Legislator Case Law & Legislation
1116/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and misrepresentation of evidence grounds.

Case Number 1116/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellant argued for abuse of right and misrepresentation of a specific document, but the court found these claims unsupported by facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559 nos. 8, 11, 17, 20 C.P.C.: The right to appeal is barred if exercised abusively without good faith or social justification; vague grounds for appeal are inadmissible; misrepresentation of a document requires a diagnostic reading error, not a mere evaluation mistake, which is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle misrepresentation of evidence diagnostic reading error appellate review scope legal costs award inadmissible appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559 no. 8 C.P.C.
Art. 559 no. 11 C.P.C.
Art. 559 no. 17 C.P.C.
Art. 559 no. 20 C.P.C.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1116/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΟΥ, ΞΗΡΑΣ, ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΕΡΟΣ" (Α.Ο.Ο.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1, 2. ψ2 και 3. ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κροκίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5909/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1676/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 12-10-2006 αίτησή του και με τους από 18-2-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 24-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και το από 18-2-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1676/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ (Ολ.Α.Π. 7/2002, 8/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της εναντίον τους διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ, ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΕΡΟΣ" (ΑΟΟΑ), δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ'αριθμ. ..... πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος αποφασίσθηκε η στεγαστική εξυπηρέτηση του, τότε στρατηγού, Γ1, με την, χωρίς κλήρωση, παραχώρηση σ' αυτόν, κατά νομή, χρήση και κάρπωση του υπό στοιχείο .... άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου της κυριότητας του ενάγοντος, εκτάσεως 602,37 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παπάγου Αθηνών, στο υπ' αριθμ....

και επί των οδών....και .... αριθ. .... Το οικόπεδο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 1600 στρεμμάτων, κειμένης στην Αθήνα, η οποία περιήλθε κατά κυριότητα στον ενάγοντα Οργανισμό από την περιουσία του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, δυνάμει της υπ' αριθμ.13/1951 απόφασης του Πολεμικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 17 του Α.Ν.1563/1950, κυρώθηκε με το Ν.2113/1952 και δημοσιεύθηκε στο 200/7-8-1951 ΦΕΚ (τ.Α'), και η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, ως τίτλος ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Ο ανωτέρω Γ1, ο οποίος κατά την παραχώρηση του επιδίκου οικοπέδου δεν κατέβαλε τίμημα γι' αυτό, αλλά έλαβε οικοδομικό δάνειο από τον ενάγοντα (ΑΟΟΑ), ανήγειρε επ' αυτού, βάσει της υπ' αριθμ. .....οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του ενάγοντος, κατοικία, αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 27 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 170 τ.μ.

και πρώτο όροφο εμβαδού 110 τ.μ. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ.477/1975 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο Γ1 καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και σε πρόσκαιρη κάθειρξη 10 ετών και πενταετή αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για στάση, λόγω δε της καταδίκης του για τις πράξεις αυτές εκδόθηκε το από 5-6-1976 Π.Δ/μα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 275/16-6-1976, τεύχος Γ', με το οποίο διαγράφηκε από Στέλεχος των Εφέδρων Αξιωματικών, εν τέλει δε αυτός αποβίωσε στις 19-10-1996, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μοναδική κληρονόμο και θυγατέρα του ..... .Η τελευταία με σχετική δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .....

έκθεση αποποίησης, αποποιήθηκε την κληρονομία του πατέρα της, στην οποία υπεισήλθαν τα τέκνα αυτής ψ1, ψ2 και ψ3, δηλαδή οι εναγόμενοι, οι οποίοι με την υπ' αριθμ. ...... πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Μανούσου Μπολιώνη, αποδέχθηκαν την ως άνω, επαχθείσα σ' αυτούς, κληρονομία του εκ μητρός πάππου τους Γ1, ο καθένας κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος, αν και όφειλε, αμέσως μετά την απώλεια από τον Γ1, κατά το έτος 1976, του παραχωρηθέντος σ' αυτόν δικαιώματος νομής, χρήσης και κάρπωσης κατοικίας επί του επιδίκου οικοπέδου, λόγω της προηγηθείσης στέρησης του βαθμού του αξιωματικού, να εκδώσει διαπιστωτική περί τούτου πράξη, η εκτέλεση της οποίας θα λάμβανε χώρα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.5 του Α.Ν.1563/1950, οπότε ο ανωτέρω απωλέσας το δικαίωμα δανειολήπτης θα εδικαιούτο στην ανάληψη των μέχρι τότε καταβληθεισών εισφορών, δεν προέβη στην έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης και στην περαιτέρω εκτέλεσή της, ώστε να αποδοθεί στον ενάγοντα το επίδικο ακίνητό του, μολονότι με την υπ' αριθμ. 944/1978 απόφαση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς το οποίο εισήχθη σχετικό ερώτημα, έγινε ρητή υπόμνηση της υποχρέωσης αυτής του ενάγοντος.

Απεναντίας ο ενάγων συνέχισε να εισπράττει τις εξοφλητικές δόσεις τόσο από τον ίδιο το δανειολήπτη, όσο και από τους κληρονόμους αυτού, οι οποίοι, γνωρίζοντας και αποδεχόμενοι ότι η κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου εξακολουθούσε να ανήκει στον ενάγοντα, από τον οποίο ουδέποτε ξέφυγε, συνέχισαν ακωλύτως να χρησιμοποιούν και να καρπούνται την κατοικία τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από εκείνον, μέχρι μεν το θάνατο του Γ1 (έτος 1996) με την ιδιοκατοίκησή της, έκτοτε δε εκμισθώνοντας αυτήν σε τρίτους.

Μάλιστα ο ενάγων, ο οποίος τελούσε σε πλήρη γνώση της εκ μέρους των ανωτέρω συνεχούς και αδιάλειπτης χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου του, χορήγησε στους εναγομένους την από 19-11-2001 βεβαίωση, με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Γ1 εξόφλησε όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι του ΑΟΟΑ. Και είναι μεν αληθές, ότι ο ενάγων άσκησε την από 14-4-1977 κύρια παρέμβαση κατά τη δίκη που είχε ανοιχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την από 10-3-1977 διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου αγωγή του .....

κατά του Γ1, πλην όμως με την παρέμβασή του αυτή εζητείτο μόνο η αναγνώριση της κυριότητάς του, η οποία πράγματι και του ανήκει. Η επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα επιδειχθείσα αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση των προαναφερθέντων δικαιωμάτων του, σε συνδυασμό με την εκτεθείσα συμπεριφορά του έναντι του Γ1 και των κληρονόμων αυτού, δημιούργησε στους τελευταίους την εύλογη πεποίθηση ότι ο αντίδικός τους (ενάγων) δεν πρόκειται να ασκήσει κατ' αυτών το δικαίωμά του και να ζητήσει από αυτούς την απόδοση του επιδίκου ακινήτου του.

Έτσι, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τούτου, με την οποία επιδιώκεται η ανατροπή της δημιουργηθείσης και διατηρηθείσης επί μακρό χρόνο κατάστασης, που συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των καρπουμένων το επίδικο ακίνητο εναγομένων, καθίσταται μη ανεκτή τόσο κατά την καλή πίστη, δηλαδή την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα, εντιμότητα και αξιοπιστία ανάμεσα στα συναλλασσόμενα μέρη, όσο και κατά τα χρηστά ήθη, δηλαδή τις περί ηθικής αντιλήψεις του χρηστού και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως εκ τούτου δε είναι καταχρηστική και απαγορευμένη.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο και ακολούθως απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση του τελευταίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επίσης το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 β, 2, 3, 5 και 11 παρ.1 του Α.Ν. 1563/1950 " Περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος", όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.Δ. 4584/1966 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 5 παρ.1 και 6 του Ν.Δ. 89/1973 (ΦΕΚ Α 160),οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, σε σχέση με τη διαληφθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων, αφού οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν, πλην άλλων, την απώλεια του δικαιώματος απόκτησης κατοικίας, που παραχωρήθηκε από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό (ΑΟΟΑ) σε δικαιούχο εν ενεργεία αξιωματικό, με παραχώρηση παρέχουσα στον τελευταίο πλήρη δικαιώματα νομής, χρήσης και κάρπωσης της κατοικίας, εξαιτίας στέρησης του βαθμού του δικαιούχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ.1400/1973, δεν αποκλείουν την καταχρηστική άσκηση από μέρους του ΑΟΟΑ του δικαιώματός του για διεκδίκηση της κατοικίας που ανήκει στην κυριότητά του.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα περί βασιμότητας της παραπάνω ένστασης των αναιρεσιβλήτων εναγομένων διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος, μέρος πρώτο, τρίτος, τέταρτος, μέρος πρώτο και τέταρτο, πέμπτος, μέρος πρώτο και τέταρτο, έκτος, ένατος, μέρος πρώτο, δέκατος και ενδέκατος, μέρος πρώτο και τέταρτο, λόγοι του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και των ειδικών νόμων που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά, με τη μη έκδοση από το Δ.Σ. του αναιρεσείοντος διαπιστωτικής πράξης σχετικής με την απώλεια, κατά το έτος 1976, από τον Γ1 του παραχωρηθέντος δικαιώματος νομής, χρήσης και κάρπωσης του επιδίκου ακινήτου, με τη συνέχιση είσπραξης από μέρους του αναιρεσείοντος των δόσεων του δανείου από το δανειολήπτη και τους κληρονόμους αυτού και με τη γνώση του αναιρεσείοντος ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν συνεχώς τη χρήση και κάρπωση του επιδίκου ακινήτου του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος , η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πιο πάνω πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. -ΕΠΕΙΔΗ, ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα το θεμελιωτικό της ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης το ενδίκου δικαιώματος ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων "περί μη επιστροφής από τον ΑΟΟΑ των καταβεβλημένων από το δικαιοπάροχό τους δανειολήπτη μηνιαίων εισφορών" είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 10, 11 και 19 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί δέχθηκε ότι " οι εναγόμενοι συνέχισαν ακωλύτως να χρησιμοποιούν και να καρπούνται την κατοικία τους, χωρίς ποτέ να οχληθούν από εκείνον, μέχρι μεν το θάνατο του Γ1 (έτος 1996) με την ιδιοκατοίκησή της, έκτοτε δε εκμισθώνοντας αυτήν σε τρίτους και ότι ο ενάγων, που τελούσε σε πλήρη γνώση της εκ μέρους των ανωτέρω συνεχούς και αδιάλειπτης χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου του, συνέχισε να εισπράττει τις εξοφλητικές δόσεις του δανείου τόσο από τον ίδιο το δανειολήπτη, όσο και από τους κληρονόμους του", ενώ ούτε χρήματα καταβλήθηκαν, ούτε γνώριζε ο ενάγων το θάνατο του Γ1 και την εκμίσθωση της κατοικίας από τους εναγόμενους κληρονόμους του.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

-ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566παρ.1 και 577 παρ,3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, μέρος δεύτερο και τρίτο, πέμπτο, μέρος δεύτερο και τρίτο, ένατο, μέρος δεύτερο, και ενδέκατο, μέρος δεύτερο και τρίτο, λόγους αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11, και 17 του ΚΠολΔ.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σ' αυτούς περιστατικά που πληρούν το πραγματικό οποιουδήποτε από τους λόγους αυτούς και ειδικότερα, ως προς τις αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν προσδιορίζει ποιά ήταν τα "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο και ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ως προς τις αιτιάσεις από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αναφέρει ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε, δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο εκείνο, και ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ποιές είναι οι αντιφατικές διατάξεις που περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ ΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του, προβαίνει δηλαδή σε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και εξαιτίας αυτής καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 19-11-2001 βεβαίωσης που χορήγησε ο ίδιος στους αναιρεσιβλήτους εναγομένους, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι με αυτήν βεβαιώνεται ότι ο Γ1 εξόφλησε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι του ΑΟΟΑ, ενώ τις δόσεις χρημάτων που αυτός πλήρωσε, τις κατέβαλε σε εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσής του από την από 3-11-1970 σύμβαση δανείου, με την οποία του είχε χορηγηθεί κατά την παραχώρηση του επιδίκου ακινήτου δάνειο ποσού 400.000 δραχμών, εξοφλητέο σε είκοσι χρόνια.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2006 αίτηση και τους από 18-2-2008 πρόσθετους λόγους του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ, ΘΑΛΑΣΣΗΣ, ΑΕΡΟΣ" (ΑΟΟΑ) για αναίρεση της υπ' αριθμ 1676/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ