1115/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη -Eισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1115/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1115 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1115/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη -Eισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Πάκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και Ε. Μ., που ανακάλεσε την από 13-2-2017 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. παραστάθηκε στο ακροατήριο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ. του Χ., 2)Μ. Μ., 3)Ν. Μ. του Κ., 4)Δ. Χ. του Π. και 5) Κ. Κ. του Φ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιτσάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14963/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφη, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1510/1992, ΑΠ 1505/1998, ΑΠ 1902/2001, ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 2002/2004, ΑΠ 74/2005, ΑΠ 162/2005, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 376/2006, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 1816/2008).
Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 502/1996, ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (AΠ 1492/2011, ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (AΠ 324/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους.
Περαιτέρω, όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη την σύμβαση (εργασίας) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης), καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1203/1998 ΕλΔ 41.92).
Η άρση της επισχέσεως γίνεται αυτοδικαίως είτε με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική είτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επισχέσεως, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως ν. 2112/20 και του ν. 3198/55 (ΑΠ 1803/1987 ΕΕΔ 48.176, ΑΠ 1412/1986 ΕΕΔ 46.817).
Στη προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες στην από 30.05.2012 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρουν αναλυτικά στην αγωγή και απασχολήθηκαν, με την ειδικότητα που αναφέρεται σε αυτήν για τον καθένα, με πλήρες ωράριο εργασίας, στην επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας οχημάτων, ιατρικής φροντίδας και τεχνικού ελέγχου οχημάτων, ενώ για την εργασία τους ελάμβανε ο καθένας από αυτούς κατά μέσο όρο μικτό μηνιαίο μισθό τον αναφερόμενο στην αγωγή.
Ότι ο εναγόμενος εργοδότης, παρά το γεγονός ότι παρείχαν κανονικά την εργασία τους, από τις αρχές του έτους 2011 άρχισε να καθυστερεί την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους, με αποτέλεσμα μέσα σε ένα έτος να οφείλει σε αυτούς περί τους τέσσερις μηνιαίους μισθούς και να αντιμετωπίζουν πλέον οι ενάγοντες σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης και ότι για το λόγο αυτό άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, δηλώνοντας ότι αρνούνται να παρέχουν την εργασία τους, μέχρις ότου ο εναγόμενος καταβάλει προς αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές που τους όφειλε μέχρι την ημέρα της επίσχεσης, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και να τους οφείλει τους συμφωνημένους μισθούς τους που θα έπρεπε να λαμβάνουν κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρουν στην αγωγή.
Ενόψει αυτών, ζήτησαν κατά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής να καταβάλει προς αυτούς (ενάγοντες) τους μισθούς υπερημερίας, που οφείλει λόγω της ασκηθείσας επίσχεσης και οι οποίοι ανέρχονται συνολικά: α) για τον πρώτο από αυτούς στο ποσό των 16.480,40 ευρώ από 1-3-2012 έως 31-10-2012, β) για τη δεύτερη στο ποσό των 11.164,34 ευρώ από 1-3-2012 έως 8.11.2012, γ) για την τρίτη στο ποσό των 11.875,92 ευρώ από 1-3-2012 έως 8-11-2012, δ) για την τέταρτη στο ποσό των 8.021,65 ευρώ από 11-4-2012 έως 23-11-2012 και ε) για τον πέμπτο στο ποσό των 14.775,51 ευρώ από 15-5-2012 έως 7-1-2013, όπως τα μερικότερα ποσά αναφέρονται ειδικότερα στα πρακτικά.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη αφού αναφέρονται σ’ αυτή η σύμβαση εργασίας, ο τρόπος παροχής της εργασίας, το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκήθηκε το δικαίωμα επίσχεσης και η εντεύθεν υπερημερία του εργοδότη εναγόμενου και συνεπώς το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το δικαστήριο με το να μη κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό.14 και γι’ αυτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ`αυτές, εφ`οσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση, είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς, το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).
Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995 βλ. και Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (βλ.
ΑΠ 1492/2011 Νόμος). Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της 14963/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος δραστηριοποιείται από το έτος 1977 στον κλάδο της παροχής οδικής βοήθειας οχημάτων, ενώ, μεταγενέστερα, επέκτεινε τη δραστηριότητά του στον κλάδο της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης, παρέχοντας υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας και εξυπηρέτησης μέσω των συνεργαζόμενων ιατρών και διαγνωστικών εργαστηρίων και στον κλάδο του τεχνικού ελέγχου οχημάτων.
Για τις δραστηριότητές του αυτές διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ενώ, παράλληλα, είναι κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος: α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Εξυπηρετήσεως Αυτοκινήτων ..." και το διακριτικό τίτλο "..." και ήδη με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Α.Ε." και β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... STANDARD ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και ήδη με την επωνυμία "... ANΩNYMOΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ)" οι οποίες ήδη, από την 19-7-2010, συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη.
Διαθέτει δε στόλο οχημάτων και απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, οι οποίοι παρείχαν πάντοτε τις υπηρεσίες τους και στις τρεις ομοειδείς κατ’ αντικείμενο επιχειρήσεις (ατομική του εναγόμενου και ανώνυμες εταιρίες), χωρίς ειδικότερη διαφοροποίηση από άποψη καθηκόντων, τόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, αφού και οι τρεις ως άνω επιχειρήσεις αποτελούσαν ουσιαστικά μια ενιαία επιχείρηση, η οποία ήταν γνωστή ως "... (...)" και ασκούσε τις προαναφερόμενες δραστηριότητες, παρέχοντας υπηρεσίες οδικής βοήθειας οχημάτων, ιατρικής φροντίδας και τεχνικού ελέγχου οχημάτων σε διαφορετικούς, όμως, χώρους.
Ήδη δε, το σύνολο του επιχειρηματικού αντικειμένου και του εργατικού δυναμικού όλων των πιο πάνω επιμέρους επιχειρήσεων έχει μεταφερθεί, με πρωτοβουλία του εναγομένου, στην ατομική του επιχείρηση, ενώ αυτός εμφανίζεται ως ο μόνος εργοδότης όλων των μισθωτών, που εργάζονταν σε αυτές. Oι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα που αναφέρεται παρακάτω για τον καθένα, αντί των μηνιαίων αποδοχών που προβλέπονταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και απασχολήθηκαν συνεχώς με την ίδια ειδικότητα και με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή ή μεταβολή της παροχής της εργασίας τους, είτε στις ανώνυμες εταιρίες είτε στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου, με τελευταίο εργοδότη τον εναγόμενο, ως διάδοχο των ανωνύμων εταιριών και χωρίς καμία απολύτως τροποποίηση των όρων και των συνθηκών εργασίας τους καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής τους και διαφοροποίηση του ύψους των αποδοχών τους, αφού η σύμβαση εργασίας τους ήταν ενιαία, ανεξάρτητα από τον εργοδότη που τους προσέλαβε και στον οποίον παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ενώ και ο χρόνος εργασίας τους ήταν, επίσης, ενιαίος και υπολογιζόταν από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους.
Συγκεκριμένα: α) ο πρώτος ενάγων Κ. Κ. προσλήφθηκε την 1-8- 1997 και εργάσθηκε ως προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος στο Ιδιωτικό Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, ο μέσος όρος δε των μικτών μηνιαίων αποδοχών του, κατά το τελευταίο πριν από την επίσχεση εργασίας έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, λόγω του ότι οι αποδοχές του ήταν κυμαινόμενες, εξαιτίας της προσαύξησης για την παροχή νυκτερινής εργασίας και του επιδόματος καλής απόδοσης στην εργασία του, που ελάμβανε σταθερά κάθε μήνα, ανερχόταν σε 2.060,05 ευρώ, β) η δεύτερη ενάγουσα Μ.
Μ. προσλήφθηκε την 1-10-1999 και εργάσθηκε ως υπάλληλος εισπράκτορας, ο μέσος όρος δε των μικτών μηνιαίων αποδοχών της, κατά το τελευταίο πριν από την επίσχεση εργασίας έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, λόγω του ότι οι αποδοχές της ήταν κυμαινόμενες, εξαιτίας του επιδόματος καλής απόδοσης στην εργασία της και του επιδόματος καλής απόδοσης εγγραφών νέων συνδρομητών, που ελάμβανε σταθερά κάθε μήνα, ανερχόταν σε 1.348,35 ευρώ, γ) η τρίτη ενάγουσα Ν.
Μ. προσλήφθηκε την 4-10-2000 και εργάσθηκε ως υπάλληλος - εισπράκτορας, ο μέσος όρος δε των μικτών μηνιαίων αποδοχών της, κατά το τελευταίο πριν από την επίσχεση εργασίας έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, λόγω του ότι οι αποδοχές της ήταν κυμαινόμενες, εξαιτίας του επιδόματος καλής απόδοσης στην εργασία της και του επιδόματος καλής απόδοσης εγγραφών νέων συνδρομητών, που ελάμβανε σταθερά κάθε μήνα, ανερχόταν σε 1.434,29 ευρώ, δ) η τέταρτη ενάγουσα Δ.
Χ. προσλήφθηκε την 25-9-2006 και εργάσθηκε ως υπάλληλος γραφείου στη γραμματεία του Ιδιωτικού ΚΤΕΟ, ο μέσος όρος δε των μικτών μηνιαίων αποδοχών της, κατά το τελευταίο πριν από την επίσχεση εργασίας έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, λόγω του ότι οι αποδοχές της ήταν κυμαινόμενες, εξαιτίας της προσαύξησης για την παροχή νυκτερινής εργασίας και του επιδόματος καλής απόδοσης στην εργασία της, που ελάμβανε σταθερά κάθε μήνα, ανερχόταν σε 1.055,48 ευρώ και ε) ο πέμπτος ενάγων Κ.
Κ. προσλήφθηκε την 14-10-1998 και εργάσθηκε ως ηλεκτροτεχνίτης αυτοκινήτων - οδηγός οχήματος οδικής βοήθειας, ο μέσος όρος δε των μικτών μηνιαίων αποδοχών του, κατά το τελευταίο πριν από την επίσχεση εργασίας έτος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, λόγω του ότι οι αποδοχές του ήταν κυμαινόμενες, εξαιτίας της προσαύξησης για την παροχή νυκτερινής εργασίας και για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, που ελάμβανε σταθερά κάθε μήνα, ανερχόταν σε 1.911,26 ευρώ.
Μέχρι τα τέλη του έτους 2010, οι ενάγοντες παρείχαν κανονικά και με επιμέλεια, κατά τα συμφωνηθέντα με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο, ο οποίος ήταν συνεπής στις έναντι αυτών υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από την εργασιακή σύμβαση και, ειδικότερα, κατέβαλλε προς αυτούς το συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό τους, προσαυξημένο με τις ανωτέρω πρόσθετες παροχές, που έχουν μισθολογικό χαρακτήρα.
Από τις αρχές, όμως, του έτους 2011, ο εναγόμενος, λόγω έντονων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η επιχείρησή του, άρχισε να καθυστερεί σημαντικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, τις οποίες δεν κατέβαλλε πλήρεις και στο τέλος κάθε μήνα, όπως όφειλε, αλλά σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλλε καθυστερημένα μέρος των οφειλομένων, χωρίς, παρά ταύτα, να προβαίνει στον εξόφλησή τους.
Για τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου, πολλές φορές διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες προφορικά στον ίδιο, αξιώνοντας την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και την έγκαιρη ανά μήνα πληρωμή των αποδοχών τους, χωρίς να εισακουσθούν. Έτσι, οι οφειλές του εναγομένου έναντι των εργαζομένων, με την πάροδο των μηνών, συσσωρεύονταν και έβαιναν διαρκώς αυξανόμενες.
Ο μισθός τους, όμως, αποτελούσε το μοναδικό εισόδημά τους και ήταν απαραίτητος για να αντιμετωπίσουν τα τρέχοντα έξοδα διαβίωσής τους και να καλύψουν τις οικογενειακές δαπάνες τους είτε αποκλειστικά είτε με συνεισφορά στο οικογενειακό εισόδημα, είχαν δε απόλυτη ανάγκη αυτού, οπότε με τη στέρησή του περιήλθαν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι όλοι οι ενάγοντες είναι έγγαμοι με τέκνα, τα οποία συντηρούν οι ίδιοι, πλην της τετάρτης (Δ. Χ.), η οποία είναι διαζευγμένη χωρίς τέκνα, ενώ οι δύο πρώτοι είναι σύζυγοι και το μοναδικό οικογενειακό τους εισόδημα είναι αυτό που εξασφάλιζαν από την εργασία τους, με τη στέρηση του οποίου αδυνατούσαν άπαντες να ανταπεξέλθουν πλέον, έστω και στοιχειωδώς, στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, αφού δεν είχαν άλλους πόρους και δεν μπορούσαν τόσο να αυτοσυντηρηθούν όσο και να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, ώστε να καθίσταται προβληματική η κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους και αυτή καθεαυτή η επιβίωσή τους.
Ο εναγόμενος, στις εύλογες διαμαρτυρίες των εναγόντων για την εξόφληση των αποδοχών τους, τους διαβεβαίωνε ότι η κατάσταση αυτή ήταν προσωρινή και επανειλημμένα υποσχέθηκε ότι θα συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις του και θα προέβαινε στην εμπρόθεσμη πληρωμή των μισθών τους, χωρίς όμως να τηρήσει τις υποσχέσεις του, αρνούμενος να εξοφλήσει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους για τους παρελθόντος μήνες, αλλά και να καταβάλει τους μισθούς τους για τους τρέχοντες μήνες.
Η πιο πάνω κατάσταση συνεχίσθηκε για όλο το έτος 2011 και μέχρι τους πρώτους μήνες του έτους 2012. Έτσι, ο εναγόμενος όφειλε: α) στους τρεις πρώτους ενάγοντες τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου (υπόλοιπο), Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουάριου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 5.580 ευρώ στον πρώτο, 3.920 ευρώ στη δεύτερη και 4.600 ευρώ στην τρίτη, β) στην τέταρτη ενάγουσα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου (υπόλοιπο), Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου, Φεβρουάριου και Μαρτίου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 3.850 ευρώ και γ) στον πέμπτο ενάγοντα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 6.380 ευρώ.
Κατόπιν τούτων, οι ενάγοντες, έχοντας ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εναγόμενου εργοδότη τους για την καταβολή των αποδοχών τους, το ύψος των οποίων, ενόψει των οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών τους, ήταν σημαντικό και επειδή επιμηκυνόταν διαρκώς ο χρόνος καθυστέρησης των αποδοχών τους και, επίσης, με την πάροδο του χρόνου, αυξανόταν ο αριθμός των οφειλομένων μισθών, ενώ η υπομονή τους είχε πλέον εξαντληθεί, άσκησαν νόμιμα το παρεχόμενο από το άρθρο 325 του ΑΚ δικαίωμα επίσχεσης της παροχής της εργασίας τους, τόσο προφορικά όσο και με εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν στον εναγόμενο στις 28-2-2012, 10-4-2012 και 14-5-2012 (βλ.
τις υπ’ αριθμούς .../28-2-2012, .../10-4-2012 και.../14-5-2012 εκθέσεις επίδοσης ίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Φ. Ε.), κοινοποιώντας ταυτόχρονα αυτές και στις αρμόδιες υπηρεσίες ΣΕΠΕ και ΟΑΕΔ, με τις οποίες δήλωσαν ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας, αρνούμενοι να παράσχουν την εργασία τους, μέχρις ότου ο εναγόμενος εξοφλήσει τις οφειλόμενες και ληξιπρόθεσμες αποδοχές τους, τις οποίες αναλυτικά, όπως αναφέρονται παραπάνω, εξειδίκευσαν στις εν λόγω εξώδικες δηλώσεις, διότι διαφορετικά θα καθίστατο υπερήμερος από την ημέρα επίδοσης των εξώδικων δηλώσεων και μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του.
Ο εναγόμενος, αντί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από το νόμο και τις μεταξύ τους συναφθείσες ατομικές συμβάσεις, κοινοποίησε στους ενάγοντες τις από 1-3-2012 (προς τους τρεις πρώτους), 11.4,2012 (προς την τετάρτη) και 15.05.2012 (προς τον πέμπτο) εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες, αφού εξέθετε τη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής του και την απώλεια τεράστιων εσόδων, εξαιτίας της μείωσης των πελατών του λόγω της προσέλκυσης αυτών από διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, αλλά και εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει κατά τα τελευταία έτη η Ελλάδα και της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτός (εναγόμενος) σε τραγική οικονομική κατάσταση, να ζημιωθεί σημαντικά και να κλονισθεί η οικονομική σταθερότητα της επιχείρησής του, υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξόφληση του συνόλου των οφειλόμενων αποδοχών τους, για την καθυστέρηση της πληρωμής των οποίων, όπως ισχυρίσθηκε ουδεμία υπαιτιότητα, για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, τον βαρύνει, με αποτέλεσμα, όπως ανέφερε, λαμβανομένου υπόψη και του μικρού ύψους των οφειλόμενων αποδοχών τους, η επίσχεση εργασίας τους να μην είναι νόμιμη, αφού ασκήθηκε καταχρηστικά και να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του, κάλεσε δε τους ενάγοντες να επιστρέψουν άμεσα στην εργασία τους και να αναλάβουν τα καθήκοντά τους, διότι, διαφορετικά, σε περίπτωση που δεν επανέλθουν στη θέση εργασίας τους εντός δύο εργάσιμων ημερών, θα θεωρούσε την απουσία τους αδικαιολόγητη με όλες τις εξ αυτής συνέπειες.
Οι ενάγοντες, κατόπιν, αντέκρουσαν εγγράφως, με τις από 9-3-2012, 18-4-2012 και 18-5-2012 εξώδικες δηλώσεις, τις αιτιάσεις του εναγόμενου, που περιλαμβάνονταν στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις του, εξηγώντας και πάλι τους λόγους που τους οδήγησαν στην πιο πάνω απόφαση και επανέλαβαν ότι το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους ασκήθηκε νόμιμα, λόγω της μη καταβολής από τον εναγόμενο έστω και μέρους των οφειλόμενων αποδοχών τους και της συνακόλουθης αδιαφορίας του για τις επιπτώσεις που θα επέφερε σε αυτούς η αντισυμβατική συμπεριφορά του, εν τέλει δε δήλωσαν ότι εμμένουν στην επίσχεση της εργασίας τους και κάλεσανt τον εναγόμενο να τους καταβάλει άμεσα τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, προκειμένου να επανέλθουν στην εργασία τους.
Επίσης, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου ο εναγόμενος, κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, ούτε κατέβαλε ούτε δεσμεύθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλομένων, αλλά και δεν καθόρισε συγκεκριμένο χρόνο αποπληρωμής των δεδουλευμένων, παρά μόνο αρκέσθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που παραστάθηκε, ότι θα καταβάλει όσο το δυνατόν συντομότερα τους οφειλόμενους μισθούς και εν τελεί δήλωσε ότι η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας των προσφευγόντων είναι, κατά την άποψή του, καταχρηστική και για το λόγο αυτό ουδέν χρηματικό ποσό οφείλει στους ενάγοντες για το μετά την επίσχεση χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, οι ενάγοντες δήλωσαν ότι, εάν ρυθμισθεί η καταβολή των οφειλών, προτίθενται να επανέλθουν στην εργασία τους. Λόγω της νόμιμα ασκηθείσας επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, ο εναγόμενος εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να οφείλει προς αυτούς, για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης της εργασίας τους, μισθούς υπερημερίας και, συγκεκριμένα:
α) στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 16.480,40 ευρώ από 1-3-2012 έως 31-10-2012, β) στη δεύτερη το ποσό των 11.164,34 ευρώ από 1- 3-2012 έως 8-11-2012, γ) στην τρίτη το ποσό των 11.875,92 ευρώ από 1-3-2012 έως 8-11-2012, δ) στην τέταρτη το ποσό των 8.021,65 ευρώ από 11-4- 2012 έως 23-11-2012 και ε) στον πέμπτο το ποσό των 14.775,51 ευρώ από 15-5-2012 έως 7-1-2013, τα οποία και επιδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς ο εκκαλών να αμφισβητεί το ύψος τους με την υπό κρίση έφεσή του.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι ενάγοντες, με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, επιδίωκαν αποκλειστικά και μόνο την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθών τους από τον εναγόμενο εργοδότη και τούτο διότι, λόγω της μη καταβολής αυτών, κινδύνευε η διαβίωσή τους και αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις οικογενειακές ανάγκες τους.
Άσκησαν δε την επίσχεση μετά παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος καθυστέρησης των μισθών τους από τον εναγόμενο, οπότε η υπομονή τους εξαντλήθηκε και οι επανειλημμένες διαμαρτυρίες τους προς τον εναγόμενο εργοδότη ουδεμία ανταπόκριση είχαν, ενώ το οφειλόμενο ποσό, ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο, ήταν για τα οικονομικά δεδομένα τους, αλλά και για τον οικογενειακό προϋπολογισμό τους σημαντικό και δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από αυτούς με άλλο τρόπο.
Εξάλλου, η οικονομική δυσπραγία του εναγόμενου δεν ήταν αιφνίδια, όπως απαιτείται για να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η επίσχεση, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση της πληρωμής των μισθών των εναγόντων, η οποία μάλιστα παρουσίαζε αυξητική τάση, οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις και ιδιαίτερα σε δυσχερή οικονομική κατάσταση του εναγομένου, η οποία εμφανίσθηκε αιφνίδια κατά τους τελευταίους μήνες του 2111 και τους πρώτους του έτους 2012, κατά τους οποίους όφειλε να καταβάλει τους επίδικος μισθούς, αφού η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων μισθών των εργαζομένων στην επιχείρησή του είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζεται οπό τους πρώτους μήνες του έτους 2011.
Ούτε πρόσκαιρη ήταν η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφού δεν διήρκεσε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τουλάχιστον ένα έτος. Πάγια τακτική του εναγόμενου ήταν, όπως αποδείχθηκε, να καθυστερεί υπαίτια την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των μισθών των εργαζομένων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα προκαλούσε σε αυτούς η πράξη του.
Παράλληλα δε, αν και η επιχείρησή του ήταν ζημιογόνα με οφειλές πολλών εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, τραπεζικά ιδρύματα και τρίτους πιστωτές, ο ίδιος όχι μόνο δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αντιστρέψει την αρνητική πορεία της επιχείρησής του και να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες της, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησε επενδύσεις υψηλού οικονομικού κόστους, επεκτείνοντας τη δραστηριότητά του στον τομέα της ιατρικής βοήθειας (ανακαίνιση του κτιρίου επί της οδού ..., αγορά καινούργιων μηχανημάτων και οχημάτων), δημιουργώντας ταυτόχρονα περί το έτος2011 και πτέρυγα ορθοπαιδικής επί της οδού ..., σε ακίνητο που μίσθωσε και ανακατασκεύασε εκ βάθρων, ενώ το έτος 2012 μίσθωσε και το όμορο ακίνητο, όπου στέγασε το οφθαλμολογικό τμήμα, δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τον πολυτελή βίο που διήγε, να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στη μισθοδοσία του προσωπικού, που αντιμετώπιζε πλέον σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.
Εξάλλου, η συγκεκριμένη επίσχεση δεν προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, ενόψει του μικρού αριθμού των εργαζομένων που προχώρησαν σε επίσχεση, σε σχέση με το σύνολο του εργατικού δυναμικού της επιχείρησής του.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, οι ενάγοντες νομότυπα προέβησαν στην επίσχεση εργασίας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατόπιν τούτου, η ένσταση του εναγόμενου, που προβλήθηκε πρωτόδικα και επαναλαμβάνεται με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ότι η επίσχεση εργασίας που ασκήθηκε από τους ενάγοντες είναι καταχρηστική, απορριπτέα κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο..".
Με τις άνω παραδοχές του το Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου για την μη πληρωμή των αποδοχών, και ως προς το δικαιολογημένη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως των εναγόντων και τη μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του : α) ότι αυτός καθυστερούσε υπαίτια την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των μισθών των εργαζομένων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα προκαλούσε σε αυτούς η πράξη του. β) μολονότι η επιχείρησή του ήταν ζημιογόνα και είχε μεγάλες οφειλές πολλών εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, τραπεζικά ιδρύματα και τρίτους πιστωτές, ο ίδιος όχι μόνο δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αντιστρέψει την αρνητική πορεία της επιχείρησής του και να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες της, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησε επενδύσεις υψηλού οικονομικού κόστους, επεκτείνοντας τη δραστηριότητά του στον τομέα της ιατρικής βοήθειας, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τον πολυτελή βίο που διήγε, να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στη μισθοδοσία του προσωπικού (ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες), που αντιμετώπιζε πλέον σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.
Πληρότητα ενέχουν περαιτέρω οι αιτιολογίες του Εφετείου, με τις οποίες αποκρούονται οι αρνητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για τα παραπάνω ζητήματα και αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με τη διαμόρφωση της ως άνω δικανικής πεποίθησης του, και οι οποίες, άλλωστε, δεν αποτελούν ζητήματα δεκτικά αναιρετικού ελέγχου στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης ή της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ιδίου Κώδικα. (ΑΠ 941/2006 Νόμος).
Στη περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή περιορισμός αυτού με τις προτάσεις, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1348/2006).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη προκύπτουν τα εξής: 0ι ενάγοντες, με βάση το ιστορικό που εκτίθεται παραπάνω στην αρχή της παρούσας, ζήτησαν με την αγωγή τους, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίσθηκε, με προφορική στο ακροατήριο δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που προβλήθηκε πριν από την έναρξη της συζήτησης επί της ουσίας της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η οποία επαναλήφθηκε και με τις επί της έδρας του Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρα 294,295 παρ.1,297 και 223 του ΚΠολΔ), ύστερα από την εξόφληση των δεδουλευμένων μισθών τους από τον εναγόμενο, μετά την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει προς αυτούς (ενάγοντες) τους μισθούς υπερημερίας, που οφείλει λόγω της ασκηθείσας επίσχεσης και οι οποίοι ανέρχονται συνολικά:
α) για τον πρώτο από αυτούς στο ποσό των 16.480,40 ευρώ από 1-3-2012 έως 31-10-2012, β) για τη δεύτερη στο ποσό των 11.164,34 ευρώ από 1-3-2012 έως 8.11.2012, γ) για την τρίτη στο ποσό των 11.875,92 ευρώ από 1-3-2012 έως 8-11-2012,δ) την τέταρτη στο ποσό των 8.021,65 ευρώ από 11-4-2012 έως 23-11-2012 και ε) για τον πέμπτο στο ποσό των 14.775,51 ευρώ από 15-5-2012 έως 7-1- 2013, όπως τα μερικότερα ποσά αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση κατά την αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο είχε επιδικάσει τα παραπάνω ποσά για αποδοχές των παραπάνω χρονικών διαστημάτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αφού αυτό δέχεται ότι υπήρξε περιορισμός του αιτήματος της αγωγής και οι οφειλόμενες αξιώσεις ανέρχονταν στα παραπάνω αναφερόμενα ποσά.
Επομένως, το Εφετείο με την προβαλλόμενη αφού δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.05.2016 και με αριθμό κατάθεσης ....05.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 176/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ