Legislator Case Law & Legislation
1115/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court's rejection of default judgment appeal due to lack of force majeure.

Case Number 1115/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the High Court's decision rejecting an appeal against a default judgment. The appellant argued that force majeure prevented her from appearing in court, but the High Court found no such unforeseeable events occurred. The Supreme Court ruled that since the High Court's finding did not affect the substantive outcome, the appeal was inadmissible and the appellant must pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting an appeal against a default judgment is inadmissible if the lower court correctly found no force majeure, as this does not alter the substantive result.

Keywords

AI generated
appeal against default judgment force majeure requirement inadmissible appeal substantive outcome unaffected costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1115 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1115/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου που ανακάλεσε την από 17/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2576/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3657/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 8/7/2014 ανακοπή της επί της οποίας εκδόθηκε η 2732/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείουσα με την από 23/6/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2732/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 3657/2012 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην της και είχε απορρίψει, λόγω της ερημοδικίας της, την έφεση που είχε ασκήσει κατά της 2576/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ασκηθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη σε βάρος της αγωγή και είχε υποχρεωθεί να καταβάλει το επιδικασθέν χρηματικό ποσό ως αμοιβή από την εκτέλεση σύμβασης έργου.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 29/1998, ΑΠ 156/2017). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ? ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 576/2017). Εφόσον, δε, ο λόγος αυτός προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1280/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2001/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται και αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου που ερημοδικάστηκε ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.

Περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (ΟλΑΠ 29/1992). Αποτελεί, δηλαδή, η δικονομική ανώτερη βία, έννοια, που συμπίπτει με την ομώνυμη έννοια της κατ' άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ ανώτερης βίας και ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της προς την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 484/2010, ΑΠ 302/2007).

Διαφοροποιείται, δε, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, καθόσον αυτή συνεπάγεται τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της αδυναμίας του διαδίκου και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί, για τον διάδικο που ερημοδικάσθηκε, και η αιφνίδια βαριά ασθένεια του διαδίκου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης ή παραστάσεως του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1568/2013, ΑΠ 1260/2012).

Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή του συγγενικού του προσώπου, που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παρασταθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 273/2013, ΑΠ 598/2012). Η πιο πάνω διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 764/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας η ανακόπτουσα ζητεί να εξαφανιστεί η υπ' αριθμ. 3657/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε ερήμην αυτής επί της από 4-3-2011 (με αριθ.

καταθ. 1532/2011) συζητηθείσας στις 26-4-2012, έφεσής της κατά της υπ' αριθμ. 2576/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, ομοίως, είχε εκδοθεί ερήμην της, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28-3-2007 (με αριθ. καταθ. 103896/4687/2007 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη καθ' ης η ανακοπή και με την οποία αναγνωρίστηκε ότι, για την αιτία που στην απόφαση αυτή αναφέρεται, η ίδια (εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη ανακόπτουσα) οφείλει στην αντίδικό της το ποσό των εκατόν τριάντα μίας χιλιάδων εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτών (131.176,70 ευρώ).

Επικαλείται δε προς τούτο λόγους ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα ότι κατά την προηγουμένη της δικασίμου, η οποία είχε οριστεί για τη συζήτηση της ως άνω έφεσής της, και συγκεκριμένα στις 25-4-2012, προέκυψε αντικειμενική αδυναμία παράστασης και προσήκουσας εκπροσώπησής της, διότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Σ.

Β., υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο, οφειλόμενο σε καρδιακή πάθηση, και ασχολήθηκε με τη φροντίδα της υγείας του (υποβλήθηκε σε ιατρική παρακολούθηση, διαγνωστικές εξετάσεις κλπ). Εξαιτίας δε της αδυναμίας αυτής του νομίμου εκπροσώπου της, δεν κατέστη δυνατή η παροχή εντολής στον πληρεξούσιο δικηγόρο της για την εκπροσώπησή της, ούτε η χορήγηση στον τελευταίο των αποδεικτικών εγγράφων, που αποδεικνύουν την επικαλούμενη με τον οικείο περί συμψηφισμού ισχυρισμό της ανταπαίτησή της κατά της καθ' ης η ανακοπή, προκειμένου να προσκομιστούν αυτά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε, ακόμη, και η υπόδειξη, από τον άνω νόμιμο εκπρόσωπό της, μάρτυρα, ο οποίος, λόγω της ερημοδικίας της κατά την πρωτοβάθμια δίκη, θα εξεταζόταν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τούτου, και η επικοινωνία με αυτόν (μάρτυρα), ούτε, τέλος, και η παροχή εξηγήσεων, διευκρινήσεων και στοιχείων στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, περί των οποίων γνώριζε μόνο ο εν λόγω νόμιμος εκπρόσωπός της.

Τόσο δε τα μέλη της οικογένειας του νομίμου εκπροσώπου της όσο και οι συνεργάτες του και λοιποί υπάλληλοι αυτής (ανακόπτουσας), ασχολούμενοι με το ζήτημα του αιφνίδιου προβλήματος υγείας του, ενημέρωσαν τον πληρεξούσιο δικηγόρο της μόνο για το γεγονός αυτό, χωρίς να είναι σε θέση του να του παράσχουν οποιαδήποτε άλλη συνδρομή, ενώ ο τελευταίος, ακριβώς εξαιτίας του ξαφνικού τούτου γεγονότος, κατά την ορισθείσα για τη συζήτηση της έφεσης δικάσιμο υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής της υπόθεσης για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην ανάγκη προσκομιδής αποδείξεων που καθίστατο ανέφικτη λόγω του αιφνίδιου κωλύματος του νομίμου εκπροσώπου της, το οποίο όμως απορρίφθηκε.

Ο λόγος της ανακοπής, ωστόσο, δεν είναι νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι τα περιστατικά, που η ανακόπτουσα επικαλείται, και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν ανώτερη βία, κατά την έννοια που τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσεται. Ειδικότερα, ενώ ως γεγονός ανώτερης βίας δύναται, κατά τα άνω εκτιθέμενα, να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαριά ασθένεια του διαδίκου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παράστασής του και νομιμοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, συνακόλουθα δε, όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, βαριά ασθένεια του νομίμου εκπροσώπου του, ο οποίος, κατά την υιοθετούμενη από το νόμο "οργανική" θεωρία, εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου, το οποίο εκπροσωπεί, η ανακόπτουσα δεν επικαλείται τέτοια ασθένεια του νομίμου εκπροσώπου της, η οποία, περαιτέρω, να προκάλεσε την προαναφερόμενη αδυναμία.

Και αυτό γιατί δεν δύναται να θεωρηθεί ως αιφνίδια βαριά ασθένεια το ιστορούμενο, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ως προς τις περαιτέρω συνέπειές του, λιποθυμικό επεισόδιο, έστω και αν αυτό οφείλεται σε, επίσης μη ακριβέστερα προσδιοριζόμενη, καρδιακή πάθηση. Μόνη δε η περαιτέρω αναφορά σε απαιτηθείσα, εξαιτίας του λιποθυμικού επεισοδίου, υποβολή του νομίμου εκπροσώπου της σε "ιατρική παρακολούθηση, διαγνωστικές εξετάσεις κλπ" και εν γένει ότι ο τελευταίος ασχολήθηκε με τη φροντίδα της υγείας του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αιφνίδιας βαριάς ασθένειας, που πλέον, ως τέτοια, κατέστησε έκτοτε αδύνατη την ενασχόληση του νομίμου εκπροσώπου της με τα ζητήματα που αφορούσαν την παράστασή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, δηλαδή ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η ανακόπτουσα επικαλείτο πράγματι αιφνίδια βαριά ασθένεια του νομίμου εκπροσώπου της, με βάση τα ιστορούμενα, κατά τα λοιπά, στην ίδια ανακοπή δεν μπορεί να συναχθεί αδυναμία παράστασης της ανακόπτουσας, και δη υπό τις περιστάσεις που περαιτέρω εκτίθενται, μη δυναμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Και τούτο, πιο αναλυτικά, για τους εξής λόγους: Η ανακόπτουσα μπορούσε να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η δε σχετική εντολή μπορούσε να έχει χορηγηθεί στον τελευταίο από το νόμιμο εκπρόσωπό της καθ' όλο το προηγούμενο, μετά την άσκηση της έφεσης και τον προσδιορισμό της δικασίμου αυτής, διάστημα, χωρίς ν' αναμένεται να δοθεί αυτή (εντολή) κατά την προτεραία της δικασίμου ή κατά την ίδια ημέρα εκδίκασης της έφεσης.

Εξάλλου, αυτή καθεαυτή η παράσταση της ανακόπτουσας δια πληρεξουσίου δικηγόρου δεν θ' αρκούσε για να λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσής της, αφού προς τούτο θα έπρεπε, επιπροσθέτως, να έχει καταθέσει και έγγραφες προτάσεις (άρθρ. 94 παρ. 1, 115 παρ. 3, 524 παρ. 1, 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρ. 524 παρ. 1 ισχύει μετά την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρ. 44 παρ. 1 ν. 3994/2011 και η παρ. 1 του άρθρ. 237 μετά την εκ νέου αντικατάσταση αυτού του άρθρου με το άρθρ. 23 του ν. 3994/2011, βλ.

και Σ. Σ., Η Έφεση, έκδ. στ' παρ. 1007, 1007α, 1050 και 1078). Οι δε προτάσεις αυτές- όπως και τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, των οποίων θα γινόταν επίκληση-επειδή επρόκειτο για έφεση που ασκήθηκε από την νυν ανακόπτουσα, η οποία δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρούσα, κατ' απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, θα έπρεπε να έχουν κατατεθεί (όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 524 παρ. 1 εδ.

α' και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτές κατά τα ανωτέρω ισχύουν) είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, που είχε οριστεί για την εκδίκαση της έφεσης, και το εικοσαήμερο αυτό θα έπρεπε να έχει παρεμβληθεί μεταξύ της ημέρας συζήτησης της υπόθεσης και της ημέρας κατάθεσης των προτάσεων, χωρίς οι ημέρες αυτές (συζήτησης και κατάθεσης) να υπολογίζονται στην προθεσμία.

Κατάθεση προτάσεων, όμως, και δη προ εικοσαημέρου (20ημέρου) πριν τη δικάσιμο που είχε οριστεί για τη συζήτηση της έφεσής της, έτσι ώστε να απαιτείτο μόνο η παράστασή της μετά ή δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου κατά την εν λόγω δικάσιμο, η ανακόπτουσα δεν επικαλείται με την ανακοπή της, όπως, παραλλήλως, δεν επικαλείται με το ένδικο αυτό μέσο της και ότι εξαιτίας της μη κατάθεσης των προτάσεών της θα ζητούσε την αναβολή της συζήτησης της έφεσής της για σπουδαίο λόγο, που επιπροσθέτως θα έπρεπε, για μια τέτοια αναβολή, να συντρέχει, κατ' άρθρ. 241 ΚΠολΔ (βλ.

και Β. Β., ΚΠολΔ, τόμ. Θ' - Σημπλρωμ., άρθρ. 241, αρ. 2). Η δε αναφορά το πρώτον στην από 14-4-2015 προσθήκη των προτάσεων που η ίδια κατέθεσε για την προκείμενη (ήτοι για το υπό κρίση ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας) δίκη, ότι η μη εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεών της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνιστούσε καθεαυτό σπουδαίο λόγο αναβολής της υπόθεσης - η οποία, μάλιστα, κατά τα εκτιθέμενα στην από 8-5-2015 (δεύτερη, και δη μετά τη συζήτηση της ανακοπής) προσθήκη των ιδίων προτάσεων, ζητήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, προς αποτροπή της ερημοδικίας της, αφού άλλωστε και η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της, αλλά δεν χορηγήθηκε - δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι οι λόγοι της ανακοπής ερημοδικίας, όπως η ανώτερη βία, δύνανται να προβάλλονται μόνο με το δικόγραφο του ενδίκου αυτού μέσου ή με προσθέτους λόγους ανακοπής (βλ.

Μ. Μ., στην ΕρμΚΠολΔ των Κ./Κ./Ν., τομ. Ι, άρθρ. 505, αριθ. 2, προβλ. ΕφΑθ 2375/1995 ΕλλΔνη1996.1384). Συνακόλουθα και με τα ανωτέρω, εξάλλου, με μέτρα επιμέλειας και σύνεσης, και μάλιστα όχι άκρας, θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, η ανακόπτουσα εκ των προτέρων, και συγκεκριμένα από την άσκηση της έφεσης και μετέπειτα, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της να έχει χορηγήσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της τα απαιτούμενα για τη συζήτηση της έφεσής της αποδεικτικά έγγραφα, προκειμένου αυτά να προσκομιστούν (εμπροθέσμως) κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπως και τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινίσεις και λοιπά στοιχεία, που θα απαιτούνταν για την εκδίκαση του εν λόγω ενδίκου μέσου (έφεσης), καθώς και να έχει υποδείξει στον ίδιο (πληρεξούσιο δικηγόρο) τον μάρτυρα, που, λόγω της ερημοδικίας της κατά τον πρώτο βαθμό, θα εξεταζόταν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έχοντας προς τούτο (ο μάρτυρας αυτός) ειδοποιηθεί εγκαίρως.

Ουδόλως, δε, με βάση όσα στην ίδια ανακοπή εκτίθενται, αλλά και εκείνα που ήδη πιο πάνω επισημαίνονται, μπορεί να γίνει δεκτό, αφού ούτε και η ανακόπτουσα επικαλείται, ότι οι πιο πάνω, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, ενέργειές της ήταν ανέφικτο να γίνουν καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα και ότι αναπότρεπτα η όλη κατά τα ανωτέρω προετοιμασία της ανακόπτουσας για τη συζήτηση της έφεσής της - που, άλλωστε, ειδικώς σε σχέση με τα αποδεικτικά έγγραφα θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχει ολοκληρωθεί με την εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων και όχι αργότερα - αναγκαστικά θα ελάμβανε χώρα κατά την προτεραία της ορισθείσας δικασίμου και έως την εκδίκασή της.

Για τον ίδιο λόγο που ανωτέρω αναφέρεται, πρέπει τέλος να σημειωθεί, και συγκεκριμένα επειδή το πρώτον περιλαμβάνεται στην άνω, από 14-4-2015, προσθήκη των προτάσεων της ανακόπτουσας και όχι στην ανακοπή ή σε πρόσθετο αυτής λόγο, δεν λαμβάνεται υπόψη και η αναφορά της τελευταίας ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της, αν δεν είχε κατά τα ανωτέρω ασθενήσει, θα εμφανιζόταν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και θα εξεταζόταν ο ίδιος για επίμαχο κατά την ασκηθείσα έφεσή της ζήτημα, το οποίο μόνο αυτός γνώριζε".

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 14 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι α) ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 501 ΚΠολΔ, θεώρησε ότι το αιφνίδιο καρδιακό επεισόδιο του νομίμου εκπροσώπου της την προτεραία της δίκης, η άμεση και επείγουσα εισαγωγή του στο νοσοκομείο και η επακολουθήσασα θεραπεία, δεν δύναται να θεωρηθεί ως αιφνίδια βαριά ασθένεια, β) διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία καθόσον, ενώ δέχεται τη συνδρομή του καρδιακού επεισοδίου, την αιτία στην οποία αυτό οφείλεται και τις συνέπειές του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν συνιστά ανώτερη βία, ενώ δεν περιλαμβάνει αιτιολογία ως προς τη μη αποδοχή των ισχυρισμών της σχετικά με την αδυναμία παράστασης χωρίς απαραίτητα στοιχεία που μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε σε σχέση με την υποβληθησόμενη ένσταση συμψηφισμού και γ) κατά παράβαση του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κήρυξε μη νόμιμη την ανακοπή ερημοδικίας ενώ ήταν νόμιμη.

Ο λόγος αυτός αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το Εφετείο με τις παρατιθέμενες παραδοχές του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς την έννοια της ανώτερης βίας. Συγκεκριμένα, το Εφετείο, δέχεται ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα με την ανακοπή της, για τη στήριξη της ανώτερης βίας που ισχυρίζεται ότι κατέστησε αδύνατη τη συμμετοχή της στη δίκη κατά τη δικάσιμο της 26-4-2012, πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της Σ.

Β. την προηγουμένη ημέρα της δικασίμου υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο, οφειλόμενο σε καρδιακή πάθηση και ασχολήθηκε με τη φροντίδα της υγείας του (υποβλήθηκε σε ιατρική παρακολούθηση, διαγνωστικές εξετάσεις κλπ) και συνεπεία αυτού προέκυψε αντικειμενική αδυναμία παράστασης και προσήκουσας εκπροσώπησης, αφού δεν κατέστη δυνατή η παροχή εντολής στον πληρεξούσιο δικηγόρο για την εκπροσώπησή της, ούτε η χορήγηση στον τελευταίο των αποδεικτικών εγγράφων για την απόδειξη επικαλούμενου ισχυρισμού συμψηφισμού ανταπαίτησής της κατά της απαίτησης της αντιδίκου της, ούτε η υπόδειξη από τον άνω εκπρόσωπο μάρτυρα που θα εξεταζόταν στο Εφετείο λόγω της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό, ούτε η παροχή εξηγήσεων, διευκρινίσεων και στοιχείων στον πληρεξούσιο δικηγόρο, δεδομένου ότι αυτά μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε δυνατότητα να παράσχει, αφενός μεν δεν παρίστανται ικανά για τη στοιχειοθέτηση ανώτερης βίας, αφετέρου δε, δεν αποτελούν στοιχεία με βάση τα οποία να συναχθεί αδυναμία παράστασης της αναιρεσείουσας στη δίκη, η οποία δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενόψει του ότι εντολή προς το δικηγόρο μπορούσε να δοθεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από την άσκηση της έφεσης και τον προσδιορισμό της δικασίμου και όχι την προηγούμενη ή την ημέρα της δικασίμου, και επίσης το ίδιο χρονικό διάστημα μπορούσε να έχει χορηγήσει τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα και να υποδείξει το μάρτυρα που θα εξετάζονταν.

Έτσι που έκρινε και απέρριψε την ανακοπή, ως μη νόμιμη, δεχθέν ότι τα άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο ανακόπτων δεν συνιστούν ανώτερη βία, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αποδιδόμενη πλημμέλεια. Ο ίδιος λόγος αναφορικά με την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος, γιατί ο λόγος της ανακοπής ως προς την επικαλούμενη ανώτερη βία απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και δεν υπήρξε κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας αυτού.

Επίσης και ο ίδιος λόγος από τον αρ. 14 είναι απαράδεκτος καθόσον ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και όχι σε ακυρότητα από το ουσιαστικό δίκαιο, όπως στην προκείμενη περίπτωση που ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και ελέγχεται μόνο από τον αρ. 1 καθόσον αφορά σε λόγο από το ουσιαστικό δίκαιο.

Η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 ΚΠολΔ (ΑΠ 363/2004). Σε περίπτωση δε που ο λόγος αυτός συνίσταται σε συνδρομή ανώτερης βίας του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο και να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα πραγματικά περιστατικά ικανά να χαρακτηριστούν ως απρόβλεπτα γεγονότα τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσαν να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως και αν συνίσταται σε ασθένεια αυτού, να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει, αν απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με δικηγόρο (ΑΠ 1537/2008, ΑΠ 42/2004).

Γεγονότα ανώτερης βίας είναι δυνατόν να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξεως, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 1588/2016, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).

Οι ισχυρισμοί αυτοί θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ? έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 118 έως 120 του ΚΠολΔ και τους λόγους της ανακοπής. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, η έννοια της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που ορίζονται στο άρθρο 501 του ΚΠολΔ, δηλαδή τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη ή μη εμπρόθεσμη κλήτευση ή τη συνδρομή λόγου ανώτερης βίας για τη μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στην ερήμην αυτού συζήτηση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση (ΑΠ 363/2004, ΑΠ 3/1995, 429/1995).

Σε περίπτωση συνδρομής ανώτερης βίας, ως λόγου ανακοπής, αν η ανώτερη βία συνίσταται σε ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του δικηγόρου στο δικαστήριο, εάν ήταν αιφνίδια και ικανή να τον εμποδίσει να παραστεί στο δικαστήριο και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλον δικηγόρο, έστω και μη συνεργάτη του (ΑΠ 1537/2008, ΑΠ 42/2004, ΑΠ 1911/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδοντας την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων στην κατ' έφεση δίκη, θα ζητούσε αναβολή της συζήτησης για σπουδαίο λόγο, καθώς, επίσης, και ότι θα εμφανιζόταν ο νόμιμος εκπρόσωπός της στη δίκη, εάν δεν συνέτρεχε ο επικληθείς λόγος ανώτερης βίας για τη μη εμφάνισή του, και θα εξετάζονταν ως μάρτυρας για το επίμαχο κατά την ασκηθείσα έφεση ζήτημα, το οποίο μόνο αυτός εγνώριζε.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους προταθέντες από την αναιρεσείουσα ανωτέρω ισχυρισμούς, αλλά απέρριψε αυτούς ως απαράδεκτους, λόγω της πρότασής τους με την προσθήκη των προτάσεων.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Τούτο διότι, ουσιώδες ζήτημα στην περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, με επίκληση συνδρομής λόγου ανώτερης βίας, είναι η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η επικαλούμενη ανώτερη βία, πραγματικά περιστατικά τα οποία παρίστανται ικανά να χαρακτηριστούν ως απρόβλεπτα γεγονότα τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσαν να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμελείας και σύνεσης και συντέλεσαν στην αδυναμία εμφάνισης του διαδίκου στη δίκη ή να ενεργήσει διαδικαστική πράξη.

Έτσι, κρίσιμο είναι εάν συντρέχει απρόβλεπτο γεγονός και εάν τούτο εμπόδισε το διάδικο να εμφανιστεί ή να ενεργήσει. Εφόσον το Εφετείο, διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχαν τέτοια πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν στην έννοια της ανώτερης βίας, τότε δεν στηρίζεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Δεν είναι, σ' αυτή την περίπτωση, ουσιώδες ποια διαδικαστική πράξη εμποδίστηκε ο διάδικος να εκτελέσει με τη μη εμφάνισή του, αφού η μη εμφάνιση αυτού δεν οφείλεται σε ανώτερη βία.

Στην προκείμενη περίπτωση, η μη λήψη υπόψη των ως άνω περιστατικών που επικαλέστηκε με την προσθήκη των προτάσεών της η αναιρεσείουσα, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα, το οποίο δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή δεν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας που να θεμελιώνει την ανακοπή ερημοδικίας, αλυσιτελώς προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, αφού και με την τυχόν παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης, δεν υπάρχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης περί απόρριψης της ανακοπής για τον ανωτέρω λόγο, αιτιολογία που αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 23-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 2732/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 529/24-6-2016 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2016 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της 2732/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ