Legislator Case Law & Legislation
1114/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility due to failure to cite prior argument in appeal petition.

Case Number 1114/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellants argued the lower court ignored a crucial sales contract, but the Court found the appeal inadmissible because the specific claim regarding the contract was not previously cited in the appeal petition. Consequently, the Court ruled the appeal baseless and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 200, 288, 361, 513, 681 of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it relies on a fact or argument not previously cited in the appeal petition, and such grounds are baseless if the lower court explicitly considered all evidence presented.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Appeal Inadmissibility Grounds Prior Citation Requirement Evidence Consideration Construction Contract Dispute Legal Costs Award Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Articles 200, 288, 361, 513 and 681 of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1114 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1114/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 3) κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και 4) Γ. Δ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λασκαρίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Δ. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καραμπατζό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1369/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 527/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 361, 513 και 681 ΑΚ προκύπτει, ότι η αγοραπωλησία αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) υπό κατασκευή πολυκατοικίας, όταν ο πωλητής είναι και κατασκευαστής αυτής, φέρει, κατ' αρχήν, το χαρακτήρα μικτής σύμβασης, ήτοι της συμβάσεως πωλήσεως και της συμβάσεως μισθώσεως έργου, επί της οποίας εφαρμόζονται, ανάλογα με τη βούληση των μερών και το αποτέλεσμα προς το οποίο αυτά απέβλεψαν, τόσο οι διατάξεις για την πώληση, όσο και εκείνες για τη μίσθωση έργου, εκτός εάν, κατά την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων πωλητή και αγοραστή και ενόψει όλων των επιμέρους περιστάσεων, η σύμβαση αυτή φέρει αμιγώς το χαρακτήρα της πώλησης, οπότε διέπεται από τις περί πωλήσεως διατάξεις.

Έτσι, καθόσον μεν αφορά τη μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου και την οριζόντια ιδιοκτησία, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για την πώληση, καθόσον δε αφορά την αποπεράτωση της πολυκατοικίας και του ημιτελούς διαμερίσματος αυτής, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως, καθώς και την ύπαρξη ελλείψεων και ελαττωμάτων, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για τη μίσθωση έργου, γιατί θεωρείται, ότι στο αποτέλεσμα αυτό κυρίως, δηλαδή την εκτέλεση του έργου κατά τους όρους της σύμβασης και την παράδοση αυτού κατά το συμφωνημένο χρόνο, απέβλεψαν τα μέρη (ΑΠ 1220/2017, ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 1327/2014).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μίσθωσης έργου, ο εργολάβος οφείλει έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000).

Συνεπώς, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, η υποχρέωσή του δε αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός, αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη (ΑΠ 2208/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, αν ο εργοδότης δεν άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, που θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική κατάργηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.

Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Eπίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 686 παρ.2 , 330, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ` ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 378/2010).

Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία εξαιτίας της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (ΑΠ 754/2017, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 521/2014, AΠ 269/2012).

Έτσι το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).

Λόγο που εμποδίζει την περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία αποτελεί και η ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 374 ΑΚ), η οποία μπορεί να ασκηθεί και εξώδικα, ως απάντηση σε εξώδικη πρόσκληση [π.χ. όχληση] του δανειστή προς τον οφειλέτη για εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 1814/2007, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 75/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενες (δύο πρώτες των αναιρεσειόντων), που σύστησαν την κοινοπραξία με την επωνυμία... (τρίτη των αναιρεσειόντων), πώλησαν στον ενάγοντα (Α.

Φ., αναιρεσίβλητο) με το υπ' αριθμόν ...53/12-11-2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου,..., το υπό στοιχείο Δ' διαμέρισμα, εμβαδού 55,60 τ.μ., του τέταρτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο ... επί της οδού ... (πρώην .., ...και ως παρακολούθημά του, την αποκλειστική χρήση της υπ' αριθμόν 6 θέσης στάθμευσης της πυλωτής.

Κατά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου παραστάθηκε, για λογαριασμό των τριών πρώτων εναγομένων, ο τέταρτος εναγόμενος (τέταρτος των αναιρεσειόντων) δυνάμει... πληρεξουσίου της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου και εγγυήθηκε προσωπικά την τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος στο προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο....

όπου αναγράφεται επί λέξει: "...Ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος στο παρόν Γ. Δ. του Α., δηλώνει (ως ατομικά συμβαλλόμενος) ότι εγγυάται και προσωπικά την τήρηση των όρων της παρούσης συμβάσεως.."... Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) παραστάθηκε ως αγοραστής και ως οικοπεδούχος στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όχι αυτοπροσώπως, αλλά αντιπροσωπευόμενος από την μητέρα του, ..., ενώ παραστάθηκε ως οικοπεδούχος-πωλητής και o Σ.

Φ..... Οι ανωτέρω οικοπεδούχοι, Σ. Φ.... και Α. Φ.... είχαν αποκτήσει, έκαστος, κατά πλήρη συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, το παραπάνω οικόπεδο και με το υπ' αριθμόν ...3/2007 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...

και με τους όρους και τις συμφωνίες αυτού, οι, ως άνω, οικοπεδούχοι ήλθαν σε συμφωνία με την εκ τρίτου συμβαλλόμενη ... εργολήπτρια Κοινοπραξία, με την επωνυμία "...", στην οποία ανέθεσαν την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας) με υπόγειο και δώμα στο περιγραφόμενο στην αρχή του παρόντος οικόπεδό τους, κατά τους κανόνες της αντιπαροχής, με δικές της δαπάνες, επιμέλεια και ευθύνη, με τους όρους και τις συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο, ως άνω, εργολαβικό συμβόλαιο.

Σε αυτό προέβλεπαν, ειδικότερα, την κατασκευή και αποπεράτωση τόσο των διαμερισμάτων, αποθηκών, θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων και λοιπών χώρων, που θα ανήκαν στους οικοπεδούχους, μετά των αντιστοιχούντων αναλογούντων σ' αυτές... 519/1000... εξ αδιαιρέτου, τα οποία αυτοί παρακράτησαν, όσο και την κατασκευή και αποπεράτωση των διαμερισμάτων, αποθηκών, θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων και λοιπών χώρων, που θα ανήκαν στην εργολήπτρια κοινοπραξία ή σε τρίτους υπ' αυτής υποδειχθησόμενους, μετά των ανηκόντων και αντιστοιχούντων σε αυτές... 481/1000...

εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και των αναλογούντων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας, η οποία θα περιλάμβανε αυτοτελείς και ανεξάρτητες, οριζόντιες ιδιοκτησίες ..., σύμφωνα με τα αναφερόμενα σχεδιαγράμματα και πίνακα ποσοστών.... και με τους λοιπούς όρους και συμφωνίες που αναφέρονταν στο προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο.

Στην συνέχεια υπεγράφη η υπ' αριθμόν ...1/12-6-2009 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου... δυνάμει της οποίας το ακίνητο υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/29 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με το Ν.Δ. 1024/1971, και καθορίστηκαν οι ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις, που αποτελούν την οικοδομή αυτή, καταρτίστηκε ο Κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των εκάστοτε συνιδιοκτητών και καθορίστηκαν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, που περιήλθαν στους οικοπεδούχους και εκείνες, που αυτοί θα υποχρεούνταν να μεταβιβάσουν προς την, ως άνω, εργολήπτρια, ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Η εργολήπτρια άρχισε να ανεγείρει την οικοδομή αυτή με βάση τις παραπάνω συμφωνίες και την υπ' αριθμ. …/12-1-2009 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ….., τα από μηνός Δεκεμβρίου 2007 σχεδιαγράμματα κατόψεων.... Περαιτέρω, στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με αριθμό ...53/12-11-2010 της συμβολαιογράφου..., η εργολήπτρια εταιρεία δήλωνε ότι οι εργασίες αποπεράτωσης της ένδικης πολυκατοικίας ήδη βρίσκονταν στο στάδιο της τοποθέτησης των δαπέδων του Δ' ορόφου.

Στη συνέχεια, οι παραπάνω οικοπεδούχοι-πωλητές δήλωσαν ότι, σε εκτέλεση σχετικού όρου του παραπάνω προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου και ειδικά σε μερική εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβαν έναντι τής εργολήπτριας κοινοπραξίας, πωλούν, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή (ο δε εξ αυτών Α.

Φ., όπως κατά τα ανωτέρω εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα του, με αυτοσύμβαση κατ' άρθρο 235 του Α.Κ.), στον ενάγοντα Α. Φ...., με την ιδιότητά του, ως αγοραστή υποδειχθέντα από την τρίτη εναγομένη εργολήπτρια κοινοπραξία, ποσοστό...177/000... εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσαν στο διαμέρισμα του Δ' ορόφου, με το παρακολούθημά του, μαζί με την αναλογία του στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας....

Για την πώληση και μεταβίβαση του διαμερίσματος αυτού με την αποκλειστική χρήση της, ως άνω, θέσης στάθμευσης της πυλωτής, συμφωνήθηκε μεταξύ της τρίτης εναγομένης εργολήπτριας κοινοπραξίας και του ενάγοντος-αγοραστή, το αναφερόμενο εντός του συμβολαίου τίμημα να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 84.614,77 ευρώ.

Σε αυτό συμπεριλήφθηκε και η αξία των μεταβιβαζόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ορίσθηκε καταβλητέο απευθείας στην εργολήπτρια κοινοπραξία, ως μόνη δικαιούχο ολοκλήρου του τιμήματος, σε μερική εξόφληση του εργολαβικού ανταλλάγματος για την κατασκευή και αποπεράτωση των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, που περιέρχονται στους οικοπεδούχους, σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, θεωρώντας και αναγνωρίζοντας την καταβολή αυτή προς την εργολήπτρια, πλήρη και τέλεια εξόφληση του άνω τιμήματος.

Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του διαμερίσματος μαζί με τους ημιϋπαίθριους του (ανερχόμενης στο ποσό των 83.039,77 € συνολικά) και στην υπ' αριθμόν έξι [6] θέση στάθμευσης της πυλωτής (ανερχόμενη στο ποσό των 1.575,00€). Σύμφωνα με το υπ' αριθμόν ...53/12-11-2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, από το τίμημα αυτό ο ενάγων-αγοραστής εξόφλησε το ποσό των 25.385,23 €, πριν από την υπογραφή του και εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό των 59.229,54 €, ατόκως από ισόποσο δάνειο, ....σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από της καταθέσεως όλων των απαιτούμενων εγγράφων στην...

Τράπεζα, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν χορηγούνταν το δάνειο αυτό στην ανωτέρω προθεσμία, για οποιοδήποτε λόγο και αιτία, το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν από δικά του χρήματα σε προθεσμία δύο (2) επί πλέον μηνών πέραν της, ως άνω, προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι: α) η καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος θα αποδεικνυόταν από τον, εν λόγω, αγοραστή με έγγραφη απόδειξη της εργολήπτριας κοινοπραξίας, σε περίπτωση, δε, αρνήσεώς της να λάβει το ποσό αυτό, τότε με το αντίστοιχο γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και ότι αποκλειόταν οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ακόμη και ο όρκος, β)..., γ)...

για την εξασφάλιση της, ως άνω, εργολήπτριας ότι θα εξοφλούνταν εμπρόθεσμα το πιστωθέν και ως άνω υπόλοιπο τίμημα,... o αγοραστής παραχωρούσε το δικαίωμα μονομερώς και χωρίς τη μεσολάβησή του να εγγραφεί υπέρ αυτής σε βάρος και με έξοδα του αγοραστή στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, προσημείωση, πρώτης (Α') υποθήκης και ότι όταν εξοφλούνταν ολόκληρο το άνω πιστούμενο τίμημα, η πωλήτρια Κοινοπραξία θα ήταν υποχρεωμένη να υπογράψει με έξοδα του αγοραστή πράξη εξόφλησης του τιμήματος και εξάλειψης της προσημείωσης υποθήκης, που τυχόν θα είχε εγγραφεί,...

την πράξη, δε, αυτή ότι θα μπορούσε να την υπογράψει ο ενάγων, μονομερώς, με αυτοσύμβαση κατ' άρθρο 235 του ΑΚ με την προϋπόθεση ότι θα προσκομίζονταν στη συμβολαιογράφο τα αποδεικτικά εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος, δηλαδή ιδιωτική απόδειξη της πωλήτριας εργολήπτριας κοινοπραξίας ή γραμμάτιο σύστασης Παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Περαιτέρω, οι, ως άνω, εκπρόσωποι της εργολήπτριας πωλήτριας κοινοπραξίας δήλωσαν στο προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ενδίκου διαμερίσματος, ότι αναλάμβαναν την υποχρέωση να παραδώσουν το πωληθέν διαμέρισμα στον, ως άνω, αγοραστή μέχρι και την 31η Ιανουαρίου του έτους 2011, πλήρως αποπερατωμένο, τους δε κοινοχρήστους χώρους, εντός προθεσμίας ενός μηνός επί πλέον, δηλαδή μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2011 και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης της, ως άνω, οριζόντιας ιδιοκτησίας, εντός της παραπάνω προθεσμίας, η εργολήπτρια κοινοπραξία θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στον αγοραστή για κάθε ημέρα καθυστέρησης το ποσόν των δέκα πέντε (15) ευρώ για την οριζόντια ιδιοκτησία και πέντε (5) ευρώ για τους κοινόχρηστους χώρους, δ) η εργολήπτρια κοινοπραξία αναλάμβανε με δικές της ευθύνες, δαπάνες και φροντίδες, μόνο με το παραπάνω τίμημα και χωρίς καμία άλλη επιβάρυνση του αγοραστή, να προβεί στην αποπεράτωση της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας, σύμφωνα με τους όρους της...

γενικής συγγραφής υποχρεώσεων και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και με κατάλληλα υλικά, ε) ο αγοραστής είχε το δικαίωμα να αναθέσει την επίβλεψη των εργασιών αποπεράτωσης του διαμερίσματος και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών σε πολιτικό μηχανικό ή σε αρχιτέκτονα που θα πληρωνόταν από τον ίδιο, υποχρεούμενης της εργολήπτριας να συμμορφώνεται στις υποδείξεις που θα της γίνονταν από αυτούς, εφόσον αυτές θα ήταν σύμφωνες με τα συμφωνηθέντα αναφορικά με την ανέγερση, ....

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ... ότι το παραπάνω τίμημα των 84.614,77 ευρώ ανταποκρινόταν στη αντικειμενική αξία του πωληθέντος διαμερίσματος και του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης του χώρου στάθμευσης της πυλωτής και ότι η πραγματική τους αξία προφορικά συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων μερών ότι θα ανερχόταν σε μεγαλύτερο ποσό, και ειδικότερα στο ποσό των 103.502,58 €. ...

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. ...53/2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας, όφειλε τελικά να καταβάλει στην τρίτη εναγόμενη κοινοπραξία το ποσό των 103.502,58 €, .... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων-αγοραστής, πράγματι κατέβαλε σταδιακά το συμφωνηθέν, ως άνω, τίμημα στην τρίτη εναγομένη εργολήπτρια εταιρία.

Ειδικότερα: α) την ιδία ημέρα (12-11-2010) και πριν την υπογραφή του ...53/2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ο ενάγων κατέβαλε, μέσω της πληρεξουσίας δικηγόρου του και της μητέρας του, το ποσό των 25.385,23 ευρώ, εξ ημισείας, στην καθεμία, ήτοι στην Α. και στην Μ.-Α. Δ., τα δε χρήματα έλαβε ο πατέρας τους, Γ. Δ. σε μετρητά πριν την υπογραφη του συμβολαίου, ως αναγράφεται ρητώς στο τελευταίο και κατόπιν δηλώσεως αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών στη συμβολαιογράφο.

Στη συνέχεια: β) την ίδια ημέρα (12-11-2010), μετά την υπογραφή του, ως άνω, συμβολαίου ο ενάγων κατέβαλε στον τέταρτο εναγόμενο, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των θυγατέρων του (πρώτης και δεύτερης των εναγομένων), δυνάμει του με αριθμό ...7/21-5-2010 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου, ... (που μνημονευόταν στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), το ποσό των 54.000 €, το οποίο ο τέταρτος εναγόμενος έλαβε από την Τράπεζα …...., γ) την 21-12-2010, ο ενάγων κατέβαλε στον τέταρτο εναγόμενο, με την παραπάνω ιδιότητά του, το ποσό των 20.000€ με τραπεζική επιταγή της τράπεζας ….

υπέρ ταμείου είσπραξης εσόδων ΙΚΑ-ΤΕΑΜ ….ια την πληρωμή οφειλών της κοινοπραξίας προς το ΙΚΑ και δ) την 9-2-2011 κατέβαλε στον τέταρτο εναγόμενο, με την παραπάνω ιδιότητά του, το ποσό των 20.000 €, το οποίο ο τελευταίος έλαβε από την Τράπεζα ….... Επομένως, έως τις 9/2/2011, o ενάγων συνολικά είχε καταβάλει το ποσό των 103.502,58 €, που αφορούσε στην πώληση της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας πλήρως αποπερατωμένης, όπως επίσης και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της ένδικης πολυκατοικίας...

Παρά, όμως, το γεγονός ότι το διαμέρισμα συμφωνήθηκε παραδοτέο έως τις 31/1/2011 και οι λοιποί χώροι παραδοτέοι έως τις 28/2/2011 ουδέποτε παραδόθηκαν στον ενάγοντα από την κοινοπραξία-εργολήπτρια. Οι εκκαλούντες... ισχυρίζονται ότι ο χρόνος παράδοσής τους δεν ήταν η 31η/1/2011 και η 28η/2/2011, αλλά τα έξι έτη από το χρόνο έκδοσης της σχετικής οικοδομικής άδειας.

Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι είχε συμφωνηθεί να παραδοθεί το παραπάνω διαμέρισμα στον ενάγοντα αποπερατωμένο, αφού πρώτα εκείνος: α) εξοφλούσε το ποσό των 125.000€, που αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία αγοράς του διαμερίσματος του Δ' ορόφου, σύμφωνα με τις τρέχουσες εμπορικές αξίες των διαμερισμάτων της περιοχής, β) εξοφλούσε το ποσό των 115.000 € για ένα ακόμη διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία, και συγκεκριμένα την οριζόντια ιδιοκτησία του Α' ορόφου της ίδια οικοδομής, σύμφωνα με τις τρέχουσες εμπορικές αξίες των διαμερισμάτων της περιοχής, το οποίο, όμως, συμφωνήθηκε να αναφέρεται ως μεταβιβασθέν σε αυτόν λόγω αντιπαροχής και γ) εξοφλούσε αρχιτεκτονική μελέτη των εναγομένων που αφορούσε την ανέγερση οικοδομής σε άλλο οικόπεδό του ενάγοντος, με κόστος που ανερχόταν στο ποσό των 35.000 ευρώ.

Αρνούμενοι, λοιπόν, την περιέλευσή τους σε υπερημερία οφειλέτη, ισχυρίστηκαν ότι ο εφεσίβλητος-ενάγων δεν είχε εξοφλήσει πλήρως κανένα από τα παραπάνω οφειλόμενα ποσά, με αποτέλεσμα να μην είναι υποχρεωμένοι να του παραδώσουν την οριζόντια ιδιοκτησία του Δ' ορόφου, αλλά ούτε και να του καταβάλουν τις αιτούμενες ποινικές ρήτρες.

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό τους αναφορικά με το χρόνο παράδοσης του διαμερίσματος του Δ' ορόφου οι εκκαλούντες εναγόμενοι επικαλέστηκαν το προρρηθέν υπ' αριθμόν ...3/2007 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο ..., που αφορά την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής στην οποία κείται η πωληθείσα, ως άνω, οριζόντια ιδιοκτησία, δυνάμει της οποίας οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η παράδοση της οικοδομής αποπερατωμένης ήταν να γίνει είκοσι τέσσερις (24) μήνες από τη λήξη της άδειας οικοδομής, της οποίας η ισχύς θα ήταν τετραετής, και συνεπώς ότι χρόνος παράδοσης του διαμερίσματος ήταν η 2α/1/2015....

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων-εναγομένων ότι ο χρόνος παράδοσης των διαμερισμάτων, ... ήταν τα έξι έτη μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι... με το καταρτισθέν μεταξύ των αντιδίκων αγοραπωλητήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκαν διαφορετικές ημερομηνίες παράδοσης της πωληθείσας ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας του Δ' ορόφου της πολυώροφης οικοδομής,...

από τις ημερομηνίες παράδοσης, που είχαν συμφωνηθεί δυνάμει του ως άνω εργολαβικού προσυμφώνου,.... Άλλωστε, και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι o ενάγων τους οφείλει υπόλοιπο τιμήματος επίσης αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι πρώτα θα γίνει η εξόφληση και, εν συνεχεία, η αποπεράτωση και η παράδοση, αντιθέτως, όμως, συμφωνήθηκε ρητώς ότι θα γίνει η αποπεράτωση της ιδιοκτησίας και των κοινοχρήστων χώρων έως τις 31/1/2011 και 28/2/2011, αντιστοίχως, ανεξαρτήτως του χρόνου εξόφλησης του τιμήματος όπως προκύπτει από το σχετικό όρο. ...

Τέλος, ουδόλως προέκυψε η ύπαρξη άλλων συμφωνιών, από τις οποίες απέρρεαν οικονομικές υποχρεώσεις του ενάγοντος προς τους εκκαλούντες-εναγόμενους, και συνεπώς οι τελευταίοι πράγματι περιήλθαν σε υπερημερία λόγω της μη παράδοσης στον ενάγοντα της ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία.

Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο χρόνος παράδοσης της ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας του Δ' ορόφου είχε συνδεθεί με κάποιο τρόπο με την αποπληρωμή τυχόν άλλων οικονομικών υποχρεώσεων του ενάγοντος προς αυτούς. ... Δηλαδή ο χρόνος αποπεράτωσης και παράδοσης της, εν λόγω, οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν είχε εξαρτηθεί από άλλες συμφωνίες, ...

Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι o εφεσίβλητος-ενάγων όφειλε να καταβάλει για την αγορά του Δ' ορόφου της, εν λόγω, οικοδομής ποσό μεγαλύτερο των 103.502,58 €, και συνεπώς, αποδείχθηκε ότι έχει πλήρως εξοφλήσει και το εκτός συμβολαίου συμφωνηθέν τίμημα για την απόκτηση του διαμερίσματος του Δ' ορόφου. Η παραπάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της τρίτης εκκαλούσας-εναγομένης, που την καθιστά υπερήμερη ως προς την παράδοση της πωληθείσας, ως άνω, οριζόντιας ιδιοκτησίας στον εφεσίβλητο-ενάγοντα, έχει ως συνέπεια ότι ο τελευταίος δικαιούται να λάβει το ποσό των 14.850 €, ως ποινική ρήτρα, που κατέπεσε λόγω της μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης έργου ως προς το διαμέρισμα και, ειδικότερα, λόγω της υπαίτιας μη παράδοσής του διαμερίσματος αποπερατωμένου εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, δηλαδή έως τις 31/1/2011 (33 μήνες Χ 30 ημέρες X 15 € ημερησίως με έναρξη την 1/2/2011 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2013) και το ποσό των 4.800€, ως ποινική ρήτρα που κατέπεσε, λόγω της μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης έργου, ως προς τους κοινόχρηστους χώρους και τα κοινόκτητα της οικοδομής μέρη και ειδικότερα λόγω της υπαίτιας μη παράδοσής τους αποπερατωμένων, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, δηλαδή έως τις 28/2/2011 (32 μήνες Χ 30 ημέρες Χ 15 € ημερησίως με έναρξη την 1/2/2011 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2013).

Δηλαδή, συνολικά πρέπει έκαστος των εναγομένων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον, να καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.650,00 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, για τις καταπεσούσες ποινικές ρήτρες, της πρώτης και της δεύτερης των εκκαλουσών-εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον, λόγω της ιδιότητάς τους, ως μελών της εργολήπτριας κοινοπραξίας και ήδη τρίτης εκκαλούσας-εναγομένης, και του τέταρτου εκκαλούντος-εναγομένου λόγω της ρητής εγγυητικής του ευθύνης ως προς τις απορρέουσες από τη σύμβαση αγοραπωλησίας και τη σύμβαση έργου υποχρεώσεις της εργολήπτριας κοινοπραξίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς το αίτημα της καταβολής του παραπάνω ποσού λόγω καταπτώσεως ποινικών ρητρών, συνεπεία της υπερημερίας των αναιρεσειόντων ως προς την παράδοση της ένδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 342 και 374 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον, αφού έκρινε, ορθώς, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, όσον αφορά την αποπεράτωση του πωληθέντος ημιτελούς διαμερίσματος, φέρει τα στοιχεία της μίσθωσης έργου (άρθρ. 681 επ. Α.Κ.), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση του πωληθέντος διαμερίσματος και των κοινοχρήστων χώρων και ότι για το λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι, απορρίπτοντας με επάλληλη αιτιολογία, την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος και, συνακόλουθα, την ένσταση ελλείψεως υπερημερίας αυτών ως προς την παράδοση του διαμερίσματος, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου, αφενός μεν ο αναιρεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε ήδη εξοφλήσει στο σύνολό του το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, αφετέρου δε, δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να προηγηθεί η εξόφληση του τιμήματος και ακολούθως να αποπερατωθεί και παραδοθεί το διαμέρισμα, ούτε και είχε συνδεθεί η παράδοση αυτού με την αποπληρωμή άλλων οικονομικών υποχρεώσεων του αναιρεσιβλήτου προς αυτούς, αλλά, αντιθέτως, ρητά είχε συμφωνηθεί να γίνει η αποπεράτωση της ένδικης ιδιοκτησίας και των κοινοχρήστων χώρων στις ορισθείσες ημερομηνίες ανεξαρτήτως του χρόνου εξόφλησης του τιμήματος.

Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.

Έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 383/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι, ενώ οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό για την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι η καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος θα αποδεικνύεται από τον αγοραστή με έγγραφη απόδειξη της εργολήπτριας κοινοπραξίας και, σε περίπτωση αρνήσεως αυτής να λάβει το σχετικό χρηματικό ποσό, με αντίστοιχο γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, αποκλειομένου ρητά οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου, το Εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε υπ' όψη τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό τους, αφετέρου δε παρά το νόμο δέχθηκε ότι η καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου τιμήματος αποδείχθηκε από τα εις το ιστορικό αναφερόμενα έγγραφα της τράπεζας Κύπρου, τα οποία, ωστόσο, είχαν αποκλειστεί με την προαναφερόμενη δικονομική σύμβαση.

Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτής ως άνω σχετικού λόγου, ότι δηλαδή είχε συμφωνηθεί να προηγηθεί της αποπεράτωσης και της παράδοσης του διαμερίσματος η εξόφληση του τιμήματος, ο συγκεκριμένος λόγος που αφορά την επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1015/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις, τις οποίες δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως, ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης ή εάν δεν είχαν προβληθεί εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται και αποδεικνύονται με ελεύθερη απόδειξη από τον προτείνοντα οι λόγοι της βραδείας προβολής, πλην, όμως, σε κάθε περίπτωση, οι ενστάσεις του εκκαλούντος, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της και όχι απλώς με τις προτάσεις, ακόμη και αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 574/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τις προβληθείσες το πρώτον με τις προτάσεις τους στο εφετείο ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και μειώσεως των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών στο προσήκον μέτρο, αντίστοιχα.

Όμως, οι ανωτέρω ενστάσεις, εφόσον από αυτό το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι προεβλήθησαν το πρώτον με τις προτάσεις και όχι με λόγο εφέσεως, προτάθηκαν απαραδέκτως και, συνεπώς, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε αυτές δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.

και οι αντίστοιχοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.

Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα ούτε για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 1439/2012).

Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 97/2015, ΑΠ 464/2017, ΑΠ 90/2017).

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (κατά τη νοηματική εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο ποινική ρήτρα 15 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως ως προς την παράδοση του διαμερίσματος και 5 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά την αποπεράτωση των κοινοχρήστων μερών της πολυωρόφου οικοδομής, καίτοι δέχθηκε ότι το ένδικο διαμέρισμα βρίσκεται στο ..., δηλαδή σε περιοχή, η οποία είναι υποβαθμισμένη και όπου οι τιμές πώλησης των ακινήτων έχουν μειωθεί σημαντικά.

Όμως, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν περιέλαβε κρίση περί μειώσεως της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ποινικής ρήτρας, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε κατά την εξέταση του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, η σχετική ένσταση προβλήθηκε στο Εφετείο απαραδέκτως.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, με αυτές ρυθμίζεται η ευθύνη του εργολάβου μετά την περάτωση του έργου και επομένως η ενάσκηση των αξιώσεων που στηρίζονται σ' αυτά και ειδικότερα η αξίωση από το άρθρο 690 ΑΚ για αποζημίωση του εργοδότη, στην περίπτωση που το έργο που εκτελέσθηκε έχει ελλείψεις που οφείλονται στην υπαιτιότητα του εργολάβου, προϋποθέτει έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε (ανεξάρτητα αν βαρύνεται με ελαττώματα και ελλείψεις) ή προσφέρθηκε προς παράδοση, πριν από την οποία δεν γεννάται η αξίωση αυτή.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 687 προς τις διατάξεις των άρθρων 689 και 690 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή ελαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση από υπαιτιότητα του εργολάβου ή των υπ' αυτού προστηθέντων, κατά τρόπο που να αποκλείεται η άρση του ελαττώματος ή η διόρθωση των ελλείψεων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τάξει σ' αυτόν εύλογη προθεσμία για να διορθώσει τις ελλείψεις και, αν αυτή περάσει άπρακτη, τότε ο εργοδότης έχει τις από τα άρθρα 689 και 690 ΑΚ αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και της αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη από την ελαττωματική κατασκευή μέρους του έργου, και ειδικότερα δικαιούται να ζητήσει ό,τι δαπάνησε ή αναγκαίως θα δαπανήσει για την αποκατάσταση των ελλείψεων και την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τη σύμβαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναμείνει την περάτωσή του, ήτοι την εκτέλεση και παράδοσή του ή την προσφορά του προς παράδοση εκ μέρους του εργολάβου, διότι η απαίτηση αυτή θα ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αφού η πάροδος του χρόνου, το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε θα ήταν η διατήρηση και μόνον μιας καταστάσεως βλαπτικής για τα συμφέροντα του εργοδότη, ώστε και η περίπτωση αυτή εξομοιούται προς εκείνη του περατωθέντος έργου, αφού εκ των πραγμάτων η περάτωση αυτού, εξαιτίας της αδράνειας του εργολάβου, είναι αδύνατη (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 924/1988).

Πραγματικό δε ελάττωμα υπάρχει και όταν πρόκειται για αυθαίρετη οικοδομή ή για αυθαίρετο κατασκεύασμα σε ακίνητο (ΑΠ 1734/2013, ΑΠ 1341/2007). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η ανωτέρω προβλεπόμενη στο άρθρο 687 ΑΚ προθεσμία δεν απαιτείται να ταχθεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 385 ΑΚ, αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο εργοδότης εξαιτίας της υπερημερίας του οφειλέτη πωλητή δεν έχει πια συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως.

Περαιτέρω, επί αγωγής του εργοδότη κατά του εργολάβου για αποζημίωσή του, από τα ανωτέρω άρθρα 689 και 690 ΑΚ, την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου, προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 360/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω,... το πωληθέν στον εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο) διαμέρισμα οικοδομήθηκε με την πολεοδομική παράβαση της υπέρβασης της οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε την 12η-1-2009, αφού ο ημιυπαίθριος χώρος του Δ' ορόφου επιφάνειας 13,17 τ.μ. (4,51 Χ 2,90 μέτρα) έχει κλειστεί αυθαίρετα.

Ο χώρος αυτός είχε προβλεφθεί ως βοηθητικός χώρος - ημιυπαίθριος και μετατράπηκε σε χώρο κύριας χρήσης χωρίς να έχει ενημερωθεί και χωρίς να έχει συναινέσει ο εφεσίβλητος. Το γεγονός αυτό πληροφορήθηκε ο τελευταίος για πρώτη φορά όταν τον μήνα Ιούλιο του έτους 2011 ο, ως άνω, μηχανικός του, Γ. Μ., συνέταξε τη σχετική έκθεσή του, υποδεικνύοντας τις παραπάνω αυθαιρεσίες.

Ενόψει του ότι το παραπάνω διαμέρισμα είχε ήδη μεταβιβασθεί στον εφεσίβλητο, ευθυνομένου μάλιστα και ποινικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 8 του Ν. 1337/1983, ως ιδιοκτήτη, αλλά και διοικητικά, ο εφεσίβλητος - ενάγων προσέτρεξε να υπαχθεί στις ισχύουσες, τότε, διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3843/2010 υποβάλλοντας δήλωση ένταξης για νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών του διαμερίσματος.

Για την ολοκλήρωση της παραπάνω διαδικασίας προκειμένου να άρει τις συνέπειες των αυθαιρεσιών κατέβαλε το ποσό των 711,18 €, ως ειδικό πρόστιμο του άρθρου 6 του Ν. 3843/2010 αποτελούμενο από παράβολο 250,00 € και υπόλοιπο προστίμου 461,18 €, ως αμοιβή του μηχανικού το ποσό των 286,01 €, πλέον 34,88 € και 7,16€, ως προκαταβλητέο φόρο και εισφορά ΤΣΜΕΔΕ και συνολικά κατέβαλε το ποσό των 1.039,23 €.

Τέλος, για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.4014/2011 κατέβαλε το ποσό των 1.857,96€.

Συνεπώς, έκαστος των εκκαλούντων εναγομένων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον, οφείλει να καταβάλει στον εφεσίβλητο-ενάγοντα για τη θετική ζημία που εκείνος υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της τρίτης εκκαλούσας-εναγομένης, που συνίσταται στην κατασκευή του πωληθέντος διαμερίσματος με ελαττώματα, που θεμελιώνει και ποινικό αδίκημα, προβλεπόμενο στις διατάξεις του Ν. 1337/1983 τόσο ως προς τις δύο πρώτες εκκαλούσες εναγόμενες όσο και ως προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, το ποσό των 2.897,19 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.....

Με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι δήθεν αυθαιρεσίες.... είναι ανύπαρκτες... Επί του λόγου αυτού της εφέσεως λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του υπ' αριθμόν ...53/12-11-2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου.... ορίζεται επί λέξει, στο κρίσιμο σημείο της: "...3) Η εργολήπτρια αναλαμβάνει και έχει κάθε αστική και ποινική ευθύνη ....

Επίσης είναι υποχρεωμένη, κατά την αποπεράτωση της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και γενικότερα ολόκληρης της πολυκατοικίας, να τηρεί τις ισχύουσες πολεοδομικές, αστυνομικές και υπόλοιπες διατάξεις των νόμων, να φέρει ολόκληρη την ευθύνη σε περίπτωση παράβασης και να βαρύνεται στην περίπτωση αυτή με όλες τις ποινές ή κυρώσεις και γενικά με κάθε επιζήμια συνέπεια που μπορεί να επιβληθεί.. .".

Από την προαναφερθείσα διάταξη του ενδίκου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (αλλά και από το νόμο) προκύπτει ότι η τρίτη εκκαλούσα και κατ' επέκταση άπαντες οι εκκαλούντες είχαν την υποχρέωση να τηρούν όλες τις πολεοδομικές διατάξεις και φέρουν την ευθύνη για όλες τις κυρώσεις και τις επιζήμιες συνέπειες που μπορεί να επιβληθούν, όπως είχε συμφωνηθεί και όλες οι παραβάσεις των πολεοδομικών διατάξεων, έγιναν από αποκλειστική δική τους υπαιτιότητα, αφού είχαν αποκλειστική πρόσβαση στο χώρο και στην κατασκευή της ένδικης πολυκατοικίας, μη αναμειγνυομένου τρίτου προσώπου....

Ο, εν λόγω, ημιυπαίθριος είναι κλεισμένος από παντού και έχει ένα παράθυρο διαστάσεων 1,00 μ. Χ 1,50 μ. περίπου, που είχαν τοποθετήσει τζάμι, ενώ αυτός (ημιυπαίθριος) έπρεπε να μην είχε κλείσει από μία ολόκληρη πλευρά....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω του προαναφερόμενου πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος διαμερίσματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ, δεχόμενο, κατά τη νοηματική απόδοση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, εφόσον η ως άνω αυθαίρετη κατασκευή (κλείσιμο ημιυπαίθριου χώρου) είχε ήδη ολοκληρωθεί και το ένδικο διαμέρισμα είχε ήδη μεταβιβαστεί στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος ως ιδιοκτήτης πλέον αυτού ευθυνόταν ο ίδιος, ποινικά και διοικητικά, δικαιούμενος ωστόσο σε νομιμοποίηση της ένδικης, καθ' υπέρβαση της πολεοδομικής αδείας, κατασκευής, θα ήταν άσκοπο να τάξει στους αναιρεσείοντες, που ήσαν ήδη υπερήμεροι, προθεσμία προς άρση του εν λόγω ελαττώματος.

Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της πιο πάνω εφαρμοσθείσας διάταξης, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, την κρίση της πληττόμενης απόφασης στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου α) ότι η κατασκευάστρια κοινοπραξία και κατ' επέκταση άπαντες οι εκκαλούντες είχαν την υποχρέωση, να κατασκευάσουν την όλη οικοδομή με βάση την εκδοθείσα οικοδομική άδεια και τα σχετικά σχεδιαγράμματα και να τηρούν όλες τις πολεοδομικές διατάξεις, φέροντας την ευθύνη για όλες τις κυρώσεις και τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούσαν να επιβληθούν, β) ότι η παραπάνω αυθαίρετη κατασκευή έγιναν με αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, χωρίς να ενημερωθεί και χωρίς να συναινέσει σε αυτή ο αναιρεσίβλητος και γ) ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα, ως ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, να προβεί στη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, τους όρους και τη διαδικασία που ορίζονται στα άρθρα 5?7 του ν. 3843/2010, για την οποία και απαιτήθηκε να δαπανήσει το προαναφερόμενο ποσό, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, εξ αιτίας της οποίας, σημειωτέον, σε περίπτωση μη νομιμοποίησης, θα εφαρμόζονταν οι ισχύουσες περί αυθαιρέτων διατάξεις για την κατεδάφιση και επαναφορά του συγκεκριμένου χώρου στη χρήση που προβλέπεται από την οικοδομική άδεια (άρθρ. 8 παρ. 1 ν. 3843/2010).

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, ως προς το ως άνω κεφάλαιο, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 173/2015). Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017).

Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ένδικου διαμερίσματος, προς απόδειξη του περιληφθέντος σε αυτό έκτου όρου της συμβάσεως, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι ο αγοραστής είχε δικαίωμα "να αναθέσει την επίβλεψη των εργασιών αποπεράτωσης των παραπάνω ιδιοκτησιών και κοινόχρηστων χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας σε πολιτικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα που θα πληρώνεται από τον ίδιο", με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η αμοιβή που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος στον πολιτικό μηχανικό, τον οποίο προσέλαβε προς διαπίστωση της αυθαίρετης κατασκευής, συνιστά ζημία αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι υπήρξε παραδεκτή επίκληση του ανωτέρω ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και ιδιαίτερα από την ειδική μνεία της αποφάσεως τόσο στο πιο πάνω συμβόλαιο, όσο και στο συγκεκριμένο όρο αυτού, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το παραπάνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2017 αίτηση των: 1) Α. Δ., 2) Μ. Α. Δ., 3) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και 4) Γ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 527/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ