Supreme Court dismisses appeal against bank's claim for breach of contract due to insufficient assets.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the bank's claim for breach of contract. The appellants argued that the bank's exercise of rights was abusive, targeting a pensioner guarantor beyond reasonable limits. The court rejected this claim as vague and unsubstantiated, noting the appellants failed to prove the specific circumstances required for abuse of rights or the status of the bankruptcy proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939 and 941 of the Civil Code; The exercise of a creditor's right constitutes abuse if it causes adverse effects to the debtor without being necessary for the satisfaction of the claim, provided the debtor's financial situation is insufficient to meet the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1116 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1116/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Π., 2) Ν. Β. του Ι. και 3) Μ. Β. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γραβιά. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3046/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2712/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 25-7-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 2712/2017 απόφασης του Εφετείου Αθήνας,που εκδόθηκε, μετά από έφεση κατά της 3046/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 25-7-2011 αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η οποία απέρριψε την άνω έφεση, παραδεκτά και εμπρόθεσμα φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 495 και 564παρ 3ΚΠοΛΔ).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (Ολ.
ΑΠ 12/2012, ΑΠ 858/2002 1189/2003, 1937/2006, 1800/2008, 1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ.
ΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).
Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής(ΑΠ708/2017).
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/12) β) επίκληση προθέσεως βλάβης (δια της εκτάσεως) του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003,ΑΠ661/2015)ΑΠ 1910/09, ΑΠ 1937/06).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13- 8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμο του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 1/2002, σχετ.
Ολ. ΑΠ 709/1974). Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.
Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 939 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη (τέτοιος είναι και ο εγγυητής), για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ.
ΑΚ, πρέπει, εκτός από τα άλλα, να αναφέρει και την απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγόμενου οφειλέτη, με προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ). Ειδικότερα, αν η εν λόγω απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 46/1984).
Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 49/2001). Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης.
Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτή την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, για απαίτηση του τελευταίου από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη, κατά παραδοχή ανακοπής κατ' αυτής, ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω ανυπαρξίας της απαίτησης, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη, τη μη άσκηση δηλαδή από αυτόν ανακοπής μέσα στην εν λόγω προθεσμία (άρθρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ολ.
ΑΠ 6/1996). Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ(ΑΠ621/2016).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 621/2016).
Ο προβλεπόμενος δε με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικό μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικό μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη(ΑΠ621/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ1396/2015,ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13 ΑΠ 2119/2014).
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 8,9,11γ και 19 ΚΠοΛΔ).Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή ως προς τον πρώτον των αναιρεσειόντων,ουδέν δε οικονομικό πρόβλημα υπήρχε για την εταιρία ...
κατά το έτος 2009, τα όποια δε προβλήματα ξεκίνησαν από τον Ιούλιο του έτους 2010, γεγονός που αποτέλεσε και αντικείμενο δικαστικής κρίσης, αφού με την 15577/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η άνω εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, ισχυρισμό που προέβαλαν και απέδειξαν και τον οποίο δεν έλαβε υπόψη του το εφετείο με αποτέλεσμα:
α) να μην δεχθεί τον παραπάνω ισχυρισμό τους που αποτελεί <πράγμα> και ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη, β) να δεχθεί τον ισχυρισμό δηλ πράγμα της αναιρεσίβλητης ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων ήταν <δανειστής της >,δηλ ισχυρισμό με ουσιώδη επιρροή στη δίκη χωρίς απόδειξη,γ) δεν έλαβε υπόψη του τα εξής έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στο εφετείο:
α) το Ισοζύγιο β' βαθμίων Λογιστικής της εταιρίας ... για την επίδικη χρήση του έτους 2009, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το έτος αυτό η ... προέβη σε πληρωμές προς την αναιρεσίβλητο Τράπεζα ιδιαίτερα σημαντικών ποσών, (β) Τον επίσημο Ισολογισμό της εν λόγω εταιρίας για την επίδικη χρήση έτους 2009, στον οποίο απεικονίζονταν οικονομικά δεδομένα της εταιρίας, που όχι μόνο δεν καταδεικνύουν οικονομικό πρόβλημα, αλλά αντίθετα ευοίωνες προοπτικές, γ) την από 23.2.2009 επιστολή της αναιρεσιβλήτου Τράπεζας, με την οποία ανακοινώνει ότι η συνεργασία με τη ...
θεωρείται τόσο αξιόπιστη, ώστε τίθεται ως εγγύηση για την έκδοση ομολογιακού δανείου (με τη μέθοδο της τιτλοποίησης) με σκοπό την άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς χρηματαγορές, κάτι που σημαίνει αναπότρεπτα ότι, σε ανύποπτο χρόνο, η ίδια η αναιρεσίβλητος Τράπεζα αναγνώριζε τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητά μας και δ)τα από 29.7.2010 αποδεικτικά φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας της ..., από τα προκύπτει ότι -ακόμη και πολύ αργότερα σε σχέση με τον επίδικο χρόνο- η εταιρία παρέμενε φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερη, επομένως και συνεπής προς τις υποχρεώσεις της προς το Δημόσιο.
Και τέλος ότι η προσβαλλομένη στερείται εντελώς νόμιμης βάσης και αιτιολογιών, δεδομένου ότι δεν εξετάστηκε καν, ούτε αποδείχθηκε η οικεία ως άνω προϋπόθεση του άρθρου 939ΑΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν οι εξής παραδοχές: "Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτυρούν, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, των …98 και …99/14.2.2017 ένορκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον του συμβ/φου Γ.
Γ., που λαμβάνονται υπόψη καθόσον λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατόπιν κλήτευσης της αντιδίκου (βλ την ….7/8.2.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Α. Τ.) και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15.12.2005 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας- εφεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος εκκαλών- εναγόμενος (όπως επίσης πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής), η …7/12005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Με την ανωτέρω σύμβαση χορηγήθηκε πίστωση από την ενάγουσα προς την εταιρεία "..." μέχρι του ποσού των 550.000 ευρώ. Στην ανωτέρω σύμβαση συμβλήθηκε εγγράφως ως εγγυητής υπέρ της οφειλέτριας ο πρώτος εκκαλών- εναγόμενος, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος από την ένσταση δίζησης (όρος 16 της σύμβασης).
Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης ανοίχθηκε και λειτούργησε στην ενάγουσα ο ...464 λογαριασμός. Η πιστούχος εταιρεία, με την από 1.7.2010 επιστολή της προς την εφεσίβλητη- ενάγουσα, την οποία υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της- πρώτος εναγόμενος, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το πιστωτικό υπόλοιπο του προαναφερθέντος λογαριασμού, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 344.610,66 ευρώ.
Η εφεσίβλητη- ενάγουσα, στη συνέχεια, λόγω μη τήρησης των όρων της σύμβασης, κατήγγειλε τη σύμβαση στις 30.5.2011, δηλαδή σε ημερομηνία πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο, με τις από 27.9.2011 επιστολές της προς την πιστούχο εταιρεία και προς τον εγγυητή, που τους επιδόθηκαν στις 28.9.2011 και 11.10.2011, όπως αποδεικνύεται από τις 1386 και …7/28.9.2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Σ. και από την ….5/11.10.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ρ.. Κατά το οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού στις 30.5.2011, το κατάλοιπο του ανήλθε στο ποσό των 160.257,25 ευρώ και μεταφέρθηκε στον ...29 λογαριασμό της εφεσίβλητης- ενάγουσας. Ακολούθως, η εφεσίβλητη- ενάγουσα προέβη στην έκδοση της 14586/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του πρώτου εναγομένου, με την οποία επιτάσσεται να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, επιδόθηκε δε σε αυτόν στις 19.9.2012 (βλ.
την ..4/19.9.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Ρ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ήδη από τις αρχές του έτους 2009, η οφειλέτρια εταιρεία "..." είχε αρχίσει να καθυστερεί τις οφειλόμενες δόσεις, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της, το οποίο κατά το χρονικό διάστημα από 2.1.2009 έως 1.7.2010 κυμάνθηκε από το χαμηλότερο ποσό των 202.065,25 ευρώ (στις 16.3.2009) έως το υψηλότερο ποσό των 478.768,57 ευρώ (στις 15.4.2010).
Ο ισχυρισμός των εναγομένων κατά τον οποίο ο λογαριασμός ήταν, κατά το έτος 2009, πιστωτικός υπέρ της εταιρείας "...", για το λόγο ότι είχε η τελευταία αφενός μεν παραδώσει στην ενάγουσα ως ενέχυρο μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 264.615,74 ευρώ και αφετέρου ότι είχε καταβάλει στην ενάγουσα ως εγγύηση/"κάλυμμα" μετρητά χρήματα, συνολικού ποσού 42.823,65, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την απλή αντιπαραβολή του αντιγράφου της κίνησης λογαριασμού για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, με την καρτέλα λογαριασμού 0/52.05.01 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.12.2009, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, προκύπτει ότι όλες οι μεταχρονολογημένες επιταγές έχουν υπολογισθεί ως πιστώσεις εκ μέρους της "..." και υπέρ αυτής, πλην όμως το υπόλοιπο παρέμενε χρεωστικό σε βάρος της τελευταίας.
Επιπλέον, τα μετρητά χρήματα, που δόθηκαν ως εγγύηση/"κάλυμμα", αφορούσαν σε άλλο λογαριασμό και όχι στον αλληλόχρεο, όπως προκύπτει από την καρτέλα λογαριασμού 0/38.03.011 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 29.9.2009, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, ενώ η "..." ήταν αρχικά μια υγιής επιχείρηση, εντούτοις από το έτος 2009 και έκτοτε άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα.
Ενδεικτικά, ενώ το έτος 2008 τα καθαρά κέρδη της ανέρχονταν στις 95.479,89 ευρώ, το επόμενο έτος κατήλθαν στις 12.188,31 ευρώ, με βάση τον προσκομιζόμενο ισολογισμό της χρήσης του έτους 2009. Εξάλλου, η οικονομική δυσπραγία της "..." κατά το έτος 2009, αποτυπώνεται εναργώς και στην κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, που προσκόμισε η ενάγουσα, από την οποία διαπιστώνεται η συνεχής αύξηση των χρεώσεων σε βάρος της εταιρείας, ιδίως από το Μάρτιο 2009 και έπειτα.
Ενόψει των οικονομικών της προβλημάτων, η εν λόγω εταιρεία, κατόπιν αίτησης που κατέθεσε η ίδια, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 1577/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με ημερομηνία παύσης πληρωμών τις 28.12.2010. Στην πτώχευση αυτή αναγγέλθηκε η ενάγουσα, χωρίς να έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι εργασίες της πτώχευσης.
Με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η οφειλέτρια "..." ήδη από το έτος 2009 δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας- δανείστριάς της και ότι ο εγγυητής της πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, τελούσε σε άμεση και πραγματική γνώση των χρεών και της οικονομικής δυσπραγίας αυτής.
Ενώ ο πιο πάνω αλληλόχρεος λογαριασμός βρισκόταν σε χρήση, παρουσιάζοντας χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, ο πρώτος των εναγομένων- εγγυητής προχώρησε στις ακόλουθες μεταβιβάσεις των ακινήτων του: Στις 28.9.2009, δηλαδή σε χρόνο πριν το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, με το …8/28.9.2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν.
Γ.- Ψ., που νόμιμα μεταγράφηκε, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον δεύτερο εναγόμενο- εγγονό του το δικαίωμα κυριότητας μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) με κτηματολογικό αριθμό …/Ε8 του Ε' ορόφου πάνω από το ισόγειο, επιφάνειας 53,12 τ.μ., επιφάνειας εξωστών 9,10 τ.μ., όγκου ιδιόκτητων χώρων 157,84 κ.
μ., αναλογίας όγκου κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας 92,62 κ.μ., δηλαδή συνολικού όγκου ιδιόκτητου και κοινόχρηστων χώρων 250,46 κ.μ. και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 11,11/000 εξ αδιαιρέτου, ψήφους στη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών 11,11 επί συνόλου χιλίων 1000, με εδαφική αναλογία στο οικόπεδο 12,235 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου. Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται σε πολυκατοικία, με κτηματολογικά στοιχεία 1/4Π, κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου …, εντός του με αριθμό …. οικοδομικού τετραγώνου που περιβάλλεται από τις οδούς …. και … και ειδικότερα επί της οδού …., στην οποία φέρει τον αριθμό ….5Π, έχει δε επιφάνεια το οικόπεδο αυτό 1.101,15 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά 59,20 μέτρων, ανατολικά με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά 18,60 μέτρων, νότια με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά 59,20 μέτρων και δυτικά με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά 18,60 μέτρων. Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, ο πρώτος εναγόμενος παρακράτησε υπέρ αυτού και της συζύγου του το δικαίωμα οίκησης εφ' όρου ζωής επί του ανωτέρω ακινήτου.
Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 34.421,76 ευρώ. Περαιτέρω, στις 6.10.2009, δηλαδή σε χρόνο πριν το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, με το …01/6.10.2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν. Γ.- Ψ., το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στην τρίτη εναγομένη- εγγονή του το δικαίωμα κυριότητας του με στοιχεία Γ-3 διαμερίσματος του τρίτου (Γ) ορόφου πάνω από το ισόγειο, το οποίο έχει πρόσοψη επί της οδού ….
και αποτελείται από δύο (2) κοιτώνες, λίβινγκ-ρούμ, κουζίνα, λουτρό, οφίς και ημιυπαίθριο χώρο, έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 87 τ.μ., ιδιόκτητο όγκο261 κ.μ., όγκο κοινοχρήστων 18,30 κ.μ., ήτοι συνολικό όγκο 279,30 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 45/1000, που αντιστοιχούν σε 26,10 τ.μ. εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, συμμετοχή στις δαπάνες κοινοκτήτων κατοικιών και υπογείου 40/1000, στις δαπάνες του ανελκυστήρα 65 χιλιοστών και έχει ψήφους 45 επί συνόλου χιλίων (1000) και συνορεύει βόρεια με το Γ-2 διαμέρισμα του ίδιου ορόφου, βεράντα και πέραν αυτής με την οδό ..., νότια με πλατύσκαλο ορόφου, φρέαρ ανελκυστήρα και βεράντα προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ανατολικά με όμορη ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών και δυτικά με το Γ-2 διαμέρισμα του ίδιου ορόφου, φρέαρ ανελκυστήρα και κεντρικό κλιμακοστάσιο.
Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται σε πολυκατοικία κτισμένη σε οικόπεδο που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ..., εντός του με αριθμό … οικοδομικού τετραγώνου και επί της διασταύρωσης των οδών …. αρ… και ... αρ…. Το οικόπεδο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η πολυκατοικία έχει έκταση 580 τ.μ., φαίνεται με τα στοιχεία Α Β Γ Δ Ε Ζ Α στο από Μαΐου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Μ. και συνορεύει βόρεια με την οδό ... αρ. … επί πλευράς Α Β, μήκους 27,20 μ., νότια επί πλευράς Δ Γ, μήκους 27,46 μ., με όμορη ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Δ Ε Ζ Α (Δ Ε =-5,60 μ. + Ε Ζ = 1,25 μ. + Α Ζ = 15,35 μ.), συνολικού μήκους 22,20, με όμορες ιδιοκτησίες αγνώστων ιδιοκτητών και δυτικά επί πλευράς Β Γ, μήκους 21,46 μ, με την οδό ...
αρ. ... Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, ο πρώτος εναγόμενος παρακράτησε υπέρ αυτού και της συζύγου του το δικαίωμα οίκησης εφ' όρου ζωής επί του εν λόγω ακινήτου. Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 98.196,37 ευρώ. Στις ανωτέρω απαλλοτριώσεις ο πρώτος εναγόμενος προέβη με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα τράπεζα, ματαιώνοντας την δια της αναγκαστικής εκτέλεσης ικανοποίηση της απαίτησής της, η οποία άλλωστε έως τη συζήτηση της αγωγής, παρέμενε στο σύνολο της ανεξόφλητη.
Ο ισχυρισμός δε του τελευταίου κατά τον οποίο δεν είχε πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα της ενάγουσας, διότι οι μεταβιβάσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν από ηθικό καθήκον και κοινωνική ευπρέπεια προς τα εγγόνια του, καθώς ο μεν δεύτερος εναγόμενος- εγγονός του είχε μόλις ολοκληρώσει την στρατιωτική του θητεία, η δε τρίτη εναγομένη- εγγονή του ήταν έγκυος, ενώ ως απόδειξη δε των ειλικρινών του κινήτρων επικαλείται τη με πρωτοβουλία του εξάλειψη των προσημειώσεων, που βάρυναν τα ακίνητα αυτά, πριν τη μεταβίβασή τους πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας των ένδικων απαλλοτριώσεων δεν αναιρείται από την τυχόν επιδίωξη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και άλλων σκοπών, όπως η εκπλήρωση ηθικής του υποχρέωσης έναντι των εγγονών του (ΑΠ 207/2007, ΑΠ 1796/2006).
Επίσης, ο ισχυρισμός του εγγυητή- πρώτου εναγόμενου σύμφωνα με τον αν είχε πρόθεση να βλάψει την αξίωση της ενάγουσας θα προχωρούσε στη μεταβίβαση προς τους,λοιπούς εναγομένους ενός άλλου ακινήτου, που είχε στην κυριότητά του, επί της οδού … αρ…., στον ... και στο οποίο είχε την έδρα της η οφειλέτρια "...", η δε αντικειμενική του αξία ανερχόταν στο ποσό του 1.280.000 ευρώ.
Εντούτοις, με το ….3/27.1.2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν. Γ. - Ψ., το ακίνητο αυτό πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από τον εγγυητή- πρώτο εναγόμενο στην οφειλέτρια "...", έναντι τιμήματος 595.000 ευρώ και στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε από την τελευταία στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", έναντι τιμήματος 1.000.000 ευρώ, με το …4/9.2.2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας αυτοτελούς ανεξάρτητης ιδιοκτησίας και σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Ν.- Ε.
Γ.. Περαιτέρω, η αγορά του ακινήτου αυτού από την οφειλέτρια, στην οποία, όπως αναφέρθηκε, πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν ο πρώτος εναγόμενος, αποφασίστηκε στις 26.10.2009, σύμφωνα με το 23/26.10.2009 πρακτικό έκτακτης συνέλευσης των μετόχων, δηλαδή σε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αφενός μεν υφίστατο η αξίωση της ενάγουσας και αφετέρου έλαβαν χώρα οι ανωτέρω απαλλοτριώσεις των διαμερισμάτων και έτσι ο εγγυητής αποξενώθηκε πλήρως της ακίνητης περιουσίας του, σε χρονικό διάστημα ενός μηνός, με αποτέλεσμα κατά την ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής, δηλαδή 26.7.2011, να στερείται παντελώς περιουσίας, με σκοπό να εμποδίσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του εκ του όρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη πραγματικά περιστατικά (έλλειψη της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης ως δανειστή του πρώτου αναιρεσείοντος, μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σε βάρος της ...) δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς.
Ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στην αποδεικτικό του πόρισμα, διότι από τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα είχε την ιδιότητα του δανειστή ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα καθώς και ότι η εταιρία ...
είχε οικονομικά προβλήματα το έτος 2009,αλλό τα προβλήματα ξεκίνησαν το έτος 2010, είναι αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στα έγγραφα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν όπως και στις ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν νομότυπα (ΑΠ 778/2015).
Ομοίως ο λόγος που περιέχεται στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου είναι αβάσιμος, αφού αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Επίσης αβάσιμος και συνακόλουθα απορριπτέος είναι και ο λόγος που περιέχεται στο τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου, αφού από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το δικαστήριο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος ως οφειλέτη της αναιρεσίβλητης και την οικονομική κατάσταση της εταιρίας ....
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 1,8,11 και 19 ΚΠολΔ.Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων δεν υπήρξε πρόθεση βλάβης των δανειστών, καθόσον ο πρώτος των αναιρεσειόντων διέθετε σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία που υπερέβαινε κατά πολύ της αξιώσεις της αναιρεσίβλητης(ακίνητο στο … αξίας 1280000 ευρώ και μαζί με τον εξοπλισμό 2000000ευρώ),αλλά το εφετείο εσφαλμένα έλαβε ως χρόνο για το κρίσιμο θέμα της πρόθεσης βλάβης το χρόνο άσκησης της αγωγής σε κάθε περίπτωση, αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, ούτε διερεύνησε τα κρίσιμα στοιχεία για τη συνδρομή του στοιχείου της "πρόθεσης βλάβης". Είναι χαρακτηριστικό ότι αγνοήθηκε πλήρως:
- ότι με το …3/27.1.2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβ/ φου Ν. Ψ. - Γ., ο πρώτος των αναιρεσειόντων -αρκετούς μήνες μετά από τις επίδικες μεταβιβάσεις στα εγγόνια του (δεύτερο και τρίτη από εμάς)- προέβη στην πώληση ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας του στην ίδια την εταιρία ..., και συγκεκριμένα το κτίριο της οδού …. αριθ. …. στον ..., στο οποίο η εταιρία αυτή στέγασε την επιχειρηματική δράστηριότητά της με βάση νόμιμα δικαιώματα χρηματοδοτικής μίσθωσης δυνάμει του …4/9.2.2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας της Συμβ/φου Ν. - Ε. Γ. - Χ. και στο οποίο (κτίριο) είχε εξαρχής εγκαταστήσει ιδιόκτητο πλούσιο εξοπλισμό.
Ότι, λίγες ημέρες πριν από τις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων, ο πρώτος των αναιρεσειόντων ήρε τις προσημειώσεις που βάρυναν τα επίδικα ακίνητα και είχαν εγγράφει υπέρ της ίδιας της αναιρεσιβλήτου ...), με τις 33826 και 33829/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, αφετέρου δε με τα σχετικά πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείο που προσκομίστηκαν. Επιπλέον αγνοήθηκε πλήρως το δίδαγμα κοινής πείρας ότι, αν ο πρώτος των αναιρεσειόντων ήθελε να ... "βλάψει" τους δανειστές του, όπως αβάσιμα και κακόπιστα ισχυρίστηκε η αναιρεσίβλητος, τότε θα μεταβίβαζε -"καταδολιευτικά"- το ακίνητο της οδού ... στα εγγόνια του, αφού άλλωστε το ακίνητο αυτό είχε πολλαπλάσια αξία από τα επίδικα διαμερίσματα στον …. Και φυσικά δεν θα φρόντιζε για την εξάλειψη των βαρών από τα επίδικα ακίνητα, αν δεν είχε το αγνό ενδιαφέρον να αποδώσει "καθαρά" τα ακίνητα στα εγγόνια του, για να αναπτύξουν τα δικά τους σχέδια και να τον ευγνωμονούν στο μέλλον .Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο:
(α) παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ.και, για το λόγο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
(β) δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες και, για το λόγο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
(γ) δεν δέχθηκε "πράγμα", και συγκεκριμένα τον προαναφερθέντα ισχυρισμό μας που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, για το λόγο αυτό, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
- Τέλος, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο της κρίσης του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού η κρίση του Δικαστηρίου στερείται παντελώς νόμιμης βάσης και αιτιολογιών, δεδομένου ότι δεν εξετάστηκε καν, ούτε αποδείχθηκε η οικεία ως άνω προϋπόθεση του άρθρου 939 ΑΚ.
Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει με σαφήνεια ότι το εφετείο ορθά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 939ΑΚ και ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προβάλλεται και απαράδεκτα, διότι οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ1 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη περί της ουσίας των πραγμάτων κρίση του εφετείου ως προς την πρόθεση βλάβης των δανειστών κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων στο πρόσωπο του πρώτου αυτών .Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο εκ του αριθ 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγος σχετικά με το θέμα αυτό, αφού το εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη πρόθεσης βλάβης των δανειστών στο πρόσωπο του πρώτου των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων των επίδικων ακινήτων, αφού δέχθηκε ότι τόσον οι μεταβιβάσεις των ακινήτων στα εγγόνια του όσον και η λήψη απόφασης πώλησης του ακινήτου στον … έγιναν από 28-9-2009 έως 26-10-2009 δηλ περίπου σε ένα μήνα και ενώ η εταιρία ...
αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα από το μήνα Μάρτιο του 2009 δηλ, ως χρόνο για την ύπαρξη της πρόθεσης βλάβης των δανειστών έλαβε το χρόνο της μεταβίβασης των επιδίκων ακινήτων, μη υπαρχούσης άλλης περιουσίας, αφού κατά τον ίδιο περίπου χρόνο είχε αποφασιστεί η μεταβίβαση του ακινήτου του … στην άνω εταιρία και μεταγενέστερα μεταβιβάστηκε σε τρίτους, έτσι ώστε να μην υπάρχει επαρκής περιουσία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Ομοίως ο λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 11ΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Τέλος, απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι ο λόγος εκ του αρ 8 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ,καθόσον τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη πραγματικά περιστατικά (έλλειψη πρόθεσης βλάβης των δανειστών στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος, ανυπαρξία οφειλής) δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς.
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998,ΑΠ661/2015)). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ 1 και 14 ΚΠοΛΔ ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτούς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του εφετείου ένσταση εκ του άρθρου 281ΑΚ ως αόριστης.
Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν τα εξής: "η ενέργεια αυτή της αντιδίκου δεν εξυπηρετεί την ικανοποίηση των αξιώσεων της. αλλά αντίθετα εκφεύγει από τα όρια της άσκησης του σχετικού δικαιώματος αφού "τιμωρεί" αδικαιολόγητα και πάνω από το προσήκον μέτρο την οικογένεια του εγγυητή, που είναι συνταξιούχος και ζει από τη σύνταξη του, και μόνο.
Άλλωστε, η τράπεζα μπορεί κάλλιστα να συμμετάσχει στη διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευσάσης εταιρίας ... και να λάβει ό, τι της αναλογεί από το προϊόν της συλλογικής διαδικασίας" Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν οι εξής παραδοχές: "Κατά την ΑΚ 281, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη ΑΚ281.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της. κατά στάσης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες -για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006). Στην υπόθεση που κρίνεται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, την επικουρικά ασκηθείσα με τις προτάσεις ένσταση καταχρηστικής άσκησης, ισχυριζόμενοι ότι η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης- ενάγουσας δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση της αξίωσής της, αλλά εκφεύγει των ορίων αυτού, αφού τιμωρεί αδικαιολόγητα και πάνω από το προσήκον μέτρο την οικογένεια του εγγυητή, ο οποίος είναι συνταξιούχος και ζει από τη σύνταξή του και μόνο, καθώς επίσης μπορεί να ικανοποιηθεί από την αναγγελία της στην πτωχευτική διαδικασία.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω ένσταση είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον οι εναγόμενοι αφενός μεν δεν εκθέτουν συγκεκριμένα και σαφή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία μπορεί να θεμελιωθεί καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και αφετέρου δεν επικαλούνται σε πιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία της πτώχευσης και αν αυτή έχει ολοκληρωθεί ούτε το μέγεθος της εναπομένουσας πτωχευτικής περιουσίας, ώστε να μπορεί να εξεταστεί η δυνατότητα ικανοποίησης ή μη της εφεσίβλητης- ενάγουσας.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει, ότι το εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 559 αρ1 και 14 ΚΠολΔ και οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Απορριπτομένης της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ 495ΚΠΟ\Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (άρθρ 176 και 183ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 2712/2017 απόφασης του Εφετείου Αθήνας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ