1116/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Γαβρά), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1116/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α΄ του Κώδικα αυτού. Για δε την αμοιβή της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής της απαιτήσεως αυτής σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίον παρασχέθηκε η επί μέρους αυτή εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
Full text
Απόφαση 1116 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1116/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Γαβρά), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ....., 2) ....., 3) ..... και 4) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Αδάμη.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1420/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7161/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, "αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά...". Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ίδιου Κώδικα και 1 της υπ΄ αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Έτσι μισθός υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.
α΄ του Κώδικα αυτού. Για δε την αμοιβή της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής της απαιτήσεως αυτής σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίον παρασχέθηκε η επί μέρους αυτή εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των πιο πάνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμός της ημέρας καταβολής του, που είναι επακριβώς με βάση τους ορισμούς του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, δηλαδή σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, λόγω μη υπάρξεως υπερημερίας του οφειλέτη εξαιτίας ελλείψεως υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του ως προς την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (Ολ.ΑΠ 39-40/2002 Ελλ.Δικ. 44, 118).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η., που διαλαμβάνεται στην από 4.10.1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την υπ΄ αριθ. 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στο Φ.Ε.Κ. Β΄ 1274/25-10-1973, κυρώθηκε αναδρομικώς με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, "επί απασχολήσεως του προσωπικού υπέρ τας κεκανονισμένας ώρας εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής της εργασίας ή κατά την νύκτα, τούτο δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής, βάσει της κειμένης νομοθεσίας.
Εξάλλου, με την υπ΄ αριθ. 121167/258 της 26/29-1-1981 Κ.Υ.Α., που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β΄ 52/29-1-1981, επεκτάθηκε η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας στο προσωπικό της Δ.Ε.Η., που αρχίζει από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή (παρ. 1) και ορίστηκαν, εκτός άλλων, και ότι αφενός εξαιρείται από την εν λόγω ρύθμιση το προσωπικό των αναφερόμενων οργανικών κλιμακίων ή θέσεων απασχολήσεως (παρ. 2), στο οποίο, όμως, προσωπικό δεν ανήκουν οι αναιρεσείοντες, και αφετέρου κατά την ημέρα της αναπαύσεως ο εργαζόμενος οφείλει να απασχοληθεί αν κληθεί από την υπηρεσία, λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης, η οποία δεν μπορεί να αναβληθεί, οπότε του χορηγείται άλλη ημέρα αναπαύσεως καθοριζόμενη από την υπηρεσία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα εντός της προσεχούς εβδομάδας, ενώ το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας (εξαιρέσιμη) και δεν καταβάλλονται στους απασχολούμενος κατά την ημέρα αυτήν οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία προσαυξήσεις (παρ. 4 στοιχ.
β΄ και γ΄). Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του β.δ. 748/1966, οι διατάξεις για υποχρεωτική ανάπαυση κατά ημέρα Κυριακή και ημέρες αργίας δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών που απασχολούνται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υπηρεσίες και εργασίες εν γένει παραγωγής, μετασχηματισμού και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος φωταερίου, ατμού ή ατομικής ενέργειας.
Έτσι επιτρέπεται κατά τις εν λόγω ημέρες η εργασία των μισθωτών των αμέσως πιο πάνω εργοδοτών και επομένως επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές και η εργασία των μισθωτών της Δ.Ε.Η., η οποία όμως υποχρεούται να καταβάλλει στο προσωπικό της, που παρέχει την εργασία του κατά τις εν λόγω ημέρες, χωρίς να του έχει χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως, κατά τα πιο πάνω (με βάση το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της) συμπληρωματική αμοιβή με βάση την κείμενη νομοθεσία, η αμοιβή δε αυτή στηρίζεται ευθέως στην προαναφερόμενη διάταξη του εν λόγω Κανονισμού, που έχει ισχύ νόμου και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 επ.
ΑΚ), αφού η με την προαναφερόμενη διάταξη του ως άνω Κανονισμού γινόμενη παραπομπή στην κείμενη νομοθεσία αφορά, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποκλειστικά και μόνο τον τρόπο κατά τον οποίο θα υπολογίζεται η παραπάνω συμπληρωματική αμοιβή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Η. (ο πρώτος στις 10-10-1976, ο δεύτερος στις 30-10-1980, ο τρίτος την 1-11-1988 και ο τέταρτος πολύ πριν από το έτος 1997) είχαν νομίμως απασχοληθεί στην επιχείρηση της τελευταίας (αναιρεσίβλητης), πέραν του νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου τους και τις περαιτέρω αναφερόμενες ημέρες Σαββάτου και Κυριακής επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, χωρίς όμως να χορηγηθεί σ΄αυτούς αντίστοιχη ημέρα αναπαύσεως και χωρίς να τους καταβληθεί η προβλεπόμενη για την εργασία τους αυτή συμπληρωματική αμοιβή, πλην της προσαυξήσεως 75% για την εργασία τους κατά τις Κυριακές, που τους καταβλήθηκε κανονικά, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι για την προαναφερόμενη εργασία που παρείχαν οι αναιρεσείοντες κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές αυτοί δικαιούνταν να λάβουν συνολικά α) ο πρώτος το ποσό των 18.138,74 ευρώ, β) ο δεύτερος το ποσό των 9.854,64 ευρώ, γ) ο τρίτος το ποσό των 12.100,07 ευρώ και δ) ο τέταρτος το ποσό των 16.464,95 ευρώ, χρηματικά ποσά τα οποία και τους επιδίκασε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση, δεδομένου ότι δέχτηκε τελικά περαιτέρω ότι για τα εν λόγω χρηματικά ποσά οφείλονταν νόμιμοι τόκοι μόνο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και όχι από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίον κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, όπως ζητείτο με την εν λόγω αγωγή, ενόψει του ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι σχετικές ένδικες αξιώσεις στηρίζονταν στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τα παραπάνω και με βάση τις παραδοχές του, οι ένδικες κύριες αξιώσεις των αναιρεσειόντων που έγιναν δεκτές αποτελούσαν μισθό και ως εκ τούτου γι΄ αυτές υπήρχε δήλη ημέρα καταβολής, δηλαδή εκείνη του τέλους κάθε μήνα στον οποίον έγινε απαιτητή κάθε επί μέρους ένδικη αξίωση και έκτοτε γινόταν εκάστοτε η αναιρεσίβλητη υπερήμερη ως προς την καταβολή του σχετικού χρηματικού χρέους, με αποτέλεσμα να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄αριθ. 7161/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ