Legislator Case Law & Legislation
1115/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer loan judgment, rejecting bad faith claim and consumer protection violation. The court ruled that the appellant's knowledge of repayment difficulties does not constitute bad faith. The court held that the appellant's knowledge of repayment difficulties does not constitute bad faith. The court held that the appellant's knowledge of repayment difficulties does not constitute bad faith.

Case Number 1115/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding their consumer loans. The appellants argued that the banks acted in bad faith by lending despite knowing the borrowers could not repay, violating consumer protection principles. The court rejected this, ruling that the appellant's subjective knowledge of their financial inability to repay is sufficient to establish bad faith without requiring proof of the bank's failure to conduct credit checks.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 § 1 final para. of n. 3869/2010; Art. 300 of the Code of Civil Procedure: The court established that the appellant's subjective knowledge of their inability to repay constitutes bad faith, rendering the bank's failure to conduct credit checks irrelevant.

Keywords

AI generated
consumer loan bad faith subjective knowledge of insolvency consumer protection principles creditworthiness assessment supreme court appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 § 1 final para. of n. 3869/2010
Art. 300 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 sec. e. of the Code of Civil Procedure
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 of n. 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1115 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1115/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούσουλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Της προσθέτως, υπέρ της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas" που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-3-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 74/2013 και 75/2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11807/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2021 αίτησή τους, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 10-7-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, το 1ο των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 24-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8892/27-5-2021) αίτηση αναίρεσης, β) η από 10-7-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. 42/16-7-2024) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas".

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολιπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την δικάσιμο αυτή.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε παρών και η συζήτηση χωρεί νόμιμα και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του. Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 26/2023, ΑΠ173/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 2-12-2022. Κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-9-2024), η μεν δεύτερη αναιρεσίβλητη "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αντώνιο Παναγούλη, ενώ η τρίτη και η τέταρτη των αναιρεσίβλητων, ήτοι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" και η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ως διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Όμως, από τις με αριθμό ...-2021 και ...-2021, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Ζ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 24-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ.11807/2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 2-12-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις ως άνω τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-9-2024 η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, ούτε κατέθεσαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων, δεδομένου ότι η μεν δεύτερη παρέστη κατά την αρχική δικάσιμο, ενώ για τις λοιπές η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ.

γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 24-5-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. 8892/27-5-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ`αριθμ.11807/14-12-2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με άρθρα 739 επ.

ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Tράπεζα ΑΕ". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025,ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος, δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1886/2013).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 παρ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλαδή με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 του ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1736/2017).

Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78ΚΠολΔ. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης"(ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019). Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ.

γ`του ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιριών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος(ΟλΑΠ 1/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", με το από 10-7-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-7-2024 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στους αναιρεσείοντες και τους αναιρεσίβλητους (βλ.

τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα α) με αριθμ. ...,...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Μ. β) τις υπ'αριθμ. ...,..., ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π. Γ. ), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (δεύτερης αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον, ενόψει του ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTINITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η τελευταία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από τη τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ...-2020 (στον τόμο ...

και με αριθμό ...), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTINITY COMPANY" ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στη προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18-6-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 11807/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, που είναι σύζυγοι, με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών αιτήσεις τους και συγκεκριμένα με την από 19-3-2013 (αριθμ.

καταθ. 74/2013) αίτηση ο πρώτος και την από 19-03-2013 (αριθμ. καταθ. 75/2013) αίτηση η δεύτερη, απευθυνόμενοι κατά του πρώτου, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ο πρώτος και κατά του πρώτου και δεύτερης των ήδη αναιρεσίβλητων η δεύτερη, ζήτησαν για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές, ρύθμιση των χρεών τους με την υπαγωγή τους στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, της οποίας είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσαν.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις με την υπ'αριθμ.245/2017 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε αυτές ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με την από 12-9-2018 (αριθμ. καταθ. 2289/34/2018) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 11807/2020 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε η ήδη τέταρτη των αναιρεσίβλητων, δίκασε ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε κατ'ουσίαν τις αιτήσεις.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης των αιτήσεων, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).

Ακολούθως, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ448/2022, ΑΠ 59/2021).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ1071/2024,ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 6 (ή 559 αριθμός 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 693/2024,ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

Εξάλλου, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και προκειμένου για απόφαση ειρηνοδικείου από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023,ΑΠ 295/2022, ΑΠ 140/2022, 887/2019)

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1776/2024, ΑΠ 853/2024,ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 11807/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: ".... Οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι (Ι.

Σ. του Γ. και Κ. Κ. του Π.)-ήδη αναιρεσείοντες, είναι τέως σύζυγοι, ηλικίας σήμερα 59 ετών ο αιτών και 58 ετών η αιτούσα. Από το γάμο τους αυτό έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ήδη ενήλικα, τον Α., που εργάζεται περιστασιακά και την Ν., η οποία είναι φοιτήτρια στο τμήμα Δασολογίας του Α.Π.Θ....Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά το καλοκαίρι του έτους 2018 και έκτοτε η αιτούσα διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα, συνολικού εμβαδού 43,60 τ.μ.

επί της οδού ... καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό των 320 ευρώ μηνιαίως. Ο πρώτος αιτών εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στο τμήμα Διοικητικού του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ και λάμβανε το έτος 2013, χρόνος κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους, ύψους 1.050 ευρώ περίπου.

Σήμερα, πλέον, έχει συνταξιοδοτηθεί λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη ποσού 920 ευρώ. Ακολούθως, όπως αποδείχθηκε, ο αιτών ήδη από το έτος 2005 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας καθώς διαγνώσθηκε από non - Hodgkin λέμφωμα του τύπου της χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας, (σε ανοσοκαταστολή) με Θρομβοπενία - επεισόδια ρινορραγίας, υποβλήθηκε δε σε 6 κύκλους χημειοθεραπείας, ενώ τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει έντονη ψυχωτική κατάθλιψη, και πλέον το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε ποσοστό 68%, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Ι.Κ.Α.

Εν συνεχεία, η αιτούσα Κ. Κ. εργάζεται ως προϊστάμενη νοσηλεύτρια στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ και λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους, 1.522,87 ευρώ. Η ίδια, επίσης, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς τον Οκτώβριο του έτους 2009 διαγνώσθηκε με CA τραχήλου της μήτρας, σταδίου 111 Β, με συνοδές επιπλοκές, υδρονέφρωση αριστερά, μεταφύτευση ουρητήρα και ακτινολογική εντερίτιδα και το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε ποσοστό 67%.

όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Ι.Κ.Α.

Περαιτέρω, στους αιτούντες ανήκει κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μια διώροφη κατοικία - μονοκατοικία, συνολικού εμβαδού κυρίων χώρων 213,89 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 30 τ.μ., η οποία έχει ανεγερθεί σε ενιαίο αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 4.983 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Δεμερτζή της δημοτικής κοινότητας Βασιλικών της ομώνυμης δημοτικής ενότητας του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης, προήλθε δε από συνένωση μικρότερων αυτοτελών και διαιρετών τμημάτων, ήτοι α)...

β) .... γ) ..., δ).., ε)... στ) .... ζ) ..Η διώροφη αυτή κατοικία αποτελούσε την κύρια κατοικία της οικογένειας των εφεσιβλήτων της οποίας ζητείται η εξαίρεση από την ρευστοποίηση για την αποπληρωμή των χρεών τους. Οι αιτούντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος.... Η αντικειμενική αξία των ακινήτων αυτών ανέρχεται στο ποσό των 100.208 ευρώ.

Επίσης, ο πρώτος αϊτών τυγχάνει κύριος ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου.... και η δεύτερη αιτούσα τυγχάνει κυρία ενός Ι.Χ.Ε. ...Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν οι αιτούντες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση της από 28-3- 2013 αίτησης του πρώτου αιτούντος και της από 20-12-2013 αίτησης της δεύτερης αιτούσας, αυτοί (αιτούντες) ανέλαβαν τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες, σημειωτέον, θεωρούνται ληξιπρόθεσμες από την υποβολή της οικείας αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης αυτής, εκτός από τα κάτωθι αναφερόμενα δάνεια που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ.3 Ν..3869/2010).

Συγκεκριμένα, οι εκκαλούντες οφείλουν, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις οφειλών των τραπεζών : Α) ο πρώτος αιτών Ι. Σ. 1) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 51.678,17 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης β' τάξης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος και από δύο επισκευαστικά δάνεια ποσού 5.670,05 ευρώ και 7.127,93 ευρώ έκαστο, 2) στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 1.437,52 ευρώ, 3) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 75.187,75 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης α' τάξης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος και από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 24.999,52 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης γ' τάξης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος και από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου όλα σε ένα το συνολικό ποσό των 2.715,87 ευρώ. Β) η δεύτερη αιτούσα, Κ.

Κ., 1) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 51.678,17 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης β' τάξης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας και από δύο επισκευαστικά δάνεια ποσού 5.697,65 ευρώ και 8.060.48 ευρώ έκαστο, 2) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 75.187,75 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης α' τάξης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος και από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το συνολικό ποσό των 24.999,52 ευρώ, η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και, συγκεκριμένα, με προσημείωση υποθήκης γ' τάξης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας και από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση δανείου όλα σε ένα το συνολικό ποσό των 2.715.87 ευρώ... ...Η συνολική δηλαδή οφειλή του πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων ανερχόταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης στο ποσό των 168.816.81 ευρώ και 165.777,94 ευρώ, αντίστοιχα.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα το συνολικό ετήσιο εισόδημα των εφεσιβλήτων ανερχόταν : 1) για το οικονομικό έτος 2004 στο συνολικό ποσό των ([14.473,73 + 17.485,83 =] 31.959,56 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 2.663,29 ευρώ περίπου μηνιαίως, 2) για το οικονομικό έτος 2005 στο συνολικό ποσό των ([15.844,85 + 19.130,55 =] 34.975,4 ευρώ) το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 2.914,61 ευρώ περίπου μηνιαίως, 3) ομοίως και για το οικονομικό έτος 2006, 4) για το οικονομικό έτος 2007 στο συνολικό ποσό των ([17.617,21 + 23.3 24,67 =] 40.941,8 8 ευρώ) το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 3.411.82 ευρώ) περίπου μηνιαίως,5) για το οικονομικό έτος 2008 στο συνολικό ποσό των ([19.785,19 + 22.045,19 =] 41.830,38 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 3.485,86 ευρώ περίπου μηνιαίως, 6) για το οικονομικό έτος 2009 στο συνολικό ποσό των ([20.762.37 + 23.767.34 =] 44.529,71 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 3.710,80 ευρώ περίπου μηνιαίως, 7) ομοίως και για το οικονομικό έτος 2010, 8) για το οικονομικό έτος 2011 στο συνολικό ποσό των ([18.392.30 + 20.840.03 =] 39.232,33 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 3.269,36 ευρώ περίπου μηνιαίως, 9) για το οικονομικό έτος 2012 στο συνολικό ποσό των ([16.437,04 + 19.993.5 =] 36.430,54 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 3.035,87 ευρώ περίπου μηνιαίως, 10) για το οικονομικό έτος 2013 στο συνολικό ποσό των ([13.690,64 + 21.384,54] 35.075,18 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 2.922,93 ευρώ περίπου μηνιαίως, 11) για το οικονομικό έτος 2014 στο συνολικό ποσό των ([13.316,11 + 21.964.69=35280,8 ευρώ το συνολικό εισόδημά τους, ήτοι 2.940.06 ευρώ περίπου μηνιαίως.

Οι ανωτέρω δανειακές υποχρεώσεις και δη από το εκκαλούν αναλήφθηκαν από τους εκκαλούντες κατά την περίοδο 2003 έως 2008, όταν και τα μηνιαία οικογενειακά τους εισοδήματα κυμαίνονταν μεταξύ των 2.600,00 και 3.400,00 ευρώ κατά μέσο όρο (σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δηλωθέντα εισοδήματα τους), οι δε εύλογες δαπάνες διαβίωσης τους (έξοδα διατροφής, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, - σημειωτέον ότι το πρόβλημα υγείας του πρώτου αιτούντος εκδηλώθηκε το 2005, μετακινήσεων, ψυχαγωγίας κ.λπ.) ήταν αυξημένες λόγω και της ύπαρξης δύο ανήλικων τότε τέκνων και ανέρχονταν, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων τους όσο και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης τους (2013), τουλάχιστον στο ποσό των 1.800,00 ευρώ μηνιαίως.

Αφαιρουμένου δε του ποσού αυτού από το συνολικό τους μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα (που κατά μέσο όρο την περίοδο εκείνη κυμαίνονταν στο ποσό των 2.600,00 ευρώ περίπου) απέμενε ποσό (2.600,00 - 1.800,00 =) 800,00 ευρώ για την κάλυψη των οικονομικών τους υποχρεώσεων από τον ανωτέρω δανεισμό τους (που υπερέβαινε το ποσό των 1.000,00 ευρώ μηνιαίως), τις οποίες ωστόσο, λόγω του όγκου των οφειλών τους, με δυσκολία κατάφερναν να εξυπηρετούν.

Η δυσκολία, δηλαδή, στην αποπληρωμή των χρεών τους δεν ήταν αποτέλεσμα των μειώσεων των εισοδημάτων από τη μισθοδοσία των εφεσιβλήτων ως απρόβλεπτο γεγονός κατά τη λήψη των δανείων τους, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εφεσίβλητοι.

Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι προέβησαν στη σύναψη των επίδικων δανείων από το νυν εκκαλούν, χωρίς να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους, καθώς το οικογενειακό τους εισόδημα προερχόταν και εξακολουθεί να προέρχεται από το μηνιαίο μισθό τους και, ενώ, ήδη ήταν βεβαρημένοι με προηγούμενες γεγενημένες οφειλές προς έτερους πιστωτές. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι εφεσίβλητοι προέβησαν στη σύναψη μέρους των δανείων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα ανακύπτοντα προβλήματα υγείας, δεδομένου ότι αυτά αφορούν στεγαστικά δάνεια.

Εξάλλου, οι εκκαλούντες είχαν αναλάβει πληθώρα στεγαστικών δανείων και πιστωτικών καρτών, συνολικά 7 προϊόντων εκ των οποίων τα 5 αφορούν συμβάσεις στεγαστικών δανείων, συνολικού ύψους 170.000 ευρώ περίπου για τον πρώτο εφεσίβλητο και 5 προϊόντων συνολικού ύψους 166.000 ευρώ περίπου για τη δεύτερη εφεσίβλητη, η αποπληρωμή των οποίων απαιτούσε ένα υπέρογκο ποσό, το οποίο με δυσκολία κάλυπταν και ενώ ήδη από το 2010 η οικονομική κρίση είχε αρχίσει να μαστίζει την ελληνική οικονομία, έχοντας δυσμενείς επιπτώσεις στα εισοδήματα των φορολογουμένων που έβαιναν συνεχώς μειούμενα, αντιστρόφως ανάλογα με τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς το κράτος (φόροι κ.λπ.), χωρίς να αναμένεται βάσιμα κάποια αισθητή βελτίωση των εισοδημάτων τους.

Επομένως, υπό τα παραπάνω περιστατικά και λαμβανομένου υπόψη ότι τα οικογενειακά εισοδήματα τους δεν αναμένονταν να βελτιωθούν σημαντικά κατά το χρόνο λήψης των δανείων σε συνάρτηση με το ύψος των οφειλών που περιοδικά αναλάμβαναν με αλόγιστη υπερχρέωση τους, με τον αλόγιστο δανεισμό τους που έφτασε στο συνολικό ύψος των 168.816,81 ευρώ για τον πρώτο εφεσίβλητο και στο ποσό των 165.777,94 ευρώ για τη δεύτερη εφεσίβλητη τέως σύζυγο του, αποδέχτηκαν πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα της υπερχρέωσης την αδυναμία πληρωμής του συνόλου των δανειακών τους υποχρεώσεων τους με βάση την εισοδηματική τους κατάσταση.

Η υπαιτιότητα, δηλαδή, των εκκαλούντων με βάση τα παραπάνω περιστατικά, είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στα δικόγραφα των νομίμως κατατεθεισών προτάσεών τους.

Πρέπει να τονιστεί ότι για την αποδοχή της προτεινόμενης ένστασης δόλου δεν απαιτείται κατά νόμο επίκληση και απόδειξη πρόσθετων στοιχείων, όπως συγκεκριμένες ενέργειες των δανειοληπτών με στόχο την απόκρυψη από τους πιστωτές της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης και των υποχρεώσεων τους ώστε να τύχουν περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους, πριν την έναρξη ή πριν από τη συνέχιση της ανάληψης υποχρεώσεων από αυτούς, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής τους, .....Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι το στοιχείο του δόλου του οφειλέτη δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και μεταγενέστερα κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής...

Κρίσιμο, δηλαδή, ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Οι εφεσίβλητοι, εν προκειμένω. προέβλεψαν από την αρχή ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της δυσκολίας στην αποπληρωμή των χρεών που δημιούργησαν, η πραγμάτωση του οποίου παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και το αποδέχθηκαν (ενδεχόμενος δόλος), ήτοι έλαβαν τα δάνεια αψηφώντας το ισχυρό ενδεχόμενο της δυσκολίας στην αποπληρωμή τους, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβησαν στην λήψη των ανωτέρω δανείων, που εκ των προτέρων γνώριζαν ενόψει του ύψους τουλάχιστον ως ενδεχόμενο, ότι θα δυσκολευτούν να αποπληρώσουν και να εξυπηρετήσουν συνολικά, ενόψει των εισοδημάτων τους και της εν γένει οικονομικής τους κατάστασης, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αναμενόταν βάσιμα η σημαντική βελτίωση της στην οποία μπορούσαν να ελπίζουν (ώστε ενδεχομένως να στοιχειοθετείται αμέλεια και όχι ενδεχόμενος δόλος ως μορφή υπαιτιότητας στο πρόσωπο τους αναφορικά με τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών που θα διαμορφώνονταν κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων).

Κατά συνέπεια αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες - εκκαλούντες δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των χρεών τους και. επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κάνοντας δεκτές τις ως άνω αιτήσεις ως ουσία βάσιμες...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι ένδικες αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, απέρριψε τις αιτήσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες κατά παραδοχή της προβληθείσας ένστασης δόλου.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες-αιτούντες την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε η πρώτη και το τρίτο των καθ'ών και ήδη δεύτερη και πρώτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη των καθ'ών η αίτηση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" όπως και το τρίτο των καθ'ών ή αίτηση και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόβαλαν, μεταξύ άλλων, την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής υποστηρίζοντας ότι οι αιτούντες, συμφώνησαν με τις καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" υπέρογκα, σε σχέση με τα εισοδήματά τους, δάνεια (καταναλωτικά και στεγαστικά) συνολικού ύψους 170.000 ευρώ ο καθένας, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους αυτός, ενόψει αφενός των οικονομικών τους δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών τους και των μηνιαίων δόσεων των δανείων μηνιαίως, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Την ένσταση αυτή επανέφερε με λόγο έφεσης το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ η ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπέρ της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, επανέφερε την ένσταση της τελευταίας με τις προτάσεις της.

Η ένσταση αυτή, των ως άνω αναιρεσίβλητων (η οποία αρκεί να προβληθεί από μία των πιστωτών, λόγω της μεταξύ τους οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας) είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι οι αιτούντες ήδη αναιρεσείοντες, συμφώνησαν με τις ως άνω πιστώτριες, όπως και με την ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, για να εξασφαλίσουν επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που τους επέτρεπε το εισόδημά τους, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, δεχόμενο τον σχετικό λόγο έφεσης του τρίτου των καθ'ών και ήδη πρώτου των αναιρεσίβλητων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Ο λόγος αυτός πέραν του ότι είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ'επιλογή των αναιρεσειόντων αποσπασματικές παραδοχές, κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος. Ειδικότερα, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό τους δόλο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση των αναιρεσειόντων σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων από δικό τους δόλο.

Οι αιτιολογίες, δε, αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια:

α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων. που ανέλαβε ο καθένας των αιτούντων συζύγων και ήδη αναιρεσειόντων, από τα αναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα, οι οποίες ανέρχονται, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, στο ποσό των 168.816,81 ευρώ για τον πρώτο και 165.777,94 ευρώ για την δεύτερη, β) την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση των αιτούντων, γ) το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων αναλυτικά για τα οικονομικά έτη 2004-2014, δ) το ύψος των δαπανών διαβίωσης κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1800 ευρώ μηνιαίως, ε) το ύψος των μηνιαίων δόσεων, ήτοι ότι αυτό υπερέβαινε το ποσό των 1000 ευρώ, στ) ότι οι αιτούντες συμβλήθηκαν στις συμβάσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, γνωρίζοντας, ενόψει των κατά μέσο όρο μηνιαίων αποδοχών τους και των δαπανών διαβίωσης, την οικονομική αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, που ανέρχονταν στα παραπάνω ποσά και ζ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, προβαίνοντας σε συνεχή αλόγιστο δανεισμό με λήψεις δανείων, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει τους ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή προσωπικής τους κατάστασης, ώστε να ανταποκριθούν στα χρέη τους.

Τα περιστατικά αυτά που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και του άρθρου 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο ως άνω δανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν το ως άνω αποτέλεσμα.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο (δεύτερο) αναίρεσης οι αναιρεσείοντες 1) προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία διότι α) αφενός μεν δέχεται ότι οι αιτούντες προέβησαν στη σύναψη των δανείων χωρίς να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους και αφετέρου ότι καθόλη τη διάρκεια του δανεισμού τους και μέχρι τον Μάρτιο 2013 εξυπηρετούσαν κανονικά τις δανειακές τους υποχρεώσεις, β) ενώ δέχεται ότι μέχρι το έτος 2008 το εισόδημά τους έβαινε αυξανόμενο φθάνοντας στο ποσό των 3.710 ευρώ, στη συνέχεια όλως αντιφατικά και με ανεπαρκή αιτιολογία αφαιρεί το ποσό των εύλογων δαπανών διαβίωσης ύψους 1800 ευρώ από εισόδημα ποσού 2600 ευρώ και όχι εκείνου των 3710,80 ευρώ με αποτέλεσμα να μην επαρκεί το απομένον ποσό για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Οι ως άνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως αβασίμως προβάλλονται. Ειδικότερα, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Συνεπώς: α)αναφορικά με την πρώτη αιτίαση( ως άνω υπό στοιχ. 1α), καθοριστικό στην ερευνώμενη περίπτωση είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αιτούντες αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενόψει των μηνιαίων εισοδημάτων τους, των ευλόγων δαπανών διαβίωσης και του ύψους της μηνιαίας δόσης προέβλεψαν ως ενδεχόμενο ότι θα περιήρχοντο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και όχι το εάν εξυπηρετούντο τα δάνεια τους μέχρι κάποιο χρονικό σημείο, β) αναφορικά με την δεύτερη αιτίαση (ως άνω υπό στοιχ. 1β), διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης το εκτιμώμενο μέσο μηνιαίο εισόδημα των αιτούντων κατά το χρονικό διάστημα 2003-2008, κατά το οποίο και αναλήφθηκαν τα αναφερόμενα δάνεια, δεν ανερχόταν στο ύψος των 3710,80 ευρώ.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες με την ορθά εκτιμούμενη τρίτη ειδικότερη αιτίαση, του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και έκρινε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση δόλου, δεχόμενο ότι οι αιτούντες δανειολήπτες προέβλεψαν και αποδέχθηκαν το γεγονός ότι με δυσκολία θα αποπλήρωναν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ενώ η προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 3869/2010 για την κατάφαση του δόλου απαιτεί την πρόβλεψη της μόνιμης και γενικής αδυναμίας των πληρωμών.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας δολίως ενεργεί ο οφειλέτης εκείνος, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Στην προκείμενη περίπτωση με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Δικαστήριο, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκειμένου να αχθεί στο πόρισμα περί ενδεχόμενου δόλου δέχθηκε ότι οι αιτούντες κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, αφενός μεν γνώριζαν την δυσκολία, ήτοι το αμφίβολο της εξυπηρέτησης των δανείων τους, και αφετέρου προέβλεψαν ότι ο δανεισμός τους θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν το ως άνω αποτέλεσμα.

Συνεπώς, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και έκρινε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση δόλου. Τέλος, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται και η με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτίαση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία, κατ' ορθή εκτίμηση αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την ΑΚ 300, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, καθόσον γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής τους και εντούτοις τους δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 24-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8892/27-5-2021) αίτηση αναίρεσης και την από 10-7-2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. 42/16-7-2024) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas".

Απορρίπτει την από 24-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8892/27-5-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ.11807/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ