Legislator Case Law & Legislation
1116/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on car damage value, ruling lower court correctly awarded full value with scrap offset.

Case Number 1116/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three plaintiffs against the Court of Kerkira's judgment regarding a traffic accident. The plaintiffs argued the lower court failed to consider a document proving their car's value and ignored a claim for scrap metal offset. The court ruled the appeal inadmissible because the plaintiffs did not substantiate their claims and the lower court correctly awarded the full vehicle value while allowing the scrap offset as a condition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are not substantiated and the lower court's decision on the core issue of the claim's value is not shown to be erroneous.

Keywords

AI generated
traffic accident damages vehicle value assessment scrap metal offset inadmissible appeal substantiation of claims

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1116/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/6/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 7/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και κατά πρόταση του Εισηγητού, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο η από 4/6/2006 αίτηση αναίρεσης κατά της 33/2006 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ούτε οι παραδοχές του Εφετείου αναφορικά και με το πιο κάτω αναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα ούτε σε τι συνίσταται η προβαλλομένη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ εκτίθενται στο αναιρετήριο, αλλά υπό την προσχηματική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με το ζήτημα του ύψους της επιδικασθείσας στον ενάγοντα - νυν πρώτο των αναιρεσειόντων αποζημίωση, που αντιστοιχεί στην αξία του, εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καταστραφέντος αυτοκινήτου αυτού.

ΙΙ.- Με τον τρίτο, κατά το ένα μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση για μη λήψη υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου, το οποίο ήταν χρήσιμο, προς απόδειξη του ύψους της αξίας του, εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καταστραφέντος αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος και της εντεύθεν επιδικαστέας σ' αυτόν αποζημιώσεως και συγκεκριμένα του, με επίκληση, προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα αυτόν δελτίου διασάφησης του εισαχθέντος από τη ...

αυτοκινήτου του, καθώς επίσης και της κατάθεσης του, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντος, μάρτυρος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το ως άνω φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο (δελτίο διασάφησης), δεδομένου μάλιστα, ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται και ειδική μνεία, ως προς το έγγραφο αυτό, ενώ, από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ουδείς μάρτυρας εξετάσθηκε ενώπιον αυτού.

Εξάλλου, με τον ίδιο (τρίτο) κατά το άλλο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην αυτήν ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη την, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπάρχουσα (σιωπηρή) ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου, η οποία (ομολογία), κατά τη γνώμη του, συνάγεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος - νυν αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε ανταποδεικτικά κανένα αποδεικτικό στοιχείο, σχετικά με το ως άνω ζήτημα.

Ο κατά το μέρος αυτό λόγος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση, ενώπιον του Εφετείου, της, κατά την άποψή του, υπάρχουσας ομολογίας, όπως απαιτείται για το ορισμένο του προκείμενου λόγου, όταν η αιτίαση αφορά ειδικώς τη μη λήψη υπόψη ομολογίας (ΑΠ 566/1989, ΑΠ 1322/1990) είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού ότι συνάγεται σιωπηρή ομολογία, από την παράλειψη απάντησης του εναγομένου ή από τη μη προσκόμιση ανταποδεικτικά αποδεικτικού στοιχείου, δεν συνιστά την παράβαση του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1464/1997).

ΙΙΙ.- Προϋπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου), είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος-λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου. Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αυτός αναφέρεται στην εκτίμηση, από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου του εγγράφου, προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται το κείμενο του εγγράφου και να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο είναι το αποδοθέν από το δικαστήριο περιεχόμενο, στο κείμενο του εγγράφου, εξ αιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης. Με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το επικαλεσθέν και προσκομισθέν από τους αναιρεσείοντες έγγραφο και ειδικώτερα το δελτίο της διασάφησης εισαγωγής του εισαχθέντος από τη ...

και καταστραφέντος, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αυτοκινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως, επίσης, ουδόλως προσδιορίζεται ποιο περιεχόμενο αποδόθηκε από το δικαστήριο στο κείμενο του εγγράφου του είναι διαφορετικό από το αληθινό, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα.

IV.- Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα, "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει, αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή, ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.

ΑΠ 6/2009).

Με τον πέμπτο, κατά το αναιρετήριο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 25 του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), για την επιμέτρηση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, εκ του ότι, το επιδικασθέν, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στους αναιρεσείοντες, ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα της καταστροφής του αυτοκινήτου του πρώτου και του τραυματισμού των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, είναι υπέρμετρα χαμηλό, σε σχέση με το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσό και δυσανάλογο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, με τη ζημία, την οποία υπέστησαν. Σύμφωνα, όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στην σκέψη που προηγήθηκε, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V.- Σε περίπτωση που ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση, για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του, την επελθούσα εξ αιτίας τροχαίου ατυχήματος, δικαιούται είτε να υπολογίσει, στο δικόγραφο της αγωγής του, την αξία των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου και να αφαιρέσει αυτήν από το συνολικό ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης, είτε να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, στη συνολική της έκταση και να αποδώσει στον υπόχρεο εναγόμενο τα υπολείμματα.

Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την απόδοση σ' αυτόν αυτουσίων των υπολειμμάτων, διότι αυτά αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ζημιωθέντος-ενάγοντος. Δικαιούται, όμως, να υποβάλει ένσταση (συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους), με αίτημα τον περιορισμό της αιτούμενης, από τον ενάγοντα, αποζημίωσης, κατά την αξία των υπολειμμάτων (άρθρο 262 ΚΠολΔ).

Εάν ο ενάγων έχει υποβάλει αίτημα παράδοσης των υπολειμμάτων στον εναγόμενο, τότε το δικαστήριο δύναται να υποχρεώσει τον εναγόμενο στην καταβολή της συνολικής αξίας του αυτοκινήτου, υπό τον όρο παράδοσης σ' αυτόν των υπολειμμάτων. Εάν ο ενάγων έχει αφαιρέσει ήδη εκ των προτέρων, στο δικόγραφο της αγωγής του, την αξία των υπολειμμάτων από το αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης, για την καταστροφή του αυτοκινήτου του, ή εάν ο εναγόμενος έχει υποβάλει ένσταση, περί συνυπολογισμού, στην αιτούμενη αποζημίωση, της αξίας των υπολειμμάτων, (την οποία πρέπει να προσδιορίζει ακριβώς), τότε το δικαστήριο δύναται να αφαιρέσει από τη συνολική αξία του καταστραφέντος αυτοκινήτου, την αξία των υπολειμμάτων και να επιδικάσει το απομένον υπόλοιπο.

Με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της ένστασης του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου υποχρέου προς αποζημίωση, για την απόδοση σ' αυτόν των υπολειμμάτων του καταστραφέντος αυτοκινήτου, καθόσον, παρότι ο ενάγων-κύριος του αυτοκινήτου, νυν πρώτος των αναιρεσειόντων, τον οποίον αφορά ο λόγος αυτός, είχε ήδη αφαιρέσει, στο δικόγραφο της αγωγής του, την αξία των υπολειμμάτων, του καταστραφέντος αυτοκινήτου του και ζητούσε την επιδίκαση της απομένουσας, μετά την αφαίρεση, αξίας αυτού, εν τούτοις το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ως παραδεκτή και νόμιμη την ένσταση του εναγομένου-νυν αναιρεσιβλήτου, περί απόδοσης σ' αυτόν των υπολειμμάτων, έκανε δεκτή αυτή κατ' ουσία και υποχρέωσε τον τελευταίο στην καταβολή στον ενάγοντα της συνολικής αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου, με τον όρο απόδοσης σ' αυτόν των υπολειμμάτων.

Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτο κρίση του, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού-νυν αναιρεσιβλήτου, ότι, εξ αιτίας της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο του ενάγοντα-νυν πρώτου των αναιρεσιβλήτων υπέστη εκτεταμένες ζημίες, ώστε να θεωρείται ότι υπέστη ολική καταστροφή, από οικονομική άποψη και ότι η εμπορική αξία αυτού, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ανερχόταν σε 13.000 €.

Περαιτέρω, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της από τον πρώτο αναιρεσείοντα επικαλουμένης ένστασης του εναγομένου, δέχθηκε τα εξής: "Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, μετά την προβολή από τον εναγόμενο ένστασης για απόδοση των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου του, σε περίπτωση που του επιδικαστεί ολική αποζημίωση- για την απόδοση των οποίων δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της αξίας κατ' είδος αυτών, αλλιώς (επικουρικώς) συμψηφισμού της αξίας των υπολειμμάτων από 10.000 ευρώ, με αφαίρεση του ποσού αυτής από την επιδικαστέα αποζημίωση (βλ.

πρακτικά και από 20-9-2004 προτάσεις τους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), ο ενάγων δήλωσε ότι "προσφέρει τα υπολείμματα του αυτοκινήτου του, εφόσον προσφερθεί από το Δικαστήριο ολόκληρη η αξία του αυτοκινήτου".

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις παραδοχές που έχουν εκτεθεί στην πρώτη σκέψη, μετά την άνω δήλωση του ενάγοντος, δεν έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση η οποία υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ- στο οποίο περιλαμβάνεται η αποζημίωση (ολική) για την αξία του αυτοκινήτου του που καταστράφηκε, χωρίς να γίνεται αναφορά για αξία των υπολειμμάτων και αφαίρεση αυτής, με τον όρο ταυτόχρονης απόδοσης στον τελευταίο των υπολειμμάτων του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ". Ενόψει των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Εφετείο έκανε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση του εναγομένου - νυν αναιρεσιβλήτου, για απόδοση σ' αυτόν των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου, ενώ, σύμφωνα με το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, την δήλωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, την υποβληθείσα υπ' αυτού ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και καταχωρηθείσα στα πρακτικά της συνεδρίασης αυτού και στις προτάσεις του, ότι προσφέρει τα υπολείμματα του αυτοκινήτου του, εφόσον του επιδικαστεί ολόκληρη η αποζημίωση η οποία και του επιδικάστηκε. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

VI.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.6.2006 αίτηση των ... κλπ, για αναίρεση της 33/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ