Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on excessive overtime and good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding unpaid holiday bonuses and excessive overtime. The court found that the appellant had accepted the employer's agreement on unremunerated overtime over several years without objection, creating a reasonable belief that the arrangement was acceptable. Consequently, the court ruled that the appellant's conduct exceeded the bounds of good faith and did not justify overturning the lower court's findings on the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559 of the Civil Code; The court may not overturn a lower court's finding of fact if the appellant's own conduct, such as accepting unremunerated overtime without objection over time, demonstrates a lack of good faith that precludes the application of the principle of good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1115 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1115/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Ν., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή και Κωνσταντίνο Πηνιώτη, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 3/11/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 4/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 4.6.2019 [Γ.Α.Κ. 548 / Ε.Α.Κ. 42/4.6.2019 - Εφετείο Πειραιώς] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Α. Λ. του Ν. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "…", που νομίμως εκπροσωπείται. Προσβάλλεται η 560/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, την 11.9.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 13.2.2017 της εκκαλούσης, ήδη αναιρεσείουσας και (ii) από 1.3.2017 της εκκαλούσης, ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκκαλούμενη ήταν η 282/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, την 24.1.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 3.11.2015 αγωγής της εναγούσης, ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης. Αφορά δε, η αγωγή, απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την 282/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, επαρκώς ορισμένη, κατά τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), καθ' όλα τα κεφάλαιά της και, στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, κατά την κυρία βάση (από τη σύμβαση εργασίας), ενώ απορρίφθηκε κατά την επικουρική βάση (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), στην ουσία.
Συγκεκριμένα, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των (821,87) ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2015, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1.1.2016 μέχρι την εξόφληση. Με την 560/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, (α).- οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, (β).- απορρίφθηκε η από 1.3.2017 έφεση, (γ).- έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, η από 13.2.2017 έφεση, (δ).-:
εξαφανίσθηκε η 560/2018 απόφαση, στο σύνολο της για να υπάρχει ένας τίτλος εκτελέσεως, (ε).- κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της, κατά το υπό στοιχείο (1Β) κεφάλαιο, ενώ, κατά τα λοιπά κεφάλαια κρίθηκε νόμιμη, επαρκώς ορισμένη, κατά τις βάσεις της (κύρια και επικουρική), έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, κατά την κυρία βάση (από τη σύμβαση εργασίας) και απορρίφθηκε, κατά την επικουρική βάση (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), στην ουσία.
Ειδικότερα, όπως και πρωτοδίκως, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των (821,87) ευρώ, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2015, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1.1.2016 μέχρι την εξόφληση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη ισχύοντα άρθρα 614 παρ.3, 621, 591, 422, 421 ΚΠολΔ].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 4.6.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 11.9.2018 [άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 566 παρ.1, 144 παρ.1, 145 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 560/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ]. (I).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της και όχι στο ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1014/2010). Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά, είναι αόριστο και η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη [άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2 ΚΠολΔ].
Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και το αίτημα, που περιορίσθηκε, θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε [άρθρα 223, 295 παρ.1 ΚΠολΔ].
Εν τούτοις, με την παραίτηση, δεν πρέπει να προκαλείται, ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, αοριστία, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της υπό κρίση διαφοράς. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται, παραδεκτώς, μόνο, εφ' όσον διευκρινίζεται, σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται, αναλόγως, κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται, έτσι, αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων.
Αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 30/2007). Επίσης, η ένσταση πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος καθώς και ορισμένη αίτηση, διαφορετικά, η ένσταση είναι αόριστη και απορριπτέα, ως απαράδεκτη [άρθρα 262 παρ.1, 111 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως ενστάσεως, θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας, ως παραβίαση των ως άνω δικονομικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 και 262 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη [άρθρο 562 παρ.2 στοιχείο (γ) ΚΠολΔ]. 'Ετσι, για να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 527, 240 ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι έγινε νομίμως η σχετική πρόταση (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1330/2002). Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ. αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε επίκληση ή (γ).- δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΑΠ ολ. 3/1997). Αβάσιμος είναι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.
Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή/και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα [άρθρα 339, 432 επ., 393 επ. ΚΠολΔ], επομένως, πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγησή τους.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 495 παρ.1, 118 αριθμός 4, 119, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να εξειδικεύονται τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 356/2013). Μάρτυρας δεν μπορεί να είναι ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος και, γι' αυτό, δεν μπορεί να έχει, κατ' αρχήν τουλάχιστον, την αντικειμενικότητα του τρίτου. Για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου δεν μπορεί να είναι μάρτυρας [άρθρα 62, 64 παρ.2, 339, 409 παράγραφοι 1 και 2, 415 - 420 ΚΠολΔ, 61, 65, 67, 70 ΑΚ].
Τα ίδια ισχύουν και επί ένορκης βεβαιώσεως, ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη [άρθρο 671 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε, ως άνω, πριν από το ν. 4335/2015 ήδη ισχύοντα άρθρα 422, 421 ΚΠολΔ] τούτο διότι με την ένορκη βεβαίωση, ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Έτσι, ένορκη βεβαίωση, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόσταστο αποδεικτικό μέσο.
Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου, κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαιώσεως, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαιώσεως, ως ανυπόστατης. Η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας ανυπόστατης ένορκης βεβαιώσεως θεμελιώνει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (α) ΚΠολΔ και το σφάλμα αυτό του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει από την ίδια την απόφαση [άρθρο 562 παρ.2 στοιχείο (β) ΚΠολΔ] έτσι, δεν ενδιαφέρει, αν η σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου, που προσκομίζει το ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο είχε προταθεί, προηγουμένως (ΑΠ 2076/2017, ΑΠ 908/2017).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Επομένως, ιδρύεται αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(II).- Με την ατομική σύμβαση εργασίας, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, εγκύρως, μισθός και δια παραπομπής σε Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) ή Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη [άρθρο 361 ΑΚ], οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με το μισθό, όπως καθορίζεται από αυτές τις Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999). Επί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, μέχρι την 31.3.2001, το ανώτατο νόμιμο ωράριο εργασίας, την εβδομάδα, είναι 48 ώρες και, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι 9 ώρες.
Για τον εργαζόμενο υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή (εργάσιμες ημέρες), υπερεργασία, θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες αυτές ημέρες, πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών, την εβδομάδα (1 ώρα πέραν των 8 ωρών ημερησίως ή 9 ώρες ημερησίως), ενώ, υπερωρία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα.
Στην υπερεργασία, ο εργαζόμενος δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 25%. Η τρίωρη απασχόληση πέραν των 45 ωρών και μέχρι τις 48 ώρες εβδομαδιαίως, δηλ. κατά τις ώρες 46η, 47η και 48η, απόκειται στην κρίση του εργοδότη και δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για τέτοια απασχόληση (επιτρεπτή - ιδιόρρυθμη υπερωρία), δεν απαιτείται άδεια ή αναγγελία στην Αρχή και οι ώρες της προστίθενται στις ώρες της νόμιμης υπερωρίας.
Προστίθενται δηλ. στις ώρες απασχολήσεως πέραν των 48 ωρών εβδομαδιαίως, προκειμένου να εξευρεθεί η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, η οποία οφείλεται (25% για τις πρώτες 60 ώρες, 50% για τις πέραν των 60 ωρών μέχρι 120 ώρες και 75% για τις τυχόν επιτρεπόμενες ώρες πέραν των 120 ωρών, ετησίως). Δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει και η αμοιβή των 3 ωρών (46ης, 47ης, 48ης] έχει, πάντοτε, τη μεταχείριση νόμιμης υπερωρίας, το επιτρεπτό αυτό τρίωρο μπορεί ή να κατανεμηθεί καθ' ημέρα, στις 5 ημέρες της εβδομάδος ή να προστεθεί ολόκληρο σε οποιαδήποτε από τις 5 ημέρες της εβδομάδας ή να πραγματοποιηθεί σε 3 μόνο ημέρες της εβδομάδας, με εργασία 1 ώρας την κάθε ημέρα.
Από την 1.4.2001, το ανώτατο νόμιμο ωράριο εργασίας, την εβδομάδα, είναι 43 ώρες, εξακολουθεί, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το 9ωρο, ως ανώτατο, για ημερήσια απασχόληση, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού των ωρών της εβδομάδος, καταργείται η υπερεργασία των 5 ωρών, ήτοι καταργούνται οι ώρες 44η, 45Π, 46η, 47η και 48η απασχολήσεως και είναι υπερωρία η πέραν των 43 ωρών, την εβδομάδα, απασχόληση ή η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
Η τρίωρη απασχόληση, πέραν των 40 ωρών (41η, 42, 43η), την εβδομάδα, αποτελεί επιτρεπτή - ιδιόρρυθμη υπερωρία. Οι 3 αυτές ώρες προστίθενται στις ώρες της νόμιμης υπερωρίας. Προστίθενται δηλ. στις ώρες απασχολήσεως πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, προκειμένου να εξευρεθεί η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, η οποία οφείλεται (50% για τις ώρες μέχρι 120, ετησίως και 75% για τις τυχόν επιτρεπόμενες ώρες, πέραν των 120 ωρών, ετησίως) και μπορεί ή να κατανεμηθούν καθ' ημέρα, στις 5 ημέρες της εβδομάδος ή να προστεθούν όλες σε οποιαδήποτε από τις 5 ημέρες της εβδομάδος ή να πραγματοποιηθούν σε 3 μόνο ημέρες της εβδομάδος, με εργασία 1 ώρας την κάθε ημέρα, όπως μέχρι την 31.3.2001.
Σε περίπτωση μη νόμιμης, ήτοι χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, υπερωριακής εργασίας, ο εργαζόμενος, από την πρώτη ώρα, δικαιούται, μέχρι την 31.3.2001, "αμοιβή" παράνομης υπερωρίας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προς απόδοση της ωφέλειας, η οποία (ωφέλεια), κατά κατώτατο όριο, προσδιορίζεται από το "νόμιμο" ωρομίσθιο, δηλ.
των οικείων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., με τις παροχές, που δεν οφείλονται σε ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες του εργαζόμενου και πρόσθετη αποζημίωση, ευθέως από το νόμο, ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ενώ, από την 1.4.2001, "αμοιβή" ή "αποζημίωση" παράνομης υπερωρίας, ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, ευθέως από το νόμο, όχι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως μέχρι την 31.3.2001 καθώς και πρόσθετη αποζημίωση, ευθέως από το νόμο, όπως και μέχρι την 31.3.2001, συνολικώς προς 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.
Ως προς τον εργαζόμενο, που αμείβεται με μηνιαίο μισθό, η αμοιβή μιας ημέρας αντιστοιχεί στο 1/25 του μισθού [άρθρα 655, 648, 649, 904,908, 174, 180, 361 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138), 28 Συντάγματος, 1, 3 ν.δ. 515/1970 (ΦΕΚ Α. 95), 1 ν. 549/1977 (ΦΕΚ Α. 55), 1 ν.δ. 264/1973 (ΦΕΚ Α. 342), 1 ν. 435/1976 (ΦΕΚ Α. 251), 3, 4, 5, 6 της από 26.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας/Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. - απόφαση Υπ.
Απασχολήσεως 11400 / 1710 / 1975 (ΦΕΚ Β. 276/4.3.1975), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α. 180), 2, 6, 7 της 6/1979 αποφάσεως ΔΔΔΔ Αθηνών - απόφαση Υπ. Εργασίας 11282/1979 (ΦΕΚ Β. 194), που κυρώθηκε με το άρθρο 15 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 9 της 1/1982 αποφάσεως ΔΔΔΔ Αθηνών - απόφαση Υπ. Εργασίας 12425/1982 (ΦΕΚ Β. 115), που κυρώθηκε με το άρθρο 29 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α. 46), 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας/Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. - απόφαση Υπ.
Εργασίας 11770/1984 (ΦΕΚ Β. 81), 4 ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α. 286), 1, 2 ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α. 210 / 19.8.2005) -με ισχύ των άρθρων 1 και 2 ν. 3385/2005, από 1.10.2005, κατά το άρθρο 15 ν. 3385/2005]. Έτσι, προς υπολογισμό της υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπ' όψη η ημερήσια εργασία, έστω και αν, με την υπεραπασχόληση αυτή, δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.
Αντίθετα, για τον υπολογισμό της υπερεργασίας (ιδιόρρυθμης υπερωρίας, από 1.4.2001), κριτήριο αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση, που πραγματοποιείται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος. Το ωρομίσθιο υπολογίζεται, πάντοτε, επί των "καταβαλλομένων" αποδοχών (τα 6/25:40 ή 0.006 ο συντελεστής εξευρέσεως του ωρομισθίου για τον εργαζόμενο, που αμείβεται με μηνιαίο μισθό) και ως "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχολήσεως, κατά τη συγκεκριμένη ημέρα απασχολήσεως σε υπερωριακή εργασία ή σε υπερεργασία (ιδιόρρυθμη υπερωρία, από 1.4.2001), με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις, που, κατά το χρόνο αυτό, ισχύουν.
Δεν ερευνάται δηλ. το ύψος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ενδιαφέρει, μόνο, το ωρομίσθιο, κατά το ως άνω κρίσιμο χρόνο, που οφείλεται και καταβάλλεται• ενώ, σε αυτό (ωρομίσθιο) δεν περιλαμβάνονται πρόσθετες τακτικές παροχές, που δεν καταβάλλονται, κατά το χρόνο, που ο εργαζόμενος παρέχει υπερεργασία (ιδιόρρυθμη υπερωρία, από 1.4.2001) ή υπερωρία, Από την 1.10.2005, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι 9 ώρες [άρθρα 1, 15 ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α. 210)].
Υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή], πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών την εβδομάδα (1 ώρα πέραν των 8 ωρών ημερησίως ή 9 ώρες ημερησίως). Τέτοια απασχόληση απόκειται στην κρίση του εργοδότη και δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως.
Ο εργαζόμενος, για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η , 43η , 44η , 45η ), δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, με προσαύξηση 25%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, δηλ.
για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (κατά τη νέα νομική ορολογία) ή το ίδιο, μη νόμιμης υπερωρίας (κατά την παλαιά νομική ορολογία), ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο, ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%. Επίσης, από την 15.7.2010, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι 9 ώρες [άρθρα 76, 74 παρ. 10 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α. 115/15.7.2010)].
Υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή), πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών την εβδομάδα (1 ώρα πέραν των 8 ωρών ημερησίως ή 9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως.
Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας ή το ίδιο, μη νόμιμης - παράνομης υπερωρίας, ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο, ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ ολ. 3 - 5/1999, ΑΠ 117/2019).
Η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία η αποζημίωση ή αμοιβή, που οφείλεται για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, όπως και η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο καλύπτονται, με την πληρωμή μισθού μεγαλύτερου από το νόμιμο, είναι άκυρη [άρθρο 8 παρ.4 ν.δ. 4020/1959 (ΦΕΚ Α. 248)]. Έγκυρη είναι η συμφωνία [άρθρο 361 ΑΚ] περί καταλογισμού από τον εργοδότη της προσαυξήσεως - αμοιβής για την υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωρία (κατά τη νέα νομική ορολογία της υπερεργασίας, ως άνω, από 1.4.2001 μέχρι 30.9.2005), που θα παρασχεθεί στο μέλλον στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές του εργαζομένου.
Επίσης, έγκυρη είναι η συμφωνία [άρθρο 361 AKJ περί προκαταβολής της αποζημιώσεως για συγκεκριμένη παράνομη υπερωριακή εργασία, που πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον και του καταλογισμού της στην αξίωση για την πράγματι παρασχεθείσα (AΠ 1520/2003). Στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως δια καταβολής και, έτσι, αποσβέσεως της ενοχής [άρθρα 416, 417 ΑΚ], είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.
Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των "αποδοχών" του εργαζομένου, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, επί εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας [άρθρο 18 παρ.1 ν. 1082/1980]. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πρέπει να απεικονίζονται, αναλυτικώς, οι κάθε φύσεως αποδοχές του εργαζομένου και οι κρατήσεις, που γίνονται στις αποδοχές.
Επί περισσοτέρων της μίας απαιτήσεων του ενάγοντος - εργαζομένου, η ένσταση εξοφλήσεως, με περιεχόμενο τη δήλωση του εναγομένου - εργοδότη και την επίκληση από αυτόν (εναγόμενο - εργοδότη) έγγραφης αποδείξεως του ενάγοντος - εργαζομένου περί του ότι οι περισσότερες απαιτήσεις του (ενάγοντος - εργαζομένου) πληρώθηκαν, είναι παραδεκτή, δηλ.
ορισμένη [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ], εφ' όσον προσδιορίζεται, ειδικότερα, για καθεμία απαίτηση, το ποσό, ο χρόνος και η αιτία καταβολής. Η αναφορά του καταβληθέντος συνολικού ποσού δεν καθιστά την ένσταση αυτή παραδεκτή (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1320/2008, ΑΠ 1405/2006). Τέλος, το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως έτσι, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και επί δικαιωμάτων, που πηγάζουν, επίσης, από διάταξη δημοσίας τάξεως, όπως είναι (και) δικαίωμα, που πηγάζει από την παροχή παράνομης υπερωρίας, εάν η συμπεριφορά του δικαιούχου εμφανίζεται να υπερακοντίζει, καταδήλως, τα πιο πάνω όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.
Τέτοια συμπεριφορά δεν έχει, ως απαραίτητη προϋπόθεση ότι από την άσκηση του δικαιώματος δημιουργείται κατάσταση, που συνεπάγεται αφόρητες συνέπειες για τον οφειλέτη (ΑΠ ολ. 1179/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Οι λόγοι αναιρέσεως, έξι συνολικά (κατ' ορθή αρίθμηση), περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: (1).- Ο πρώτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη έγκυρα και υποστατά αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), όπως αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, αν και είχαν προσκομισθεί, με επίκληση, κατά νόμο, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, προς απόκρουση, στην ουσία, της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης - εργοδότιδος ότι υπάρχει συμφωνία των διαδίκων περί καταλογισμού της προσαυξήσεως της αμοιβής για την υπερεργασία, που πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον, στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, κατ' ουσία, δεν έλαβε υπ' όψη του (α).- την ατομική σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας, (β).- τους λογαριασμούς ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α., που αφορούν την αναιρεσείουσα, (γ).- το με αριθμό …/14.1.2011 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, (δ).- το με αριθμό … / 22,7,2015 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης. (2).- Ο δεύτερος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη και βάσιμη στην ουσία την ένσταση εξοφλήσεως, δια καταβολής και καταλογισμού, όπως, αυτή την ένσταση, η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, νομίμως και αφορά την εξόφληση δια καταβολής και τον καταλογισμό της προσαυξήσεως της αμοιβής για την υπερεργασία, που πρόκειται να παρασχεθεί, στο μέλλον, στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές της αναιρεσείουσας.
Αντίθετα, η ένσταση ήταν αόριστη (ποιοτικά και ποσοτικά) και, συνεπώς, απορριπτέα, ως απαράδεκτη. (3). Ο τρίτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανυπόστατη ένορκη βεβαίωση, που η αναιρεσείουσα νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας εκτίμησε, ως αυτοτελές και ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, τη ληφθείσα, μετά από νόμιμη κλήση της αναιρεσείουσας, … ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Ζ., του Π. Π., Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης. (4).- Ο τέταρτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, συνεπεία αοριστίας του δικογράφου της, καθ' όσον αφορά το υπό στοιχείο (1Β) κονδύλιο, συνολικού ποσού 26.002,95 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, στο χρονικό διάστημα από 15.7.2010 μέχρι 31.12.2014 διότι έκρινε, εσφαλμένως ότι μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό, μερικώς σε αναγνωριστικό, με σχετική δήλωση της αναιρεσείουσας, δεν διευκρινίζεται, ποιών επιμέρους ποσών ζητείται η αναγνώριση και ποιών η καταψήφιση. (5).- Ο πέμπτος λόγος (στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αριθμείται, από παραδρομή, ως έκτος), με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ( άρθρο 'μόνο' ν. 133/1975) και 4 ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 ν. 3385/2005, για την αμοιβή υπερεργασίας στο 'καταβαλλόμενο' ωρομίσθιο, δηλ.
στο τμήμα του μισθού, που αναλογεί σε κάθε ώρα υπερεργασιακής απασχολήσεως, με βάση τις συμφωνίες, που, κατά τον χρόνο αυτό, ισχύουν, χωρίς να περιλαμβάνονται πρόσθετες παροχές. (6).- Ο έκτος λόγος (στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αριθμείται, από παραδρομή, ως έβδομος), με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, 19 και 14 ΚΠολΔ, περιέχει μερικότερες αιτιάσεις, όσον αφορά την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που έγινε δεκτή, ως νόμιμη, επαρκώς ορισμένη και βάσιμη στην ουσία και, ειδικότερα: (i).- Το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, το οποίο απορρέει από την προσφορά παράνομης υπερωρίας, (ii).- Η 560/2018 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, έτσι, υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, το οποίο απορρέει από την προσφορά παράνομης υπερωρίας.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία του πραγματικού του άρθρου 281 ΑΚ καθώς και αντιφατικές, ως προς το ζήτημα της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, αν υπερακοντίζει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και ως προς το ζήτημα, αν από την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας δημιουργήθηκε κατάσταση με επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσίβλητη. (iii).- Το δικαστήριο της ουσίας έκρινε επαρκώς ορισμένη, αν και ήταν αόριστη (ποιοτικά και ποσοτικά), την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή την ένσταση η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, νομίμως και αφορά την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, το οποίο απορρέει από την προσφορά παράνομης υπερωρίας.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ κρίνεται απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος, διότι και κατά τα εκτεθέντα στην (I) μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι ο ισχυρισμός για αοριστία της ενστάσεως εξοφλήσεως και καταλογισμού προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (iii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, κρίνεται, ομοίως, απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος διότι όπως, επίσης, εκτέθηκε στην (I) μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι τον ισχυρισμό για αοριστία της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, η αναιρεσείουσα είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο τέταρτος (παραδεκτός) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από την με ημερομηνία 3.11.2015 ένδικη αγωγή και από την 560/2018 απόφαση, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως αυτού του λόγου αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην (I) μείζονα σκέψη [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:
(Α).- Στην 560/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αναφέρεται (σελίδες 8, 9, 10, 11): "... Στη συνέχεια, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), κατά τη συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, στο ακροατήριο και με τις έγγραφες προτάσεις της, περιόρισε, μερικά, το αρχικά καταψηφιστικό αίτημά της, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό και, συγκεκριμένα, η ενάγουσα διατήρησε, ως καταψηφιστικό, το αίτημα της αγωγής της για ποσό 20.000 ευρώ, το οποίο αφορά σε τμήμα του (1Β) κονδυλίου της αγωγής της για την υπερεργασία της και μετέτρεψε σε αναγνωριστικό το υπόλοιπο ποσό των 62.170,28 ευρώ, που αφορούσε στα υπόλοιπα κονδύλια της αγωγής της, όπως, αναλυτικά, αναφέρεται στις προτάσεις της.
Με τις ως άνω πρωτοδίκως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αφού επανέλαβε τον ως άνω περιορισμό, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το ως άνω ποσό, της οφείλεται, με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα, που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, διαφορετικά, από την απόλυσή της ή επικουρικά από την επίδοση της αγωγής ...
Με τη δήλωση περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, η ενάγουσα δεν προσδιόρισε στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της ούτε και με σχετική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση της ένδικης αγωγής, καταχωριζόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, σε ποια ειδικότερα ποσά, που αποτελούν το υπό στοιχείο (1Β) κονδύλιο (συνολικού ποσού 26,002, 95 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 μέχρι 31.12.2014), αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό.
Το αίτημα αυτό της αγωγής, με το οποίο, μετά τον πιο πάνω περιορισμό του, από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και η επιδίκαση μέρους της αρχικής αξιώσεως, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της ενάγουσας ότι τα επιμέρους ποσά, που αποτελούν την αρχική αξίωση (κονδύλιο ποσού 26.002,95 ευρώ) περιορίζονται, ανάλογα, κατά ποσοστό του όλου αυτού αιτήματος, είναι αόριστο στο σύνολο του' και, τούτο διότι αφού δεν διευκρινίζεται ποίων επιμέρους ποσών ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν, νόμω ή ουσία αβάσιμα, κάποια από αυτά, αν πρόκειται για αυτά, των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση, ήτοι να αποφασισθεί, ποια από τα γενόμενα δεκτά πρέπει να αναγνωρισθούν και ποια να επιδικασθούν στην ενάγουσα...".
(Β).- Στην από 3.11.2015 ένδικη αγωγή εκτίθενται σχετικώς τα εξής (σελίδες 3 και 4): "1.- Για υπερεργασία σύμφωνα με τους ν. 3385/2005 και ν. 3863/2010. Κατά το συνολικό χρονικό διάστημα της εργασίας μου από 1.1.2010 μέχρι 31.12.2014, εργαζόμουν, τις καθημερινές, πέραν του νομίμου οκταώρου, κατά μέσο όρο επί (2) ώρες, πραγματοποιώντας, κάθε εβδομάδα, συνολικά (10) ώρες εργασίας, επιπλέον του νομίμου 40ώρου εβδομαδιαίας απασχόλησής μου, χωρίς να αμείβομαι για την εργασία μου αυτή, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες μου ... Έπρεπε, συνεπώς, να λαμβάνω για τις ώρες της υπερεργασίας μου, το ωρομίσθιο με προσαύξηση (25%) και, από 15.7.2010, το ωρομίσθιο με προσαύξηση (20%). Δικαιούμαι, λοιπόν, να λαμβάνω για την υπερεργασία μου: ... Β.- Κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας μου από 15.7.2010 μέχρι 31.12.2014, το ποσό των 26.002,95 ευρώ (1.145 ώρες υπερεργασίας '228,98 εβδομάδες Χ 5 ώρες' Χ 22,71 ευρώ το ωρομίσθιο 'καταβαλλόμενος μισθός 3.156 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 ώρες = 18,93 ευρώ + 20% προσαύξηση)".
Για τη διαπίστωση της ως άνω πλημμέλειας και κατά τα εκτεθέντα στην (I) μείζονα σκέψη, πρέπει να προσκομίζονται προς επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, οι έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς καθώς και τα πρακτικά συνεδριάσεως, ταυτάριθμα με την 282/2017 απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], όμως, τα συγκεκριμένα διαδικαστικά έγγραφα δεν προσκομίζονται. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ είναι, ως άνω, απορριπτέος.
Οι λοιποί (παραδεκτοί) λόγοι αναιρέσεως [πρώτος, τρίτος, πέμπτος και έκτος, (κατά τις υπό στοιχεία (i) και (ii) μερικότερες αιτιάσεις του) είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, από την 560/2018 απόφαση, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, ως άνω, χάριν της εξετάσεως αυτών των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής:
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την 560/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη (σελίδες 18, 20 - 37): "... Ο Π. Π., από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, ασκούσε τα καθήκοντα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης ...
Η ένορκη βεβαίωση, ενώπιον συμβολαιογράφου του ίδιου του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, πλην όμως, η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της εξέτασης του γιατί αν προϋπήρχε και εξέλιπε, πλέον, κατά τον παραπάνω χρόνο, όπως εν προκειμένω, (η … ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α.
Ζ., του Π.Π. λήφθηκε, την ….), η εν λόγω κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπ' όψη από το Δικαστήριο .....". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα της ενάγουσας Ε. Κ. του Π. (η εναγομένη - αναιρεσίβλητη - δεν ζήτησε την εξέταση μάρτυρά της), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται (η κατάθεση) στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ίδιου (πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπ' όψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι, όμως, ισοδύναμα και, όπως προαναφέρθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ...
από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ... υπ' αριθμ. … και … ένορκες βεβαιώσεις των Δ.Π. του Λ. και Π. Π. του Δ., αντίστοιχα, που, με επιμέλεια της εναγομένης, λήφθηκαν, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Ζ., μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στον …, την 1 Ιανουαρίου 20.., δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρίας, που έχει (η εναγομένη) αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διεθνών παραδόσεων και μεταφορών εμπορευμάτων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη, προκειμένου να παρέχει την εργασία της, ως υπάλληλος γραφείου, στο ναυτιλιακό τμήμα αυτής (εναγομένης) στο κεντρικό κατάστημά της, στον …, επί της οδού … αριθμός …, εκτελώντας χρέη προϊσταμένης εξαγωγής του τμήματος αυτού.
Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα απασχολήθηκε, συνεχώς, στην ως άνω εταιρία έως την 30.6.2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, οπότε η ενάγουσα έπαυσε να εργάζεται σε αυτήν (εναγομένη). Κατά τον χρόνο της πρόσληψής της, η ενάγουσα είχε ήδη προϋπηρεσία (23) ετών σε προηγούμενους εργοδότες και ήταν έγγαμη, γεγονότα, τα οποία είχε νομίμως γνωστοποιήσει στην εναγομένη - εργοδότριά της.
Κατά τη μεταξύ τους σύμβαση, η ενάγουσα θα λάμβανε μικτές αποδοχές, κατά πολύ υπέρτερες των νομίμων, που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. Για τους γραμματείς υπαλλήλους γραφείου στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, αφού, πλέον των νομίμων αυτών αποδοχών, που θα λάμβανε κατά προσέγγιση, θα της καταβαλλόταν, τακτικώς, μηνιαίως, ένα ιδιαίτερα αυξημένο ποσό, με τη ρητή συμφωνία να καταλογίζεται (συμψηφίζεται) με τις αξιώσεις της για υπερεργασία και υπερωρία, που, συνολικά, δεν θα υπερέβαιναν τις δύο ώρες ημερησίως.
Το επιπλέον αυτό ποσό του συμβατικού της μισθού, που θα ελάμβανε, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, ονομάσθηκε επίδομα ελευθεριότητας εργοδότη (όπως αναγράφεται και στις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής της) και η καταβολή του, κατά ρητή μεταξύ τους συμφωνία, θα είχε σκοπό την εξόφληση της αξίωσής της για παροχή εργασίας, ημερησίως, δύο ωρών πλέον του νομίμου ωραρίου της (οκταώρου), ήτοι στο μεγαλύτερο μισθό, που συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται, περιλαμβάνονταν και η αμοιβή για την παρεχόμενη, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, ημερησίως, δύο ωρών πλέον του νομίμου ωραρίου της (οκταώρου), με την έννοια ότι η αμοιβή για την υπερωριακή εργασία, που παρασχέθηκε, θα συμψηφίζεται στο ποσό, που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του μεγαλύτερου μισθού, που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται γιατί αλλιώς θα επερχόταν ανεπίτρεπτη μείωση των οριζομένων ελαχίστων ορίων αμοιβών.
Η συμφωνία αυτή των διαδίκων είναι έγκυρη, ... αναφορικά με τις πρώτες πέντε ώρες πλέον των σαράντα ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης και με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον ως άνω μισθό, που συμφωνήθηκε. Διαφορετικά, αν ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελαχίστων νομίμων αποδοχών, η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη και η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά.
Έτσι, οι κλειστές μηνιαίες αποδοχές, κατά το χρόνο προσλήψεώς της, ανέρχονταν στο ποσό των 3.141,18 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με τη Διαιτητική Απόφαση 11/2008 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, που έλαβε αριθμό Πράξης Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης … / 6.6.2008 και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β. 1448 / 23.7.2008), με βάση το ανωτέρω αντικείμενο δραστηριότητας της εναγομένης, την ειδικότητα της ενάγουσας καθώς και την γνωστοποιηθείσα στην εργοδότρια εταιρία προϋπηρεσία και την οικογενειακή της κατάσταση, οι νόμιμες τακτικές μηνιαίες αποδοχές της, κατά το χρόνο πρόσληψής της, ανέρχονταν στο ποσό των 1.030,29 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 103,03 ευρώ επίδομα γάμου, ήτοι συνολικά 1.133,32 ...
ευρώ. Περαιτέρω, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από το κείμενο της Δ.Α., σε συνδυασμό με τις συγκεντρωτικές μισθολογικές καταστάσεις, η ενάγουσα δικαιούνταν να λάβει τις ακόλουθες μηνιαίες αποδοχές, αλλά λάμβανε, τελικά, τις ακόλουθες υπέρτερες μηνιαίες αποδοχές: (α).- Από 1.1.2010 έως 31.12.2010, ως έγγαμη, με 25ετή προϋπηρεσία, δικαιούνταν, με βάση την Δ.Α., 1.225,30 ευρώ (= 1.113,91 ευρώ + 111,39 ευρώ), ενώ ο βασικός μισθός της ανερχόταν, αναλογικά προσαρμοσμένος προς την ανωτέρω Δ.Α., από τον μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Μάρτιο, σε 1.274,32 ευρώ (= 1.158,47 ευρώ + 115,85 ευρώ επίδομα γάμου), ενώ για υπερωρίες λάμβανε επίδομα ελευθεριότητας εργοδότη, ίσο με 1.828,08 ευρώ παραπάνω, από το μήνα Απρίλιο έως και το μήνα Ιούλιο, αμειβόταν με το ίδιο βασικό μισθό και επίδομα γάμου, ήτοι το ποσό των 1.274.32 ευρώ, λαμβάνοντας πλέον αυτών επίδομα ίσο με 1.874,62 ευρώ για υπερωρίες και συνολικά 3.148,94 ευρώ (= 1.274,32 ευρώ + 1.874,62 ευρώ] κλειστό μισθό, το μήνα Αύγουστο, έλαβε βασικό μισθό 1.167,73 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου, ποσού 116,73 ευρώ, πλέον των ποσών αυτών 1.864,90 ευρώ για υπερωρίες, ήτοι συνολικά 3.149,36 ευρώ (= 1.167,73 ευρώ + 116,73 ευρώ + 1.864,90 ευρώ), από το μήνα Σεπτέμβριο έως και το μήνα Δεκέμβριο, έλαβε βασικό μισθό 1.172,17 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου, ποσού 117,22 ευρώ, πλέον αμοιβής για υπερωρίες 1.859,55 ευρώ και, συνολικά, 3.148,94 ευρώ (= 1.172,17 ευρώ + 117,22 ευρώ + 1.859,55 ευρώ).
Επίσης, έλαβε για δώρο Πάσχα, 579,24 ευρώ (= 1.158,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 57,93 ευρώ (= 115,85 ευρώ : 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 64,62 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 914,04 ευρώ (= 1.828,08 ευρώ: 2) και, συνολικά, 1.615,82 ευρώ (= 579,24 ευρώ + 57,93 ευρώ + 64,62 ευρώ + 914,04 ευρώ). Για επίδομα αδείας, έλαβε 579,24 ευρώ (= 1.158,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 57,93 ευρώ (= 115,85 ευρώ : 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 3,38 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 937,31 ευρώ (= 1.874,62 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.577,85 ευρώ (= 579,24 ευρώ + 57,93 ευρώ + 3,38 ευρώ + 937,31 ευρώ).
Για δώρο Χριστουγέννων, έλαβε βασικό μισθό 1.172,17 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου ποσού 117,22 ευρώ, πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 131,18 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 1.859,55 ευρώ και, συνολικά, 3.280,12 ευρώ (= 1.172,17 ευρώ + 117,22 ευρώ + 131,18 ευρώ + 1.859,55 ευρώ). (β).- Από 1.1.2011 έως 31.12.2011, ως έγγαμη, με 26ετή προϋπηρεσία, δικαιούνταν, με βάση την Δ.Α., 1.239,80 ευρώ (= 1.127,09 ευρώ + 112,71 ευρώ), ενώ ο βασικός μισθός της, αναλογικά προσαρμοσμένος προς την ανωτέρω Δ.Α., ανερχόταν, από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Ιούλιο, στο ποσό των 1.289,39 ευρώ (= 1.172,17 ευρώ + 117,22 ευρώ επίδομα γάμου], ενώ για υπερωρίες, ως επίδομα ελευθεριότητας εργοδότη, λάμβανε, επιπροσθέτως, 1.859,55 ευρώ παραπάνω και, συνολικά, αμειβόταν με 3.148,94 ευρώ (= 1.289,39 ευρώ + 1.859,55 ευρώ).
Τον μήνα Αύγουστο, έλαβε βασικό μισθό 1.180,11 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου ποσού 118,01 ευρώ και επίδομα ελευθεριότητας για υπερωρίες 1.850,82 ευρώ, επιπλέον του βασικού μισθού, ήτοι, συνολικά, 3.148,94 ευρώ (= 1.180,11 ευρώ + 118,01 ευρώ + 1850,82 ευρώ). Από το μήνα Σεπτέμβριο έως και το μήνα Δεκέμβριο, λάμβανε βασικό μισθό 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου ποσού 118,45 ευρώ, πλέον 1.853,08 ευρώ, πέραν του βασικού και, συνολικά, 3.156 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ + 1.853,08 ευρώ).
Επίσης, έλαβε για δώρο Πάσχα, 586,09 ευρώ (= 1.172,17 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος γάμου ποσού 58,61 ευρώ (= 117,22 ευρώ: 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 65,79 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 929,78 ευρώ (= 1.859,55 ευρώ: 2) και, συνολικά, 1.640,06 ευρώ (= 586,09 ευρώ + 58,61 ευρώ + 65,59 ευρώ + 929,78 ευρώ). Για επίδομα αδείας, έλαβε 586,09 ευρώ (= 1.172,17 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος γάμου 58,61 ευρώ (= 117,22 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 929,78 ευρώ (= 1.859,55 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.574,47 ευρώ (= 586,09 ευρώ + 58,61 ευρώ + 929,78 ευρώ).
Για δώρο Χριστουγέννων, έλαβε βασικό μισθό 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 1.853,08 ευρώ και, συνολικά, 3.156 ευρώ (= 1,184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ + 1.853,08 ευρώ). (γ).- Από 1.1.2012 έως 31.12.2012, ως έγγαμη, με 27ετή προϋπηρεσία, δικαιούταν, με βάση την Δ.Α, 1.252,80 ευρώ (= 1.138,91 ευρώ + 113,89 ευρώ), ο βασικός μισθός της ανερχόταν σε 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, ήτοι 1.302,92 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ), πλέον 1.853,08 ευρώ πέραν του βασικού και, συνολικά, 3.156 ευρώ (= 1.302,92 ευρώ + 1.853,08 ευρώ).
Επίσης, έλαβε για δώρο Πάσχα, 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ : 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 65,74 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 926,54 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.643,74 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 65,74 ευρώ + 926,54 ευρώ). Για επίδομα αδείας, έλαβε 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 929,78 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ: 2) και, συνολικά, 1.578 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 929,78 ευρώ).
Για δώρο Χριστουγέννων, έλαβε βασικό μισθό 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 131,48 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 1.853,08 ευρώ και, συνολικά, 3.287,48 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ + 131,48 ευρώ + 1.853,08 ευρώ). (δ).- Από 1.1.2013 έως 31.12.2013, ως έγγαμη, με 28ετή προϋπηρεσία, δικαιούταν, με βάση την Δ.Α., 1.266,83 ευρώ (= 1.151,66 ευρώ + 115,17 ευρώ), ο βασικός μισθός της ανερχόταν, αναλογικά προσαρμοσμένος, σε 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, ήτοι 1.302,92 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ), πλέον 1.853,08 ευρώ, πέραν του βασικού και, συνολικά, 3.156 ευρώ (= 1.302,92 ευρώ + 1.853,08 ευρώ).
Επίσης, έλαβε για δώρο Πάσχα, 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ : 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 65,74 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 926,54 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.643,74 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 65,74 ευρώ + 926,54 ευρώ). Για επίδομα αδείας, έλαβε 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 929,78 ευρώ (= 1.853,08: 2) και, συνολικά, 1.578 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 929,78 ευρώ).
Για δώρο Χριστουγέννων, έλαβε βασικό μισθό 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 131,48 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 1.853,08 ευρώ και, συνολικά, 3.287,48 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ + 131,48 ευρώ + 1.853,08 ευρώ). (ε).- Από 1.1.2014 έως 31.12.2014, ως έγγαμη, με 29ετή προϋπηρεσία, δικαιούταν, με βάση την Δ.Α., 1.279,33 ευρώ (= 1.163,03 ευρώ + 116,30 ευρώ), ο βασικός μισθός, αναλογικά προσαρμοσμένος, ανερχόταν σε 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.302,92 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ), πλέον 1.853,08 ευρώ, πέραν του βασικού και, συνολικά, 3.156 ευρώ (= 1.302,92 ευρώ + 1.853,08 ευρώ).
Επίσης, έλαβε για δώρο Πάσχα, 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ : 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 65,74 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 926,54 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.643,74 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 65,74 ευρώ + 926,54 ευρώ). Για επίδομα αδείας, έλαβε 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ: 2), πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 929,78 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ: 2) και, συνολικά, 1.578 ευρώ (592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 929,78 ευρώ).
Για δώρο Χριστουγέννων, έλαβε βασικό μισθό 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 131,48 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 1.853,08 ευρώ και, συνολικά, 3.287,48 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ + 131,48 ευρώ + 1.853,08 ευρώ). (στ).- Για δώρο Πάσχα έτους 2015, έχει λάβει 592,24 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ : 2), πλέον επιδόματος γάμου 59,23 ευρώ (= 118,45 ευρώ: 2), πλέον προσαύξησης επιδόματος αδείας 38,33 ευρώ, πλέον επιδόματος ελευθεριότητας εργοδότη 926,54 ευρώ (= 1.853,08 ευρώ : 2) και, συνολικά, 1.616,34 ευρώ (= 592,24 ευρώ + 59,23 ευρώ + 38,33 ευρώ + 926,54 ευρώ). (ζ).- Για αποζημίωση απόλυσης, έλαβε 1.184,47 ευρώ πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, ήτοι 1.302,92 ευρώ (= 1.184,47 ευρώ + 118,45 ευρώ), πλέον 1.853,08 ευρώ, πέραν του βασικού και, συνολικά, 14.728 ευρώ {= 3.682 ευρώ [= 3.156 ευρώ (= 1.302,92 ευρώ + 1.853,08 ευρώ + 526 ευρώ (= 1/6 Χ 3.156) ευρώ ] Χ 4 μήνες}, εκ των οποίων 8.647,72 ευρώ {= 2.161,93 ευρώ [= 1.853,08 ευρώ + 308,85 ευρώ (= 1/6 Χ 1.853,08 ευρώ)] Χ 4 μήνες}, αντιστοιχούν στην αποζημίωσή της, πέραν του δώρου εργασίας της ...
Δεν πλήττεται, με λόγο έφεσης, το αποτέλεσμα του υπολογισμού των διαφορών αυτών. Ο ισχυρισμός, που προέβαλε η ενάγουσα, τον οποίο επαναφέρει, με λόγο εφέσεως ότι δεν υπήρξε συμφωνία περί κλειστού μισθού, που θα περιλάμβανε την αμοιβή για τη δίωρη, πέραν του οκταώρου απασχόλησή της και ότι το ποσό των 3.156 ευρώ μικτά είχε συμφωνηθεί μόνο για την οκτάωρη απασχόλησή της, με δεδομένο ότι ήταν προϊσταμένη τμήματος είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσία αβάσιμος.
Συγκεκριμένα, στο από 31.7.20.. μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που η ίδια η ενάγουσα είχε αποστείλει προς την υπάλληλο του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης Χ. Λ., διαμαρτυρόμενη για την πρόταση μείωσης των αποδοχών της, αναφέρει, ρητά, μεταξύ άλλων ότι: Όπως σας έχω ήδη ενημερώσει ο μισθός, που είχα κανονίσει, με την εταιρία, είναι EURO 2200 (ενν.
καθαρά), μηνιαίως, κλειστά, γι' αυτό και δεν αποδέχομαι οποιαδήποτε μείωση στο συγκεκριμένο ποσό. Ο ισχυρισμός, που η ενάγουσα επικαλείται για την αναγραφή 'κλειστά' ότι δηλαδή σημαίνει καθαρό ποσό, μη επιδεχόμενο μειώσεις, τυγχάνει, προφανώς, ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η έννοια του χαρακτηρισμού του μισθού, ως 'κλειστά', είναι η κάλυψη από τον καταβαλλόμενο υπέρτερο του νομίμου μισθού, διαφόρων απαιτήσεων του εργαζομένου, μεταξύ των οποίων και για άνω του οκταώρου απασχόλησή του.
Υπό την ερμηνεία, που δίδει η ενάγουσα στον χαρακτηρισμό των αποδοχών, ως 'κλειστές', οι αποδοχές απάντων των εργαζομένων είναι κλειστές, δεδομένου ότι ουδέποτε διαλαμβάνονται, κατά τη σύναψη των εργασιακών συμβάσεων, συμφωνίες περί μείωσης των αποδοχών για την παροχή ιδίου είδους και υπό το ίδιο χρονικό πλαίσιο εργασίας, ...
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα απασχολήθηκε, συνεχώς, στην ως άνω εταιρία έως την 16.5.2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, η ενάγουσα εργάσθηκε, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή πέντε εργάσιμες ημέρες, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 9.00 έως 19.00, απασχολούμενη, καθημερινά, πέραν του συμβατικού της ωραρίου κατά δύο ώρες ...
Ακολούθως, οι πρώτες ώρες υπερεργασίας, εβδομαδιαίως ήτοι η πρώτη, μετά του οκταώρου, ώρα κάθε ημέρας, συνιστά υπερεργασιακή απασχόληση, οι οποίες αμείβονται, εάν πραγματοποιήθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010, υπό το καθεστώς του ν. 3385/2005, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά (25%), ενώ, από την 15.7.2010 και εντεύθεν, ...
με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 20% (ν. 3863/2010). Οι αγωγικές απαιτήσεις, μολονότι έχουν προκύψει από ωρομίσθιο, που έχει υπολογισθεί, ... λαμβάνοντας, ως βάση, το συνολικό κλειστό μισθό των 3.156 ευρώ και όχι, ως έδει, με βάση το βασικό μισθό των 1.184,47 ευρώ, πλέον επιδόματος γάμου 118,45 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.302,92 ευρώ (ήτοι μη υπολογιζομένης της πρόσθετης τακτικής παροχής, αφού ...
ζητούμενο είναι, αν η πρόσθετη αυτή παροχή καλύπτει την οφειλόμενη αξίωση αμοιβής για υπερεργασιακή απασχόληση), ανέρχονται σε 509,82 ευρώ, μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010 (3.313,80 ευρώ : 6,5 μήνες χρονικού διαστήματος) -ενώ, υπό ορθό υπολογισμό, ανέρχονται κάτω από το μισό του ποσού αυτού. Με δεδομένο ότι όπως αναφέρεται ανωτέρω, η ενάγουσα λάμβανε ποσό 1.853,08 ευρώ, μηνιαίως, άνω του βασικού μισθού για αμοιβή της, πέραν του 8ώρου απασχόλησής της, καθίσταται προφανές ότι οι αξιώσεις της για την υπερεργασία, κατόπιν της ως άνω ειδικής συμφωνίας τους, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010, έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί, με καταλογισμό - συμψηφισμό.
Ομοίως και οι απαιτήσεις της για διαφορές Χριστουγέννων, ετών 2010 έως 2014, ένεκα παρασχεθείσας υπερεργασίας, έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί, με καταλογισμό - συμψηφισμό, αφού ανέρχονται από 504,41 ευρώ έως 513,77 ευρώ, που υπολείπονται, κατά πολύ, του χρηματικού ποσού των 1.853,08 ευρώ, που λάμβανε η ενάγουσα, ως πρόσθετη παροχή επιδόματος Χριστουγέννων.
OL απαιτήσεις της για διαφορές επιδομάτων Πάσχα, ετών 2010 έως και 2015, έχουν ωσαύτως υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί, με καταλογισμό - συμψηφισμό, αφού ανέρχονται σε ποσά από 253,20 ευρώ έως 280,80 ευρώ, ενώ έχει λάβει, για την αιτία αυτή, 926,54 ευρώ, επιπροσθέτως, ως δώρο Πάσχα, για την αναλογία υπερεργασίας, επιπλέον του βασικού μισθού ...
Οι απαιτήσεις της ενάγουσας για διαφορές επιδομάτων αδείας, λόγω ενσωμάτωσης , σε αυτά, αναλογίας αμοιβής υπερεργασίας για τον επίδικο χρόνο (2010 - 2014), ανέρχονται από 243,08 ευρώ έως 246,61 ευρώ, οι οποίες έχουν υπερκαλυφθεί, ήτοι έχουν εξοφληθεί, με καταλογισμό - συμψηφισμό, με δεδομένο ότι η ενάγουσα έχει λάβει προς κάλυψη των απαιτήσεων αυτών, ως ανωτέρω αναφέρεται, ποσό 929,78 ευρώ έκαστο έτος.
Τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο, έχει υπερκαλυφθεί, ήτοι έχει εξοφληθεί, με καταλογισμό - συμψηφισμό και η αξίωσή της για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, λόγω ενσωμάτωσης στο ποσό της αποζημίωσης της αναλογίας υπερεργασίας, που υπολογίζει, πέραν του κλειστού μισθού των 3.156 ευρώ, που λάμβανε, αφού, σύμφωνα με το αγωγικό δικόγραφο, οι σχετικές αξιώσεις ανέρχονται σε 2.248,72 ευρώ, ενώ η εναγομένη έχει ήδη καταβάλει, για το λόγο αυτό, 8.647,72 ευρώ ...
Η συμφωνία των διαδίκων, κατά το σκέλος, που αφορά την υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, ... είναι άκυρη.
Αναφορικά, με την αιτούμενη αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 8.3.2011 έως και 31.12.2012, είχε εφοδιασθεί, με τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες για την απασχόληση μέρους του προσωπικού της, μεταξύ του οποίου και της ενάγουσας, για δύο ημέρες, καθημερινώς, επί δύο ώρες πέραν του οκταώρου και, ως εκ τούτου, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα εργάσθηκε νομίμως υπερωριακώς (βλ.
την υπ' αριθμ. 596/8.3.2011 άδεια υπερωριακής εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για το χρονικό διάστημα από 8.3.2011 έως 30.6.2011, την υπ' αριθμ. πρωτ. 1404/30.6.2011για το χρονικό διάστημα από 1.7.2011 έως 31.12.2011, την υπ' αριθμ. πρωτ. 45/4.1.2012 άδεια για το χρονικό διάστημα από 4.1.2012 έως 30.6.2012 και την υπ' αριθμ. πρωτ. 1334/2.7.2012 άδεια για το χρονικό διάστημα από 2.7.2012 έως 31.12.2012).
Η οφειλόμενη σε αυτή αμοιβή για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχεται, μηνιαίως, σε 273,75 ευρώ {= 25 ώρες Χ 10,95 ευρώ (= βασικός μισθός 1.184,47 ευρώ + επίδομα γάμου 118,45 ευρώ = 1.302,92 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 = 7,82 ευρώ + 40% προσαύξηση)}. Κατά τα λοιπά χρονικά διαστήματα από 1.1.2010 έως 8.3.2011 και από 1.1.2013 έως 31.12.2014, εργάσθηκε κατά μία ώρα, ημερησίως, υπερωριακά, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις.
Το ύφος της αμοιβής της για το χρονικό διάστημα αυτό, ανέρχεται για το διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010, μηνιαίως, σε 586,50 ευρώ {= 25 ώρες Χ 23,46 ευρώ (= βασικός μισθός 1.184,47 ευρώ + επίδομα γάμου 118,45 ευρώ = 1.302,92 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 = 7,82 ευρώ + 100% προσαύξηση)} και για 14 ημέρες του Ιουλίου 586,50 ευρώ Χ 14/30 = 253,70 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 8.3.2011 και από 1.1.2013 έως 31.12.2014, σε 508,50 ευρώ {= 25 ώρες Χ 20,34 ευρώ (= βασικός μισθός 1.184,47 ευρώ + επίδομα γάμου 118,45 ευρώ = 1.302,92 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 = 7,82 ευρώ + 80% προσαύξηση)}, μηνιαίως.
Με δεδομένο ότι η οφειλόμενη αμοιβή για μία ώρα υπερεργασίας για την χρονική περίοδο από 1.1.2010 έως 14.7.2010, ανέρχεται σε 244,50 ευρώ {= 25 ώρες Χ 9,78 ευρώ (= βασικός μισθός 1.184,47 ευρώ + επίδομα γάμου 118,45 ευρώ = 1.302,92 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 = 7,82 ευρώ + 25% προσαύξηση)}, μηνιαίως και για την χρονική περίοδο από 15.7.2010 έως 31.12.2014, σε 234,50 ευρώ {= 25 ώρες Χ 9,38 ευρώ (= βασικός μισθός 1.184,47 ευρώ + επίδομα γάμου 118,45 ευρώ = 1.302,92 ευρώ : 25 Χ 6 ημέρες : 40 = 7,82 ευρώ + 20% προσαύξηση)}, μηνιαίως, ενώ η ενάγουσα για το χρονικό αυτό διάστημα έχει εισπράξει, πέραν των νομίμων αποδοχών της, ποσό 1.853,08 ευρώ, μηνιαίως, προς κάλυψη της αμοιβής της για την πέραν του δώρου απασχόλησή της, συνάγεται ότι λόγω της μεγάλης διαφοράς του επιπρόσθετου ποσού, που λάμβανε για την υπερωριακή της απασχόληση (αθροιστικά, της υπερεργασίας και της υπερωριακής της απασχόλησης), εν σχέσει με την αξία αυτής, δεν τηρούσε ουδεμία αμφιβολία περί του ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, που της κατέβαλε η εναγομένη, υπερκάλυπταν και με το παραπάνω τις ανωτέρω αξιώσεις της, που, αθροιστικά, υπολογιζόμενες, ανέρχονταν σε πολύ μικρότερα ποσά από το ποσό των 1.853,08 ευρώ, που η ενάγουσα εισέπραττε, πέραν των νομίμων αποδοχών της, για το λόγο αυτό.
Η ενάγουσα, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας της και μετά τη λήξη αυτής, γνώριζε, λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ του καταβαλλόμενου επιπλέον μισθού της και των αξιώσεών της για απασχόληση πέραν του οκταώρου ότι η συμφωνία περί των αποδοχών της, που είχε συνάψει με την εναγομένη, ήταν πέραν του αναμενόμενου, με βάση τα οικονομικά δεδομένα της επίδικης περιόδου (οικονομική κρίση), συμφέρουσα οικονομικώς γι' αυτήν.
Άλλωστε, μολονότι εξέφραζε, ενεργώς και συνεχώς, τις απαιτήσεις της, όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για τους συναδέλφους της, η ενάγουσα, μετά βεβαιότητας, εάν πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία, που δεν θα αμειβόταν, θα είχε διαμαρτυρηθεί άμεσα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι υπέγραψε (η ενάγουσα) την καταγγελία της συμβάσεώς της '...
Με κάθε επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου' και ότι αμέσως μετά την απόλυσή της, την 8.7.2015, προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του Κεντρικού Τομέα Πειραιά, ζητώντας την υπερεργασιακή και υπερωριακή αμοιβή για την απασχόλησή της, από την 1.1.2010 έως την απόλυσή της, καθ' όσον τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, ήτοι, το πρώτο, κατά την απόλυσή της και, το δεύτερο, μετά από αυτήν (απόλυση).
Σημειωτέον ότι από το προαναφερόμενο από 31.7.20.. μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ενάγουσας προς την υπάλληλο του Τμήματος Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης Χ. Λ. και το από 31.7.20.. απαντητικό μήνυμα της τελευταίας προς την ενάγουσα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, μολονότι εισέπραττε αποδοχές ποσού 2.200 ευρώ καθαρά, μηνιαίως, διαμαρτυρήθηκε, όπως είχε δικαίωμα για ποσό των επτά (7) ευρώ, που της παρακρατήθηκε από το μήνα Ιούνιο του 2008, μάλιστα δε, προέβη στην εν λόγω διαμαρτυρία, λίγους μήνες μετά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας της, τον Ιανουάριο του 2008, ως νεοπροσληφθείσα, το οποίο σημαίνει ότι εξ αρχής, η ενάγουσα προέβαλε, όπως έπρεπε, κάθε οικονομική της αξίωση.
Ακόμη και για άλλους υπαλλήλους, η ενάγουσα απαιτούσε, με σθένος, επιπλέον αμοιβή, όπως για τις υπαλλήλους Α.Μ. και Ε.Κ.. Ως εκ τούτου, λόγω του συγκεκριμένου ευθέος και διεκδικητικού χαρακτήρα και στάσης της ενάγουσας η μη διαμαρτυρία της δημιουργούσε εδραία και εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι η συμφωνία, στην οποία είχαν έλθει, ήταν συμφέρουσα για την ενάγουσα και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της.
Άλλωστε, η πληρωμή σε αυτήν αμοιβής τριπλάσιας περίπου από αυτήν, που θα εισέπραττε, εάν δεν είχαν συνάψει συμφωνία κλειστού μισθού, είχε λάβει χώρα υπό την αυτονόητη προϋπόθεση να μην προβεί η ενάγουσα εκ των υστέρων σε διεκδικήσεις, σε βάρος της εναγομένης, παραιτούμενη σαφώς από τη διεκδίκηση μίας ώρας υπερωρίας, ημερησίως, που η αξία της ήταν πολύ μικρή, σε σχέση με την αμοιβή, που της κατέβαλε η εναγομένη.
Κατά τον τρόπο αυτό, η καταβολή στην ενάγουσα τριπλάσιου σχεδόν ποσού από το νόμιμο, δημιουργούσε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα, σε συνδυασμό με το ότι επί σειρά ετών ουδέποτε διατύπωσε διαφωνία, σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών της και ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί για το λόγο αυτό, ενώ προέβαινε σε άλλες διαμαρτυρίες για άλλα οικονομικά ζητήματα, είναι πλήρως ικανοποιημένη, δεν διατηρεί αξίωση από την επίδικη αυτή αιτία και ουδέποτε θα επανέλθει να διεκδικήσει μία ώρα υπερωριακή απασχόληση την ημέρα, η αξία της οποίας δεν υπερβαίνει, μηνιαίως, τα 600 ευρώ, από τη στιγμή, που της καταβάλει παραπάνω 1.800 ευρώ, περίπου, το μήνα.
Η καταβολή τέτοιου ύψους χρηματικού ποσού πέραν του νομίμου και μάλιστα υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης προς κάλυψη της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, η οποία ήταν σταθερή και δεν υπερέβαινε τις δύο ώρες ημερησίως, σε συνδυασμό με τη στάση της ενάγουσας, η οποία απολάμβανε, από την έναρξη της απασχόλησης της, το έτος 2008 έως και τη στιγμή της απόλυσης της, τις επαρκέστατες αμοιβές της εναγομένης, μη θέσεως εκ μέρους της θέματος υπερωριακής απασχόλησης, εν όψει της λήψεως των ανωτέρω μεγάλου ύψους αμοιβών καθώς ο τρόπος αμοιβής της αυτός, δια του κλειστού μισθού, ήταν πιο συμφέροντες από την καταβολή σε αυτήν των τακτικών αμοιβών, που θα λάμβανε, εάν πληρωνόταν τις υπερωρίες, ξεχωριστά, χωρίς ενσωμάτωση στο μισθό της, σε καμία περίπτωση, δεν θα λάμβανε χώρα, εάν η εναγομένη είχε την υπόνοια ότι η ενάγουσα δεν ήταν ευχαριστημένη με τον ως άνω τρόπο αμοιβή της.
Η λήψη από την ενάγουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα, επιπλέον της νόμιμης αμοιβής της ποσού 96.696,60 ευρώ (= 1.859,55 ευρώ Χ 13 μισθούς Χ 4 έτη), δεν θα λάμβανε χώρα, εάν υπήρχε υπόνοια εκ μέρους της εναγομένης ότι η ενάγουσα, όχι μόνο θα διεκδικούσε δύο ώρες εργασίας άνω του οκταώρου, αλλά και θα λάμβανε και ως βάση υπολογισμού της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησής της και τις ανωτέρω υπέρτερες αποδοχές, που της κατέβαλε προς διεκδίκηση διπλάσιου σχεδόν κόστους της υπερωριακής εργασίας.
Η μεταγενέστερη επιδίωξη των αξιώσεων αυτών συνιστά, σε κάθε περίπτωση, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καθ' όσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι (α).- είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι απαιτήσεις αυτές (για την πέραν του δώρου απασχόλησή της) θα καλύπτονταν (συμψηφίζονταν) με την καταβολή σε αυτήν αποδοχών μεγαλύτερων (υπέρτερων) αυτών, που προβλέπονταν από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, (β).- είχε γίνει δεκτό και από την ίδια την ενάγουσα ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, που λάμβανε, κάθε μήνα, αποτελούσαν το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της, που περιλάμβανε και τις αποδοχές για τις προαναφερόμενες αιτίες, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής, (γ).- ουδέποτε ασκήθηκαν οικονομικές διεκδικήσεις από την ενάγουσα, που προέβαινε σε οικονομικές διεκδικήσεις υπέρ τρίτων και ενίοτε και υπέρ του εαυτού της για διεκδίκηση ακόμη και ποσού της τάξεως των επτά (7) ευρώ, δημιουργώντας την εδραία πεποίθηση στην εναγομένη ότι θα έθετε υπ' όψη της (εναγομένης) οιαδήποτε αντίρρησή της, ως προς τον τρόπο καταβολής και το ύψος της αμοιβής της και, συνεπώς ότι δεν έχει σχετικό δικαίωμα, (δ).- η επί μακρό χρόνο καταβολή εκ μέρους της εναγομένης στην ενάγουσα τριπλασίων των νομίμων αποδοχών, προφανώς, τελεί σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, που επιθυμούσε την απολαβή των ανωτέρω αμοιβών, (ε).- με την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας, επιχειρείται η ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, στο πλαίσιο της ομαλής εργασιακής σχέσης και η πρόκληση στην εναγομένη, αντίστοιχου με την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας ποσού, επαχθών συνεπειών, που είναι η επιβολή σε αυτήν πρόσθετης υποχρέωσης για καταβολή αμοιβής για εργασία, που ήδη έχει ικανοποιηθεί και με το παραπάνω, εμφανίζουσα πλέον αυτή ως οφειλέτρια, μολονότι ανταποκρινόταν στις οικονομικές της υποχρεώσεις απέναντι της (ενάγουσας), προξενώντας δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική της ζωή, πλήττοντας τη φήμη της δια της δημιουργίας της εντύπωσης ότι δεν καταβάλει σε εργαζόμενους της τα νόμιμα.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καθίσταται καταχρηστική, ... ως υπερβαίνουσα προφανώς τα κατά το άρθρο 281 του ΑΚ όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω κονδύλιο της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας, ως ασκουμένου δια της ένδικης αγωγής, κατά κατάχρηση δικαιώματος, δεκτής γενομένης, ως ουσία βάσιμης, της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, την οποία προέβαλε, πρωτοδίκως, την οποία επαναφέρει νομίμως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας".
Κατά τις προηγούμενες παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ο Π. Π., την …, ήτοι κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψεως της … ένορκης βεβαιώσεώς του, ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Ζ., δεν είχε την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης (εναγομένης). Έτσι και κατά τα εκτεθέντα στην (I) μείζονα σκέψη, η …επίμαχη ένορκη βεβαίωση, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, είναι υποστατή και το δικαστήριο της ουσίας, που την έλαβε υπ' όψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (α) ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Στην 560/2018 απόφαση, περιέχεται βεβαίωση ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπ' όψη, μεταξύ άλλων "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" ενώ, περαιτέρω, στο αιτιολογικό της αποφάσεως, γίνεται ρητή αναφορά στην επίμαχη ατομική σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας (εναγούσης). Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε, πέραν από την ατομική σύμβαση εργασίας, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά, όπως ειπώθηκε και τα λοιπά επίμαχα έγγραφα, ήτοι τους 'λογαριασμούς ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α.', που αφορούν την αναιρεσείουσα, το υπ' αριθμ. πρωτ…./14.1.2011 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας και το με αριθμό … πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην (I) μείζονα σκέψη, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά το αποδεικτικό του πόρισμα για την αμοιβή υπερεργασίας της αναιρεσείουσας, υπολόγισε το ωρομίσθιο, όπως αυτό οφειλόταν και καταβαλλόταν, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, ενώ δεν συνυπολόγισε οποιεσδήποτε πρόσθετες τακτικές παροχές, που δεν καταβάλλονταν, κατά το χρόνο παροχής της υπερεργασίας.
Το εφετείο δέχθηκε ότι κατά τη σύμβαση εργασίας, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ελάμβανε μικτές αποδοχές, "υπέρτερες των νομίμων", που προβλέπονταν από την 11/2008 Δ.Α. και, συγκεκριμένα, πλέον των νομίμων αποδοχών κατά την 11/2008 Δ.Α., ελάμβανε, τακτικώς, μηνιαίως, "το επίδομα ελευθεριότητας του εργοδότη" (αναιρεσίβλητης - εναγομένης), το οποίο, περαιτέρω, με βάση την "έγκυρη" ρητή συμφωνία των διαδίκων, "καταλογίζεται" στις "αξιώσεις" της αναιρεσείουσας για υπερεργασία, ενώ η υπερεργασία και η υπερωρία "δεν θα υπερβαίνουν, συνολικά, τις δύο ώρες ημερησίως".
Έτσι και κατά τα εκτεθέντα στην (II) μείζονα σκέψη, το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τα ισχύοντα άρθρα 4 της από 26.2.1975 Ε.Σ.Σ.Ε. (άρθρο 'μόνο' ν. 133/1975) και 4 ν. 2874/2000, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται, διότι ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα στο πραγματικό αυτών των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο πιο πάνω πέμπτος λόγος αναιρέσεως (έκτος λόγος, κατά την από παραδρομή αρίθμηση στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως) από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με τις προηγούμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, όσον αφορά το αποδεικτικό του πόρισμα για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας από την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας της, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 281 ΑΚ ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δηλ.
στο αιτιολογικό της 560/2018 αποφάσεως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, η αναιρεσείουσα, "επί σειρά ετών", ήτοι καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την 1.1.2008 - ημερομηνία προσλήψεως μέχρι την 30.6.2015 - ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από την αναιρεσίβλητη (α).- απεδέχθη, ως οικονομικώς συμφέρουσα για την ίδια (αναιρεσείουσα), τη συμφωνία της μετά της αναιρεσίβλητης, ως προς την παράνομη υπερωριακή εργασία, (β).- δεν διαμαρτυρήθηκε για παράνομη υπερωριακή εργασία της, που δεν αμειβόταν και (γ).- η μη διαμαρτυρία της δημιουργούσε στην αναιρεσίβλητη εύλογη πεποίθηση ότι η συμφωνία αυτή ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της.
Τα γεγονότα αυτά και κατά τα εκτεθέντα σης μείζονες σκέψεις, εμφανίζουν συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσείουσας, η οποία (συμπεριφορά) υπερακοντίζει, καταδήλως, τα όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος ενώ, δεν απαιτείται να έχουν δημιουργηθεί από την άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος της αναιρεσείουσας και αφόρητες συνέπειες για την αναιρεσίβλητη.
Μετά ταύτα, ο ως άνω έκτος λόγος αναιρέσεως (έβδομος λόγος, κατά την από παραδρομή αρίθμηση στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως), κατά τις υπό στοιχεία (ϊ) και (ii) μερικότερες αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 4.6.2019 αίτηση για αναίρεση της 560/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, στο σύνολο της.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.6.2019 αίτηση για αναίρεση της 560/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ