Legislator Case Law & Legislation
1116/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company, remands case and orders partial restitution of paid damages.

Case Number 1116/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's judgment, finding the claim for maintenance support had expired due to the two-year limitation period. While the claim for maintenance was time-barred, the court recognized that the plaintiff had voluntarily executed the judgment by paying a portion of the awarded damages. Consequently, the court ordered the plaintiff to return the specific amount paid to the insurance company with interest, remanded the case for further proceedings, and awarded legal costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10 para. 2 of Law 489/1976; Art. 241 of the Civil Code; Art. 268 of the Civil Code; Art. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The limitation period for insurance claims runs from the day after the accident regardless of knowledge, but voluntary execution of a judgment bars the claim for the executed portion while permitting restitution of that specific amount.

Keywords

AI generated
insurance claim limitation voluntary execution restitution maintenance support claim Civil Code limitation period Code of Civil Procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 10 para. 2 of Law 489/1976
Art. 241 of the Civil Code
Art. 268 of the Civil Code
Art. 261 of the Civil Code
Art. 221 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
470/2001
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
126/2004
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
353/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1116/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ – VICTORIA A.A.E. ΖΗΜΙΩΝ», μετονομασθείσας σε «VICTORIA A.A.E. ΖΗΜΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 489/22-9-99 και 638/18-11-99 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της, με την οποία ζητεί επίσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 «το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής».

Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις η άνω διετής παραγραφή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (άρθρο 241 ΑΚ), χωρίς να έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας του ο ζημιωθείς, αφορά όλες τις ζημίες του παθόντος, επελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες που δεν είναι εκ των προτέρων δυνατή η πρόβλεψή τους και ισχύουν επ' αυτής οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (άρθρ. 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 επ.).

Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α΄ ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α΄ ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην παραπάνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή, κατά την οποία «κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή», εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω προκλήσεως παράνομης ζημίας από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλισθεί η ευθύνη των από το νόμο οριζόμενων προσώπων για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτον, επέρχεται κατ' αρχήν επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε εικοσαετή, που αρχίζει από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη, στη μέχρι τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Και τούτο γιατί η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως συμβαίνει με την αξίωση επιδίκασης διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενέστερου χρόνου, η για την οποία παραγραφή, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, άρχισε την επομένη ημέρα του ατυχήματος (βλ.

ΟλΑΠ 23/1994, 38/1996, 24/2003). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται όταν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ενώ κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου αρ. 19, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι οι ένδικες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης υπέκυψαν στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 353/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας επιδικάστηκε αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της ενάγουσας, την οποία δικαιούταν να α-παιτήσει η τελευταία από το σύζυγο της, θύμα του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, για το αναφερόμενο στην εν λόγω απόφαση, από 1-3-1998 έως 31-12-1998, χρονικό διάστημα.

Η ως άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, εφ' όσον παρήλθε τριετία από τη δημοσίευση της, η οποία έγινε την 27-8-1998, όπως προκύπτει από το παραδεκτά οψιγενώς προσαγόμενο πιστοποιητικό μη ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκων μέσων με αριθμ. πρωτ. ..... της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καρδίτσας .... Επομένως, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για αποζημίωση της, λόγω στέρησης διατροφής, για το αναφερόμενο στην υπό κρίση αγωγή μεταγενέστερο, από 1-9-1999 έως 31-12-2004, χρονικό διάστημα, δεν υπόκειται στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.489/1976, όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, αλλά στη γενική εικοσαετή παραγραφή.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την υπ' αριθμ. 489/1999 κυρία αγωγή όσον αφορά την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και στη συνέχεια και την υπ' αριθμ. 638/1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της τελευταίας, αφού δέχθηκε ότι η αξίωση της ενάγουσας, η οποία δεν αποτελεί περιοδική παροχή, υπέπεσε στη διετή παραγραφή του αρθρ. 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ως προς αυτήν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με το σχετικό μοναδικό λόγο της κρινομένης εφέσεως της.».

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και απόρριψη της άνω ένστασης της αναιρεσείουσας έκαμε δεκτή και κατ' αυτής την περί αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής αγωγή της αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 268 ΑΚ. Και τούτο γιατί, αφού ως προκύπτει από την ένδικη αγωγή και δέχθηκε το Εφετείο το αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο θανατώθηκε ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης, έλαβε χώρα την 1.10.1996, η δε με αριθμό 353/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής εκ μέρους του θανόντος συζύγου της, μέχρι 31.12.1998, δημοσιεύθηκε στις 27.8.1998, κατέστη δε τελεσίδικη, λόγω μη επίδοσής της, μετά πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 518 παρ. 2, 321 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι την 28.8.2001, η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη και κατά της αναιρεσείουσας αξίωση της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση διατροφής για το διάστημα από 1.9.1999 μέχρι 31.12.2004, υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, δεδομένου ότι από της επομένης του άνω ατυχήματος και μέχρι την επίδοση της εν λόγω αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 13.10.1999, διέδραμε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας.

Ούτε επιμηκύνθηκε η βραχυχρόνια αυτή παραγραφή σε εικοσαετή αφού η σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης υπέκυψε στην εν λόγω παραγραφή πριν από την τελεσιδικία της 353/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγου της κρινόμενης αίτησης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Σύμφωνα με τ' ανωτέρω το με το αναιρετήριο υποβαλλόμενο αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση με υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να επιστρέψει σ' αυτή το ποσό των 7.964,52 ευρώ το οποίο της κατέβαλε σε εξόφληση των κονδυλίων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής (4-5-2004) άλλως από της δημοσιεύσεως της παρούσας, ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμο, πλην του αιτήματος του περί τόκων των καταβληθέντων το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της παρούσας, μετά την οποία καθίσταται κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερη η αναιρεσίβλητη. Από την προσκομιζόμενη από 4-5-2004 εξοφλητική απόδειξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.527,32 ευρώ. Επομένως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό κατ' ουσίαν το άνω αίτημα κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, την 126/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα επτά χιλιάδες πεντακόσια είκοσι επτά ευρώ και τριακόσια δύο λεπτά (7.527,32) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ