ.Δ., έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, ο νικήσας διάδικος έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται βλάβη από την απόφαση, πράγμα το οποίο, κατά κανόνα, κρίνεται όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει δε να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Τέτοια βλάβη, είναι η παραγωγή δυσμενούς δεδικασμένου (ΑΠ 139/2001), ή δυσμενών αιτιολογιών, όταν αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και, συνεπώς, έχουν τα προσόντα διατακτικού και δημιουργούν δυσμενές δεδικασμένο (ΑΠ 1753/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι οι ήδη 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων (εταιρείες με την επωνυμία ''MARFIN INVESTMENT ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ'' και ''SKYERV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ - HANDLING SERVICES SA'') είχαν έννομο συμφέρον προς άσκηση της από 29.7.2013 εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τον σχετικό δε ισχυρισμό τους περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των ως άνω αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούντων απέρριψε σιγή το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει παραδοχή αυτής ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες-εκκαλούσες είχαν εν μέρει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό και συνεπώς παραδεκτά ασκούσαν έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όπως τούτο άλλωστε προκύπτει και από την πρωτοβάθμια απόφαση.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες ήταν ηττηθείσες διάδικοι πρωτοδίκως, είχαν αναμφισβήτητα έννομο συμφέρον προς άσκηση εφέσεως και ως εκ τούτου δεν έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη και τότε εκκαλούσα εταιρεία '' ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ'' (εκκαθαρίστρια της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας '' ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ- ΥΠΗΡΕΣΣΙΕς ΑΕ'') είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της από 29.8.2013 εφέσεως, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει σιωπηρά την αγωγή τους κατ' αυτής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 29-8-2013 έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης, που νίκησε πρωτοδίκως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των εναγόντων είναι παραδεκτή, διότι έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση εφέσεως λόγω των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες επιδρούν δυσμενώς στις ουσιαστικές έννομες σχέσεις αυτής, αφού σύμφωνα με αυτές αφενός μεν η εν λόγω αναιρεσίβλητη, κατόπιν της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, είχε υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, αφ' ετέρου δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ευθύνης των εναγομένων εταιρειών λόγω μεταβολής του προσώπου του εργοδότη και μεταβίβασης του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης, κατ' άρθρο 479 ΑΚ.
Και ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος καθόσον ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ανωτέρω αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασηςς ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη αναφέρονται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως και έτσι παράγουν βλαπτικό δεδικασμένο ως προς τα συμφέροντά της.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αφορούν τη μεταβίβαση επιχειρήσεως και τις έννομες συνέπειες επί των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση, ήτοι τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1988 "για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων", του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 και του άρθρου 479 ΑΚ.
Το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την υπό κρίση αγωγή με το εξής σκεπτικό : Ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την 5716/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης από τις 2-10-2009, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3429/2005 με εκκαθαρίστρια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού και Παθητικού''.
Ότι η τελευταία , σύμφωνα με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008, κατήγγειλε το σύνολο των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου των εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση πρώτη εναγομένη και δη αζημίως, χωρίς την καταβολή της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 και χωρίς η καταβολή αυτή να επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 4 του Ν. 3710/2008.
Ότι στους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων είναι και οι ενάγοντες, των οποίων καταγγέλθηκαν αζημίως οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου λόγω της θέσης της πρώτης εναγομένης εργοδότριας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, χορηγήθηκε ποσό κοινωνικής ενίσχυσης που καθορίστηκε όπως ορίζει το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3717/2008.
Ότι το ποσό αυτό δεν αποτελεί αποζημίωση του Ν. 2112/1920 αλλά κοινωνικό μέτρο υπέρ των εργαζομένων που απώλεσαν τη θέση εργασίας τους λόγω της θέσης της εναγομένης εργοδότριας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και της εκ του νόμου απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής της αιτούμενης αποζημίωσης απόλυσης.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη για την πρώτη εναγομένη και της ευθύνης εκ του άρθρου 479 ΑΚ για τις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων λόγω των αναφερόμενων συμβάσεων αγοράς και πώλησης μετοχών. Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και εκείνες του ΠΔ 176/2002.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την παρ. 13 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 "Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου ή μέρους του ενεργητικού της επιχείρησης της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 479 και 939-946 του Αστικού Κώδικα" και, επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 3717/2008 "Τα άρθρα 479 ΑΚ και 939 έως και 946 ΑΚ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αποκρατικοποίησης των Σημερινών Εργοδοτών", στο δε άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου ρητά ορίζεται ότι στους "Σημερινούς Εργοδότες" περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν.3710/2008, έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.
Επίσης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002, καθόσον τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δηλαδή οι συμβάσεις πώλησης και αγοράς των μετοχών της πρώτης εναγομένης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη για την 3η αναιρεσίβλητη και τότε 1η εναγομένη.
Συνακόλουθα, ενόψει αυτών, δεν θεμελιώνεται και ευθύνη των λοιπών αναιρεσιβλήτων με βάση το άρθρο 479 ΑΚ και το π.δ. 178/2002, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ( Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 247/2014, ΑΠ 1481/2013).
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας στο κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής ή μη της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ και απορρίψεως της αγωγής τους ως μη νόμιμης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ' όψη τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι η 3η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, υπήρξε διάδοχος της εταιρείας στην οποία εργάζονταν, ήτοι της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" και ευθύνεται κατ' άρθρο 479 ΑΚ. Ο ως άνω πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όσον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε, κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ και έτσι απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών ( Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 503/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούνται ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς, με συνέπεια να οδηγηθεί στην απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν μπορεί να δημιουργηθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Στο άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται''.
Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς, και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος.
Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο.
Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση-εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΟΛ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1175/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κακώς δέχθηκε το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση στο σύνολό του και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στη 2η αναιρεσίβλητη ο καθένας το ποσό των 24.255,07 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση κεφάλαιο ύψους 20.000 ευρώ και στους τόκους επ' αυτού έως την ημερομηνία καταβολής, ανερχόμενους στο ποσό των 4.255,07 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να διαταχθεί η επαναφορά μόνο για το ποσό του κεφαλαίου και όχι των τόκων.
Ο σχετικός λόγος, ανεξάρτητα από την αοριστία του αφού δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, δεχόμενο ότι το ποσό των 24.255,07 ευρώ για κεφάλαιο και τόκους, σε εξόφληση της προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να επιστραφεί με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΚΠολΔ, 340, 345 και 346 ΑΚ, δεδομένου ότι εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκε το ανωτέρω ποσό, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, οι δε αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι από τη γνώση της ανατροπής της αποφάσεως και επομένως με την προσβαλλόμενη απόφαση καλώς αποδόθηκαν, εκτός από το κεφάλαιο των 20.000 ευρώ, και οι επ' αυτού νόμιμοι τόκοι, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εφετειακής απόφασης.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, η 1η και η 2η αναιρεσίβλητες κοινές προτάσεις και χωριστές η 3η αναιρεσίβλητη, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.2.2020 αίτηση αναίρεσης των 1) Χ. Π. κλπ (σύν. 4) και τους από 7.12.2020 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 2863/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, από κοινού για τις πρώτη και δεύτερη. και στο ποσό ομοίως των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την τρίτη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ