1115/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1115/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια κατάχρηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει, όταν η καταγγελία δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντά του, όπως συμβαίνει όταν έγινε για συμπεριφορά του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης (ΑΠ 293/2004 και 1102/2001).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1115 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1115/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ΄ ου η κλήση: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τομαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσης: Εταιρείας με την επωνυμία "BSH Οικιακές Συσκευές ΑΒΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου σε όλα τα δικαιώματα, απαιτήσεις, αξιώσεις και υποχρεώσεις της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΕΡΒΙΣ ΑΒΕ Παροχή Τεχνικής Βοήθειας σε Οικιακές Συσκευές" λόγω απορρόφησης της δεύτερης από την πρώτη που πραγματοποιήθηκε με την με αριθμό 8677/2003 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθήνας Μαρίας Μπρε - Σάκκου και που εγκρίθηκε με την με αριθμό ΕΜ 9894/03 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Περγαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2744/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1936/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-11-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 426/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 10-5-2006 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 28-12-2005 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία εφόσον έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (άρθρο 174, 180 ΑΚ).
Τέτοια κατάχρηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη δεν συντρέχει, όταν η καταγγελία δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντά του, όπως συμβαίνει όταν έγινε για συμπεριφορά του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης (ΑΠ 293/2004 και 1102/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 22.12.1994 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος της επιχειρήσεώς της από 2.1.1995 και εφεξής και κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του άσκησε καθήκοντα διευθύνοντος υπαλλήλου.
Στις 22.3.2000 η εναγομένη, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, κατήγγειλε εγγράφως την επίδικη σύμβαση εργασίας συνεπεία πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του ενάγοντος και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους. Ειδικότερα, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα παρουσιάστηκαν προβλήματα και συγκεκριμένα ο ενάγων δεν αντικατέστησε τα παλαιά όργανα ελέγχου και τα μηχανήματα της εναγομένης και δεν επιδιόρθωσε τα χαλασμένα.
Επίσης, αποφάσισε την επισκευή μιας αντλίας νερού με υψηλό τίμημα ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, θα μπορούσε να προβεί στην αγορά άλλης με μικρότερο τίμημα. Εξάλλου στα διευθυντικά συμβούλια δεν λάμβανε τον λόγο και σε κάποια από αυτά απουσίαζε. Με αφορμή όλα τα παραπάνω, η εναγομένη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση και τοποθέτησε στη θέση του ενάγοντος τον υπάλληλό της ....., αδειούχο ηλεκτρολόγο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές - από τις οποίες στο ότι η καταγγελία δεν έλαβε χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά λόγω της πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του ενάγοντος, το Εφετείο αναγκαίως κατέληξε, αφού δέχθηκε ότι ως προς το μέρος αυτό δεν πλήττεται με την έφεση η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε υιοθετήσει τις παραδοχές αυτές - έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως δεν ήταν καταχρηστική και, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής και την καταβολή μισθών υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 525 και 526 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθεί την αγωγή και στη συνέχεια ο εναγόμενος ασκήσει έφεση και προσβάλλει την απόφαση αυτή κατά κεφάλαιό της, κατά το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, δεν μπορεί ο ενάγων να ζητήσει κατ΄ έφεση την έρευνα και παραδοχή της αγωγής, κατά το μέρος που δεν εξετάστηκε, αν δεν άσκησε προς τούτο δική του έφεση, η οποία μπορεί να ασκηθεί και επικουρικώς, δηλαδή με την αίρεση της ευδοκίμησης της έφεση του εναγομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, επικαλέστηκε με την αγωγή του τα ακόλουθα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά:
Ότι ήταν 56 ετών, βρίσκονταν στα πρόθυρα συνταξιοδοτήσεως και εντεύθεν ήταν δυσχερής η εξεύρεση εργασίας, ήταν έγγαμος με τέκνο που φοιτούσε σε Γερμανικό Πανεπιστήμιο, είχε εξαιρετικά προσόντα, καθώς και ότι επί πενταετία προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην αναιρεσίβλητη χωρίς ποτέ να δεχθεί παρατήρηση για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως ήταν καταχρηστική και δέχθηκε την αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα μισθούς υπερημερίας, διότι, καίτοι αυτός εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, ως διευθύνων υπάλληλος, η καταγγελία της συμβάσεως θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη λήψη άλλου ηπιότερου μέσου, όπως ήταν η αφαίρεση των καθηκόντων του και η ανάθεση άλλων, καθόσον αυτός ήταν 56 ετών και μετά από 2-3 έτη θα συνταξιοδοτούνταν.
Η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της παραπονέθηκε μόνον καθ΄ ό μέρος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως ήταν καταχρηστική, στηριζόμενο στα προαναφερόμενα περιστατικά (ότι η καταγγελία θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη λήψη άλλου ηπιότερου μέσου) και ο αναιρεσείων δεν άσκησε επικουρική έφεση ή αντέφεση, ως προς το κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας με βάση τα λοιπά αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, που δεν έγιναν δεκτά από το Πρωτοδικείο.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εξετάσει τα τελευταία αυτά περιστατικά, έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος δεν ήταν καταχρηστική λόγω του ότι δεν ανατέθηκαν σ΄ αυτόν άλλα καθήκοντα, και ακολούθως δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν παρέλειψε να εξετάσει το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής, το οποίο δεν μεταβιβάστηκε σ΄αυτό με επικουρική έφεση ή αντέφεση του αναιρεσείοντος. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτο λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, με το να δεχθεί, ότι δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του αυτές, δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, αλλά ότι δεν ήχθη ενώπιόν του με λόγο εφέσεως το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως. Επομένως πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ασχολήθηκε με την επανεξέταση του ως άνω, μη μεταβιβασθέντος σ΄ αυτό, κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως παρά μόνο με το μέρος που μεταβιβάστηκε η υπόθεση ενώπιόν του και αφού δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε κατά τούτο την απόφαση του Πρωτοδικείου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα αυτό, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.11.2004 αίτηση του ..... για την αναίρεση της 1936/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθοριζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ