Legislator Case Law & Legislation
1115/2011 AI generated

1115/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1115/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1115/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δικαστική δε αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής, αφενός μεν ανατρέχει στο χρόνο που διαπιστώθηκε η καταχρηστική παράλειψη, αφετέρου δε θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιωθέντος υπαλλήλου, ίσης προς την ανακύπτουσα διαφορά των αποδοχών του, καθώς και ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.

Keywords

AI generated
financial crisis bankruptcy official mismanagement financial stress test fund management company economic hardship
AI generated
1668/2010
project planning and control (2001), 2) balanced scorecard, 3) γαλλική τραπεζική τεχνική και εργαλεία, 4) ανθρώπινο δυναμικό και εξέλιξη (2002), 5) La communaute economique europeen (2000), 6) Διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, προκλήσεις και προοπτικές στα Ελληνικά δεδομένα, 7) συνέντευξη επιλογής, 8) στενογραφίας. Επιπρόσθετα παρακολούθησε μεγάλο αριθμό ημερίδων και συμποσίων.
1170/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
211/2015
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
1501/2012
Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, ήταν καταφανής. Το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ο λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Ο λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.
1622/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1286/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6197/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2004 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1115 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1115/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2374/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4264/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 30-1-2009 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 27-2-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως (αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου) και την από 7-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας) κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της, την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 30-1-2009 αίτηση του Α. Κ. κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4264/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αριθμ. πινακίου 24) και β) η από 27-2-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατά του Α. Κ. για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αριθμ. πινακίου 47). Οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως, που στρέφονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι συναφείς, γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, γιατί εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1953, κυρώθηκε με το ΒΔ της 17/26-9-1953 (τροποποιήθηκε με τα Διατάγματα 290/1966, 253/1971, 456/1974 και 552/1976) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α', 267), οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και άνω, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, κατ' απόλυτη εκλογή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Η κρίση περί προαγωγής ή μη γίνεται βάσει των στοιχείων του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα των εκθέσεων (Δελτίο ή Φύλλο Ποιότητας ), που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά του υπαλλήλου.

Η κρίση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστεως, το Διοικητικό Συμβούλιο παρέλειψε την προαγωγή υπαλλήλου, ο οποίος υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναφέλφους του, που προήχθησαν, διαπράττοντας έτσι αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

Η δικαστική δε αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής, αφενός μεν ανατρέχει στο χρόνο που διαπιστώθηκε η καταχρηστική παράλειψη, αφετέρου δε θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιωθέντος υπαλλήλου, ίσης προς την ανακύπτουσα διαφορά των αποδοχών του, καθώς και ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων (αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα) στις 21-10-1965, αρχικά ως προσωρινός με σύμβαση υπάλληλος και μετά παρέλευση έτους ως μόνιμος, ενταχθείς στο λογιστικό κλάδο αυτής με τον βαθμό του δοκίμου, και εξελίχθηκε έκτοτε υπηρεσιακά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', τον οποίο κατείχε από 1-7-1987, ενώ την 1-7-2004 προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β'.

Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα (κάτοχος Lower Certificate, με βαθμολογία 5/9 στα δελτία ποιότητας). Παρακολούθησε 23 επιμορφωτικά σεμινάρια, με αντικείμενο διάφορα τραπεζικά θέματα. Από της προσλήψεώς του ο ενάγων τοποθετήθηκε στο Κατάστημα ..., όπου εργάσθηκε ως λογιστικός υπάλληλος, κυρίως στις Υπηρεσίες Καταθέσεων, Συναλλάγματος, Χορηγήσεων και Εκκρεμών Λογαριασμών.

Τον Ιούλιο του 1975 μετατέθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα, όπου εργάσθηκε ως λογιστικός υπάλληλος στην Υπηρεσία Εξαγωγών. Τον Φεβρουάριο του 1977 μετατέθηκε στο Κατάστημα ..., όπου εργάσθηκε επί τετραετία περίπου ως λογιστικός υπάλληλος στην Υπηρεσία Βιομηχανικών Χορηγήσεων. Τον Μάρτιο του 1981 επανήλθε στο Κεντρικό Κατάστημα της ..., όπου από το έτος 1984 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Βιοτεχνικών Χορηγήσεων (θέση ευθύνης 7ου κλιμακίου), ενώ από τον Σεπτέμβριο του 1992 του ανατέθηκαν καθήκοντα Εντεταλμένου του Κεντρικού Καταστήματος (θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου), τα οποία εξακολουθούσε να ασκεί κατά το μήνα Ιούλιο του 2000.

Στο Δ.Α.Α. 2000 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων "είναι έμπειρο και αξιόλογο στέλεχος με πλατιά γνώση των χορηγήσεων αλλά και των λοιπών εργασιών της τράπεζας. Εκτελεί την εργασία του με υπευθυνότητα, ταχύτητα και πληρότητα, είναι μεθοδικός και οι εισηγήσεις του είναι ορθά τεκμηριωμένες. Είναι άτομο δραστήριο με εκδηλωμένο το ενδιαφέρον για την τράπεζα, έχει διαμορφωμένη προσωπικότητα και συγκροτημένο χαρακτήρα.

Με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κρίνεται ώριμος για ανώτερη θέση" . Παρόμοιες θετικές κρίσεις αναγράφονται και στα Δελτία Αξιολόγησης των προηγούμενων ετών. Στα Δελτία Ποιότητας (Δ.Π.) των ετών 1983 έως και 1994 χαρακτηρίζεται "άριστος" υπάλληλος, εκτός από το έτος 1985 που χαρακτηρίζεται "πολύ καλός" και από απόψεως προοπτικών από το έτος 1985 χαρακτηρίζεται ως ώριμος για ανώτερη θέση, ενώ στα δελτία αξιολόγησης, καθώς και στα ΕΑΣΑΣ των ετών 1995 - 2000 έτυχε ποσοστού ανταπόκρισης 130% το 1995, 135% το 1996, 138% το 1997, 136% το 1998, 138% το 1999 και 137% το 2000, δεν είχε δε τιμωρηθεί πειθαρχικά.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά τις κρίσεις της 1-7-2000 για την προαγωγή υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, η εναγομένη παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του Δ. Ι., Θ. Κ., Ε. Γ., Β.

Ζ. και Β. Π., οποίοι είχαν τα παρακάτω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: Α) Ο Δ. Ι. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 30-10-1971 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-1-1993. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 4/9) και παρακολούθησε 20 σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Εντεταλμένου στο τότε Υποκατάστημα ... (10ο κλιμάκιο ευθύνης) από 4-1-1982 (ασκώντας κατά περιόδους και προσωρινά καθήκοντα Διευθυντή), Εντεταλμένου στο Κατάστημα ... (10ο κλιμάκιο ευθύνης) από 7-3-1983 (αναπληρώνοντας κατά περιόδους τον Διευθυντή των Καταστημάτων ...

και Λεωφόρου ... και ασκώντας καθήκοντα Προϊσταμένου Τέλλερς από 12-4-1983 έως 11-10-1983 και από 12-10-1983 έως 14-7-1983 στο Κατάστημα ...), Διευθυντή στο Κατάστημα Λεωφ. ..., προσωρινά, από 19-11-1985 (το διάστημα από 22-7-1985 έως 1-5-1989 ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου Τέλλερς στο εν λόγω Κατάστημα) και οριστικά από 16-12-1986 (8ο κλιμάκιο ευθύνης), Διευθυντή του Καταστήματος ...

από 4-9-1990 (7ο κλιμάκιο ευθύνης), αναπληρώνοντας κατά διαστήματα και τον Διευθυντή του Καταστήματος ..., Διευθυντή στο Κατάστημα ... (6ο κλιμάκιο ευθύνης) από 9-10-1995 και Διευθυντή στο Κατάστημα ... (5ο κλιμάκιο ευθύνης) από 3-5-1999. Στα Δελτία Ποιότητας των ετών 1991 - 1994 χαρακτηριζόταν άριστος και ώριμος, στο Δ.Π. Επιθ. 1996 πολύ καλός και εξελίξιμος, ενώ στο Δ.Α.Α. 1997, 1998 (Μονάδας και Επιθεωρήσεως) και 1999 συγκέντρωσε ποσοστά ανταπόκρισης 125%, 129% (Επιθ. 126%) και 130% αντίστοιχα.

Είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά με την ποινή της επίπληξης το 1987. Β) Ο Θ. Κ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 23-10-1970 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1995. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 5/9) και παρακολούθησε 20 σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Διακανονισμών στο Κατάστημα ... (8ο κλιμάκιο ευθύνης) από 1-9-1982, Εντεταλμένου στο Κατάστημα ... (7ο κλιμάκιο ευθύνης) από 9-9-1991 και Υποδιευθυντή (6ο κλιμάκιο ευθύνης) από 28-6-1994, αναπληρώνοντας κατά περιόδους τον Διευθυντή του εν λόγω Καταστήματος, ενώ το διάστημα από 17-6-1999 υπηρετούσε στη Διεύθυνση Πίστεως - στο Κέντρο Χρηματοδοτήσεων Β1 (4ο κλιμάκιο ευθύνης).

Χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στα Δελτία Ποιότητας 1993 και 1994, άριστος και ώριμος στο Δ.Π. Επιθεωρήσεως 1995, συγκεντρώνοντας ποσοστά ανταπόκρισης στα Δ.Α.Α. του έτους 1997 (τακτ.) 135% και 1997 (επιθ.) 121%, του έτους 1998 137% και του έτους 1999 139%. Γ) Ο Ε. Γ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 17-7-1972 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-7-1995.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 3/9) και παρακολούθησε 16 σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Εντεταλμένου στο Κατάστημα της οδού Γ' Σεπτεμβρίου από 1-9-1982, αναπληρώνοντας για μικρά διαστήματα και τον Διευθυντή του εν λόγω Καταστήματος (προηγουμένως και κατά περιόδους του είχαν ανατεθεί προσωρινά καθήκοντα Εντεταλμένου στο συγκεκριμένο Κατάστημα) και Προϊσταμένου Θυρίδας στο Υποκατάστημα της οδού ..., με προσωρινά καθήκοντα από 24-10-1983.

Κατά το διάστημα από 26-4-1984 έως 1-10-1986 τίθεται στη διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού, προκειμένου να αποσπασθεί στο Σύλλογο Υπαλλήλων Ε.Τ.Ε. - Τράπ. Αθηνών. Την 1-10-1986 τοποθετείται στο Κατάστημα ... ως Διευθυντής (8ο κλιμάκιο ευθύνης), αναπληρώνοντας κατά περιόδους τον Διευθυντή των Καταστημάτων ..., ... και .... Στις 13-3-1992 μετατίθεται στο Κατάστημα ...

ως Υποδιευθυντής (8ο κλιμάκιο ευθύνης). Από 17-10-1994 έως 31-3-1995 αναπλήρωνε κατά διαστήματα τον Διευθυντή των Καταστημάτων ... και ..., ενώ από 13-3-1995 άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή στο Κατάστημα ... (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 4-1-1999 καθήκοντα Υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Κτηματικής Πίστης (3ο κλιμάκιο ευθύνης).

Χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στο Δ.Π. 1993, πολύ καλός και ώριμος στο Δ.Π. 1994, άριστος και ώριμος στο Δ.Π. 1995, ενώ στα Δ.Α.Α. συγκέντρωσε ποσοστό ανταπόκρισης 135% το 1995, 134% το 1996, 134% το 1997 (Επιθ. 135%) και 134% το 1998. Τιμωρήθηκε το έτος 2000 με την ποινή της προφορικής επίπληξης. Δ ) Ο Β. Ζ. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 16-10-1973 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1996.

Είναι πτυχιούχος Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων (ΚΑΤΕΕ), γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 4/9) και παρακολούθησε 17 σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Εγγυητικών Επιστολών και Βιομηχανικών Χορηγήσεων στο Κατάστημα ... (8ο κλιμάκιο ευθύνης) από 10-7-1987, Υποδιευθυντή στο Κατάστημα ... (5ο κλιμάκιο ευθύνης) από 5-4-1995, Διευθυντή του Καταστήματος ...

από 26-2-1999 (5ο κλιμάκιο ευθύνης), αναπληρώνοντας κατά περιόδους τον Διευθυντή των Καταστημάτων ..., ... και .... Χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στα Δελτία Ποιότητας 1992, 1993 και 1994, πολύ καλός και ώριμος στο Δ.Π. Επιθ. 1993, ενώ στα Δ.Α.Α. συγκέντρωσε ποσοστό ανταπόκρισης 128% το έτος 1995, 129% το έτος 1996, το έτος 1997 130% (τακτ.) και 128% (επιθ.), 132% το 1998 και 133% το 1999 και Ε) Ο Β.

Π. προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 3-6-1977 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-1-1996. Είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 4/9) και παρακολούθησε 34 σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Εντεταλμένου στο Κατάστημα Θησείου (10ο κλιμάκιο ευθύνης) από 14-7-1988, Προϊσταμένου Τέλλερς στο ίδιο Κατάστημα από 1-2-1989 έως 10-5-1993 (αναπληρώνοντας κατά περιόδους τον Διευθυντή του εν λόγω Καταστήματος), Εντεταλμένου και Προϊσταμένου Τέλλερς στο Κατάστημα ... (8ο και 9ο κλιμ.

ευθύνης αντίστοιχα) από 12-5-1993, Διευθυντή στο Κατάστημα ... (6ο κλιμ. ευθύνης) από 30-6-1995, Διευθυντή στο Κατάστημα ... (4ο κλιμ. ευθύνης) από 3-5-1999. Χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στα Δ.Π. από 1990 έως 1994 (πλην του Δ.Π. 1993, λόγω πρόσφατης ανάληψης ανώτερης θέσης), ενώ στα Δ.Α.Α. συγκέντρωσε ποσοστό ανταπόκρισης το έτος 1997 136%, το έτος 1998 136% (Επιθ. 134%) και το έτος 1999 127%.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι από τη σύγκριση των ανωτέρω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων του Δ. Ι., Θ. Κ., Ε. Γ., Β. Ζ. και Β. Π. προκύπτει ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς τεσσάρων (4) εξ αυτών και συγκεκριμένα: 1) Έναντι του Δ. Ι. ο ενάγων υπερείχε στη γενική και στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά έξι έτη, στους τίτλους σπουδών, αφού είναι πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος εξατάξιου γυμνασίου, στον βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (βαθμολογία 5/9 έναντι 4/9), στην επιμόρφωση σε σεμινάρια (παρακολούθησε 23 σεμινάρια, ενώ ο συγκρινόμενος 20), στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού, ναι μεν ο συγκρινόμενος άσκησε τέτοια καθήκοντα σε χρόνο λίγο προγενέστερο του ενάγοντος (ήτοι από το έτος 1982, ενώ ο ενάγων από το έτος 1984), πλην όμως η μικρή αυτή υπεροχή του συγκρινόμενου εξουδετερώνεται πλήρως από το γεγονός ότι ο ενάγων άσκησε καθήκοντα σε θέση ευθύνης 7ου κλιμακίου από το έτος 1984, ενώ ο συγκρινόμενος ανέλαβε παρόμοια καθήκοντα το έτος 1990, δηλαδή έξι χρόνια αργότερα, επί πλέον δε ο ενάγων άσκησε, στη συνέχεια, υπεύθυνα καθήκοντα σε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου από το έτος 1990, ενώ στον συγκρινόμενο ανατέθηκαν παρόμοια καθήκοντα μόλις στις 3-5-1999, με αποτέλεσμα να υφίσταται, κατά τον κρίσιμο χρόνο των εν λόγω προαγωγικών κρίσεων (1-7-2000), υπεροχή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο κριτήριο.

Επίσης ο ενάγων - συνεχίζει το Εφετείο - υπερείχε του συγκρινόμενου Δ. Ι. και ως προς την ποιοτική αξιολόγηση, αφού από το έτος 1983 χαρακτηρίζεται άριστος υπάλληλος, εκτός από το έτος 1985 που χαρακτηρίζεται πολύ καλός και ώριμος για ανώτερη θέση, συγκεντρώνοντας ποσοστό ανταπόκρισης 130% το 1995, 135% το 1996, 138% το 1997, 136% το 1998, 138% το 1999 και 137% το 2000, σε αντίθεση με τον συγκρινόμενο, ο οποίος χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στα Δ.Π.

των ετών 1991-1994, πολύ καλός και εξελίξιμος στο Δ.Π. Επιθ. 1996, ενώ στα Δ.Α. των ετών 1997, 1998 και 1999 συγκέντρωσε ποσοστά ανταπόκρισης 125%, 129% (Επιθ. 126%) και 130% αντίστοιχα, δηλαδή μικρότερα εκείνων του ενάγοντος. 2) Έναντι του Ε. Γ. ο ενάγων υπερείχε στην γενική αρχαιότητα κατά επτά έτη περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά οκτώ έτη, στους τίτλους σπουδών, αφού είναι πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής, ενώ ο συγκρινόμενος απόφοιτος εξατάξιου γυμνασίου, στον βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (βαθμολογία 5/9 έναντι 3/9), στην επιμόρφωση σε σεμινάρια (παρακολούθησε 23 σεμινάρια, ενώ ο συγκρινόμενος 16), καθώς και στην ποιοτική αξιολόγηση, αφού ο ενάγων στα Δ.Π.

των ετών 1983 έως και 1994 χαρακτηρίζεται άριστος υπάλληλος, εκτός από το έτος 1985 που χαρακτηρίζεται πολύ καλός, και από απόψεως προοπτικών, από το έτος 1985 χαρακτηρίζεται ως ώριμος για ανώτερη θέση, όσον αφορά δε στα δελτία αξιολόγησης των ετών 1995 έως 2000 είχε ποσοστό ανταπόκρισης 130% το 1995, 135% το 1996, 138% το 1997, 136% το 1998, 138% το 1999 και 137% το 2000, ενώ ο συγκρινόμενος χαρακτηρίζεται και αυτός άριστος και ώριμος στο Δ.Π. 1993, πολύ καλός και ώριμος στο Δ.Π. 1994, άριστος και ώριμος στο Δ.Π. 1995, πλην όμως συγκέντρωσε ποσοστά ανταπόκρισης το 1995 135%, το 1996 134%, το 1997 134% (Επιθ. 135%) και το 1998 134%, δηλαδή με εξαίρεση το έτος 1995, σε όλα τα υπόλοιπα συγκρίσιμα έτη ο ενάγων συγκέντρωσε μεγαλύτερο ποσοστό ανταπόκρισης.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο ενάγων υπερτερεί του συγκρινόμενου και στο κριτήριο των πειθαρχικών ποινών, αφού ο ίδιος ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, σε αντίθεση με τον συγκρινόμενο, ο οποίος είχε πρόσφατα τιμωρηθεί με την ποινή της προφορικής επίπληξης. Έτσι - είπε το Εφετείο - ο ενάγων υστερούσε του συγκρινόμενου Ε.

Γ. μόνον ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο τελευταίος κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγών είχε ασκήσει τέτοια καθήκοντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αλλά και υψηλότερης στάθμης. 3) Έναντι του Β. Ζ. ο ενάγων υπερείχε στην γενική αρχαιότητα κατά οκτώ έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά εννέα έτη περίπου, στους τίτλους σπουδών, αφού είναι πτυχιούχος πανεπιστημιακής σχολής, ενώ ο συγκρινόμενος πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ, στο βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (βαθμολογία 5/9 έναντι 4/9), στην επιμόρφωση σε σεμινάρια (παρακολούθησε 23 έναντι 17 του συγκρινόμενου), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο ενάγων, κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγών, είχε ασκήσει τέτοια καθήκοντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ειδικότερα, ο ενάγων είχε ασκήσει καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Βιοτεχνικών Χορηγήσεων (θέση ευθύνης 7ου κλιμακίου) από το έτος 1984 και από τον Σεπτέμβριο του 1992 καθήκοντα Εντεταλμένου στο Κεντρικό Κατάστημα (θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου), ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Εγγυητικών Επιστολών και Βιομηχανικών Χορηγήσεων στο Κατάστημα ... (θέση ευθύνης 8ου κλιμακίου) από 10-7-1987, Υποδιευθυντή στο Κατάστημα ... (θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου) από 5-4-1995, Διευθυντή Καταστήματος ... (θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου) από 26-2-1999, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ενάγων ασκούσε καθήκοντα 5ου κλιμακίου από το έτος 1992, ενώ ο συγκρινόμενος από το έτος 1995.

Η εμπειρία του συγκρινόμενου - δέχθηκε το Εφετείο - από την υπηρεσία του σε Καταστήματα της τράπεζας, εξισορροπείται από την αντίστοιχη εμπειρία του ενάγοντος, λόγω της υπηρεσίας αυτού για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι ο ενάγων υπερείχε του συγκρινόμενου Β.

Ζ. και στο κριτήριο της ποιοτικής αξιολόγησης, δεδομένου ότι στα Δελτία Ποιότητας των ετών 1983 έως και 1994 χαρακτηρίζεται άριστος υπάλληλος, εκτός από το έτος 1985 που χαρακτηρίζεται πολύ καλός, και από απόψεως προοπτικών, από το έτος 1985 χαρακτηρίζεται ως ώριμος για ανώτερη θέση, όσον αφορά δε στα δελτία αξιολόγησης των ετών 1995 έως 2000 είχε ποσοστό ανταπόκρισης 130% το 1995, 135% το 1996, 138% το 1997, 136% το 1998, 138% το 1999 και 137% το 2000, ενώ ο συγκρινόμενος χαρακτηρίζεται και αυτός άριστος και ώριμος στα Δ.Π. 1992, 1993 και 1994, πολύ καλός και ώριμος στο Δ.Π.

Επιθ. 1993, πλην όμως στα Δ.Α.Α. συγκέντρωσε μικρότερα ποσοστά ανταπόκρισης, ήτοι 128% το 1995, 129% το 1996, 130% (τακτ.) και 128% (Επιθ.) το 1997, 132% το 1998 και 133% το 1999 και 4 ) Έναντι του Β. Π. ο ενάγων υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά δώδεκα έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά εννέα έτη, στο βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (βαθμολογία 5/9 έναντι 4/9) και στην ποιοτική αξιολόγηση, δεδομένου ότι στα Δελτία Ποιότητας των ετών 1983 έως και 1994 χαρακτηρίζεται άριστος υπάλληλος, εκτός από το έτος 1985 που χαρακτηρίζεται πολύ καλός, και από απόψεως προοπτικών, από το έτος 1985 χαρακτηρίζεται ως ώριμος για ανώτερη θέση, όσον αφορά δε στα δελτία αξιολόγησης των ετών 1995 έως 2000 είχε ποσοστό ανταπόκρισης 130% το 1995, 135% το 1996, 138% το 1997, 136% το 1998, 138% το 1999 και 137% το 2000, ενώ ο συγκρινόμενος χαρακτηρίζεται άριστος και ώριμος στα Δ.Π.

από 1990 έως 1994 (πλην του Δ.Π. 1993, λόγω πρόσφατης ανάληψης ανώτερης θέσης) και στα Δ.Α.Α. συγκέντρωσε ποσοστά ανταπόκρισης 136% το 1997, 136% το 1998 (Επιθ. 134%) και 127% το 1999, ήτοι ποσοστά μικρότερα, συνολικώς, των αντίστοιχων ποσοστών του ενάγοντος. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι ο ενάγων ήταν ισοδύναμος με τον συγκρινόμενο ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ο συγκρινόμενος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων, όπως επίσης ήταν ισοδύναμος ο ενάγων με τον συγκρινόμενο Β.

Π. και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού, ναι μεν ο συγκρινόμενος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης από το έτος 1999, πλην όμως ο ενάγων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα σε χρόνο προγενέστερο από τον συγκρινόμενο (από το έτος 1984 και ο συγκρινόμενος από το έτος 1988) και συνακόλουθα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επί πλέον δε ο ενάγων ασκούσε από το έτος 1992 καθήκοντα 5ου κλιμακίου ευθύνης, ήτοι ανώτερα του συγκρινόμενου, ο οποίος, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και μέχρι το 1999, ασκούσε καθήκοντα 9ου, 8ου και 6ου κλιμακίου ευθύνης, ενώ η εμπειρία του συγκρινόμενου από την υπηρεσία του σε διάφορες θέσεις ευθύνης του δικτύου εξισορροπείται από το ότι ο ενάγων υπηρέτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης.

Έτσι - είπε το Εφετείο - ο ενάγων υστερούσε του συγκρινόμενου μόνο ως προς την επιμόρφωση σε σεμινάρια (παρακολούθησε 23 σεμινάρια , ενώ ο συγκρινόμενος 34). Με βάση όλες τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του Δ. Ι., Ε. Γ., Β.

Ζ. και Β. Π. και ότι επομένως η παράλειψη προαγωγής του από την εναγομένη στον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2000, ήταν καταφώρως άδικη και καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τον, ουσιαστικού δικαίου, κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και τις ως άνω διατάξεις του, ισχύ ουσιαστικού νόμου έχοντος, Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης Τράπεζας, ως προς την σύγκριση και αξιολόγηση των προσόντων του ενάγοντος σε σχέση με εκείνα των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων του (συγκρινόμενων), διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων δεν υπερείχε καταφανώς τούτων.

Ειδικότερα, η υπεροχή του ενάγοντος εντοπίζεται στα τυπικά προσόντα της γενικής και ειδικής υπηρεσιακής αρχαιότητας (έναντι και των τεσσάρων ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του) και του πτυχίου Ανωτάτης Σχολής (έναντι των Δ. Ι., Ε. Γ. και Β. Ζ.). Η υπεροχή, όμως, αυτή, όσον αφορά την αρχαιότητα, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή.

Και τούτο γιατί η αρχαιότητα συνεπάγεται μεν και ανάλογη εμπειρία, πλην όμως έχει περιορισμένη σημασία, αφού πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή (άρθρο 10 του Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης), η οποία εξ ορισμού απαιτεί επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις και χωρίς δέσμευση από τη σειρά αρχαιότητας.

Επίσης και το τυπικό προσόν του πτυχίου πανεπιστημιακής σχολής δεν αρκεί για να στηρίξει καταφανή υπεροχή, δεδομένου ότι το προσόν αυτό υπολείπεται, από απόψεως ουσιαστικής αξίας, έναντι των ουσιαστικών προσόντων της ποιοτικής (βαθμολογικής) αξιολόγησης και της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων.

Στην προκείμενη δε περίπτωση, με βάση πάντοτε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπεροχή του ενάγοντος στην ποιοτική αξιολόγηση (βαθμολογία) ήταν όλως ελαφρά, ευρισκόμενη στα όρια της διαφορετικής υποκειμενικής εκτίμησης, ενώ, εξάλλου, τα υπεύθυνα καθήκοντα, που άσκησε ο ενάγων έναντι των ασκηθέντων από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του Δ.

Ι. και Β. Ζ., δεν ήσαν ικανά να προσδώσουν σ' αυτόν την απαιτούμενη καταφανή υπεροχή έναντι εκείνων, ώστε να καταστήσουν καταφώρως άδικη την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αφού, κατά τις αυτές παραδοχές, οι θέσεις στις οποίες προσέφερε τις υπηρεσίες του ο ενάγων δεν ήσαν από άποψη ευθύνης υπέρτερες από εκείνες στις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι παραπάνω δύο συνάδελφοί του, οι οποίοι, έχοντας υπηρετήσει επί σειρά ετών σε διάφορες θέσεις ευθύνης στο δίκτυο υποκαταστημάτων της εναγομένης, διέθεταν γνώση και πείρα σε όλες τις τραπεζικές εργασίες, γεγονός, το οποίο άσκησε αναμφιβόλως επίδραση στην προαγωγή τους.

Τέλος, η υπεροχή του ενάγοντος ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων (έναντι των Δ. Ι., Ε. Γ. και Β. Ζ.) και ως προς την ελαφρώς καλύτερη γνώση της Αγγλικής γλώσσας δεν είναι σημαντική και οπωσδήποτε καταφανής, ενώ η όλως ελαφρά ποινή της προφορικής επίπληξης, που είχε επιβληθεί στον συγκρινόμενο Ε.

Γ., δεν είναι ικανή, καθ' εαυτή, να επηρεάσει τον ποιοτικό χαρακτηρισμό αυτού. Με βάση, λοιπόν, τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του ενάγοντος και των τεσσάρων προαχθέντων συναδέλφων του Δ. Ι., Ε. Γ., Β. Ζ. και Β. Π., που ο ίδιος πρότεινε προς σύγκριση, δεν προέκυπτε καταφανής, αλλά απλή υπεροχή αυτού έναντι εκείνων και ως εκ τούτου η παράλειψη προαγωγής του, κατά τις κρίσεις της 1-7-2000, στον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή δεν ήταν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της από 27-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της άνω από 27-2-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του μοναδικού λόγου της συνεκδικαζόμενης από 30-1-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του υποβληθέντος με την ένδικη αγωγή παρεπομένου αιτήματος του ενάγοντος περί επιδικάσεως νομίμων τόκων για το ποσό της αιτουμένης αποζημιώσεως (διαφορές αποδοχών λόγω της κατά τ' άνω παραλείψεως της προαγωγής του). Μετά ταύτα η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν αποδεικνύεται δε προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα Τράπεζα από 8-12-2008 εξοφλητική απόδειξη, την επί της οποίας υπογραφή του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Λιάπα, αντ' αυτού, δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος Α. Κ., πλήρως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο αυτόν εκούσια, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 4264/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που αναιρέθηκε, το ποσό των 14.480,52 ευρώ. Επομένως, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υποβληθείσα με το αναιρετήριο και τις προτάσεις της, που κατέθεσε πριν από την συζήτηση της υπόθεσης, αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω ποσό των 14.480,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στον αναιρεσίβλητο της παρούσας αποφάσεως, κατά το νόμιμο οικείο αίτημα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 30-1-2009 αίτηση του Α. Κ. κατά της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4264/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 27-2-2009 αίτηση της άνω "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατά του Α. Κ. για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4264/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο - εκκαλούντα Α. Κ. να καταβάλει στην αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (14.480,52), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ