Legislator Case Law & Legislation
1114/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank foreclosure judgment, upholding lower court's application of Article 939 of the Civil Code.

Case Number 1114/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' appeal against a Third Instance Court ruling that ordered the foreclosure of their properties to satisfy a bank's debt. The appellants argued that the bank's acceptance of mortgage registrations on other properties was an abuse of rights, while the court found this irrelevant given the bank's urgent need for liquidity and the insufficiency of those registrations. The court held that the lower court correctly applied Article 939 of the Civil Code and that the appellants' claim violated common sense regarding property values during the economic crisis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 81, 215, 495, 559, 939 of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; The court dismissed the appeal against a foreclosure judgment where the creditor accepted alternative security measures, finding the lower court's application of the law correct and the appellants' arguments against the creditor's conduct without legal basis.

Keywords

AI generated
foreclosure proceedings abuse of rights Article 939 Civil Code third party intervention common sense standard bankruptcy risk costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 81, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 215, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 939 of the Civil Code
Articles 176, 182, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1114 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1114/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Ε., 2) Κ. Π. του Ε., κατοίκων ..., 3) Ε. Π. του Μ., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου από τους συνασκούντες την γονική μέριμνα γονείς του Μ. Π. του Ε. και Ε. Α. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλίση και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαλάπα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2012 (2) αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2512/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2817/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/9/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

A. Από τη διάταξη του άρθρου 80 KΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (AΠ 1102/2022, ΑΠ 1028/2022, 368/2019).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 ΚΠολΔ - AΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διαθέσεως ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διαθέσεως και το δεδικασμένο της αποφάσεως ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 302/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση που παρέχεται με την παραπάνω διάταξη στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ισχύει και στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.14 του Ν. 3156/2003 (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 368/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών πριν την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου αυτού, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών, αφενός στους αναιρεσείοντες (βλ.

τις υπ' αρ. ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Χ. Ζ. σε συνδυασμό με τα υπ' αρ. ...-2023 και ...-2023 φύλλα των εφημερίδων "Ηχώ των Δημοπρασιών" και "Τύπος Θεσσαλονίκης"), αφετέρου στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αρ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Χ.

Κ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των επίδικων απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη.

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων σύμφωνα με το Ν. 4354/2015 και την Πράξη 118/2017 της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως αξιώσεων, δυνάμει της από 8-10-2021 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" που εδρεύει στην Ιρλανδία (με αριθμό καταχωρήσεως στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει του από 8-10-2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το από 17-12-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθμ. ...-1997 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που αυτή κατήρτισε με την εταιρεία "Ε. Μ. Π. & ΣΙΑ ΕΠΕ", των οποίων την τήρηση των όρων εγγυήθηκαν οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες - καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως της συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί σε αυτή είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ'αυτή διαδίκου (ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 613/2020, ΑΠ 111/2018, 660/2014, ΑΠ 1968/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-11-2023), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, κατά τη σειρά της εγγραφής της σε αυτό, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε και προσκομίζουν έκθεση επιδόσεως της αναιρέσεως με τον ορισμό δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση στην αναιρεσίβλητη για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της αναιρέσεως προς απόδειξη της νομότυπης κλητεύσεώς της, ούτε και προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως στην αρχική δικάσιμο.

Ωστόσο, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της κρινόμενης από 4-9-2019 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αρ. 2817/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είχε αρχικώς οριστεί για τη δικάσιμο της 1-2-2021, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-5-2022, γενομένης της σχετικής εγγραφής στο οικείο πινάκιο.

Ειδικότερα, κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε μετά το από 20-1-2021 κοινό έγγραφο αίτημα των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, κατ' άρθρο 158 παρ.2 του Ν. 4764/2020. Για την αναιρεσίβλητη το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από τον Δικηγόρο Αντώνιο Τσιαλίκη, στον οποίο αυτή είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αρ. ...-2016 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Β.

Δ. Β. Ακολούθως, λόγω της μεταφοράς της υποχρεωτικής αργίας της 1-5-2022, στη δικάσιμο της 2-5-2022 η υπόθεση δεν συζητήθηκε, αλλά επαναπροσδιορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-11-2023), γενομένης και της σχετικής εγγραφής στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα, ισχύουσας ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Παράλληλα, η ημερομηνία της ως άνω νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε και με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... Κατόπιν αυτών, αφού η αναιρεσίβλητη είχε νόμιμα παραστεί κατά την αρχική (1-2-2021) δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση χωρίς εναντίωσή της, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή, δικάσιμο ισχύει, κατά τα ανωτέρω, ως κλήτευση αυτής.

Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπερ' ής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

B. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2817/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αρ. 2512/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την απόφαση αυτή είχαν γίνει δεκτές οι από 14-3-2012 δύο συνεκδικασθείσες αγωγές της αναιρεσίβλητης και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερομένης σε αυτές δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ακινήτων από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες στον τρίτο αυτών. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 147 παρ.2, 495, 552, 553, 556, 558, 564παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει, αφού συνεκδικαστεί με την παραπάνω πρόσθετη παρέμβαση (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαιτήσεως κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 278/2011).

Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαιτήσεως, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτριώσεως, τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διαρρήξεως αγωγής (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της συμβάσεως, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 ΕισΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαιτήσεως για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου.

Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.

Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως, η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 529/2022, ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 805/2013). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 805/2013, ΑΠ 1217/2014).

Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α` εδάφιο της τελευταίας διατάξεως, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανακλήσεως αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 88/2023 ΑΠ 529/2022, ΑΠ 1523/2021, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 28/2017). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής διαρρήξεως, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 708/2017). 4) Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών.

Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξεώς του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτριώσεως αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς.

Η πρόθεση βλάβης εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1902/2013). 5) Γνώση του τρίτου.

Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς προθέσεως του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1320/2019, ΑΠ 28/2017).

Περαιτέρω, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως και επομένως, δεν έχει εφαρμογή επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 300ΑΚ.

Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019, ΑΠ 1396/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1333/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 357/2023). Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.

Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναιρέσεως αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003).

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης αποφάσεως, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 300, 862, 863 ΑΚ, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό, που προέβαλαν πρωτοδίκως και με λόγο της εφέσεως τους, περί απαλλαγής τους από την εγγύηση κατά το ποσό των 196.452,80 ευρώ, επειδή η αναιρεσίβλητη τράπεζα από βαριά αμέλεια κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της από τη μη έγκαιρη ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων υπέρ αυτής μετοχών τους.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1997 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα των υπό στοιχεία α' και β' αγωγών, ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ" , τότε υπό την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", χορήγησε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε.

Μ. Π. κ ΣΙΑ ΕΠΕ", με έδρα στη Θεσσαλονίκη, πίστωση μέχρι του ποσού των 60.000.000 δραχμών, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση. Με τις από 21-7-1997, 23-7-1998, 15-1-1999, 20-9-2000, 27-...001, 20-11-2002 πρόσθετες πράξεις, το όριο της πίστωσης αυξήθηκε έως το ποσό των 1.670.000,00 ευρώ. Στην ίδια σύμβαση και τις άνω πρόσθετες πράξεις αυτής, συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου, Ε.

Π., και ο υιός του Μ. Π., πρώτος εναγόμενος των ενδίκων αγωγών, οι οποίοι, εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που η πιστούχος ανέλαβε με την παραπάνω σύμβαση και την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών της πίστωσης κατά το οριστικό κλείσιμο της, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με αυτή ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από το ευεργέτημα της δίζησης και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 858 862, 863, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα, δεσμευόμενοι και από κάθε αναγνώριση χρέους από την πιστούχο.

Στην από 15-1-1999 πρόσθετη πράξη και τις επόμενες αυτής, συμβλήθηκε ως εγγυήτρια και η Κ. Π. δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο α' αγωγής, αδελφή του πρώτου εναγομένου, με τους ίδιους όρους, εγγυώμενη και αυτή την τήρηση των όρων της ίδιας σύμβασης και την εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτης.

Με την τελευταία εκ των ανωτέρω από 20-11-2002 πρόσθετη πράξη οι άνω συμβαλλόμενοι, πιστούχος και εγγυητές, αναγνώρισαν ότι οι λογαριασμοί, που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτηση της σύμβασης, εμφάνιζαν εκείνη τη χρονική στιγμή χρεωστικό υπόλοιπο ύψους (312.305,58 + 425.863,06 + 38.887,39 =) 738.168,64 ευρώ. Με την από 18-...006 δήλωσή της, αποτελούσα αναπόσπαστο τμήμα της ένδικης σύμβασης, η πιστούχος ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλεί κάθε ποσό χορήγησης που πραγματοποιείται βάσει της σύμβασης εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κάθε εκταμίευσης και δήλωσε ότι σε περίπτωση που δεν εξοφλήσει έστω και ένα από τα ποσά χορήγησης με βάση τη σύμβαση και στην πιο πάνω προθεσμία, η ενάγουσα δικαιούται να καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο της πίστωσης χωρίς ειδοποίησή της, οι δε ίδιοι εγγυητές εγγυήθηκαν και πάλι την εκπλήρωση και των νέων υποχρεώσεων της πιστούχου.

Με την από 28-8-2006 πρόσθετη πράξη ALPHA 600, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, η πιστούχος και οι εγγυητές αναγνώρισαν ότι οι τηρούμενοι λογαριασμοί της άνω σύμβασης εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο την άνω ημερομηνία ύψους (704.511,06 + 291.563,42 =) 996.074,48 ευρώ και τα μέρη συμφώνησαν στη λειτουργία και ενός τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, αόριστης διάρκειας, για τον οποίο η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χορηγεί στην πιστούχο χρηματικά ποσά έως το ποσό των 300.000,00 ευρώ αποκλειστικά για την κάλυψη ταμειακών αναγκών της, με τους ειδικότερους όρους που συνομολογήθηκαν σ' αυτή.

Με την από 22-5-2007 πρόσθετη πράξη ALPHA ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, η πιστούχος και οι άνω εγγυητές, πλην του Ε. Π., ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει, αναγνώρισαν ότι οι τηρούμενοι λογαριασμοί της ένδικης σύμβασης εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο την άνω ημερομηνία ύψους 553.146,50 ευρώ και τα μέρη συμφώνησαν εκ νέου στη λειτουργία και ενός τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, αόριστης διάρκειας, για τον οποίο η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χορηγεί στην πιστούχο χρηματικά ποσά έως 560.000,00 ευρώ αποκλειστικά για την κάλυψη ταμειακών αναγκών της, με τους ειδικότερους όρους που συνομολογήθηκαν σ' αυτή.

Με την από 29-12-2009 πρόσθετη πράξη, η πιστούχος και οι άνω εγγυητές αναγνώρισαν ότι, οι τηρούμενοι λογαριασμοί της ένδικης σύμβασης εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο στις 23-12-2009 ύψους (41.535,87 + 637.071,41 + 460.000,00 =) 1.138.607,28 ευρώ, και τα μέρη συμφώνησαν, στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης, η ενάγουσα να χορηγήσει στην πιστούχο δάνειο ποσού 60.000,00 ευρώ, για την κάλυψη μονιμότερων αναγκών σε κεφάλαια κίνησης αυτής, καταβλητέο σε 36 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από την εκταμίευσή του στις 23-1-2010 κατά τους όρους που αναφέρονται σ αυτή.

Με την από 24-3-2011 πρόσθετη πράξη, η πιστούχος και οι άνω εγγυητές αναγνώρισαν ότι οι τηρούμενοι λογαριασμοί της ένδικης σύμβασης εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο στις 10-3-2011 ύψους (74.499,57 + 397.858,81 + 380.862,72 =) 853.221,10 ευρώ, και τα μέρη συμφώνησαν, στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης, η ενάγουσα να χορηγήσει στην πιστούχο δάνειο ποσού 100.000,00 ευρώ, για την κάλυψη μονιμότερων αναγκών σε κεφάλαια κίνησης αυτής, καταβλητέο σε 12 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από την εκταμίευσή του κατά τους όρους που αναφέρονται σ' αυτή.

Τέλος, με την από 19-10-2011 πρόσθετη πράξη ALPHA 600, τα μέρη συμφώνησαν στη λειτουργία και άλλου ενός τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, αόριστης διάρκειας, για τον οποίο η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χορηγεί στην πιστούχο χρηματικά ποσά έως το ποσό των 150.000,00 ευρώ αποκλειστικά για την κάλυψη ταμειακών αναγκών της, με τους ειδικότερους όρους που συνομολογήθηκαν σ' αυτή.

Όλες οι άνω πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με την αρχική σύμβαση πίστωσης, οι όροι της οποίας εξακολουθούσαν να ισχύουν στο μέτρο που δεν τροποποιούνταν με τους όρους των νεότερων πράξεων. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης, η δε ενάγουσα, για την παρακολούθηση αυτής, τήρησε, μεταξύ άλλων, α) τον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό, το υπόλοιπο του οποίου μετέφερε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, και β) τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό τους οποίους, λόγω μη τήρησης από την πιστούχο των υποχρεώσεων της από αυτή, έχοντας το σχετικό δικαίωμα και από τη σύμβαση, έκλεισε οριστικά στις 7-8-2012, οπότε και εμφάνισαν χρεωστικά υπόλοιπα ύψους 437.737,19 ευρώ και 29.718,81 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την εκτύπωση της κίνησης των λογαριασμών αυτών από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας τράπεζας, σημειώνοντας ότι με ρητό όρο της ένδικης σύμβασης αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας που εμφανίζουν την κίνηση των σχετικών λογαριασμών αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης κατά της πιστούχου από το οριστικό κλείσιμο αυτών.

Με την από 13-8-2012 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε στους εγγυητές Μ. Π. και Κ. Π. στις 16-8-2012 και 17-8-2012, αντίστοιχα, η ενάγουσα γνωστοποίησε σ' αυτούς το κλείσιμο των λογαριασμών και κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής και κάλεσε αυτούς να της καταβάλουν άμεσα έντοκα το συνολικό οφειλόμενο ποσό των 467.456,00 ευρώ.

Λόγω δε της αδράνειας αυτών ως προς την καταβολή της ληξιπρόθεσμης οφειλής τους, η ενάγουσα πέτυχε με αίτησή της την έκδοση της υπ' αριθμ. ...-2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος και οι άνω εγγυητές να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 467.456,00 ευρώ, έντοκα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 8-8-2012, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, κατά τους όρους της σύμβασης, καθώς και το ποσό των 7.292,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη.

Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους εγγυητές Μ. Π. και Κ. Π. μία φορά στις 22-10-2012 (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2012 και ...-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ.). Με βάση τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα των ενδίκων αγωγών έχει απαίτηση σε βάρος των άνω εναγομένων, Μ.

Π. και Κ. Π., η οποία ήταν γεγενημένη πριν την άσκηση των ενδίκων αγωγών, και έχει ήδη καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη και η οποία μάλιστα είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό, ενώ δεν ασκεί επιρροή το ότι η άνω διαταγή πληρωμής δεν προκύπτει ότι έχει αποκτήσει έως το χρόνο συζήτησης της αγωγής ισχύ δεδικασμένου.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι με το υπ' αριθμ. ...-2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας στον τόμο ... με αύξοντες αριθμούς ... και καταχωρίσθηκε στις ...-2009 στα κτηματολογικά φύλλα του κτηματολογικό γραφείου Καλαμαριάς με αριθμό καταχώρισης ..., οι άνω εναγόμενοι Μ.

Π. και Κ. Π., μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής ο πρώτος και λόγω δωρεάς η δεύτερη εξ αυτών, στον Ε. Π., τρίτο εναγόμενο της υπό στοιχείο α' αγωγής και δεύτερο εναγόμενο της υπό στοιχείο β' αγωγής, γεννηθέντα στις 13-9-2007, κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, μια οικοδομική μονάδα με αριθμό 4, τύπου μεζονέτας, ευρισκόμενη σε οικοδομικό συγκρότημα αποτελούμενο από 4 οικοδομικές μονάδες εφαπτόμενες μεταξύ τους, που είναι κτισμένο δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1992 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Ν.

Μουδανιών σε ένα ανεξάρτητο και διηρημένο αγροτεμάχιο έκτασης 4.066 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Ενότητας ..., παρακρατώντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα οίκησης εφ' όρου ζωής τους. Η εν λόγω μεζονέτα - εξοχική κατοικία αποτελείται από υπόγειο όροφο εν μέρει υπερυψωμένο, επιφάνειας 50 τ.μ., αποτελούμενο από 3 αποθηκευτικούς χώρους και λουτροαποχωρητήριο, και από ισόγειο όροφο, επίσης εν μέρει υπερυψωμένο, επιφάνειας επίσης 50 τ.μ., αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, καθιστικό με ενσωματωμένη κουζίνα, αποθήκη, λουτροαποχωρητήριο και τον χώρο του κλιμακοστασίου με τον οποίο συνδέεται με τον υπόγειο όροφο, αναλογεί δε σ' αυτή ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του όλου αγρού και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων του όλου οικοδομικού συγκροτήματος 25%.

Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των αδελφών Μ. Π. και Κ. Π. κατ' ισομοιρία δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ...-1992 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Β., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-2007 πράξη εξόφλησης τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης του ίδιου συμβολαιογράφου.

Η αντικειμενική αξία του μεριδίου που μεταβίβασε ο πρώτος εναγόμενος με παρακράτηση του δικαιώματος οίκησης ανερχόταν κατά το χρόνο του συμβολαίου στο ποσό των 22.559,96 ευρώ, ενώ αυτού που μεταβίβασε η δεύτερη εναγομένη με παρακράτηση του δικαιώματος οίκησης στο ποσό των 16.088,22 ευρώ. Η εμπορική αξία του άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, αλλά και κατ' αυτόν της συζήτησης αυτής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει της παλαιότητάς του, της θέσης του και των λοιπών παραγόντων, λαμβανομένων υπόψη και των δυσμενών συνθηκών στην αγορά ακινήτων, ανέρχεται στο ποσό των 120.000,00 ευρώ και επομένως η αξία του μεριδίου που μεταβίβασε έκαστος των άνω παρεχόντων ανέρχεται στο ποσό των 60.000,00 ευρώ.

Με το ίδιο συμβόλαιο, ο Μ. Π. μεταβίβασε στον ίδιο ανήλικο υιό του, Ε. Π., λόγω γονικής παροχής κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μια κατοικία - μεζονέτα, με αριθμό ΚΑΕΚ ... με στοιχείο Δ, ευρισκόμενη σε συγκρότημα κατοικιών, που είναι κτισμένο δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1997 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, σε συνδυασμό με το ΝΔ 1024/1971, σε ένα οικόπεδο με αριθμό ..., έκτασης 1.069,07 τ.μ., κείμενο στο ..., στο υπ' αριθμ. ...

Ο.Τ. του οικισμού εφέδρων αξιωματικών "Η Μακεδονία" και στις οδούς ..., παρακρατώντας ομοίως και για το εν λόγω ακίνητο για τον εαυτό του το δικαίωμα οίκησης εφ' όρου ζωής του. Η εν λόγω μεζονέτα αποτελείται από υπόγειο όροφο, επιφάνειας 75,92 τ.μ., αποτελούμενο από έναν αποθηκευτικό χώρο και λεβητοστάσιο, και από ισόγειο όροφο, επιφάνειας 59,67 τ.μ., αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, κουζίνα, καθιστικό και λουτροαποχωρητήριο, οι οποίοι χώροι επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα, αναλογεί δε σ' αυτή ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων του συγκροτήματος 15%, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε τμήμα του ακάλυπτου οικοπέδου, όπως αυτό προσδιορίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ...-1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.

Μ. Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του Μ. Π. δυνάμει του άνω νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ...-1998 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Μ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...-2001 πράξη εξόφλησης τιμήματος και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.

Α. Η αντικειμενική αξία της άνω μεταβίβασης ανερχόταν κατά το χρόνο του συμβολαίου στο ποσό των 86.023,80 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία αυτής κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, αλλά και κατ' αυτόν της συζήτησης αυτής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει της παλαιότητας του ακινήτου, το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, της θέσης του και των λοιπών παραγόντων, λαμβανομένων υπόψη και των δυσμενών συνθηκών στην αγορά ακινήτων, ανέρχεται στο ποσό των 200.000,00 ευρώ.......

Το γεγονός ότι έως το χρόνο των άνω απαλλοτριώσεων η απαίτηση της ενάγουσας δεν ήταν εκκαθαρισμένη και είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά είχαν ήδη συντελεστεί από το χρόνο σύναψης της σύμβασης και η ενάγουσα ήταν έκτοτε δανείστρια με την καταγγελία δε της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού που έλαβαν χώρα πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, η απαίτηση αυτής απλώς κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.

Συνεπώς, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτικές τις ένδικες απαλλοτριώσεις, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι προς εξασφάλιση της απαίτησής της η ενάγουσα δυνάμει συμβάσεων ενεχύρου επί άυλων κινητών αξιών και εκχώρησης απαιτήσεων ενεχυρίασε τραπεζικές μετοχές ιδιοκτησίας όλων των εγγυητών, οι οποίες, κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων κεφαλαίου, ανέρχονται σήμερα σε 24.680. Ότι ενώ είχε το σχετικό δικαίωμα, από πταίσμα της δεν προέβη σε έγκαιρη ρευστοποίηση αυτών έστω τον Μάιο του έτους 2009, οπότε και γνώριζε τη φθίνουσα πορεία των εργασιών της πιστούχου και την αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους της, αλλά και η τιμή αυτών ήταν υψηλή, ανερχόμενη στο ποσό των 7,96 ευρώ ανά μετοχή και συνολικά στο ποσό των (24.680,00 μετοχές X 7,96 € =) 196.452,80 ευρώ, ώστε να μειώσει ανάλογα το χρέος τους, επομένως κατά το ποσό αυτό ζημιώθηκε εξ οικείου πταίσματος. Ζητούν δε, υπό την ιδιότητα των εγγυητών της σύμβασης πίστωσης, την ελευθέρωσή τους κατά το παραπάνω ποσό, κατ' άρθρα 862 και 863 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι εναγόμενοι δεν εκθέτουν ότι είναι αδύνατη πλέον η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας από το δικαίωμα ενεχύρου επί των εν λόγω τραπεζικών μετοχών ή κατά ποιο μέρος είναι δυνατή.

Σε κάθε περίπτωση, παρά το ότι σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις ενεχύρου που καταρτίστηκαν μεταξύ των μερών η ενάγουσα είχε πράγματι δικαίωμα να ασκήσει τα δικαιώματά της από τις ενεχυριασμένες μετοχές και πριν το κλείσιμο των σχετικών λογαριασμών, η μη ρευστοποίησή τους νωρίτερα δεν μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα της, δεδομένου ότι δεν συνηθίζεται στην τραπεζική πρακτική η ρευστοποίηση των καλυμμάτων κατά τη διάρκεια λειτουργίας μιας σύμβασης, ενώ βασικός σκοπός χορήγησης του σχετικού δικαιώματος ήταν η εξασφάλιση της τράπεζας για την είσπραξη του τυχόν καταλοίπου της σύμβασης που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο των λογαριασμών, στην οποία άλλωστε αποσκοπεί και κάθε παροχή ασφάλειας σε τέτοιου είδους συμβάσεις.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους, ότι διαθέτουν επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, ώστε δεν δικαιούται να ζητά τη διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, αλλά και κατά το χρόνο των άνω απαλλοτριώσεων ο Μ.

Π. και η Κ. Π. διέθεταν επιπλέον: 1) Ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός αγρού, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., στη θέση "...", έκτασης 6.496, 66 τμ με συρμάτινη περίφραξη και εντός αυτού 25 ελαιόδεντρα, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτούς κατ' ισομοιρία δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1995 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Σ. Η εμπορική αξία του άνω ακινήτου ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 36.000,00 ευρώ και επομένως το μερίδιο εκάστου των άνω συγκυρίων - οφειλετών στο ποσό των 18.000,00 ευρώ. Σημειώνεται, ότι μετά τις ένδικες απαλλοτριώσεις και κατόπιν διαμαρτυριών της ενάγουσας για τη μείωση των καλυμμάτων, επί του άνω ακινήτου εγγράφηκε συναινετικά, δυνάμει της υπ' αριθμ. 40569/17-12-2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για εξασφάλιση της απαίτησής της από την ένδικη σύμβαση για το ποσό των 52.000,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Μετά δε την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής, με επίσπευση της ενάγουσας δανείστριας και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Α. Π., κατασχέθηκε το άνω ακίνητο, ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 13-3-2013 με τιμή εκτίμησης του ακινήτου το ποσό των 36.000,00 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 24.000,00 ευρώ και επομένως για το μερίδιο εκάστου των οφειλετών το ποσό των 12.000,00 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία όλου του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 7.018,00 ευρώ και επομένως στο ποσό των 3.509,00 ευρώ για το μερίδιο κάθε οφειλέτη (βλ.

την υπ' αριθμ. ...-2013 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή). Ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε την παραπάνω ημέρα, λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών και δεν προκύπτει, ότι διενεργήθηκε έως σήμερα παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους. 2) Ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος δύο αγροτεμαχίων, που βρίσκονται, στην κτηματική περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Ακουμίων του Δήμου Λάμπης του Νομού Ρεθύμνης και συγκεκριμένα α) ενός αγροτεμαχίου στη θέση "..." ή "...", έκτασης 3.080,00 τ.μ.

και β) ενός αγροτεμαχίου στη θέση "...", έκτασης 2.000 τ.μ. περίπου, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς κατ' ισομοιρία δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2007 νομίμως μεταγεγραμμένης πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Α., με την οποία αποδέχθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα τους Ε. Π., που απεβίωσε στις 8-11-2006.

Στο δικαιοπάροχο τους τα άνω δύο ακίνητα περιήλθαν δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-1988 και ...-1990, αντίστοιχα, συμβολαίων αγοράς του συμβολαιογράφου ... Π. Ζ. Η αξία των άνω ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 12.000,00 ευρώ ανά στρέμμα και επομένως στο συνολικό ποσό των (12.000,00 € X 5,08 στρ. =) 60.960,00 ευρώ, άρα το μερίδιο εκάστου των οφειλετών στο ποσό των 30.480,00 ευρώ (βλ.

την προσκομιζόμενη από τους εναγομένους ένορκη βεβαίωση, η οποία δεν αντικρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο). 3) Η Κ. Π. είναι επιπλέον αποκλειστική κυρία ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος του τρίτου τυπικού ορόφου πάνω από τα ισόγεια καταστήματα και το μεσοπάτωμα οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ...

στη Θεσσαλονίκη, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 119,12 τ.μ. και καθαρού 102,71 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλόνι - κουζίνα σε ενιαίο χώρο, διάδρομο, λουτροαποχωρητήριο και δεύτερο αποχωρητήριο, το οποίο περιήλθε σ' αυτή δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2004 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Α. Η εμπορική αξία του άνω ακινήτου ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 220.000,00 ευρώ. Σημειώνεται, ότι μετά τις ένδικες απαλλοτριώσεις και κατόπιν διαμαρτυριών της ενάγουσας για τη μείωση των καλυμμάτων, επί του άνω ακινήτου εγγράφηκε συναινετικά, δυνάμει της υπ' αριθμ. 8898/24-3-2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για εξασφάλιση της απαίτησής της από την ένδικη σύμβαση για το ποσό των 220.000,00 ευρώ, πλέον τόκων.

Μετά δε την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής, με επίσπευση της ενάγουσας δανείστριας και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β. Σ., κατασχέθηκε το άνω ακίνητο και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 6-2-2013 με τιμή εκτίμησης του ακινήτου το ποσό των 220.000,00 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 146.666,66 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των 123.375,25 ευρώ.

Ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε την παραπάνω ημέρα, ούτε έχει διενεργηθεί έως σήμερα. 4) Προς εξασφάλιση της απαίτησής της από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, δυνάμει σχετικών συμβάσεων που καταρτίστηκαν ήδη από το έτος 1997 η ενάγουσα συνέστησε ενέχυρο επί 6.463 τραπεζικών μετοχών της, των άνω οφειλετών και του πατέρα τους, ήδη δε κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της έχει ενεχυριασμένες 24.680 μετοχές αυτών.

Οι εναγόμενοι προσκομίζουν την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2013 βεβαίωση του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Εξυπηρέτησης Επενδυτών του Χρηματιστηρίου Αθηνών Α.Ε., σύμφωνα με την οποία η τιμή κλεισίματος της μετοχής της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. ήταν στις 29-1-2009, ήτοι στο χρόνο της απαλλοτρίωσης, 6,20 ευρώ, στις 13-5-2009 7,96 ευρώ και στις 10-6-2010 4,50 ευρώ, οπότε επομένως η συνολική αξία αυτών ανερχόταν κατά τους παραπάνω χρόνους στα ποσά των (24.680 X 6,20 € =) 153.016,00 ευρώ, (24.680 X 7,96 € =) 196.452,80 ευρώ και (24.680 X4,50 € =) 111.060,00 ευρώ, αντίστοιχα.

Η αξία τους ωστόσο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (14-3-2012) είναι ιδιαίτερα μειωμένη, όπως τούτο συνάγεται από τους ισχυρισμούς όλων των διαδίκων, κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου δεν ξεπερνά το ποσό των 20.000,00 ευρώ και επομένως, εφόσον δεν επικαλούνται άλλη αναλογία, η αξία των μετοχών εκάστου των άνω εναγομένων - οφειλετών δεν ξεπερνά το ποσό των 10.000,00 ευρώ.

Η ύπαρξη της παραπάνω περιουσίας των εναγομένων δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, όπως εν προκειμένω, καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ), ο δε καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του κάθε απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ.

Επομένως, καθένας εκ των άνω εναγομένων οφειλετών, Μ. Π. και Κ. Π., μη νόμιμα επικαλείται και τα περιουσιακά στοιχεία του συνοφειλέτη του, για να θεμελιώσει την επάρκεια περιουσίας για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά του ο Μ. Π. κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και διαθέτει και σήμερα, ανέρχεται στο ποσό των (18.000,00 € το μερίδιο του επί του υπ' αριθμ. 1 ακινήτου + 30.480,00 € το μερίδιο του επί των υπ' αριθμ. 2 ακινήτων + 10.000,00 € η αξία των μετοχών =) 58.480,00 ευρώ.

Επομένως είναι εμφανές ότι η παραπάνω περιουσία δεν αρκεί για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 467.456,00 ευρώ, πλέον τόκων από 8-8-2012 και εξόδων. Σημειώνεται, ότι ακόμη και αν η ενάγουσα ικανοποιηθεί κατά τα ανωτέρω εν μέρει από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του Μ.

Π., με βάση την αξία τους όπως ανωτέρω προσδιορίστηκε (58.480,00 €), το ύψος της εναπομείνασας απαίτησής της σε βάρος του είναι και πάλι πολύ μεγαλύτερο των 260.000,00 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία της μεταβιβασθείσας με τις ένδικες απαλλοτριώσεις περιουσίας του. Επίσης η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά της η Κ.

Π. κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και διαθέτει και σήμερα, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των (18.000,00 € το μερίδιο της επί του υπ' αριθμ. ... ακινήτου + 30.480,00 € το μερίδιο της επί των υπ' αριθμ. ... ακινήτων + 220.000,00 € η αξία του υπ' αριθμ. ... ακινήτου + 10.000,00 € η αξία των μετοχών =) 278.480, 00 ευρώ. Κατά συνέπεια ούτε η δική της περιουσία επαρκεί για την ολοσχερή ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας.

Σημειώνεται, ότι ακόμη και αν η ενάγουσα ικανοποιηθεί κατά τα ανωτέρω εν μέρει από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της Κ. Π., με βάση την αξία τους όπως ανωτέρω προσδιορίστηκε (278.480,00 €), το ύψος της εναπομείνασας απαίτησής της σε βάρος της είναι και πάλι πολύ μεγαλύτερο των 60.000,00 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας της.

Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων, περί ύπαρξης και άλλης περιουσίας ικανής προς ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, που πρόβαλαν με τις προτάσεις τους, κατά το μέρος που είναι νόμιμος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος Περαιτέρω, η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τη συγκεκριμένη περιουσία των άνω εναγόμενων.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι Μ. Π. και Κ. Π. κατά το χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου γνώριζαν την ύπαρξη της οφειλής προς την ενάγουσα δανείστρια, ανεξαρτήτως του ότι ακόμη η σύμβαση από την οποία απέρρεε ήταν ενεργή και η οφειλή αυτή δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, καθώς και ότι με τις ένδικες μεταβιβάσεις των σημαντικότερων περιουσιακών τους στοιχείων η υπόλοιπη περιουσία τους δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της δανείστριας ενάγουσας, με συνέπεια να καθίστανται αφερέγγυοι, γεγονός το οποίο αποδέχονταν.

Οι άνω εναγόμενοι αρνούνται τον δόλο τους, ισχυριζόμενοι αφενός ότι η υπόλοιπη περιουσία τους επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, αφετέρου ότι κατά το χρόνο των ενδίκων απαλλοτριώσεων η οικονομική κατάσταση της πιστούχου εταιρίας ήταν καλή και αυτή ανταποκρινόταν σε όλες τις υποχρεώσεις της, η δε οικονομική αδυναμία της εμφανίστηκε για πρώτη φορά το έτος 2011 και επιδεινούμενη οδήγησε τελικά στην πλήρη διακοπή κάθε επιχειρηματικής της δραστηριότητας στις 30-6-2012 και στην απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης αυτής, στην οποία συμμετείχαν οι ίδιοι εναγόμενοι ως μοναδικοί εταίροι της, για τη λύση της εταιρίας και τη θέση της σε εκκαθάριση με την υπ' αριθμ. ...-2013 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Α. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, κατά τον κρίσιμο χρόνο των ενδίκων απαλλοτριώσεων, ήτοι στις αρχές του έτους 2009, ήταν ήδη εμφανής η επερχόμενη οικονομική κρίση στον εμπορικό χώρο. Και ναι μεν έως το χρόνο εκείνο η πιστούχος ανταποκρινόταν στην ένδικη σύμβαση πίστωσης, ωστόσο τούτο έπραττε με μεγάλη δυσκολία, χωρίς να είναι πάντοτε συνεπής στις εξ αυτής υποχρεώσεις της, αφού προέβαινε σε καταβολές με καθυστέρηση και συχνά κατόπιν οχλήσεων της ενάγουσας, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, η οποία δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Άλλωστε ακριβώς η αδυναμία της να ανταποκριθεί πλήρως στις οικονομικές υποχρεώσεις της εμπορικής της δραστηριότητας με ίδια κεφάλαια ή τα ποσά που της χορηγούσε η ενάγουσα την ωθούσαν και στην κατάρτιση νέων συμβάσεων πρόσθετων της αρχικής σύμβασης πίστωσης, με σκοπό είτε την αύξηση του πιστωτικού της ορίου, είτε τη χορήγηση δανείων για την κάλυψη των αναγκών της.

Περαιτέρω, η υπόλοιπη περιουσία τους κατά το χρόνο των ενδίκων απαλλοτριώσεων, αποτελούμενη από τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία που είχαν στην κυριότητά τους και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ούτε τότε επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, σημειώνοντας ότι το κατάλοιπο σε βάρος τους των λογαριασμών της ένδικης σύμβασης κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων υπερέβαινε ήδη το ποσό των 480.000,00 ευρώ.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα συνέχισε να της χορηγεί πίστωση και μετά τις άνω απαλλοτριώσεις δεν οδηγεί σε κρίση ότι η υπόλοιπη περιουσία τους επαρκούσε για την ικανοποίηση του υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού. Ειδικότερα, η ενάγουσα κατήρτισε την ένδικη σύμβαση και προέβαινε σε αυξήσεις του πιστωτικού ορίου, λειτουργώντας την εν λόγω σύμβαση για χρονικό διάστημα πλέον των δεκαπέντε ετών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εξασφάλισή της με την ενεχυρίαση επί μετοχών των εναγόμενων, όσο και την περιουσιακή κατάσταση των άνω εναγομένων ως εγγυητών υπέρ της πιστούχου, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα σημαντικής αξίας απαλλοτριωθέντα περιουσιακά τους στοιχεία, ώστε σε περίπτωση χρεωστικού υπολοίπου να μπορέσει να ικανοποιηθεί από αυτά μέσω διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Οι εναγόμενοι προέβησαν στις ένδικες απαλλοτριώσεις των σημαντικότερων περιουσιακών τους στοιχείων τον Ιανουάριο του έτους 2009 εν αγνοία της ενάγουσας, χωρίς να την ενημερώσουν, αν και γνώριζαν ότι την ενδιέφερε η περιουσιακή τους κατάσταση και ότι οι προσωπικές εγγυήσεις τους ήταν παράγων που η ενάγουσα λάμβανε υπόψη της για τη συνέχιση της πίστωσης.

Μόλις δε η τελευταία έλαβε γνώση αυτών, κατόπιν τακτικής έρευνας στην οποία προέβη δια των υπαλλήλων της, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την πιστούχο και τους εναγόμενους, ακριβώς διότι η υπόλοιπη πλέον περιουσία τους δεν θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησής της από τη σύμβαση. Ενόψει του κινδύνου διακοπής της πίστωσης, η Κ.

Π. παραχώρησε συναινετικά την εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης επί του διαμερίσματος ιδιοκτησίας της επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, της κυριότητας της, για το ποσό των 220.000,00 ευρώ. Με τη δε από 12-5-2009 εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε και εγγράφως προς την πιστούχο και τους εναγομένους για τη μείωση της διασφαλιστικής αξίας της προσωπικής τους εγγύησης, λόγω δε αυτής σε συνδυασμό με τη μείωση της αξίας των υφιστάμενων λοιπών καλυμμάτων, τους δήλωσε ότι θα προβεί σε ανανέωση των ορίων της πίστωσης προς την πιστούχο μόνο μετά την εγγραφή Α' σειράς προσημείωσης υποθήκης σε ένα εκ των δύο άνω ακινήτων που μεταβιβάστηκαν, με ταυτόχρονη παραίτηση από το δικαίωμα οίκησης επί του ακινήτου, άλλως θα προχωρούσε σε δικαστικές ενέργειες για είσπραξη των απαιτήσεών της.

Ο Μ. Π., φοβούμενος πράγματι τη διακοπή της πίστωσης, δεδομένου ότι σε αυτή στηριζόταν η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης της πιστούχου, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, από κοινού με τη σύζυγο του υπέβαλαν αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προς παροχή άδειας του δικαστηρίου για την εγγραφή Α' σειράς προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ενάγουσας επί της εξοχικής κατοικίας - μεζονέτας στο ..., που με την αδελφή του Κ.

Π. μεταβίβασαν στον ανήλικο υιό του. Η αίτησή τους απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 24395/28-7-2009 απόφαση του άνω δικαστηρίου ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον κρίθηκε ότι δεν συντρέχει αναπόφευκτη ανάγκη ή εξαιρετικό όφελος για τον ανήλικο υιό τους. Εξάλλου κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει της κατάρτισης της προαναφερόμενης από 29-12-2009 πρόσθετης πράξης στην ένδικη σύμβαση, οι Μ.

Π. και Κ. Π., στις 17-12-2009 συναίνεσαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επί του προαναφερόμενου αγρού συγκυριότητας τους στο ... για το ποσό των 52.000,00 ευρώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι οι παραπάνω ενέργειές τους αποδεικνύουν ότι δεν είχαν δόλο να βλάψουν τα συμφέροντα της ενάγουσας με τις ένδικες απαλλοτριώσεις.

Ωστόσο και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σε αυτές προέβηκαν μόνο υπό τον φόβο διακοπής της πίστωσης από την ενάγουσα, την οποία είχε απόλυτη ανάγκη η πιστούχος εταιρία για τη συνέχιση της λειτουργίας της, και καταγγελίας της ένδικης σύμβασης. Η δε ενάγουσα έστω και με τις άνω νέες εγγραφές προσημειώσεων, οι οποίες δεν ήταν επαρκείς για την κάλυψη της απαίτησής της έναντι της πιστούχου εταιρίας πράγματι συνέχισε και αργότερα και έως το έτος 2011 να χορηγεί πίστωση σ' αυτή, τούτο όμως έπραττε στα πλαίσια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους και ελπίζοντας ότι με τις νέες χορηγήσεις θα υπήρχε δυνατότητα αυτής να αντιμετωπίσει προσωρινά τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε και να ανακάμψει, ώστε να είναι συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις της απέναντι της, η δε τελευταία χρηματοδότηση έλαβε χώρα με εγγύηση από το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.), προσδοκία η οποία διαψεύσθηκε από τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησής της, τη λύση της και τη θέση της σε εκκαθάριση.

Τέλος, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή πρόθεσης βλάβης εκ μέρους των εναγομένων, ενισχύεται από το γεγονός ότι έσπευσαν και μάλιστα συγχρόνως να μεταβιβάσουν τα ένδικα ακίνητα στον ανήλικο υιό του πρώτου και ανεψιό της δεύτερης εξ αυτών, ηλικίας τότε μόλις 16 μηνών, χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε προφανής λόγος και οποιαδήποτε άμεση ωφέλεια για τον ανήλικο από την παραπάνω ενέργεια, ούτε άλλωστε και οι ίδιοι επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο για την παραπάνω ενέργειά τους, ενώ ακόμη και αν οι εν λόγω διαθέσεις γίνονταν προς εκπλήρωση ηθικής υποχρέωσης αυτών προς τον τρίτο εναγόμενο, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, δεν θα μπορούσε με αυτές να δικαιολογηθεί η βλάβη της ενάγουσας δανείστριας.

Σημειώνεται, ότι με την προσθήκη στις προτάσεις τους, που κατέθεσαν μετά τη συζήτηση της αγωγής, οι άνω εναγόμενοι εκθέτουν ότι οι ένδικες μεταβιβάσεις θα μπορούσαν ευλόγως να αποδοθούν στη γενικότερη ανησυχία σημαντικής μερίδας του κόσμου και την υπεύθυνη στάση της προς τους κατιόντες της. Ωστόσο με τον άνω ισχυρισμό εμμέσως ομολογούν τον κίνδυνο απώλειας των άνω ακινήτων όσο βρίσκονταν στη δική τους περιουσία από ενέργειες των δανειστών τους.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού των ως άνω μεταβιβάσεων εκ μέρους του ανήλικου εναγομένου Ε. Π., υιού του Μ. Π. και ανεψιού της Κ. Π., η οποία γνώση, άλλωστε, λόγω της ανηλικότητάς του, κρίνεται από τα πρόσωπα των νομίμων αντιπροσώπων γονέων του, καθόσον οι άνω μεταβιβάσεις αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες και η γνώση του τρίτου αποκτώντος ότι οι άνω εναγόμενοι απαλλοτριώνουν προς βλάβη της ενάγουσας δεν απαιτείται για τη διάρρηξη.

Κατόπιν των παραπάνω, οι ισχυρισμοί των εναγομένων - οφειλετών, ότι δεν είχαν πρόθεση βλάβης της ενάγουσας κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων και ότι είναι φερέγγυοι, έχοντες επαρκή υπόλοιπη περιουσία, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατόπιν των παραπάνω, δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει τη διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριώσεων.....

Ενόψει του ότι το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 467.456,00 ευρώ πλέον τόκων από 8-8-2012 και υπερβαίνει την αξία των δικαιωμάτων που μεταβίβασε με τις ένδικες δύο απαλλοτριώσεις ο Μ. Π., επί του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί της εξοχικής μεζονέτας στο ... και επί της κατοικίας - μεζονέτας στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, ανερχόμενη στο ποσό των (60.000,00 + 200.000,00 =) 260.000,00 ευρώ, απαιτείται η διάρρηξη και των δύο απαλλοτριώσεων στις οποίες προέβη ο άνω εναγόμενος στο σύνολο τους.

Επίσης η απαίτηση αυτή υπερβαίνει την αξία και του δικαιώματος που μεταβίβασε η Κ. Π. με την ένδικη απαλλοτρίωση του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί της εξοχικής μεζονέτας στο ..., ανερχόμενη στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, επομένως απαιτείται η διάρρηξη και αυτής της απαλλοτρίωσης στο σύνολο της. Είναι δε προφανές το έννομο συμφέρον της ενάγουσας να διαρρήξει ως καταδολιευτικές τις ανωτέρω δικαιοπραξίες, αφού μετά την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης και τη σημείωση αυτής στο περιθώριο μεταγραφής των απαλλοτριωτικών πράξεων, η ενάγουσα αποκτά δικαίωμα κατάσχεσης των μεταβιβασθέντων δικαιωμάτων κυριότητας επί των ως άνω ακινήτων στην περιουσία των εναγομένων - οφειλετών (άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, αμφότερες οι υπό κρίση αγωγές να γίνουν δεκτές και ως βάσιμες από ουσιαστική άποψη και να διαταχθεί η διάρρηξη υπέρ της ενάγουσας της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. ...-2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Α......... Οι ισχυρισμοί των εναγομένων που προβάλλονται με το πέμπτο λόγο της εφέσεώς των, κατά τους οποίους εσφαλμένα η εκκαλούμενη δεν έλαβε υπόψη της τη δυνατότητα που είχε η ενάγουσα να διαχειρισθεί επ'ωφελεία της και να μειώσει τη ζημία της από το ενέχυρο επί άυλων κινητών αξιών τραπεζικών μετοχών ιδιοκτησίας των εναγομένων, αξίας 196.452,80 ευρώ, που τους χορηγήσανε με το δικαίωμα ρευστοποίησης και πριν από το κλείσιμο των επίμαχων συμβάσεων, και απέρριψε τη σχετική ένσταση των εναγομένων περί οικείου πταίσματος και το σχετικό αίτημα περί ελευθερώσεως της εγγυήσεως των δύο (2) πρώτων κατά το παραπάνω ποσό κατ' άρθρα 862 και 863 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της εφέσεως , οι δε ενεχυρασθείσες υπέρ της ενάγουσας τράπεζας μετοχές, όπως αναφέρεται ρητά στον όρο 2 των συμβάσεων παροχής ενεχύρου, συνεστήθησαν προς εξασφάλιση πάσης απαιτήσεως της τράπεζας από την χορηγηθείσα πίστωση και των μελλοντικών αυξήσεων της, καθώς και από κάθε κατάλοιπο που θα προκύψει κατά το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως μετά των τόκων και εξόδων.

Η τράπεζα προχωρεί στη σύνοψη της σύμβασης ενεχυρίασης με σκοπό να εξασφαλίσει την είσπραξη του καταλοίπου που θα προκύψει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και ούτε προβλέπεται σε κάποιον όρο της σύμβασης ενεχύρου, ούτε συνηθίζεται στην τραπεζική πρακτική να ρευστοποιεί η τράπεζα τα καλύμματα που της έχουν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, διότι με τον τρόπο αυτό αίρεται η εξασφαλιστική ιδιότητα των ενεχυριασθεισών μετοχών που αφορά στην διασφάλιση του καταλοίπου κατά την με οιονδήποτε τρόπο λήξη της σύμβασης πιστώσεως και το οριστικό κλείσιμο αυτής και ουδέν πταίσμα της τράπεζας μπορεί να καταλογισθεί για το λόγο ότι δεν προέβη στην ρευστοποίηση των μετοχών λειτουργούσης της συμβάσεως.

Οι ισχυρισμοί των εναγομένων που προβάλλονται με τον έκτο λόγο της εφέσεως των, κατά τους οποίους εσφαλμένα η εκκαλούμενη δέχθηκε ότι η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τη συγκεκριμένη περιουσία των εναγόμενων και δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους περί ελλείψεως δόλου κατά τη συνομολόγηση της απαλλοτριωτικής πράξεως, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και ο ανωτέρω έκτος λόγος της εφέσεως των.......

Οι ισχυρισμοί των εναγόμενων που προβάλλονται με τον έβδομο λόγο της εφέσεως των, κατά τους οποίους εσφαλμένα η εκκαλούμενη απήγγειλε τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης με το επίπλαστο πόρισμα ότι η περιουσία έκαστου από τους δύο (2) πρώτους εξ αυτών (εναγόμενων) δεν αρκεί από μόνη της για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας κατά το χρόνο άσκησης των αγωγών, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα των εναγομένων και ο προσδιορισμός της βλάβης της τελευταίας, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και ο ανωτέρω έβδομος λόγος της εφέσεως των............

Μετά ταύτα, απορριπτομένων των λόγων της, η έφεση είναι απορριπτέα στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 862, 863, 300, 281, 288 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι ενεχυριασθείσες υπέρ της αναιρεσίβλητης μετοχές, όπως ορίζεται ρητά στον 2ο όρο των συμβάσεων παροχής ενεχύρου, συνεστήθησαν προς εξασφάλιση πάσης απαιτήσεώς της από τη χορηγηθείσα πίστωση και των μελλοντικών αυξήσεών της, καθώς και από κάθε κατάλοιπο που θα προκύψει κατά το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως μετά των τόκων και εξόδων, δηλαδή η αναιρεσίβλητη συνήψε τη σύμβαση ενεχυριάσεως με σκοπό να εξασφαλίσει την είσπραξη του καταλοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και επιπλέον δεν προβλέπεται στην εν λόγω σύμβαση, ούτε συνηθίζεται στην τραπεζική πρακτική να ρευστοποιεί η τράπεζα τα καλύμματα που της έχουν χορηγηθεί, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό αίρεται η εξασφαλιστική ιδιότητα των ενεχυριασθεισών μετοχών που αποσκοπεί στη διασφάλιση του καταλοίπου κατά τη λήξη της συμβάσεως πιστώσεως και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και συνεπώς ουδέν πταίσμα δύναται να καταλογιστεί στην αναιρεσίβλητη για το λόγο ότι δεν προέβη στη ρευστοποίηση των επίμαχων μετοχών, ενώ ήταν ενεργής η επίδικη σύμβαση πιστώσεως.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η δεύτερη πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί αοριστίας της ενστάσεως των αναιρεσειόντων ότι ελευθερώθηκαν από τη δοθείσα εγγύηση, η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της αποφάσεως, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η απόρριψη της ως άνω ενστάσεως ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του συναφούς πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στις επίδικες απαλλοτριώσεις των περιουσιακών τους στοιχείων με πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, καθόσον η υπόλοιπη περιουσία τους δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της.

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά του ο πρώτος αναιρεσείων κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 58.480 ευρώ (18.000 ευρώ το υπ' αριθ. ...

ακίνητο, 30.480 ευρώ τα υπ' αριθ. ... ακίνητα και 10.000 ευρώ η αξία των μετοχών του) και κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 124.988 ευρώ (18.000 ευρώ το υπ' αριθ. ... ακίνητο, 30.480 ευρώ τα υπ' αριθ. ... ακίνητα και 76.508 η αξία των μετοχών του), τα οποία δεν επαρκούσαν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 467.456 ευρώ, πλέον τόκων από 8-8-2012 και εξόδων, η δε πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά της η δεύτερη αναιρεσείουσα κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 278.480 ευρώ (18.000 ευρώ το υπ' αριθ. ...

ακίνητο, 30.480 ευρώ τα υπ' αριθ. ... ακίνητα, 220.000 ευρώ το υπ' αρ. ... ακίνητο και 10.000 ευρώ η αξία των μετοχών της) και κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 344.988 ευρώ (18.000 ευρώ το υπ' αριθ. ... ακίνητο, 30.480 ευρώ τα υπ' αριθ. ... ακίνητα, 220.000 ευρώ το υπ' αρ. ... ακίνητο και 76.508 η αξία των μετοχών της), τα οποία δεν επαρκούσαν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες συνοφειλέτες ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι της αναιρεσίβλητης, η οποία δικαιούται να το αξιώσει από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη.

Οι αναιρεσείοντες κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως γνώριζαν την ύπαρξη της οφειλής τους προς την αναιρεσίβλητη (η οποία τότε υπερέβαινε το ποσό των 480.000 ευρώ) και ότι η υπόλοιπη περιουσία τους δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της τελευταίας, καθιστάμενοι έτσι αφερέγγυοι. Η πρόθεση των αναιρεσειόντων να βλάψουν την αναιρεσίβλητη με τις επίδικες απαλλοτριώσεις δεν αίρεται από το γεγονός ότι αυτοί συνήνεσαν στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί δύο ακινήτων για τα ποσά των 220.000 και 52.000 ευρώ αντίστοιχα, καθόσον αυτό συνέβη αφότου η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση των απαλλοτριώσεων και υπό τον κίνδυνο διακοπής της πιστώσεως από την αναιρεσίβλητη, την οποία είχε απόλυτη ανάγκη η πιστούχος εταιρεία για να συνεχίσει τη λειτουργία της και καταγγελίας της σχετικής συμβάσεως, ενόψει και του ότι οι ως άνω εγγραφές προσημειώσεων υποθηκών δεν ήταν επαρκείς για την κάλυψη της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 939ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο ως άνω δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι οι αξίες των υπόλοιπων ακινήτων των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων ήταν πολύ μεγαλύτερες αυτών κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, τρία χρόνια μετά, στην καρδιά της οικονομικής κρίσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τους αναιρεσείοντες.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 182, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 4-9-2019 αίτηση αναιρέσεως και την από 28-8-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2817/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ