Legislator Case Law & Legislation
1116/2012 AI generated

1116/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1116/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2008 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 12-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2538/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2011 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1116/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κάτω την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομική σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διάφορος. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1116/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Δαμοράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Μπουρίκα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις, 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις, 3. Της εδρεύουσας στην Αθήνα Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριου Γαλάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2008 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 12-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2538/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 2-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και δεύτερου λόγου και την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΑΠ (ολ) 24/1997). Είναι δε διάφορο το ζήτημα ότι στη συζήτηση του ενδίκου μέσου που άσκησε ένας εκ των αναγκαστικών ομοδίκων είναι απαραίτητη η κλήτευση των υπολοίπων ομοδίκων, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2006). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δευτέρου και τρίτης εκ των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων εστρέφετο η έφεση είναι απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα (Α. Σ.) δεν επικαλείται και ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι περιέχονται σε αυτή δυσμενείς για την αναιρεσείουσα και επωφελείς για τους ως άνω αναιρεσίβλητους διατάξεις ή αιτιολογίες.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της το περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 177/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνεπεία έλλειψης αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη στο αναιρετήριο αιτίαση σχετικά με το λόγο αυτό αφορά την υπό του δικάσαντος Εφετείου ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αφού αναφέρεται στην πρόθεση της αναιρεσείουσας και οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου για αναστροφή επί της οδού σε σημείο που απαγορεύεται, κατόπιν ακινητοποιήσεως του, και τη θέση του οδοστρώματος που βρέθηκε από (ΙΧΕ) αμέσως μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμο αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτό, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του ως άνω άρθρου και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την μαρτυρική κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος και συνεπιβάτου της αναιρεσείουσας στο ΙΧΕ ζημιογόνο αυτοκίνητο Ι. Κ., ο οποίος αναφέρεται στο λόγο μειώσεως της ταχύτητας του οχήματος, που επέβαινε, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και την ως άνω μαρτυρική κατάθεση και την απέρριψε, αφού δέχθηκε ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα και οδηγός του ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματος της προκειμένου να κάνει, επί τόπου, αναστροφή σε σημείο της οδού που απαγορεύεται και όχι διότι το προπορευόμενο αυτής όχημα ανέκοψε αιφνιδιαστικά την ταχύτητά του. Επομένως ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις γ" την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κάτω την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομική σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διάφορος. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικό (έλλειψη αιτιολογίας), ή στον τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλο τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξά τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως οπό την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης στον πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, στον η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3943/2010 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "... Περί ώρα 0.6.45'της 6-8-2006 ο Χ. Σ., οδηγώντας (χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης) της ... ανασφάλιστη, δίκυκλη, μάρκας Piaggio, μοτοσυκλέττα του εκινείτο με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος της λεωφόρου Ποσειδώνος, Στο ύψος της συμβολής με την οδό Ελευθερίας, η Α.

Σ. που οδηγούσε το ασφαλισμένο στην ΑΑΕ "ALLIANZ" ΙΧΕ μάρκας Τουότα Yaris, ..., απότομα και απροειδοποίητα τροχοπέδησε απότομα. Όπως δε κατέθεσαν ο μάρτυρας Χ. Μ., που εκινείτο με το αυτοκίνητο του 10 περίπου μέτρα πίσω απ' τη μοτ/τα του Σ. και οι ενόρκως βεβαιώσαντες, που εκινοϋντο με το αυτοκίνητο του Σ. Π. - Ν., υπ' αυτού οδηγούμενο και βρισκόμενο σε ομόρροπη (όπως και ο Μ.) κίνηση με τη μοτ/τα του Σ.

και πίσω (περίπου στα 30 μέτρα) από αυτήν (στη μεσαία λωρίδα, ενώ ο Σ. με τη μοτ/τα του εκινείτο στην αρ. λωρίδα, ως άνω), η Σ. ακινητοποίησε το όχημα της για να κάνει αναστροφή, αν και τούτο απαγορεύεται στο συγκεκριμένο σημείο. Ο Σ. που ακολουθούσε σε απόσταση 5μ. προσπάθησε να αποφύγει το αυτ/το της Σ., αλλά τελικώς επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της Σ..

Σε αλκοτέστ που έγινε η περιεκτικότητα αλκοόλ της Α. Σ. μεν ήταν 0,81/λίτρο αίματος, ενώ του Σ. μηδενική. Η μοτ/τα μετά την πρόσκρουση της στο εν λόγω αυτοκίνητο εκτράπηκε δεξιά και, συρθείσα στο οδόστρωμα, ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο της Λ. Ποσειδώνος, μετά από απόσταση 10,50μ, ο δε μοτοσυκλετηστής (οδηγός αυτής), ανατραπείς, επέπεσε στο οδόστρωμα και σύρθηκε μαζί με τη μοτ/τα του.

Βάσει των παραδοχών αυτών η σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών και δη σε ποσοστό 70% για την Α. Σ., που επέδειξε την προπεριγραφείσα απερίσκεπτη και αντιοδηγική συμπεριφορά της και σε μεγάλο βαθμό, ως άνω, διακύβευσε την ασφάλεια και ομαλή ροή της τροχαίας κυκλοφορίας, ενώ όφειλε να αποφύγει την εν λόγω παραβατικότητα και να οδηγεί συνετά, έχοντας τεταμένη στην οδήγηση την προσοχή της, όπως αρμόζει και επιβάλλεται στο καθημερινό οδηγό, με τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή.

Εξετέρου, η συνευθύνη του Σ., ανερχόμενη σε ποσοστό 30%, έγκειται στο ότι όφειλε να τηρεί απόσταση ασφαλείας μεγαλύτερη (από αυτήν που τηρούσε) των πέντε (5) μέτρων, οπότε σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε ο αποφευκτικός ελιγμός που ενήργησε, ως άνω, να αποβεί τελεσφόρος, μη τελούντος σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα του γεγονότος ότι δεν είχε άδεια οδήγησης ...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρία αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από την ανωτέρω συμπεριφορά των στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του οδηγού της υπ' αριθ. ...

δίκυκλη μοτοσυκλέτα. Το Εφετείο επίσης διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες για το ότι συνυπαίτια της ανωτέρω σύγκρουσης είναι η οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία με τις ως άνω παραδοχές και ιδίως ότι αυτή από αμέλεια δημιούργησε τον κίνδυνο επί του οδοστρώματος της ως άνω οδού με την αιφνιδιαστική τροχοπέδηση προκειμένου να επιχειρήσει αναστροφή, καθώς και ο οδηγός της ανωτέρω δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο ως άνω ΙΧΕ της αναιρεσείουσας.

H αναφορά, διηγηματικώς, ότι στο αίμα της οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου ανιχνεύθηκε αλκοόλ δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά της, η οποία προσδιορίζεται στην αιφνίδια τροχοπέδηση με σκοπό να επιχειρήσει, επί τόπου, αναστροφή και δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαπιστωθείσας, κατόπιν αιμοληψίας, περιεκτικότητας αλκοόλ στο αίμα της ανωτέρω οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-7-2011 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3943/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ