Legislator Case Law & Legislation
1115/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court properly weighed all submitted documents.

Case Number 1115/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding a livestock sales dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific newspaper articles and expert reports proving the defendant's liability for Bovine Viral Diarrhea. The court ruled that the second-instance court had duly examined and weighed all submitted evidence, including the cited documents, and that the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)g; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not re-evaluate evidence but only finds errors where the lower court failed to consider legally submitted proof or did not assign it the weight supported by the appellant.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence review lower court error Bovine Viral Diarrhea livestock sales contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11)g of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1115 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1115/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βασιλακάκη που ανεκάλεσε την από 15-10-2014 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "DUMECO LIVESTOCK BV" και ήδη κατά δήλωσή της μετονομασθείσας σε "VION LIVESTOCK BV" που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Βασιλοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αυλωναρίου Ευβοίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που λόγω αρμοδιότητας παρέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, ως καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, την 125/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και 31/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1027/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 31/2008 εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, το οποίο εξέδωσε την 137/2013 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 27-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη αγωγή, η ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, η οποία συνήφθη, την 24-1-1999, μεταξύ της Ιδίας, που διατηρούσε μονάδα αναπαραγωγής βοειδών και γαλακτοπαραγωγής στο ..., και της εδρεύουσας στην Ολλανδία εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία πώλησε και παρέδωσε σ’ αυτήν 27 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, αντί συνολικού τιμήματος 15.660.000 δραχμών.

Ότι μία εκ των αγελάδων αυτών ήταν από το χρόνο της παραδόσεώς της φορέας του ιού BVD (ιογενής διάρροια βοοειδών),ο οποίος μεταδόθηκε σε όλα τα ζώα της μονάδος, με συνέπεια την εκ της αιτίας ταύτης απώλεια 168 αγελάδων και 97 μοσχαριών, την μείωση της γαλακτοπαραγωγής και την υποβολή της σε δαπάνες προς αγορά σχετικών φαρμάκων και εμβολίων, και ότι η εναγομένη, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών παρέλειψε να υποβάλει τα πωληθέντα και παραδοθέντα σ’ αυτήν ζώα σε έλεγχο για τον ως άνω ιό, που τότε παρεπιδημούσε στην Ολλανδία.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή (μετά περιορισμό του αιτήματος της) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να της καταβάλει νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής το συνολικό ποσό των 2.292.127 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη από την αντισυμβατική και συνάμα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, συνεπεία μειώσεως της επιχειρηματικής της αξιοπιστίας.

Η αγωγή αυτή, ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αυλωναρίου, παραπέμφθηκε με την υπ’ αριθμ.2/2005 απόφαση αυτού στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 125/2006 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκασή της.

Η έφεση που ασκήθηκε κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 31/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία όμως αναιρέθηκε με την υπ’ αριθμ. 1027/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε αρχικώς μεν την υπ’ αριθμ. 119/2012 απόφασή του, με την οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθεί η περί πωλήσεως και συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης ολλανδική νομοθεσία, εν συνεχεία δε την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, κατά μεν την εκ συμβάσεως βάση της, λόγω παραδοχής της περί παραγραφής των αντιστοίχων αξιώσεων ενστάσεως της εναγομένης, κατά δε την εξ αδικοπραξίας τοιαύτη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και ερευνώνται κατωτέρω.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο από 1-4-1991 (ν. 1792/1988) και επικρατεί του άρθρου 25 του Α.Κ.: "Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης ...", ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου "Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασής τους σε δίκαιο άλλο από εκείνο που, σύμφωνα είτε με προηγούμενη επιλογή κατά το παρόν άρθρο, είτε με άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης τη διείπε προηγουμένως.

Κάθε σχετική με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου τροποποίηση μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει το κατά το άρθρο 9 τυπικό κύρος της, ούτε τα δικαιώματα των τρίτων". Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι αναγνωρίζεται ο μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου σε μια ενοχική δικαιοπραξία δικαίου, ακόμη και "εν επιδικία", ρητώς ή σιωπηρώς.

Ρητώς, αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν ενώπιον του δικαστηρίου το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, σιωπηρώς δε αναφερόμενοι στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (A.Π. 1383/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο στις συμβατικές ενοχές δίκαιο, δέχθηκε ως εφαρμοστέο επί των εκ της συμβάσεως ενδίκων αξιώσεών της το ολλανδικό δίκαιο, κατ’ εφαρμογήν του οποίου έκρινε αυτές ως παραγεγραμμένες, ενώ υπήρχε μετασυμβατικός καθορισμός του ελληνικού δικαίου ως εφαρμοστέου επί των συγκεκριμένων αξιώσεων, συναγόμενος σιωπηρώς, από την παράλειψη της αναιρεσίβλητης, κατά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αυλωναρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής, να εναντιωθεί στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα για την θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού της επικαλείται, κατ’ ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά, τα εξής: "...Από την πλευρά μας, στηρίξαμε ρητά τόσο τις συμβατικές όσο και τις αδικοπρακτικές αξιώσεις μας στο ελληνικό δίκαιο. Αυτό που στο παρόν αναιρετικό στάδιο ενδιαφέρει είναι ότι στις προτάσεις της κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ήτοι στις προτάσεις της για τη συζήτηση της αγωγής μας...ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αυλωναρίου, το οποίο εξέδωσε την...υπ’ αριθ. 2/2005 απόφαση περί αναρμοδιότητας, η αντίδικος προέβαλε την άρνηση της να αποδεχθεί την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου ως προς τις αξιώσεις μας από αδικοπραξία.

Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις προτάσεις της (σελ. 11), όπου επικαλείται την εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου, αντί του κατά το άρθρο 26 ΑΚ εφαρμοστέου ελληνικού, για τις αξιώσεις αυτές: ""Πέραν όμως της έλλειψης αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων, μη εφαρμοστέο είναι και το ελληνικό δίκαιο στην κρινόμενη υπόθεση.

Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή τους, αξιώνουν αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας βάσει του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα...εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση δεν είναι το ελληνικό, αλλά το ολλανδικό δίκαιο, ως δίκαιο του τόπου όπου διαπράχθηκε το αδίκημα (ήτοι ως δίκαιο του τόπου όπου έλαβε χώρα η υποτιθέμενη υπαίτια και παράνομη πράξη, ήτοι η μη λήψη των απαιτούμενων μέτρων επιμέλειας)""...Επομένως, ο ρητά διατυπωθείς ισχυρισμός περί εφαρμογής του ολλανδικού δικαίου αφορούσε στην αδικοπρακτική ευθύνη.

Αντίθετα ως προς τις αξιώσεις από σύμβαση, η αντίδικος στο ίδιο δικόγραφο αναφέρεται, στις σελίδες 5 επ. των από 8.10.2004 προτάσεών της...μόνο στην έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων... Αντίθετα, πριν αντικρούσει την εφαρμογή του άρθρου 914 Α.Κ., η αντίδικος επικαλέσθηκε στην πρώτη συζήτηση της αγωγής την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή αποδέχθηκε, αναφερόμενη στην εν λόγω διάταξη, ότι το εφαρμοστέο ως προς την ουσία της υποθέσεως δίκαιο είναι το ελληνικό ...η αντίδικος στη σελ.8 των από 2-4-2012...προτάσεων της στο Εφετείο Ευβοίας αναφέρεται στην επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με την ακόλουθη περικοπή: "" Έτσι, στις ενοχές από σύμβαση οι τυχόν επιβαλλόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις θα θεωρηθούν επίσης συμβατικές, δηλαδή ότι προκύπτουν από τη σύμβαση, όπως τη διευρύνει κατά το περιεχόμενο η ΑΚ 288".

Επικουρικά μόνο πρότεινε την εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου "εάν θεωρηθεί ότι βάση της υπό κρίση αγωγής είναι η ενδοσυμβατική ευθύνη".... Αφού είχε προηγηθεί η αναφορά στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ στην πρώτη συζήτηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο Αυλωναρίου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή ότι επί των επιδίκων συμβατικών αξιώσεων, τυγχάνει εφαρμογής, λόγω σιωπηρός μετασυμβατικής συμφωνίας των διαδίκων, το ελληνικό δίκαιο, οι εν λόγω αξιώσεως έχουν και πάλι υποκύψει στην παραγραφή, η οποία κατά το άρθρο 554 του Α.Κ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάψεως της πωλήσεως και παραδόσεως των πωληθέντων ζώων, ήταν έξι μηνών και ήδη μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.3043/2002 είναι δύο ετών.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, υπό το προεκτεθέν συναφές περιεχόμενο της αιτήσεως, δεν υφίσταται σιωπηρά συμφωνία των διαδίκων περί μετασυμβατικού καθορισμού ως εφαρμοστέου του ελληνικού δικαίου, αφού εξ ουδενός στοιχείου συνάγεται βούληση της αναιρεσίβλητης όπως θεωρηθεί εφαρμοστέο το δίκαιο τούτο.

Αντιθέτως μάλιστα η τελευταία, όπως προκύπτει από τα προπαρατεθέντα αποσπάσματα των προτάσεών της αλλά και από την επισκόπηση του όλου περιεχόμενο αυτών, σφοδρώς αντέλεξε, προβάλλοντας και σχετική ένσταση, στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου επί της αγωγής, την οποία προφανώς εκτίμησε ως θεμελιούμενη επί της αδικοπραξίας και για το λόγο αυτό δεν επικαλέσθηκε την εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου ειδικώς και για την εκ συμβάσεως βάση της.

Στην προβληθείσα δε άρνηση της περί της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και της εφαρμογής του ελληνικού δικαίου εντάσσεται και η επίκληση των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ., η οποία συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί δηλωτική της βουλήσεώς της περί του εφαρμοστέου δικαίου, αφού δεν αναφέρεται στην ουσία της υποθέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης, συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της παραλειφθείσης θετικής ενεργείας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει, από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 Α.Κ (Α.Π. 1734/2013).

Τέλος, η αθέτηση της συμβάσεως καθ’ εαυτήν δεν συνιστά άνευ ετέρου αδικοπραξία. Βεβαίως, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει. Μερικές φορές, όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας.

Αυτό συμβαίνει όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομο ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον που επιβάλει το άρθρο 914 Α.Κ. της μη προκλήσεως δηλαδή υπαιτίως ζημίας σε άλλον, ή εφόσον θα ήταν καθεαυτό αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, κατ’ άρθρο 919 Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 967/1973).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρία με αντικείμενο της δραστηριότητάς της την λειτουργία και εκμετάλλευση αγελαδοτροφικής μονάδας, που διατηρούσε από το έτος 1994 στο ....

Η εναγόμενη είναι εμπορική εταιρία εδρεύουσα στη πόλη Boxtel της Ολλανδίας με αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία και μεταπώληση ζώντων ζώων και ειδικότερα αγελάδων προερχόμενων από διάφορες συνεργαζόμενες με αυτήν μονάδες εκτροφής. Στις .../1999 συμφωνήθηκε μεταξύ του ομορρύθμου εταίρου της ενάγουσας Κ.

Π., ως νομίμου εκπροσώπου της, και του Γ. Β., ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της εναγόμενης η πώληση από την δεύτερη στην πρώτη 27 αγελάδων. Στη συνέχεια ο προαναφερθείς Κ. Π. μετέβη στην έδρα της εναγόμενης στην Ολλανδία, όπου αφού επισκέφθηκε (μετά του Γ. Β.) συνεργαζόμενες με αυτήν μονάδες εκτροφής, επέλεξε ο ίδιος τις προς παράδοση αγελάδες.

Ακολούθως η εναγόμενη συγκέντρωσε τις εν λόγω αγελάδες σε ειδικό χώρο, και αφού, μετά από κτηνιατρική εξέταση, εκδόθηκε το (κατά την εθνική και κοινοτική νομοθεσία) προβλεπόμενο υγειονομικό πιστοποιητικό της Εθνικής Υπηρεσίας Ελέγχου Αγελαίων Ζώων και Κρέατος του ολλανδικού Υπουργείου Γεωργίας, Φύσης και Αλιείας, καθώς και σχετική βεβαίωση του κτηνιάτρου J.

Η. H. περί εμβολιασμού των ζώων κατά της νόσου IBR, μεταφέρθηκαν με ειδικό φορτηγό αυτοκίνητο στην εγκατάσταση της ενάγουσας, όπου και παραδόθηκαν στις 2/3/1999, εκδοθέντος και του υπ’ αριθμ. .../25-2-99 αντίστοιχου τιμολογίου της εναγόμενης για συνολικό ποσό 106.515 NLG (15.660.000 δρχ.) με υποχρέωση καταβολής του 25% κατά την παραλαβή, 40% την 25/8/99 και 35% την 25/2/2000, υπό την εγγύηση και της γαλακτοκομικής εταιρίας "...

Α.Ε.", με την οποία συνεργαζόταν η ενάγουσα διοχετεύοντας σ’ αυτήν κατά κύριο λόγο το παραγόμενο γάλα. Μετά από μία εβδομάδα περίπου παρουσιάσθηκαν σε κάποια από τα ζώα της κτηνοτροφικής μονάδας της ενάγουσας συμπτώματα πυρετού, ρινικού εκκρίματος, διάρροιας και εν γένει κατάπτωσης. Κατόπιν αυτού τα εν λόγω ζώα εξετάσθηκαν στις 14/3/99 από τον συνεργαζόμενο με την ενάγουσα και την "...

Α.Ε." ιδιώτη κτηνίατρο Σ. Γ. και την επομένη (15/3/99) από τον κρατικό κτηνίατρο Σ. Ζ., κατόπιν σύστασης του οποίου διενεργήθηκαν αιματολογικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων του Κέντρου κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών, όπου σταδιακά μέχρι την 28/5/99 διαπιστώθηκε η ύπαρξη αντισωμάτων κατά των ιών IBR και BVD.

Ευθύς εξ αρχής...η ενάγουσα ειδοποίησε σχετικώς την εναγόμενη... Κατόπιν μάλιστα σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, ο υπεύθυνος πωλήσεων της εναγόμενης ονόματι D. επισκέφθηκε κατά την περίοδο του Πάσχα 1999 την κτηνοτροφική μονάδα της πρώτης προς επιτόπιο έλεγχο της κατάστασης. Τελικά στις 19/7/99 η ενάγουσα απευθύνθηκε στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Παν/μίου Θεσ/νίκης για την διενέργεια σχετικών εργαστηριακών εξετάσεων.

Από τις εξετάσεις αυτές (μέρος των οποίων διενεργήθηκε σε ειδικό εργαστήριο της Γερμανίας) διαπιστώθηκε ότι μεγάλο ποσοστό των εξετασθέντων ζώων είχε αντισώματα κατά του ιού BVD και ένα εξ αυτών, το υπ’ αριθμ. ... είχε επίμονη ιαιμία (υπό την έννοια ότι διαπιστώθηκε σε δείγματα που λήφθηκαν με χρονική διαφορά 50 ημερών), (σύμφωνα με τις από ...

και 24/7/2000 σχετικές εκθέσεις του καθηγητή-Διευθυντή του εν λόγω Εργαστηρίου Ο. Π.). Η ασθένεια BVD-Bovine Virus Diaree (ιογενής Διάρροια Βοοειδών)- η οποία σημειωτέον ότι δεν προσβάλλει τον άνθρωπο- μεταδίδεται μέσω των σωματικών υγρών (σιέλου, ρινικών εκκρίσεων, σπέρματος, ούρων) και των κοπράνων κατά το χρονικό διάστημα 7 έως 14 ημερών μετά την μόλυνση.

Τα συμπτώματά της είναι κυρίως υψηλός πυρετός, διάρροια και κατάπτωση (που μπορεί, να οδηγήσει σε άλλες νόσους, όπως πνευμονία), εμφανίζονται μετά 5 περίπου ημέρες από την μόλυνση και η έντασή τους εξαρτάται από την φυσική κατάσταση του ζώου, άλλα και τη φύση του στελέχους του ιού, δηλ. εάν πρόκειται για τον ήπιο τύπο I, ή τον επιθετικό 2.

Μετά την μόλυνση το ανοσοποιητικό σύστημα του ζώου παράγει αντισώματα, που το προστατεύουν στο μέλλον, οπότε και δεν νοσεί πλέον. Εάν ένα ζώο που κυοφορεί μολυνθεί ανάμεσα στην 30η και 120η ημέρα της κυοφορίας του, τότε το ζώο που θα γεννηθεί είναι (μόνιμος) φορέας της νόσου και δεν παράγει αντισώματα, αφού ο ιός έχει ενσωματωθεί σ’ αυτό.

Οι φορείς στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν επιβιώνουν πέραν του έτους. Ο ιός είναι ανιχνεύσιμος στο αίμα από την 2η με 4η ημέρα έως περίπου την δεύτερη εβδομάδα μετά την μόλυνση. Ένας φορέας μπορεί να εντοπισθεί με την διενέργεια δύο τουλάχιστον εξετάσεων με ενδιάμεσο χρονικό διάστημα τριών τουλάχιστον εβδομάδων ανάμεσα στις λήψεις αίματος.

Ο ιός παρεπιδημεί σε όλες τις (πλην των σκανδιναβικών) ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων τόσον η Ολλανδία όσον και η Ελλάδα, χωρίς να προβλέπεται από τις εθνικές ή την κοινοτική νομοθεσία η υποχρεωτική εξέταση των εξαγόμενων-εισαγόμενων ζώων προς ανίχνευσή του. Στις πωλούμενες προς εξαγωγή από την Ολλανδία αγελάδες τέτοια εξέταση, που δεν ήταν συνηθισμένη, διενεργούνταν σπανίως κατ’ αίτηση και με δαπάνες του αγοραστή.

Κατά το προγενέστερο της ένδικης πώλησης διάστημα (1998- 9) είχαν εκδηλωθεί κρούσματα της εν λόγω ασθενείας σε 12 κτηνοτροφικές μονάδες της Ολλανδίας (από τις προφανώς χιλιάδες υπάρχουσες, λόγω της ιδιαίτερης ανάπτυξης του παραγωγικού αυτού κλάδου στην εν λόγω χώρα) και σχετικά είχαν λάβει χώρα δημοσιεύματα, και στον Ελληνικό τύπο, λόγω κυρίως της διασύνδεσής τους με φερόμενο ως ελαττωματικό εμβόλιο της μεγάλης γερμανικής φαρμακευτικής εταιρίας "...".

Μεταξύ αυτών δεν ήταν ουδεμία από εκείνες που επελέγησαν τα πωληθέντα ζώα, ούτε και εκείνη (με την ονομασία "...") από την οποία προέρχονταν το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. ..., στο οποίο διαπιστώθηκε η επίμονη ιαιμία. Περαιτέρω κατά το διάστημα από τον Μάρτιο του 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2003 στην κτηνοτροφική μονάδα της ενάγουσας διαπιστώθηκε ο (εκ διαφόρων αιτιών) θάνατος συνολικά 168 αγελάδων (εκ των οποίων 19 εκ των 27 της ένδικης πώλησης) και 97 μοσχαριών, που αποδίδεται από αυτήν σε εξασθένηση του ανοσοποιητικού τους συστήματος από την ασθένεια BVD, με την εντεύθεν θετική και αποθετική ζημία της, λόγω αφενός μεν της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης ως εκ της ακαταλληλότητας των πωληθέντων, αφετέρου δε της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, εντοπιζόμενης στην, παρά την κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις καλή πίστη, παράλειψή της να υποβάλει τα πωληθέντα ζώα σε αιματολογικές εξετάσεις για τον ιό BVD προ της παράδοσής τους.

Υπό τα ως άνω δεδομένα πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: 1. Κατ’ αποδοχή της εκ του άρθρου 7.23 παρ. 2 του ΟλΑΚ ένστασης παραγραφής, ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν, είναι απορριπτέες, ως παραγεγραμμένες, οι από την σύμβαση αξιώσεις της ενάγουσας, δεδομένου ότι από την ειδοποίηση προς την εναγόμενη περί της ακαταλληλότητας των πωληθέντων, που καθ’ ομολογία της πρώτης έλαβε χώρα κατά μήνα Μάρτιο (ή έστω το αργότερο Απρίλιο...) του 1999 και μέχρι την επίδοση της αγωγής προς τον Εισαγγελέα, που έγινε στις 2/3/2004...είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της προβλεπόμενης από την ως άνω διάταξη διετίας, 2.

αντίθετα δεν συμβαίνει το ίδιο με τις εκ της αδικοπραξίας αξιώσεις της ενάγουσας, εντεύθεν κρινόμενης απορριπτέας ως ουσιαστικά αβάσιμης της εκ του άρθρου 937 (ελληνικού) ΑΚ ένστασης της εναγόμενης, αφού από την 24/7/2000 (ημερομηνία της οριστικής έκθεσης Π.), οπότε, υπό την προεκτεθείσα έννοια της εν λόγω διάταξης, η ενάγουσα έλαβε γνώση της ζημίας και του υπαιτίου, και μέχρι την κατά τα ως άνω επίδοση της αγωγής, δεν είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας, 3.

ωστόσο η μη υποβολή από την εναγόμενη των πωληθέντων ζώων προ της παράδοσης τους σε ειδικές εξετάσεις για την ανίχνευση της νόσου BVD κρίνεται ότι δεν συνιστά στην προκείμενη περίπτωση συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εν όψει των ότι: α) τα προς παράδοση ζώα επελέγησαν από τον ίδιο τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, β) τα ζώα αυτά δεν προερχόντουσαν από κτηνοτροφικές μονάδες στις οποίες είχαν σημειωθεί κρούσματα της ασθενείας BVD και ουδέν ορατό ανησυχητικό σύμπτωμα παρουσίαζαν, γ) κατά το χρόνο της ένδικης πώλησης δεν υπήρχε επιδημία της εν λόγω ασθενείας στην Ολλανδία, αλλά απλώς και μόνον κρούσματα σε λίγες μονάδες δ) η εναγόμενη προ της παράδοσης-εξαγωγής τήρησε όλους τους προβλεπόμενους από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία όρους, με την υποβολή των ζώων σε κτηνιατρικό έλεγχο και την έκδοση των σχετικών υγειονομικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων, ε) ειδικές προβλέψεις σχετικά με την εν λόγω ασθένεια για τα εξαγόμενα ζώα δεν υπήρχαν ούτε στην εθνική, ούτε στην κοινοτική νομοθεσία, μολονότι η ασθένεια αυτή ήταν γνωστή και υπήρχε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, στ) διεξαγωγή εξετάσεων για την ασθένεια αυτή σε προς εξαγωγή ζώα δεν ήταν συνηθισμένη πρακτική, τουναντίον η διενέργεια των εξετάσεων αυτών εξαιτίας του δαπανηρού, αλλά ιδίως του χρονοβόρου χαρακτήρα τους (ειδικά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν κάποιο ζώο είναι φορέας), ήταν σπάνια και γινόταν μόνο με ειδική αίτηση και με δαπάνες του αγοραστή, ζ) τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από την ενάγουσα αγοράστρια, μολονότι -αν όχι η ίδια- η στενά συνεργαζόμενη με αυτήν εγγυήτρια του τιμήματος "...

Α.Ε.", ως μεγάλη γαλακτοβιομηχανία, διέθετε την υποδομή και εντεύθεν την γνώση για την εκτίμηση σχετικών κινδύνων. Κατά συνέπεια, αφού δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους της εναγόμενης, δεν συντρέχει περίπτωση αδικοπρακτικής της ευθύνης και ως εκ τούτου η αγωγή καθόσον αφορά την εκ της αδικοπραξίας βάση της κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, και εντέλει απορριπτέα στο σύνολο της...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και την συνακόλουθη κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 919, του Α.Κ., δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναιρούν την αποδιδομένη στην αναιρεσίβλητη αδικοπρακτική ευθύνη, ελλείψει παρανομίας της υπό την μορφή της παραλείψεως, αφού η μη υποβολή εκ μέρους της των πωληθέντων ζώων σε ειδικές εξετάσεις για την ανίχνευση του ιού της νόσου BVD , δεν συνιστά, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη δεν ήταν δε αναγκαίες για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης οι ειδικότερες αιτιολογίες που επικαλείται η αναιρεσείουσα, σχετιζόμενες με επιχειρήματα της ίδιας από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύοντα την βασιμότητα της εξ αδικοπραξίας αξιώσεώς της αναιρεσείουσας από ειδικότερα:

το από 17-6-1999 άρθρο του Γ.Κ. στην εφημερίδα "ΝΕΑ", αποσπάσματα από σχετικές συνεντεύξεις στην εφημερίδα "ΝΕΑ", τα από 16-6-1999 και 18- 6-1999 άρθρα της εφημερίδος "...", τις από 20-6-1999 σχετικές πληροφορίες στο διαδίκτυο, πιστοποιητικό απαλλαγής BVD (χωρίς χρονολογία), το οποίο η αναιρεσίβλητη χορήγησε στη μονάδα του Η. Ρ., για ζώα που αγόρασε απ’ αυτήν μετά το έτος 1999 και την από 2-7-2002 έκθεση εμπειρογνωμόνων (G.

R.). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα νομοτύπως μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: "Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 137/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ