Legislator Case Law & Legislation
1114/2018 AI generated

1114/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1114/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1114/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Keywords

AI generated
agricultural prices pricing policy wholesale price action for price reduction agrofood industry item of low value
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1114 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1114/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-1-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2615/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1755/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2017 αίτησή της και τον από 30-8-2017 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου αυτής λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 10-05-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1755/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών , με την οποία απερρίφθησαν η από 6-11-2015 έφεση της αναιρεσείουσας και η από 9-11-2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ` αριθ. 2615/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22-12-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς, επίσης, με το από 30-8-2017 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε, ως προς προσβαλλόμενα με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια της εφετειακής αποφάσεως πρόσθετο λόγο (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ο οποίος πρέπει να συνεξετασθεί με τους κύριους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επειδή, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1354/2015, 2119/2014).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του εξέθεσε, ότι διατηρεί μονάδα εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων στην .... Ότι έχει καταρτίσει μετά της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας, η οποία παράγει και διανέμει γαλακτοκομικά προϊόντα, ατύπους συμβάσεις συνεργασίας και αποκλειστικής προμήθειας αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων προμήθευε κατ' αποκλειστικότητα την εναγομένη ανώνυμο εταιρία φρέσκο γάλα.

Ότι η εν λόγω εμπορική συνεργασία διήρκεσε από το μήνα Μάϊο του έτους 1995 έως και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 και από το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2008, καθ' όλη δε τη διάρκεια αυτής ο καθορισμός της τιμής του γάλακτος είχε ανατεθεί στην εναγομένη ανώνυμο εταιρία, η οποία καθόριζε αυτήν χωρίς διαπραγματεύσεις σε μη εύλογο επίπεδο και χρησιμοποιώντας κριτήρια μη γνωστά στον ενάγοντα, ο οποίος λάμβανε γνώση της τιμής κατά την πληρωμή των αγορασθεισών ποσοτήτων γάλακτος κάθε μήνα, η οποία ελάμβανε χώρα εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επομένου μηνός.

Ότι την τιμή αυτή, η οποία υπολείπεται της πράγματι οφειλομένης τιμής, επέβαλε μονομερώς η εναγομένη ανώνυμος εταιρία σε αυτόν, εκμεταλλευόμενη αφ' ενός μεν την υπερέχουσα διαπραγματευτική θέση και την οικονομική εξάρτησή του από αυτήν, αφ' ετέρου δε το γεγονός της υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ αυτής και των λοιπών γαλακτοβιομηχανιών, βάσει της οποίας αυτές καθόριζαν την τιμή παραγωγού, έχοντας μάλιστα προβεί σε κατανομή περιοχών, ώστε να καθίσταται ανέφικτος η μεταφορά των κτηνοτροφών από τη μια βιομηχανία στην άλλη (πρακτική " καρτέλ ").

Ότι η μη καταβολή ευλόγου αμοιβής, η οποία κατέστησε την επιχείρησή του μη βιώσιμο, αντίκειται στους κανόνες του ελευθέρου ανταγωνισμού και στα χρηστά ήθη, συνιστά δε καταχρηστική άσκηση της συμβατικής ελευθερίας και απαγορευμένη εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας και της σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως, στην οποία αυτός (ενάγων) ευρίσκετο έναντι της αντισυμβαλλομένης του, δεδομένου ότι δεν είχε ισοδύναμο εναλλακτική λύση.

Ότι συνεπεία της μη καταβολής σε αυτόν της ευλόγου αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2003 έως 30.6.2007 υπέστη οικονομική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας τιμής, όπως αυτή εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, και της ευλόγου τιμής, την οποία έπρεπε να λαμβάνει και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να καθορισθεί στο ποσόν των 0,50€ ανά λίτρο πωλουμένου γάλακτος, άλλως στο ποσόν των 0,45 € ανά λίτρο πωλουμένου γάλακτος, άλλως στο ποσόν των 0,40 € ανά λίτρο πωλουμένου γάλακτος, λαμβανομένων υπόψη :

α) της σχέσεως μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής αυξανομένου κόστους των ζωοτροφών, γ) της αυξήσεως του πληθωρισμού, δ) της συνεχούς αυξήσεως των παραγομένων από αγελαδινό γάλα προϊόντων της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας, ε) της αλλαγής της πολιτικής της εναγομένης, η οποία μετά από σχετικές με την ως άνω απαγορευομένη συμφωνία (" καρτέλ ") αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού αύξησε την τιμή αγοράς από 0,30 € ανά λίτρο σε 0,40 € ανά λίτρο.

Ότι η διαφορά αυτή ανέρχεται για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στο συνολικό ποσόν των 146.100,73 €, υπολογιζομένη με τιμή 0,50 € ανά λίτρο, άλλως στο συνολικό ποσόν των 87.522,13 €, υπολογιζομένη με τιμή 0,45 € ανά λίτρο, άλλως στο συνολικό ποσόν των 28.943,50 €, υπολογιζομένη με τιμή 0,40 € ανά λίτρο. Ότι συνεπεία της προεκτεθείσας παρανόμου και υπαιτίου στάσεως της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας, εξαιτίας της οποίας ζημιώθηκε η επιχείρησή του και προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, έκφανση της οποίας αποτελεί και το δικαίωμα συμμετοχής εκάστου στην οικονομική ζωή, υπέστη ηθική βλάβη, η οποία αποτιμάται στο δίκαιο και εύλογο ποσόν των 80.000 €.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί: α) η υποχρέωση της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας να του καταβάλει ως διαφορά ευλόγου/ανταγωνιστικής τιμής αγοράς του γάλακτος το ποσόν των 146.100,73 €, άλλως το ποσόν των 87.522,13 €, άλλως το ποσόν των 28.943,50 €, εντόκως νομίμως από της παρελεύσεως τριάντα (30) ημερών από της εκδόσεως εκάστου τιμολογίου αγοράς/πωλήσεως, άλλως από της 1ης Ιανουαρίου δια το οφειλόμενο ποσόν εκάστης ληξάσης χρήσεως, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και β) η υποχρέωση της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 80.000 €, εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη ανώνυμος εταιρία σε καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθ' όσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων πραγματικά περιστατικά. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, , με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 1, 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Επειδή στον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι " ...Νόμω αβάσιμα αξίωσε ο ενάγων να του καταβληθεί το μεικτό του κέρδος και όχι το καθαρό διαφυγόν κέρδος. Η προσβαλλόμενη δέχθηκε πληθώρα παραγόντων προσδιοριστικών του κόστους παραγωγής του γάλακτος, εν τούτοις, αν και δέχθηκε ως υπαρκτούς τους ανωτέρω προσδιοριστικούς παράγοντες δεν προέβη σε κρίση ουσίας (ακόμη και αυτεπαγγέλτως) για το αληθές κόστος παραγωγής, με βάση αυτούς, που δέχθηκε ως υπαρκτούς.

Κατά τούτο η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 298 ΑΚ, παραβίασε το νόμο και, κατά το άρθρο 559 περ 1, κατέστησε εαυτήν αναιρετέα...".Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε και εδέχθη την κυρία αγωγική βάση, την θεμελιουμένη επί του άρθρου 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πωλήσεως γάλακτος, ενώ δεν έκρινε επί διαφυγόντος κέρδους και δεν εφήρμοσε το άρθρο 298 ΑΚ.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 319/2017).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο.

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999,ΑΠ 133/2017).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

O ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση.

Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.

Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση τής συμπληρώσεως της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Επίσης, ο προσδιορισμός της παροχής δύναται να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξαρτήτως υπαιτιότητος, γίνεται από το δικαστήριο.

Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.

Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 533/2016, 1354 / 2015 , 110/2015).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''... Η τιμή πωλήσεως των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος δεν καθορίσθηκε επαρκώς και εξ αρχής από τους συμβαλλομένους, αλλά ανατέθηκε στην εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση - εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση ανώνυμο εταιρία, η οποία όφειλε να προσδιορίσει την τελική τιμή αγοράς του γάλακτος, λαμβάνοντας ως δεδομένη μια βασική τιμή, η οποία είναι διαφορετική ανά περιοχή, με συνεκτίμηση των κάτωθι παραγόντων :

α) της ποιότητος του γάλακτος, β) της παραδιδομένης ποσότητος, γ) της αποστάσεως της μονάδος του παραγωγού από το σταθμό συγκεντρώσεως γάλακτος, δ) του μεγέθους της κτηνοτροφικής μονάδος, ε) των προοπτικών αναπτύξεως της μονάδος και στ) της εποχικότητος. Καθ' όσον αφορά στον καθορισμό της ποιότητος του γάλακτος, κρίσιμα στοιχεία αποτελούν η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και λίπη, η μικροβιολογική κατάσταση και τα περιεχόμενα στο γάλα σωματικά κύτταρα.

Για την παρακολούθηση των ανωτέρω στοιχείων η ανώνυμος εταιρία προέβαινε σε τακτικές δειγματοληψίες από τις μονάδες των συνεργαζομένων κτηνοτροφών και βάσει των αποτελεσμάτων αυτών χωρούσε ο καθορισμός της τελικής τιμής παραγωγού. Ειδικότερα, η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση ανώνυμος εταιρία, ήδη προ της ενάρξεως της συνεργασίας της με τον εκκαλούντα στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο II έφεση παραγωγό, τηρεί συγκεκριμένη σύνθετο διαδικασία, την οποία ονομάζει " Διαδικασία Αξιολογήσεως Προμηθευτών Διασφαλίσεως Ποιότητος ", η οποία έχει ενταχθεί στο σύστημα διασφαλίσεως ποιότητος (ISO), το οποίο αυτή διαθέτει ήδη από του έτους 1997.

Κατά τη διαδικασία αυτή, η εφαρμογή της οποίας ήταν γνωστή στους παραγωγούς, η τελική τιμή αποτελεί συνάρτηση της βασικής τιμής και της περιεκτικότητος του γάλακτος σε λίπος, αντιβιοτικό και νερό, πλέον του αναλογούντος " πριμ ποσότητος ", το οποίο διαφοροποιείται αναλόγως της παραδιδομένης από τον παραγωγό ποσότητος, πλέον του αναλογούντος " πριμ ποιότητος ", το οποίο με τη σειρά του διαμορφώνεται αναλόγως με την περιεκτικότητα σε Ο.Μ.Χ. (Ολική Μικροβιακή Χλωρίδα), Σ.Κ. (Σωματικά Κύτταρα) και αντιβιοτικά, ως και με το Σ.Π. (Σημείο Πήξεως). ...Το σύστημα αυτό εφάρμοσε η ...

ανώνυμος εταιρία και στην περίπτωση του ... παραγωγού, όπως αποδεικνύεται από την τήρηση της προσωπικής καρτέλας του, στην οποία παρατίθενται όλες οι προαναφερόμενες παράμετροι και η τελική τιμή παραγωγού για τα κρίσιμα έτη (2003 - 2007). Τα εν λόγω κριτήρια είναι μεν αντικειμενικά, πλην όμως δεν καθιστούν την παροχή της εκκαλούσας ...

ανωνύμου εταιρίας (τίμημα) ορισμένη ή οριστή, διότι αυτά αποτελούν παραμέτρους καθορισμού της τελικής τιμής, η οποία δεν ηδύνατο να είναι γνωστή, αλλά ούτε και εκ των προτέρων προσδιορίσιμος από τον ...παραγωγό (ο οποίος γνώριζε μεν, πλην όμως εξ αντικειμένου δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τους όρους ορθής εφαρμογής της προπεριγραφομένης διαδικασίας ελέγχου με δικά του μέσα για κάθε παραδιδομένη από αυτόν ποσότητα γάλακτος), ακριβώς δε για το λόγο αυτό ο προσδιορισμός της παροχής της ...

ανωνύμου εταιρίας (ήτοι του τιμήματος) ανατέθηκε εκ των πραγμάτων σε αυτήν. Ωστόσο, ο προσδιορισμός της τελικής τιμής αγοράς δεν αφέθηκε στην ελευθέρα (... όπως ακριβώς καταδεικνύει η ύπαρξη παραμέτρων καθορισμού της, τα οποία γνωστοποιούνταν στους συνεργαζομένους παραγωγούς, άρα και στον παραγωγό, όπως και ο ίδιος συνομολογεί.

Κατά συνέπεια, η ... ανώνυμος εταιρία όφειλε να προβεί σε καθορισμό της τιμής αγοράς των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος " "κατά δικαία κρίση " (κατ' άρθρο 371 ΑΚ), λαμβάνουσα προσθέτως υπόψη το σκοπό της συμβάσεως, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος, δεδομένου ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας.

Ωστόσο, η ... ανώνυμος εταιρία δεν προέβη σε καθορισμό της παροχής " κατά δικαία κρίση ". Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτή, προκειμένου να προκαλέσει βλάβη στους παραγωγούς, συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικώς με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, ούτως ώστε αφ' ενός μεν να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα, τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στην τιμή, η οποία θα εδίδετο, εάν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελευθέρου ανταγωνισμού, αφ' ετέρου δε να καταστήσουν αδύνατο τη μετακίνηση από τη μια γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των γαλακτοπαραγωγών, εάν αυτοί αποφάσιζαν να αναζητήσουν υψηλότερες τιμές...

Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ... ανώνυμος εταιρία δεν καθόρισε την τιμή αγοράς του πωλουμένου από τους παραγωγούς γάλακτος (μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών - εφεσίβλητος) "κατά δικαία κρίση ", καθ' όσον δεν έλαβε υπόψη, ως ώφειλε, μόνο τα προαναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια, αλλά αντιθέτως εκμεταλλεύθηκε κατά τρόπο καταχρηστικό τη σχέση οικονομικής εξαρτήσεως, στην οποία ευρίσκοντο εκ των πραγμάτων εν σχέσει προς αυτήν οι γαλακτοπαραγωγοί, οι οποίοι δεν διέθεταν ισοδύναμο λύση και, ειδικότερα, δεν ηδύναντο να επιδιώξουν υψηλότερη τιμή αγοράς μέσω συνεργασίας με άλλη γαλακτοβιομηχανία, διότι αντικείμενο της λεγομένης " Συμφωνίας της Λάρισας " υπήρξε και η κατανομή των περιοχών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών, κατά τρόπον ώστε να αποτρέπεται η μετακίνηση των γαλακτοπαραγωγών από τη μια βιομηχανία στην άλλη, δεδομένου ότι καμία γαλακτοβιομηχανία δεν δεχόταν συνεργασία με γαλακτοπαραγωγό αποχωρήσαντα από άλλη εταιρία και υπαγόταν σε άλλη περιοχή, διαφορετική από αυτήν, η οποία της είχε ανατεθεί με την εν λόγω συμφωνία. ..Βεβαίως, η τελική τιμή καταναλωτή δεν συναρτάται μόνο προς την τιμή παραγωγού, αλλά συμπεριλαμβάνει τη δαπάνη επεξεργασίας, συσκευασίας, διαφημίσεως και διανομής του προϊόντος, αλλά και το περιθώριο κέρδους όλων των ενδιαμέσων βαθμίδων.

Ωστόσο, από το έτος 2009 παρατηρήθηκε σε συγκεκριμένη ετικέτα μείωση της τιμής πωλήσεως του φρέσκου γάλακτος στο καταναλωτικό κοινό κατά ποσοστό 30%, γεγονός, το οποίο καταδεικνύει ότι η τιμή παραγωγού είχε συμπιεσθεί στα χαμηλότερα και πάντως μη εύλογα επίπεδα, εξασφάλιζε τα μέγιστα δυνατά κέρδη για τις μετέχουσες στις προαναφερόμενες απαγορευόμενες συμφωνίες γαλακτοβιομηχανίες. ...Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών, κρίνεται ότι η μέση τιμή αγοράς παραγωγού έπρεπε να καθορισθεί κατ' εύλογο κρίση (άρθρο 371 ΑΚ) για τον εκκαλούντα στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο II έφεση παραγωγό στο ποσόν των 0,40 €/κιλό γάλακτος.

Το ποσόν αυτό καθορίζεται, λαμβανομένων ειδικότερα υπόψη : α) της προσφερομένης από μη μετέχουσες στη λεγομένη " Συμφωνία της Λάρισας " γαλακτοβιομηχανίες τιμής, β) της δαπάνης αγοράς ζώων, η οποία ανήρχετο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσόν των δύο χιλιάδων έως δύο χιλιάδων πεντακοσίων ΕΥΡΩ (2.000 - 2.500 €), γ) της συνεχώς αυξανομένης δαπάνης αγοράς ζωοτροφών, κατά τα προεκτεθέντα, δ) της ποιότητος του παραγομένου από τη μονάδα του εκκαλούντος παραγωγού γάλακτος, το οποίο είχε επιλεγεί - λόγω της εξαιρετικής του ποιότητος - προς αποστολή σε εμπολέμους περιοχές και ε) του προσδοκωμένου ευλόγου περιθωρίου κέρδους του εκκαλούντος παραγωγού, η δε κρίση αυτή δεν αναιρείται από την, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, μη συνεκτίμηση κατά τον προσδιορισμό της τιμής αυτής της καταχρηστικής' εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως της εκκαλούσας ...

ανωνύμου εταιρίας, και ως εκ τούτου αμφότεροι οι λόγοι της υπό στοιχείο I εφέσεως, υποστηρίζοντες ότι η τιμή παραγωγού έπρεπε να καθορισθεί σε 0,45 €/κιλό, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2003 έως 30.6.2007 ο εκκαλών στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο II έφεση παραγωγός πωλούσε το παραγόμενο στη μονάδα του γάλα με μέση τιμή 0,3480 €/κιλό ...

Επομένως, δικαιούται για το ένδικο χρονικό διάστημα τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας σε αυτόν τιμής των 0,3480 € κατά μέσο όρο ανά κιλό πωλουμένου γάλακτος και ευλόγου τιμής των 0,40 €/κιλό, όπως αυτή προσδιορίζεται και από το παρόν Δικαστήριο βάσει των διατάξεων των άρθρων 513 επ. και 371 ΑΚ''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, διαλαβόν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικώς με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής των απαιτουμένων, για τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο της τιμής (παροχής) των πωληθεισών από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα ποσοτήτων γάλακτος, προϋποθέσεων και ειδικότερα αφ' ενός του αορίστου της εν λόγω παροχής και της αναθέσεως προσδιορισμού αυτής στη δίκαιη και όχι στην απόλυτη, ώστε να τίθεται θέμα (στην τελευταία περίπτωση) της προβλεπομένης από το άρθρο 372 ΑΚ ακυρότητος, κρίση της αναιρεσείουσας και αφ' ετέρου της παραδοχής ότι ο γενόμενος από την αναιρεσείουσα προσδιορισμός δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση δεχθείσα ως προς μεν την πρώτη (των ως άνω προϋποθέσεων) ότι "η τιμή του παραδιδομένου γάλακτος δεν καθορίστηκε επαρκώς από τους συμβαλλομένους αλλά ανετέθη στην εναγόμενη να την προσδιορίσει κατά δίκαιη κρίση επί τη βάσει αντικειμενικών μεν κριτηρίων, τα οποία όμως δεν καθιστούσαν την παροχή της ανωνύμου εταιρίας (τίμημα) ορισμένη ή οριστή, ως αποτελούντα παραμέτρους καθορισμού της τελικής τιμής, η οποία δεν ηδύνατο να είναι γνωστή, αλλά ούτε και εκ των προτέρων προσδιορίσιμος από τον παραγωγό.

Συνεπώς, η έλλειψη ή μερική γνώση (αντικειμενικών) κριτηρίων για τον προσδιορισμό της παροχής καθιστά δίχως άλλο αναγκαία την εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ, όταν από τα μέρη ανετέθη σε ένα συμβαλλόμενο μέρος ή τρίτον ο προσδιορισμός της παροχής, εφ' όσον τότε πρόκειται για αόριστη παροχή. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της γνώσης από τα συμβαλλόμενη μέρη των αντικειμενικών κριτηρίων που συμφωνήθηκαν για να αποτελέσουν τη βάση για τον προσδιορισμό της παροχής, τα οποία ωστόσο δεν αρκούν, κατά τη βούληση των μερών ή από τη φύση του πράγματος, για τον εκ των προτέρων πλήρη προσδιορισμό της παροχής και συμφωνείται η ανάθεση του δικαιώματος προσδιορισμού σε ένα συμβαλλόμενο μέρος. Κρίσιμο στην τελευταία περίπτωση δεν είναι η υπάρχουσα γνώση που υπάρχει, αλλά η κατά τη βούληση των μερών, παρά τη γνώση των αντικειμενικών κριτηρίων, αδυναμία κατά την κατάρτιση της συμβάσεως. Κατά ταύτα, συνέπεια ο τρίτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ηδύνατο να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.(Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 73/2016, 168/2015, 182/2014). Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να δύναται να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 509/2002).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο στη δημόσια τάξη, εφ' όσον οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα(ΑΠ 1419/2015, 541/2014,1520/2010). Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπ' όψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, εφ' όσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ρητώς απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση περί της συνδρομής του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναιρέσεως είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, 2/2006, ΑΠ 1002/2005).

Αντιθέτως, εάν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, η οποία πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 2111/2014 ΑΠ 929/2014, 1858/2005).

Εν προκειμένω, στο πρώτο τμήμα του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι: "... Η υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφασή της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, παράγει δεδικασμένο ως προς τα πορίσματα ουσίας που δέχθηκε και για τα οποία επέβαλε το χρηματικό πρόστιμο, όπως αυτό, εν τέλει, περιορίστηκε ποσοτικά.

Η ως άνω απόφαση της ΕΑ επέβαλε σε βάρος της εταιρίας μας πρόστιμο, διότι, ... η εταιρία μας μετείχε στη συνάντηση των γαλακτοβιομηχανιών στη Λάρισα την 31-5-2004 και έλαβε μέρος σε συζήτηση και λήψη αποφάσεων για μείωση της τιμής αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς και απαγόρευση των μετακινήσεων των παραγωγών από εταιρία σε εταιρία...

Είναι φανερό ότι η αναιρεσιβαλλομένη, ενώ διέγνωσε την ύπαρξη δεδικασμένου, δεν συμμορφώθηκε με το αμετακλήτως κριθέν ζήτημα, αλλά η ίδια επέτρεψε αποδείξεις και με βάση αυτές, και όχι με βάση την αμετάκλητη κρίση, εξέφερε ατομική κρίση κατά την οποία, η εταιρία μας "εκμεταλλεύθηκε κατά τρόπο καταχρηστικό τη σχέση οικονομικής εξαρτήσεως, στην οποία ευρίσκοντο εκ των πραγμάτων εν σχέσει προς αυτήν οι γαλακτοπαραγωγοί...

Η αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να απόσχει από κρίση που καταλαμβάνεται από το παραπάνω δεδικασμένο, το οποίο ανεγνώρισε ότι υφίστατο, και κατά τούτο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. 16 και είναι αναιρετέα...".Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι, συμφώνως και προς τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο τής αναιρέσεως ότι ο εν λόγω περί δεδικασμένου ισχυρισμός προεβλήθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με δήλωση που κατεχωρίσθη στα πρακτικά με συνοπτική ανάπτυξη ή με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι ο ισχυρισμός αυτός επανεφέρθη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο εφέσεως ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ασχέτως προς το αν δεν λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, εφ' όσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις των διαδίκων, ούτε, τέλος, επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 δεν καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, αλλά επιτρέπεται απλώς ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να διαπιστωθεί, μήπως από την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560.

Εν προκειμένω, στο δεύτερο τμήμα του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι: "...η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε και στην παράβαση του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η ανάγνωση του διαδικαστικού εγγράφου, όπως αποτελεί η 369/V/2007 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, έπρεπε να αποδώσει την εικόνα ότι δεν μπόρεσε να αποδειχθεί " αν η όποια συγκράτηση ή μείωση της τιμής του φρέσκου γάλακτος μετά τη συνάντηση της Λάρισας, στο βαθμό που αυτές υπήρξαν, οφείλονται στη συμφωνία της Λάρισας αποκλειστικά ή σε κάποιο βαθμό και όχι σε (ή και σε) άλλα γεγονότα, όπως η εποχικότητα και η αύξηση της ποσόστωσης του αγελαδινού γάλακτος", ενώ η εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης ήταν, αντιθέτως και παρά το γράμμα της Απόφασης, η ανωτέρω μνημονευόμενη, ήτοι ότι η συμφωνία εφαρμόστηκε εκ μέρους μας..." Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, εφ' όσον δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως στην επικαλουμένη ως άνω διάταξη και το συγκεκριμένο έγγραφο είναι και εξελήφθη υπό του Εφετείου ως αποδεικτικό.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ προκύπτει ότι, αν στη σύμβαση ο προσδιορισμός της παροχής συμφωνήθηκε να γίνει δίκαιη κρίση από το δικαστήριο, η απόφαση του δικαστηρίου είναι δημιουργική ή διαπλαστική του δικαιώματος και όχι αναγνωριστική, δηλαδή αυτή, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων, συμπληρώνει το κενό που υπάρχει στη σύμβαση, διαπλάθοντας το δικαίωμα του δανειστού και την υποχρέωση του οφειλέτη και οφειλέτη και δεν ερευνά αν οι συμβαλλόμενοι εκπλήρωσαν εν όλω ή εν μέρει τις υποχρεώσεις τους από τη σύμβαση. Έτσι, εφ' όσον η τελεσίδικη απόφαση που προσδιορίζει την παροχή κατά το άρθρο 371 ΑΚ δεν βεβαιώνει αξιώσεις, δεν επιμηκύνει το χρόνο της βραχυχρόνιας παραγραφής σε είκοσι χρόνια σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ( ΑΠ 1864/1999).

Εν προκειμένω, στο πρώτο τμήμα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 250, 253 και 371 ΑΚ και κατέστησε εαυτήν αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, καθ' όσον απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση παραγραφής εκ των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ, αναφορικώς με τα ειδικώτερον προσδιοριζόμενα κατά είδος, περιεχόμενο και ποσόν τιμολόγια πωλήσεως, καίτοι η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, αρχομένη από του τέλους του έτους 2003, είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που επεδόθη την 30.12.2009.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της αγωγής, και των αποφάσεων του πρωτοβαθμίου και του Εφετείου προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων-νυν αναιρεσίβλητος εξέθεσε μεταξύ άλλων ότι επώλησε στην εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα τις ειδικώς αναφερόμενες ποσότητες γάλακτος για το διάστημα από 30-6-2003 μέχρι 30-6- 2007 και εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια.

Ότι κατά δίκαιη και αντικειμενική κρίση, η εναγομένη έπρεπε να προσδιορίσει το εύλογο τίμημα αγοράς του αγελαδινού γάλακτος κατά το διάστημα από 2003-2007, σε 0,50€ το λίτρο, ενώ επικουρικώς η τιμή παραγωγού έπρεπε να ανέλθει στο ποσό των 0,45 € / κιλό και όλως επικουρικώς στο ποσό των 0,40€ /κιλό. Ότι αν ως εύλογη τιμή αγοράς ληφθεί το ποσό των 0,40 € ανά λίτρο, ο ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.171.572 X 0,40 € = 468 628,8-0 €.

Η διαφορά των δύο μεγεθών ανερχόμενη στο ποσό των (468.628,80-439.685,27) = 28.943,50 € αποτελεί το οφειλόμενο από την εναγόμενη ποσό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι με εύλογη και δίκαιη τιμή το ποσό των 0,40€/ κιλό πωλούμενου γάλακτος κατά μέσο όρο ο ενάγων έπρεπε να λάβει για τη συνολική ποσότητα των 1.171.572 κιλών το ποσόν των 468.628,80 € (1.171.572 κιλά χ 0,40), εντεύθεν η διαφορά ανήλθε στο ποσόν των 60.921,74 € ( = 468.628,80 - 407.707,056 ), το οποίο ανεγνωρίσθη ότι του οφείλεται από την εναγόμενη.

Η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: ''...παραγόμενο στη μονάδα του γάλα με μέση τιμή 0,3480 €/κιλό... Επομένως, δικαιούται για το ένδικο χρονικό διάστημα τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας σε αυτόν τιμής των 0,3480 € κατά μέσο όρο ανά κιλό πωλουμένου γάλακτος και ευλόγου τιμής των 0,40 €/κιλό, όπως αυτή προσδιορίζεται και από το παρόν Δικαστήριο βάσει των διατάξεων των άρθρων 513 επ.

και 371 ΑΚ.... ο εκκαλών ... παραγωγός πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ...(1.171.572) κιλά γάλα και έλαβε ως τίμημα το ποσόν ...(439.685, 27 €). Εκ του ποσού αυτού μόνο ποσόν (407.707,056 €) ανταποκρίνεται στην αξία του πωλουμένου γάλακτος (1.171.572 κιλά X 0,3480 €/κιλό = 407.707,056... Επομένως, με εύλογο και δικαία τιμή το ποσόν των 0,40 €/κιλό πωλουμένου γάλακτος κατά μέσο όρο ο εκκαλών...

παραγωγός έπρεπε να λάβει για την προαναφερομένη συνολική ποσότητα το ποσόν των (468.628, 80 €, ήτοι 1.171.572 κιλά X 0,40 €/κιλό) και ως εκ τούτου αυτός ζημιώθηκε κατά το ποσόν των (468.628, 80 € - 407.707, 056 € =) (60.921, 74 €)... Περαιτέρω, η εκκαλούσα ... ανώνυμος εταιρία ισχυρίζεται με ειδικούς λόγους εφέσεως ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε :

α) την παραδεκτώς προβληθείσα (άρθρα 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ) ένσταση παραγραφής εκ των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ, αναφορικώς : αα) με τα υπ' αριθ. 97/30.6.2013, 98/31.7.2003, από 31.8.2003, από 30.9.2003, 1/31.10.2003, 2/30.11.2003 και 3/31.12.2003 τιμολόγια πωλήσεως, ποσών 6.227,09 €, 7.952,34 €, 8.468,49 €, 8.930,93 €, 8.032,71 €, 6.802,71 € και 5.640,07 €,... Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι με την κυρία βάση της αγωγής ζητείται ο " κατά δικαία κρίση " προσδιορισμός από το Δικαστήριο της παροχής της ανωνύμου εταιρίας, ήτοι του οφειλομένου τιμήματος εκ της πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, η αξίωση καταβολής του τιμήματος εκ της συμβάσεως πωλήσεως δεν γεννάται και εντεύθεν δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμος προ του καθορισμού της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια να μην εκκινεί η διαδρομή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ πενταετούς παραγραφής αναφορικώς με την αξίωση καταβολής της διαφοράς μεταξύ της προσδιοριζομένης από το Δικαστήριο παροχής και της πράγματι καταβληθείσας...''.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371, 250, 253 ΑΚ, απορρίψαν την ως άνω ένσταση παραγραφής, εφ' όσον η δια της αγωγής εισαχθείσα αξίωση και τελικώς επιδικασθείσα, κατά την κυρία αυτής βάση, αφορούσε όχι μόνο στον "κατά δικαία κρίση" προσδιορισμό από το Δικαστήριο της παροχής της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, αλλά και στην αναγνώριση της οφειλομένης διαφοράς τιμήματος πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, δηλαδή σε γεννημένη αξίωση και προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή, η οποία υπέκειτο σε βραχυχρόνια παραγραφή.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος, κατά το προαναφερθέν τμήμα του, τυγχάνει βάσιμος.

Επειδή, στο δεύτερο τμήμα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και εσφαλμένως υπήγαγε τα περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, εντεύθεν κατέστησε εαυτήν αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, καθ' όσον απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ.

Επειδή, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ''...Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτή, προκειμένου να προκαλέσει βλάβη στους παραγωγούς, συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικώς με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, ούτως ώστε αφ' ενός μεν να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα, τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στην τιμή, η οποία θα εδίδετο, εάν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελευθέρου ανταγωνισμού, αφ' ετέρου δε να καταστήσουν αδύνατο τη μετακίνηση από τη μια γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των γαλακτοπαραγωγών, εάν αυτοί αποφάσιζαν να αναζητήσουν υψηλότερες τιμές...Κατόπιν ολοκληρώσεως της προβλεπομένης ακροαματικής διαδικασίας και τη συνεκτίμηση των συλλεγέντων κατά την προηγηθείσα αυτεπάγγελτο έρευνα στοιχείων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφαση της Ολομελείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δια της οποίας διαπιστώθηκε αφ' ενός μεν η ύπαρξη οριζοντίου συμφωνίας(ήδη από του έτους 2004) μεταξύ της εκκαλούσας και των γαλακτοβιομηχανιών...

περί συγκρατήσεως και μειώσεως των τιμών αγοράς του νωπού., γάλακτος από τους παραγωγούς - κτηνοτρόφους και αποφυγής - περιορισμού των μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών κατά παράβαση των άρθρων 1 Ν. 703/1977 και 81 ΣυνθΕΕ... Κατ' αυτόν τον τρόπο η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία ενήργησε πράξη ανταγωνισμού αντικειμένη στα χρηστά ήθη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους γαλακτοπαραγωγούς, συμπεριλαμβανομένου του εφεσιβλήτου παραγωγού...

Εξ άλλου, η προπεριγραφομένη παράνομος και υπαίτιος συμπεριφορά της εκκαλούσας συνιστά εν ταυτώ και αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ), συνεπεία δε αυτής ο παραγωγός υπέστη προσβολή στην προσωπικότητά του, δικαιούμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβη...

καθ' όσον αφορά στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ παραγραφή, δεν δύναται να νοηθεί γνώση της ζημίας (ήτοι της διαφοράς μεταξύ των δύο προαναφερομένων μεγεθών) και του υποχρέου προς αποζημίωση (ήτοι της εκκαλούσας ...ανωνύμου εταιρίας) προ της δημοσιεύσεως της υπ' αριθ. 369/V/2007 αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού την 22.3.2007 (η οποία, σημειωτέον, δημοσιεύθηκε στο Τεύχος Β' του Φ.Ε.Κ.

με αριθ. φύλλου 177 την 6.2.2008), ότε και εγένετο ευρέως γνωστή και με συγκεκριμένα στοιχεία (και όχι απλές υποψίες ή υπόνοιες) η παράνομος σύμπραξη των ανωτέρω αναφερομένων στο σκεπτικό γαλακτοβιομηχανιών και εντεύθεν η παράνομος και υπαίτιος συμπεριφορά ειδικώς της εκκαλούσας ..., η δε κρινομένη αγωγή ασκήθηκε προ της συμπληρώσεως πενταετίας από τη δημοσίευση της προαναφερομένης αποφάσεως...'' Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι ''...

η δημοσίευση της υπ' αριθ. 369/V/2007 αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού την 22.3.2007 ουδόλως φανέρωσε στον αντίδικο την "ζημία" του και τον "υπαίτιο προς αποκατάστασή της", ούτε θα μπορούσε να το κρίθηκε ότι η όποια συμφωνία δεν υλοποιήθηκε...'' είναι απαράδεκτος, διότι αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την αληθινή έννοια του ως άνω κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών.

Σημειώνεται εδώ ότι ο ανωτέρω λόγος, συμφώνως προς τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορά μόνο στην αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Βάσει των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

Επειδή, όταν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως, που προσβάλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα, πρωτίστως, στην κύρια και επικουρικά, στις λοιπές (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 321/2017, 10/2016).

Εν προκειμένω, στον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι: "... Η προσβαλλομένη δέχθηκε την πρωτόδικη απόρριψη, δια της οποίας σιγή, απερρίφθη η ένστασή μας και η ίδια δεν έταξε αποδείξεις περί των ισχυρισμών που την συγκρότησαν, θεωρώντας ότι ακόμη και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός, ότι επί πέντε συναπτά έτη ο αντίδικος πωλούσε και δεχόταν την εφαρμογή της συμφωνίας, ουδόλως ενήργησε καταχρηστικά μετά την πάροδο πενταετίας και ουδέποτε παρεβιάσθη ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Η κρίση αυτή, νομική ούσα, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο , κατ' άρθρον 559 περ. 1, για κακή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η έμπρακτη σιωπή του αντισυμβαλλόμενου επί καθημερινών πωλήσεων, επί πέντε συναπτά έτη και μόνον μετά πάροδον πενταετίας να επιχειρεί την ανατροπή πληθώρας συμβατικών υποχρεώσεων, χωρίς να έχει οχλήσει, ή έστω προειδοποιήσει τον αντισυμβαλλόμενο, εξ αρχής, ώστε και εκείνος να ανεύρει εναλλακτικές συμβατικές λύσεις, στον έγκαιρο χρόνο και όχι αναίτια να ανέχεται την μετά τόσου χρόνου ανατροπή όλου του συμβατικού πεδίου..." το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "...Τέλος καθ' όσον αφορά στην ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) υπό τα αποδειχθέντα κατά τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ορθώς απερρίφθη αυτή σιγή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, έστω και εάν τα συγκροτούντο αυτή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή τον οικονομικό, ή τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος του εκκαλούντος στην υπό στοιχεία I Έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχεία II έφεση παραγωγού ορίων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχείο V μείζονος σκέψεως...".

Ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, εφ' όσον δι ' αυτού προσβάλλεται η επικουρική αιτιολογία απορρίψεως της ενστάσεως της εναγομένης- αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ενώ η μη προσβληθείσα κυρία αιτιολογία, με την οποία απερρίφθη η εν λόγω ένσταση ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό.

Επειδή, κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε παγίως νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α' , 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 23-24/2004, 13/1994, ΑΠ 423/2012, 1520/2010).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το πρώτο εδάφιο του οποίου : "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας)''.

Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας.

Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντιθέτως, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας( ΑΠ 1207/2017).

Εν προκειμένω, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 371 και 346 ΑΚ και επιδίκασε τόκους επιδικίας από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν δύνανται να επιδικασθούν τόκοι επιδικίας πριν χωρήσει επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως με σχετική όχληση, εφ' όσον στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ , πριν τον προσδιορισμό της παροχής από το δικαστήριο δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση, εντεύθεν δεν δημιουργείται υπερημερία οφειλέτη.

καθώς επίσης ότι δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας επί αναγνωριστικής αγωγής. Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος παραδεκτώς προβάλλεται - αφ' ενός μεν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 αριθ. 2 περ. β', εφ' όσον το επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, αφ' ετέρου δε, καθ' όσον αναφέρεται σε κεφάλαιο που αναγκαστικώς συνέχεται με τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (διάταξη της προσβαλλομένης για την επιδίκαση τόκων-άρθρο 569 παρ. 2 εδ.

α' ΚΠολΔ) -πλην είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθώς εφήρμοσε, συμφώνως προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση. Τούτο δε διότι ο τόκος επιδικίας του άρθρου 346 ΑΚ αφορά προδήλως, του νόμου μη διακρίνοντος, σε κάθε αγομένη δι' αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφισή της είτε η αναγνώριση της οφειλής της.

Σημειώνεται εδώ, ότι οι τόκοι επιδικάσθηκαν ως προς την κριθείσα βάσιμο αγωγική αξίωση για την αναγνώριση της οφειλομένης διαφοράς τιμήματος πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, και όχι όσον αφορά στην αξίωση για τον προσδιορισμό εύλογης τιμής πωλήσεως γάλακτος κατ' άρθρο 371 ΑΚ, συμφώνως προς τα προαναφερθέντα κατά την έρευνα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως.

Επομένως, ο σχετικός λόγος, κατά ως άνω συναφές δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Aναιρεί την υπ' αριθ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ