1115/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3843/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5459/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1115/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1115 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1115/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Ιωάννου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ευάγγελου Αργυρούλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" Α.Ε.Α.Ζ. που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαου Σωτηρίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3843/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5459/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό μα φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) γιατί ενώ δέχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου εισήλθε στην οδό από το χώρο στάθμευσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, δεν αναφέρει ότι ήλεγξε προηγουμένως από αριστερά του την κίνηση οχημάτων επί της οδού και εάν αντιλήφθηκε αυτόν κινούμενο επί της οδού με την δίκυκλη μοτοσικλέττα του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού στο λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί διαφορετικά γεγονότα από αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ως προς το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και το έλεγχο της κίνησης των οχημάτων επί της οδού από τον αναιρεσίβλητο και οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.(ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1615/2006). Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1615/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δέχθηκε ότι η σύγκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της δίκυκλης μοτοσικλέττας δεν έγινε κατά την έξοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου από το πρατήριο υγρών καυσίμων αλλά σε μικρή απόσταση από αυτό και ότι η δίκυκλη μοτοσικλέττα επέπεσε επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς να γίνεται απολύτως κανένας λόγος για αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού αυτής. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, βάσει των αναφερομένων στην ανωτέρω νομική σκέψη είναι απαράδεκτος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚπολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 378/211, ΑΠ 772/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέττας του αναιρεσείοντος κατά την ώρα της πρόσκρουσης της στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου ήταν μεγαλύτερη της επιτρεπομένης στο σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα, και ότι η σύγκρουση έγινε σε αρκετή απόσταση από την έξοδο του παρακειμένου πρατηρίου υγρών καυσίμων και στο αντίθετο ρεύμα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του ( ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους(αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ(ολ) 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή η αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ(ολ) 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμευση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στη κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα εκάστου οδηγού των συγκρουσθέντων οχημάτων και ειδικότερα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 12-8-2005 και περί ώρα 21:15 ο πρώτος εναγόμενος Ι. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, αφού είχε ανεφοδιασθεί με βενζίνη από το πρατήριο υγρών καυσίμων που βρίσκεται στην Γλυφάδα, επί της οδού Ανδρέα Παπανδρέου, εξήλθε από αυτό και κάνοντας χρήση των δεικτών κατεύθυνσης, κινήθηκε προς το κέντρο του ρεύματος της οδού, με κατεύθυνση προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης, προκειμένου να κατευθυνθεί με στροφή προς τ' αριστερά και να εισέλθει στην οδό Θήρας.
Η οδός Ανδρέα Παπανδρέου είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 9 μέτρων, τα δύο ρεύματα της χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, στο ένδικο σημείο διασταυρώνεται με την οδό Θήρας πλάτους 8 μέτρων και στο σημείο της διασταύρωσης διακόπτεται η διπλή διαχωριστική γραμμή σε μήκος 21,50μ.
Την ίδια ώρα στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου εκινείτο, με την ίδια κατεύθυνση {προς την Λ. Βουλιαγμένης} ο ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα της ιδιοκτησίας του. Όταν το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε φθάσει στο ύψος περίπου της διακοπής της διπλής διαχωριστικής γραμμής και λίνο μετά από αυτό, κινήθηκε προς τ' αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην οδό Θήρας.
Βρισκόταν δε κινούμενο προς τ' αριστερά στο μέσον περίπου του αντίθετου ρεύματος, όταν η οδηγούμενη από τον ενάγοντα δίκυκλη μοτοσικλέτα επέπεσε επί του πλαγίου αριστερού μέρους του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου μόλις δέχθηκε το κτύπημα πέδησε το όχημα του, το οποίο διέγραψε επί του ρεύματος της οδού Α.
Παπανδρέου που είχε κατεύθυνση προς τον Υμηττό ίχνη πέδησης 2,60 μ.. Τα ίχνη πέδησης του αυτοκινήτου είχαν αποτυπωθεί επί της οδού με τρόπο ώστε η απόσταση της αρχής του ίχνους πέδησης του εμπρόσθιου δεξιού τροχού, από το αριστερό πεζοδρόμιο {σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου} ήταν 5,00 μ.. Η απόσταση της αρχής του ίχνους πέδησης από το σημείο διακοπής της διπλής διαχωριστικής γραμμής ήταν 15 μέτρα.
Η απόσταση της αρχής του ίχνους πέδησης από το πεζοδρόμιο του ρεύματος της οδού Ανδρέα Παπανδρέου προς την Βουλιαγμένης, ήταν 6,70μ. Η απόσταση του τέλους του ίχνους πέδησης του δεξιού τροχού από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Θήρας ήταν 5,80 μ., όπως προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Γλυφάδας.
Η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτινάχθηκε μαζί με τον αναβάτη της, ανετράπη κτύπησε σε τοιχίο οικίας, που βρισκόταν στο άκρο του δεξιού πεζοδρομίου πλάτους 2 μ. και στην συνέχεια ο ενάγων έπεσε επί του πεζοδρομίου, σε απόσταση 14 μ. από το σημείο από όπου μοτοσικλέτα δε ακινητοποιήθηκε μετά το σώμα του ενάγοντος.
Επί του πρόχειρου σχεδιαγράμματος έχουν αποτυπωθεί διακεκομμένα ξέσματα επί του πεζοδρομίου, με λοξή κατεύθυνση που καταλήγουν στο άκρο της οδού, όπου είναι αποτυπωμένο το τοιχίο οικίας μήκους 9,20 μ. Από το τοιχίο δε αυτό μέχρι του σημείου όπου κατάληξε ο ενάγων έχουν αποτυπωθεί κηλίδες αίματος επί του πεζοδρομίου.
Η άνω σύγκρουση, υπό τα περιστατικά που προεκτέθηκαν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Η υπαιτιότητα του συνίσταται στο ότι, στην προσπάθεια του να προσπεράσει το αυτοκίνητο του εναγομένου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, κινούμενος με ταχύτητα μη προσδιορισθείσα, αλλά πάντως υπερβαίνουσα την επιτρεπομένη των 50 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ είχε αρχίσει να κινείται το αυτοκίνητο αυτό προς τ' αριστερά, εκτιμώντας λανθασμένα ότι είχε την δυνατότητα αυτή, μολονότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε εγκαίρως καταστήσει γνωστή την πρόθεση του αυτή, με την χρήση των δεικτών κατεύθυνσης.
Θα μπορούσε δε ο ενάγων κινούμενος στο άκρο δεξιό της οδού, να συνεχίσει ακινδύνως την πορεία του. Ισχυρίζεται ο ενάγων, με την αγωγή του και το ίδιο κατέθεσε και προανακριτικά εξεταζόμενος, επ' ευκαιρία της σχετικής ποινικής δίκης, ότι ενώ αυτός ευρίσκετο σε απόσταση περίπου 5 μέτρων από την έξοδο του πρατηρίου υγρών καυσίμων, εξήλθε αιφνιδίως και με ταχύτητα στην οδό το αυτοκίνητο του εναγομένου, προκειμένου να κατευθυνθεί στην οδό Θήρας και του απέκλεισε την πορεία του.
Ότι αυτός πέδησε αλλά λόγω της μικρής απόστασης, που υπήρχε μεταξύ τους κτύπησε το δίκυκλο με την αριστερή του πλευρά και το παρέσυρε προς το κέντρο της οδού και αυτός {ενάγων} εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος, ως προς τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η σύγκρουση, κρίνονται αβάσιμοι.
Αν το ατύχημα είχε συμβεί, όπως υποστηρίζει α ενάγων, τότε η σύγκρουση θα είχε γίνει στο ρεύμα πορείας προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης και όχι στο ρεύμα πορείας προς τον Υμηττό. Το ότι η σύγκρουση αυτή επήλθε στο αντίθετο ρεύμα από αυτό στο οποίο εκινείτο αρχικά ο ενάγων, προκύπτει από το ότι όλα τα ίχνη που σχετίζονται με την ένδικη σύγκρουση, έχουν αποτυπωθεί στο ρεύμα αυτό της οδού.
Το οδόστρωμα της οδού έχει όπως προεκτέθηκε πλάτος 9 μ. και το κάθε ρεύμα έχει πλάτος 4,50 μ. Η αρχή του ίχνους πέδησης του δεξιού τροχού του αυτοκινήτου του εναγομένου βρίσκεται από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού αυτής σε απόσταση 6,70 μ. από το οποίο συνάγεται ότι όταν επήλθε η σύγκρουση και το αυτοκίνητο πέδησε, το δεξιό μέρος αυτού βρισκόταν ήδη σχεδόν 2,20 μ. [6,70-4,50] εντός του αντίθετου ρεύματος και κατά συνέπεια το αριστερό ακόμη περισσότερο εντός του ρεύματος αυτού.
Η αρχή του ίχνους πέδησης αυτού βρίσκεται σε απόσταση 15 μ. από το σημείο που διακόπτεται η διαχωριστική γραμμή, όπως προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, η απόσταση του σημείου διακοπής της γραμμής μέχρι την έξοδο του πρατηρίου είναι κατ' εκτίμηση από την αποτύπωση του σχεδιαγράμματος τουλάχιστον 10 μ., από το οποίο συνάγεται ότι το αυτοκίνητο, πριν επέλθει η σύγκρουση, είχε διανύσει τουλάχιστον 25 μ.
από την έξοδο του πρατηρίου και δεν εισήλθε αιφνίδια στην οδό από το προς την Λ. Βουλιαγμένης, προκύπτει και από την πορεία που ακολούθησε το δίκυκλο μετά την σύγκρουση, αφού η αρχική χαραγή που έχει αποτυπωθεί στο οδόστρωμα και η οποία βρίσκεται στο ύψος του τέλους του ίχνους πέδησης του εμπρόσθιου δεξιού τροχού, βρίσκεται στο ύψος σχεδόν της αρχής της οδού στην οποία επρόκειτο να εισέλθει το αυτοκίνητο {Θήρας}.
Τα ξέσματα δε προήλθαν από το δίκυκλο, βρίσκονται όλα επί του πεζοδρομίου που βρίσκεται στο αριστερό μέρος της οδού, σε σχέση με την πορεία του δικύκλου. Αν το ατύχημα είχε συμβεί όπως υποστηρίζει ο ενάγων, με την παράσυρση, που υποστηρίζει αυτός ότι έγινε προς το κέντρο της οδού, αν ληφθεί υπόψη ότι αναφέρει ότι το αυτοκίνητο του απέκλεισε την πορεία όταν εξήλθε με ταχύτητα από την έξοδο του πρατηρίου, δεν δικαιολογείται να βρεθεί το δίκυκλο στο σημείο που κατέληξε, αλλά θα είχε ανατραπεί και θα είχε καταλήξει στο πριν από την οδό Θήρας αριστερό μέρος του οδοστρώματος ή του αριστερού πεζοδρομίου και όχι όπως κατέληξε στο μετά την συμβολή μέρος αυτού.
Υποστήριξε ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος πατέρας του, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η σύγκρουση έγινε αμέσως μετά την έξοδο του πρατηρίου και το αυτοκίνητο παρέσυρε τον ενάγοντα 40 μέτρα. Αν ληφθεί υπόψη όμως ότι η σύγκρουση έγινε με το πλάγιο αριστερά μέρος του αυτοκινήτου και όχι το εμπρόσθιο μέρος αυτού, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παράσυρση του δικύκλου, σε τόσο μεγάλη μάλιστα απόσταση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι το αυτοκίνητο είχε κλίση προς τ' αριστερά, λόγω της στροφής που επιχειρούσε.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι πέδησε το όχημα του κρίνεται αβάσιμος, αφού δεν έχει σημειωθεί ίχνος πέδησης του οχήματος αυτού, ενώ αντιθέτως έχουν αποτυπωθεί στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα ίχνη πέδησης του αυτοκινήτου και μάλιστα με λεπτομέρεια ως προς την ακριβή τους θέση. Ας σημειωθεί ότι και ο μάρτυρας πατέρας του ενάγοντος, στην κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ενάγων γιος του δεν πρόλαβε να προβεί σε πέδηση.
Το ότι ο ενάγων εκινείτο με ταχύτητα μη προσδιορισθείσα, η οποία πάντως υπερέβαινε την επιτρεπομένη στο σημείο αυτό ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων την ώρα, συνάγεται από το ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο και ο ενάγων κατέληξαν μετά την σύγκρουση στην απόσταση που προεκτέθηκε και αφού ήδη είχε ανακοπεί η ταχύτητα με την σύγκρουση, την άνοδο επί του πεζοδρομίου και την πρόσκρουση επί του τοιχίου της οικίας.
Αναφέρεται βέβαια στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Μ. ότι η ταχύτητα και των δύο οχημάτων ήταν περίπου 40 χιλ., δεν είναι όμως πειστική, ως προς το συμπέρασμα αυτό, αφού δεν εκτίθεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού, που οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό. Το ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση των δεικτών κατεύθυνσης, προκύπτει από την προανακριτική κατάθεση τόσο του ιδίου του εναγομένου αλλά και του επιβαίνοντος στο αυτοκίνητο αυτό ως συνοδηγού πατέρα του, ο οποίος ως εκ της θέσεως του είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί αν ο εναγόμενος έκανε χρήση των δεικτών κατεύθυνσης.
Καμία ευθύνη για το ατύχημα αυτό δεν βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, αφού αυτός είχε ήδη εξέλθει του πρατηρίου, είχε διανύσει την απόσταση που προεκτέθηκε επί της οδού Ανδρέα Παπανδρέου και είχε προειδοποιήσει με την χρήση των δεικτών κατεύθυνσης, περί της πρόθεσης του να κινηθεί προς τ' αριστερά και δεν θα επήρχετο η σύγκρουση αν ο ενάγων δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επιχειρώντας υπέρβαση του αυτοκινήτου αυτού.
Ο εναγόμενος δεν είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την κίνηση του ενάγοντος να υπερβεί το αυτοκίνητο του από αριστερά, αφού λόγω της λοξής θέσης προς τ' αριστερά που έλαβε το αυτοκίνητο αυτό, δεν ήταν ορατό το δίκυκλο από τους καθρέπτες του αυτοκινήτου, όταν ο ενάγων άρχισε να επιχειρεί την υπέρβαση.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογή της διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 5459/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ