Supreme Court dismisses appeal on evidence limit violation and failure to consider documents in property ownership case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their property ownership claim. The appellants argued the Court of Appeal erred by considering only three sworn witness statements while ignoring additional documents submitted by the parties. The court ruled that the additional statements exceeded the statutory limit of three per side and were inadmissible, while the other documents were properly considered in the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270(2) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; The court may not consider sworn witness statements exceeding the statutory limit of three per party, and an appeal based on the failure to consider documents that were explicitly noted and evaluated in the contested judgment is unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1115 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1115/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Διαλινάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ηλιόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 17-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 4205/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία διέταξε το χωρισμό της αρνητικής της κυριότητας αγωγής του Ψ1 και παραπέμφθηκε αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, και στη συνέχεια απορρίφθηκε η από 5-12-2003 αγωγή του Χ1 ενώ έγινε δεκτή η από 17-3-2004 αγωγή του Ψ1. Κατά της 4205/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 901/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2007 αίτησή τους και με τους από 25-2-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από -3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και το από 25-2-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 901/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του υπ' αριθμ......συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Σταματοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων- εναγόμενος Ψ1, κατέστη κύριος, με αγορά από τη μητέρα του ......., του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 225 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση " ......." του Δήμου Κερατσινίου και επί των οδών .... και .....
Στη δικαιοπάροχο μητέρα του είχε περιέλθει το οικόπεδο αυτό με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Χρήστου Χατζηνικολή, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον Γ1, στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ........ συμβολαίου διανομής του ίδιου συμβολαιογράφου Πειραιώς, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο ανωτέρω ενάγων από το έτος 1977 νέμεται το επίδικο οικόπεδο, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα επιβλέποντας αυτό, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα για την τακτική διοίκησή του μέτρα, που αρμόζουν σε αστικό ακίνητο, καταβάλλοντας τους φόρους και τα λοιπά βάρη αυτού, που το βάρυναν ως ακάλυπτο χώρο, και προβαίνοντας σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την περαιτέρω αξιοποίηση και εκμετάλλευση αυτού, με ανοικοδόμηση.
Ειδικότερα αυτός κατέβαλλε ανελλιπώς στο Δήμο Κερατσινίου τα τέλη ακαλύπτων χώρων, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης του Δήμου Κερατσινίου των ετών 1978-1986 και 1991,1992,1994, καθώς και από την υπ' αριθμ........ βεβαίωση του ίδιου Δήμου. Κατά το έτος 1994 ο Δήμος Κερατσινίου ειδοποίησε τον ενάγοντα για την υποχρέωσή του καταβολής δαπάνης που αφορούσε την κατασκευή αγωγού αποχέτευσης στο επίδικο ακίνητο, την οποία και κατέβαλε αυτός στις 18-7-1994.
Επίσης, κατά το έτος 1997, που άρχισε να ισχύει η υποχρέωση υποβολής δήλωσης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ο ενάγων υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού την από .... δήλωση ακινήτων του ( Ε 9 ), στην οποία δήλωσε το επίδικο ακίνητο, ως δικό του. Περαιτέρω ο ενάγων, μετά από διαπραγματεύσεις με διάφορους κατασκευαστές οικοδομών και συνεχείς επισκέψεις και μετρήσεις στο επίδικο ακίνητο, συνήψε με τον εργολάβο κατασκευαστή ....
το υπ' αριθμ. .... προσύμφωνο μεταβίβασης σ' αυτόν ποσοστών εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νίκαιας Δημητρίου Βυλλιώτη. Από όλα τα παραπάνω σαφώς προκύπτει η εκδήλωση της βούλησης του ενάγοντος να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς και καθολικώς από το έτος 1977, που περιήλθε στην κυριότητά του με αγορά, ενώ προηγουμένως νεμόταν αυτό, έχοντας τη διοίκηση και εποπτεία του, η δικαιοπάροχος μητέρα του συνεχώς από το έτος 1956 που απέκτησε τη φυσική εξουσία επ' αυτού και πριν απ' αυτήν ο δικαιοπάροχός της Γ1 συνεχώς από το έτος 1953, που περιήλθε στην κυριότητα και νομή του, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής.
Εξάλλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντωνίου Κουσκουβελάκου, η ενάγουσα-εναγομένη Χ2 απέκτησε την κυριότητα του όμορου προς το επίδικο ακινήτου, εμβαδού 150 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 146,91 τ.μ., το οποίο εικονίζεται με τον αριθμό ... στο από μηνός .....
σχεδιάγραμμα του μηχανικού ........, που έχει επισυναφθεί στο ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Χρήστου Χατζηνικολή. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες-εναγόμενοι Χ1 και Χ2 από το έτος 1966 χρησιμοποιούσαν το επίδικο οικόπεδο για την αποθήκευση εργαλείων και υλικών που αποτελούσαν αντικείμενα της εργασίας του πρώτου εξ αυτών, ως ελαιοχρωματιστή, καθώς επίσης και για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους.
Τούτο επιρρωνύεται από το ότι οι εν λόγω ενάγοντες -εναγόμενοι κατοίκησαν για πρώτη φορά στην περιοχή του επιδίκου κατά το έτος 1972, όταν αποπερατώθηκε η ανέγερση της οικίας τους, και κυρίως από το ότι, μέχρι και το έτος 1993 η βραχώδης και έντονα επικλινής μορφολογία του εδάφους του επιδίκου εμπόδιζε την είσοδο σ' αυτό επιβατικού αυτοκινήτου και καθιστούσε ανέφικτη τη χρήση αυτού για την τοποθέτηση επαγγελματικών εργαλείων και άλλων αντικειμένων.
Κατά το χρονικό, όμως, διάστημα εκτέλεσης των εργασιών ανέγερσης της όμορης πολυκατοικίας επί της οδού ....., η οποία αποπερατώθηκε το έτος 1993, δημιουργήθηκε σ' αυτήν την πλευρά μία δίοδος, λόγω της ανάγκης διέλευσης των φορτηγών οχημάτων και των λοιπών ογκωδών μηχανημάτων οικοδομικών έργων, με αποτέλεσμα να υπάρχει έκτοτε, μέσω της διόδου αυτής, πρόσβαση με αυτοκίνητο στο πίσω μέρος του επιδίκου ακινήτου.
Από τότε το επίδικο χρησιμοποιείται μερικές φορές από τους περιοίκους για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική που ακολουθείται στις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, λόγω της πυκνής δόμησης και της ανεπάρκειας ακάλυπτων χώρων για στάθμευση αυτοκινήτων, με τη γνώση βέβαια και τη συνείδηση εκείνων που το χρησιμοποιούν κατ' αυτόν τον τρόπο, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω ενάγοντες-εναγόμενοι, ότι ενεργούν πράξεις σε ξένο ακίνητο με την ανοχή του ιδιοκτήτη του και χωρίς τη σαφή βούλησή τους να εξουσιάζουν και να νέμονται το οικόπεδο αυτό, ως κύριοι.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την τοποθέτηση στο επίδικο διαφόρων αντικειμένων, που γίνεται προς διευκόλυνση των γειτόνων, όπως συμβαίνει με την εναπόθεση σ' αυτό από τον ενάγοντα-εναγόμενο Χ1 μερικών εργαλείων της εργασίας του, ο οποίος, σημειωτέον, έχει συνταξιοδοτηθεί από διετίας. Ο ισχυρισμός των εναγόντων-εναγομένων Χ1 και Χ2, ότι ο αντίδικός τους Ψ1 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη στο επίδικο μικρής αποθήκης από ελενίτ και σκαλωσιών, είναι αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι η εν λόγω αποθήκη τοποθετήθηκε στο επίδικο μετά το έτος 2001, όταν δηλαδή οι ενάγοντες -εναγόμενοι άρχισαν ήδη να εκδηλώνουν την πρόθεσή τους για διεκδίκηση αυτού, ενώ μέχρι τότε το επίδικο διατηρούνταν από τον ενάγοντα καθαρό, αφού κατά τις συχνές επισκέψεις που αυτός πραγματοποιούσε, είτε μόνος του, είτε με το γαμπρό του ......, είτε με το μάρτυρα ......, απομάκρυνε από το επίδικο οποιοδήποτε άχρηστο αντικείμενο, ενώ παράλληλα παραπονούνταν προς τους γείτονες, μεταξύ των οποίων και οι αντίδικοί του, για τη στάθμευση σ' αυτό των αυτοκινήτων τους.
Άλλωστε, το επίδικο οικόπεδο, το οποίο είναι απερίφρακτο, δεν είναι κατάλληλο για οποιαδήποτε αποθήκευση και ούτε αποδείχθηκε ότι χρησιμοποιείται ως χώρος αποθήκευσης. Μάλιστα η Διεύθυνση Περιβάλλοντος του Δήμου Κερατσινίου, με το από ....έγγραφό της είχε οχλήσει τον ενάγοντα Ψ1, ως ιδιοκτήτη του επιδίκου οικοπέδου, προκειμένου να επιμεληθεί για την περίφραξη και καθαριότητα τούτου.
Σχετικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων-εναγομένων, ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης δήλωσαν το επίδικο ακίνητο, ως ιδιοκτησία τους, και ως τέτοια εμφανίζεται στα υπ' αριθμ. ..... και ....... κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου, αποδείχθηκε ότι το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, όχι μόνο δεν καταχώρησε το επίδικο στη μερίδα τους, αλλά σημείωσε στη δεύτερη σελίδα του σχετικού Κτηματογραφικού Αποσμάσματος τη λέξη "άγνωστος".
Όταν δε στις 17-9-2003 υποβλήθηκε από τον ενάγοντα Ψ1 στο ίδιο Κτηματολογικό Γραφείο η με ίδια ημερομηνία δήλωση, αναγράφηκε στο σχετικό υπ' αριθμ. ..... κτηματογραφικό απόσπασμα ότι αυτός υπέβαλε εκπρόθεσμη δήλωση για το επίδικο, η οποία δεν έχει τύχει ακόμη της σχετικής επεξεργασίας.
Συνεπώς καμιά έννομη επιρροή δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση η υποβληθείσα από τους ενάγοντες στο Κτηματολόγιο δήλωση, αφού κανένα δικαίωμα δεν αναγνωρίσθηκε σ' αυτούς σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Οι ανωτέρω ενάγοντες-εναγόμενοι άρχισαν να αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος- εναγομένου Ψ1 για πρώτη φορά το καλοκαίρι του έτους 2003, όταν με επιμέλεια αυτού πραγματοποιήθηκαν οι διαπραγματεύσεις με τον εργολάβο-κατασκευαστή ...... για την ανοικοδόμηση του επιδίκου από τον τελευταίο, ενώ προηγουμένως δεν είχε εκδηλωθεί από εκείνους, ρητά ή σιωπηρά, βούληση εξουσίασης τούτου. Τέτοια, άλλωστε, βούλησή τους δε μπορεί να συναχθεί ούτε από τις περιστάσεις, αφού ο ενάγων Ψ1 από το έτος 1977 ασκούσε διαρκώς στο επίδικο, με διάνοια κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού διακατοχικές πράξεις, η δε προαναφερθείσα χρήση τούτου από τους άνω εναγομένους-ενάγοντες δεν αρκεί για να θεμελιώσει φυσική εξουσία τους επ' αυτού.
Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τους ανωτέρω ενάγοντες-εναγομένους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής αυτών στο επίδικο, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1966, αλλ' ούτε και σε μεταγενέστερο χρόνο. Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων Ψ1 κατέστη κύριος του επιδίκου οικοπέδου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και μάλιστα για πενήντα συνεχή χρόνια, συνυπολογίζοντας το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ψ1 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, εκτός από τον παράγωγο τρόπο (αγορά), και με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι, ήδη αναιρεσείοντες, ενάγοντες- εναγόμενοι δεν κατέστησαν κύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί την από 17-3-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και απορρίψει, ως αβάσιμη, την από 5-12-2003 αντίθετη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν έσφαλε.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τόσο σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, όσο και σχέση με την αγωγή των αναιρεσειόντων, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος ενάγων άσκησε επί του επιδίκου τη νομή, με διάνοια κυρίου, από το έτος 1977 και μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2003, δηλαδή επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού οι απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες και συνεπώς την απόκτηση από αυτούς κυριότητας στο επίδικο με τον επικαλούμενο στην αγωγή τους πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.
Επομένως ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν χρησιμοποιούσαν από το έτος 1966 το επίδικο ακίνητο ως αποθηκευτικό χώρο οικοδομικών υλικών και για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους και ότι ο αναιρεσίβλητος ασκούσε επ' αυτού τη νομή μέχρι το καλοκαίρι του έτους 1993, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων, η περί των οποίων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του, αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται δε νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως, και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές. Η επιβαλλόμενη, όμως, με το ως άνω άρθρο 240 ΚΠολΔ ρύθμιση του τρόπου επαναφοράς "ισχυρισμών", όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Συνεπώς για τη λήψη από το Εφετείο ισχυρισμών περιεχομένων στην αγωγή, ως προς την οποία μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η υπόθεση με έφεση του ενάγοντος ή του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς τους από τον εφεσίβλητο ενάγοντα με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτους, αλλά ερεύνησε όλους τους περιεχόμενους στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, έστω και αν ο διάδικος αυτός δεν τους επανέφερε με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο στο Εφετείο, στο οποίο είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση και ως προς την αγωγή του με την έφεση των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθ. 8 περ.α'του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο δηλαδή μη κήρυξης απαραδέκτου, οι δε πρώτος του κυρίου δικογράφου και μοναδικός του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
-ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους , παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη .
Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο υπόψη τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλλόμενη απόφαση, το εκδόσαν αυτήν Εφετείο Αθηνών για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, στο οποίο στήριξε την κρίση του ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τις με αριθμούς 3684,3686 και 3687/4-102004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, τις οποίες επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν σ' αυτό οι αναιρεσείοντες, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τους ίδιους, πέραν των ως άνω τριών ενόρκων βεβαιώσεων, υπ' αριθμ......
και ...... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Δαδάκη, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με το να μη λάβει υπόψη του το Εφετείο , εκτός από τις τρεις πρώτες, και τις άλλες δύο ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί για την ίδια δίκη, οι οποίες, εφόσον υπερέβαιναν το προβλεπόμενο από το άρθρο 270 παρ.2 του ΚΠολΔ ανώτατο όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 εδ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
-ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι ασκούσαν φυσική εξουσία στο επίδικο ακίνητο, και ειδικότερα : α) τα υπ' αριθμ..... και ...... κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου β) αντίγραφο του εντύπου Ε 9 και τις από ...... υπεύθυνες δηλώσεις τους προς την Ε' Δ.Ο.Υ. Πειραιά και γ) φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από τη ρητή μνεία σ' αυτήν των παραπάνω κτηματογραφικών αποσπασμάτων του Κτηματολογίου, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα τρία έγγραφα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2007 αίτηση και τους από 25-2-2008 πρόσθετους λόγους των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ.901/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ