Supreme Court dismisses appeal against appealable interim measure decision regarding overdue compensation interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Airline Pension Fund against the Athens Court of Appeal's decision. The Court of Appeal had accepted the appeal filed by the Deposit and Loan Fund, which rejected the airline's claim for interest on overdue compensation. The Court ruled that this specific dispute does not constitute a security measure under the Code of Civil Procedure and is therefore appealable, making the Court of Appeal's acceptance of the appeal a procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 of Law 1144/1938; Art. 9 of Law 1468/1984; Art. 695 of the Code of Civil Procedure: Decisions on disputes regarding interest on overdue compensation for forced expropriation, not being security measures, are subject to appeal and cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1116 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1116/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου- Ασφαλιστικού οργανισμού με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια Σταυρούλα Μπανάκου, πάρεδρο του νομικού συμβουλίου του κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1992/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7686/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα υπ’ αριθμ.7686/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δεχθείσα την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί παρακατατεθέντος ποσού αποζημιώσεως εξ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, λόγω καθυστερημένης αποδόσεώς του στο υπέρ ου κατετέθη ενάγον.
Κατά το άρθρο 5 του α.ν. 1144/1938, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, άρθρον 109 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, "ο τόκος υπερημερίας πάσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων οφειλής, καθ’ ας περιπτώσεις οφείλεται τοιούτος, είναι ο αυτός με τον υπό του Δημοσίου εκάστοτε οφειλόμενον και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Κατά δε το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1468/1984, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωση και τροποποίησή του αντιστοίχως με τα άρθρα 63 του ν. 2214/1994 και 10 παρ. 2 του ν. 2526/1997, "Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.
Απαλλαγές, που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου, από το παράβολο για άσκηση ενδίκων μέσων, για την εισφορά υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων, για το δικαστικό ένσημο αντιγράφων και για τα δικαιώματα υπέρ των έμμισθων υποθηκοφυλάκων, ισχύουν και για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Για την είσπραξη των απαιτήσεών του και γενικά των εσόδων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων." Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχει επί αναγκαστικού πλειστηριασμού τα προνόμια κατάταξης του Δημοσίου των άρθρων 975 αριθ. 5, 977, 1007 του Κ. Πολ. Δικ. και του άρθρου 61 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/ 1974)".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, οριζόμενος εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Επίσης κατά το άρθρο 3 περ.
Α’ του π.δ της 30.12.1926/3.1.1927 "περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών και καταθέσεων παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων", "αι δικαστικοί παρακαταθήκαι είτε εις μετρητά είτε αυτούσιοι ουδένα αποφέρουσιν εκ του Ταμείου τόκον εις τον δικαιούχον, αποσκοπούσι δε την εξυπηρέτησιν υπαρχούσης ιδιωτικής διαφοράς και είναι ειδικώτερον οι εξής ενδεικτικώς αναφερόμεναι..." και κατά το άρθρο 18 του ιδίου π.δ/τος, "η απόδοσις των παρακαταθηκών ενεργείται παρά των Ταμείων...
άμα τη υποβολή της αιτήσεως ή το βραδύτερον εντός της επομένης εργασίμου ημέρας...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 19/20-11-1935 "περί προσθήκης διατάξεων τινών εις το Οργανισμόν του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" : "εις ας περιπτώσεις κατά νόμον ο οφειλέτης προς απαλλαγήν των υποχρεώσεών του ενεργεί δικαστικήν παρακαταθήκην της οφειλής του, το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, εφ’ όσον δεν αρθή κατά τρόπον νόμιμον το εν των προσώπω του πιστωτού κώλυμα και εν γένει η περί του προσώπου του πιστωτού αμφιβολία, εναγόμενον δεν υποχρεούται εις πληρωμήν τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μολονότι επί των δικαστικών παρακαταθηκών δεν οφείλει τόκους, μπορεί, παρά ταύτα να καταδικασθεί στην καταβολή τόκων υπερημερίας, εάν αρνηθεί την απόδοση κατατεθείσης αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα δικαιούχο, ως προς το πρόσωπο του οποίου δεν υπάρχει αμφιβολία.
Για την έναρξη όμως της υποχρεώσεώς του προς καταβολή τόκων, ενόψει του προειρημένου χαρακτήρος του ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δικαιούχου αλλά απαιτείται να γίνει επίδοση της σχετικής αγωγής, η οποία και μόνο, ως διαδικαστική πράξη συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπροθέσμων χρεών του (Α.Π. 1005/2011, 1346/2003).
Οι διατάξεις, με τις οποίες περιορίζεται η υποχρέωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων περί καταβολής τόκων υπερημερίας για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα, στην περίπτωση της παρακαταθέσεως αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση, δεν αντιβαίνουν στα άρθρα 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, και 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, και δεν καθιστούν την αποζημίωση μη πλήρη, εφόσον ο δικαιούχος εξακολουθεί να λαμβάνει ολόκληρο το ποσό, που αντιστοιχεί στην αξία της ιδιοκτησίας του, όπως αυτό προσδιορίσθηκε δικαστικώς κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, κατά την οποία η πληρότητα της αποζημιώσεως κρίνεται με βάση την αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως για προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εξάλλου οι διατάξεις αυτές εισάγουν επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που υπαγορεύεται από λόγους γενικωτέρου κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία της περιουσίας αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, ώστε αυτά να είναι σε θέση να εκπληρώνουν απροσκόπτως τους σκοπούς των, οι οποίοι, προκειμένου περί του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, συνίστανται μεταξύ άλλων στην δανειοδότηση νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, φιλανθρωπικών και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανισμών, στην χορήγηση στεγαστικών δανείων για πρώτη κατοικία σε δημοσίους υπαλλήλους και γενικώτερα σε υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στην λειτουργία του ως θησαυροφυλακίου και στη φύλαξη κάθε είδους χρηματικής ή άλλης παρακαταθήκης (Ολ.
Α.Π. 3/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το ήδη αναιρεσείον, με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατατέθηκε δημοσίως εκ μέρους του υποχρέου, αποζημίωση ύψους 5.062.794 ευρώ, λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτου ιδιοκτησίας του και ότι την 27-10-2011 εζήτησε την απόδοση του ανωτέρω χρηματικού ποσού, προσκομίζοντας δικαστική απόφαση περί αναγνωρίσεως αυτού (ενάγοντος) ως δικαιούχου, όμως το αναιρεσίβλητο του απέδωσε το ποσό τούτο την 20-2-2012.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλλει τόκους υπερημερίας επί του ανωτέρω χρηματικού ποσού, για το από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως έως της αποδόσεώς του χρονικό διάστημα, ανερχομένους στο ποσό των 137.531,94 ευρώ, άλλως δε και επικουρικώς, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατά την κύρια βάση της, με την αιτιολογία ότι οι διατάξεις περί τοκοφορίας από την επίδοση της αγωγής αντιβαίνουν στα άρθρα 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, έκρινε αντιθέτως με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι δηλαδή οι ρυθμίσεις των άρθρων 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 και 5 του α.ν. 1144/1938 δεν αντιβαίνουν στις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α.
και ως εκ τούτου τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής, με αποτέλεσμα, ελλείψει επιδόσεως αγωγής, να μην οφείλονται οι αιτούμενοι τόκοι υπερημερίας. Έτσι απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, αλλά και κατά την πρωτοδίκως μη εξετασθείσα επικουρική τοιαύτη, αφού οι προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 ν.δ. 496/1974 και 5 α.ν. 1144/1938 συνιστούν νόμιμη αιτία του πλουτισμού του εναγομένου-εκκαλούντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 ν.δ. 496/1974 και 5 α.ν. 1144/1938 και οι περί αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι οι διατάξεις αυτές δεν ετύγχανον εν προκειμένω εφαρμογής αφ’ ενός μεν διότι κατίσχυε αυτών η πράγματι εφαρμοστέα και επίσης παραβιασθείσα, λόγω μη εφαρμογής της, ειδικότερη διάταξη του άρθρου 18 του από 30/12-1926 π. δ/τος, η οποία, σημειωτέον, αναφερόμενη στο σύνολο των χρηματικών αυτουσίων παρακαταθηκών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ειδική διάταξη έναντι των γενικότερων διατάξεων που ορίζουν το χρόνο έναρξης της υπερημερίας των ν.π.δ.δ. αφ’ ετέρου δε διότι οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι δεν όφειλε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 ν.δ. 496/1974 και 5 α.ν. 1144/1938, τους αιτούμενους με την αγωγή τόκους υπερημερίας, μολονότι στην πρωτόδικη δίκη δεν είχε προτείνει τον ισχυρισμό αυτό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η επίκληση του νόμω αβασίμου της αγωγής, υποκειμένου στην αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, δεν συνιστά προβολή "πράγματος" υπό την διαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, ώστε να στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια.
Επίσης, πλημμέλεια από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το αναιρεσίβλητο, μολονότι έχει την μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αποτελεί στην ουσία κανονικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, όπως όλες οι τράπεζες και συνεπώς δεν δικαιολογείται ο δεκτός γενόμενος περιορισμός της υποχρεώσεως του προς καταβολή τόκων υπερημερίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ρηθείσα έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά άρνηση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εφαρμοσθεισών από το Εφετείο διατάξεων των άρθρων 7 παρ.2 ν.δ. 496/1974 και 5 α.ν. 1144/1938.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου. Εκ τούτου παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής εννόμου προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.
ΑΠ 44/1990). Επομένως ο πέμπτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στην ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν την απόρριψη της κύριας και της επικουρικής βάσης της αγωγής, είναι απαράδεκτος, αφού και οι δύο βάσεις της αγωγής απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες.
Κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" : "Κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο δικαιούχο του ποσού που κατατέθηκε λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 και επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 695 του Κ.Πολ.Δ.: "Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι επί διαφορών, που δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704 έως 738 ΚΠολΔ, ούτε μέτρα ρυθμιστικά καταστάσεως εξομοιούμενα προς αυτά, η με διάταξη νόμου και για λόγους συνδεομένους με την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, θεσπιζομένη εκδίκασή τους κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν εμπεριέχει, εφόσον δεν ορίζεται ειδικώς το αντίθετο, και παραπομπή στο άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο θεσπίζεται αποκλεισμός των ενδίκων μέσων μόνο για αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως αυτών.
Επομένως οι αποφάσεις, που εκδίδονται επί των διαφορών αυτών και τις τέμνουν οριστικώς, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στο νόμο που προβλέπει την εκδίκασή τους, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπόκεινται στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως. Η διαφορά μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δικαιούχου της αποζημιώσεως περί αποδόσεως στον τελευταίο του κατατεθέντος ποσού αυτής δεν αφορά ασφαλιστικό ή άλλο μέτρο, εξομοιούμενο προς αυτό, και κατά συνέπεια, η κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη επ’ αυτής απόφαση, που την επιλύει οριστικώς και δεν μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμισθεί, υπόκειται στα ανωτέρω ένδικα μέσα (Α.Π. 1716/1998).
Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης εκδοθείσης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών επί διαφοράς μεταξύ αυτού και αναιρεσείοντος περί την επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί του παρακατεθέντος ποσού αποζημιώσεως εξ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., της παρά το νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου της ασκηθείσης εφέσεως και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως, σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και 9 του ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με άρθρο 63 ν. 2214/1994 και 10 του ν. 2526/1997 (σχ. Α.Π. 820/2008), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2014 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7686/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ