1114/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1114/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1114 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1114/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Πάκα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και Ευστράτιο Μαυραγάνη, που ανακάλεσε την από 13-2-2017 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Κ. του Χ., 2)Μ. Μ., 3)Ν. Μ. του Κ., 4)Δ. Χ. του Π. και 5) Κ. Κ. του Φ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιτσάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14773/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφη, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1510/1992, ΑΠ 1505/1998, ΑΠ 1902/2001, ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 2002/2004, ΑΠ 74/2005, ΑΠ 162/2005, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 376/2006, ΑΠ 381/2006, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 1816/2008).
Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 502/1996, ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (AΠ 1492/2011, ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ( AΠ 324/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους.
Περαιτέρω, όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη την σύμβαση (εργασίας) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης), καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1203/1998 ΕλΔ 41.92).
Η άρση της επισχέσεως γίνεται αυτοδικαίως είτε με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική είτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επισχέσεως, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως ν. 2112/20 και του ν. 3198/55 (ΑΠ 1803/1987 ΕΕΔ 48.176, ΑΠ 1412/1986 ΕΕΔ 46.817).
Στη προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες στην από 18.03.2013 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρουν αναλυτικά στην αγωγή και απασχολήθηκαν, με την ειδικότητα που αναφέρεται σε αυτήν για τον καθένα, με πλήρες ωράριο εργασίας, στην επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας οχημάτων, ιατρικής φροντίδας και τεχνικού ελέγχου οχημάτων, ενώ για την εργασία τους ελάμβανε ο καθένας από αυτούς κατά μέσο όρο μικτό μηνιαίο μισθό τον αναφερόμενο στην αγωγή.
Ότι ο εναγόμενος εργοδότης, παρά το γεγονός ότι παρείχαν κανονικά την εργασία τους, από τις αρχές του έτους 2011 άρχισε να καθυστερεί την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους, με αποτέλεσμα μέσα σε ένα έτος να οφείλει σε αυτούς περί τους τέσσερις μηνιαίους μισθούς και να αντιμετωπίζουν πλέον οι ενάγοντες σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης και ότι για το λόγο αυτό άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, δηλώνοντας ότι αρνούνται να παρέχουν την εργασία τους, μέχρις ότου ο εναγόμενος καταβάλει προς αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές που τους όφειλε μέχρι την ημέρα της επίσχεσης, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και να τους οφείλει τους συμφωνημένους μισθούς τους, όσο και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης της εργασίας τους, τους οποίους και αξίωσαν με προγενέστερη αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι ο εναγόμενος εξόφλησε, με σταδιακές καταβολές μόνο τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, αρνήθηκε, όμως, να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης της εργασίας τους και, μετά ταύτα, δήλωσαν εγγράφως προς τον εναγόμενο ότι προτίθενται να διακόψουν την επίσχεση της εργασίας και να επανέλθουν στα καθήκοντα τους, όπως και πράγματι έπραξαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες.
Ότι ο εναγόμενος, με εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποίησε στους ενάγοντες, απέκρουσε τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, δηλώνοντας ότι θεωρεί, από τότε που άσκησαν την επίσχεση, πως αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους. Ότι η παραπάνω άρνηση αποδοχής των κανονικά προσφερόμενων υπηρεσιών τους συνιστά στην πραγματικότητα άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, η οποία, αφού έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, είναι μη νόμιμη.
Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ’ αυτούς, για την αποζημίωση απόλυσης, για το υπόλοιπο του επιδόματος Πάσχα 2012, για την αποζημίωση και το επίδομα άδειας 2012 και για την αναλογία του επιδόματος Χριστουγέννων 2012:
α) στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 29.931,44 ευρώ, β) στη δεύτερη 16.316,64 ευρώ, γ) στην τρίτη 14.750 ευρώ, δ) στη τέταρτη 7.614,15 ευρώ και ε) στον πέμπτο 24.555,47 ευρώ, όπως τα μερικότερα ποσά αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που η κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή ή, άλλως, από την επίδοση της αγωγής. Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού αναφέρονται σ’ αυτή η σύμβαση εργασίας, ο τρόπος παροχής της εργασίας, το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκήθηκε το δικαίωμα επίσχεσης και η εντεύθεν υπερημερία του εργοδότη εναγομένου και συνεπώς το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να μη κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και γι’ αυτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφοσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση, είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς, το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).
Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995 βλ. και Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (βλ. 1492/2011 Νόμος).Στη παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως των εναγόντων, κατά της 14773/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος δραστηριοποιείται από το έτος 1977 στον κλάδο της παροχής οδικής βοήθειας οχημάτων, ενώ, μεταγενέστερα, επέκτεινε τη δραστηριότητά του στον κλάδο της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης, παρέχοντας υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας και εξυπηρέτησης μέσω των συνεργαζόμενων ιατρών και διαγνωστικών εργαστηρίων και στον κλάδο του τεχνικού ελέγχου οχημάτων.
Για τις δραστηριότητες του αυτές διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ενώ, παράλληλα, είναι κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος: α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία ..." και το διακριτικό τίτλο "..." και ήδη με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...
Α.Α.Ε." και β) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ..." και ήδη με την επωνυμία "... ANΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ..." οι οποίες ήδη, από την 19-7-2010, συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Διαθέτει δε στόλο οχημάτων και απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων, οι οποίοι παρείχαν πάντοτε τις υπηρεσίες τους και στις τρεις ομοειδείς κατ’ αντικείμενο επιχειρήσεις (ατομική του εναγόμενου και ανώνυμες εταιρίες), χωρίς ειδικότερη διαφοροποίηση από άποψη καθηκόντων, τόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, αφού και οι τρεις ως άνω επιχειρήσεις αποτελούσαν ουσιαστικά μια ενιαία επιχείρηση, η οποία ήταν γνωστή ως "... (...)" και ασκούσε τις προαναφερόμενες δραστηριότητες, παρέχοντας υπηρεσίες οδικής βοήθειας οχημάτων, ιατρικής φροντίδας και τεχνικού ελέγχου οχημάτων σε διαφορετικούς, όμως, χώρους.
Ήδη δε, το σύνολο του επιχειρηματικού αντικειμένου και του εργατικού δυναμικού όλων των πιο πάνω επιμέρους επιχειρήσεων έχει μεταφερθεί, με πρωτοβουλία του εναγόμενου, στην ατομική του επιχείρηση, ενώ αυτός εμφανίζεται ως ο μόνος εργοδότης όλων των μισθωτών, που εργάζονταν σε αυτές. Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα που αναφέρεται παρακάτω για τον καθένα, αντί των μηνιαίων αποδοχών που προβλέπονταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και απασχολήθηκαν συνεχώς με την ίδια ειδικότητα και με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή ή μεταβολή της παροχής της εργασίας τους, είτε στις ανώνυμες εταιρίες είτε στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου, με τελευταίο εργοδότη τον εναγόμενο, ως διάδοχο των ανωνύμων εταιριών και χωρίς καμία απολύτως τροποποίηση των όρων και των συνθηκών εργασίας τους καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της απασχόλησής τους και διαφοροποίηση του ύψους των αποδοχών τους, αφού η σύμβαση εργασίας τους ήταν ενιαία, ανεξάρτητα από τον εργοδότη που τους προσέλαβε και στον οποίον παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ενώ και ο χρόνος εργασίας τους ήταν, επίσης, ενιαίος και υπολογιζόταν από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους.
Συγκεκριμένα: α) ο πρώτος ενάγων Κ. Κ. προσλήφθηκε την 1-8-1997 και εργάσθηκε ως προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος στο Ιδιωτικό Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, οι τελευταίες δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 1935,46 ευρώ, β) η δεύτερη ενάγουσα Μ. Μ. προσλήφθηκε την 1-10-1999 και εργάσθηκε ως υπάλληλος εισπράκτορας, οι τελευταίες δε μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1.239,25 ευρώ, γ) η τρίτη ενάγουσα Ν.
Μ. προσλήφθηκε την 4-10-2000 και εργάσθηκε ως υπάλληλος εισπράκτορας, οι τελευταίες δε μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1.229,18 ευρώ, δ) η τέταρτη ενάγουσα Δ. Χ. προσλήφθηκε την 25-9-2006 και εργάσθηκε ως υπάλληλος γραφείου στη γραμματεία του Ιδιωτικού ΚΤΕΟ, οι τελευταίες δε μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν σε 1.055,48 ευρώ και ε) ο πέμπτος ενάγων Κ.
Κ. προσλήφθηκε την 14-10-1998 και εργάσθηκε ως ηλεκτροτεχνίτης αυτοκινήτων - οδηγός οχήματος οδικής βοήθειας, οι τελευταίες δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 1.674 ευρώ. Μέχρι τα τέλη του έτους 2010, οι ενάγοντες παρείχαν κανονικά και με επιμέλεια, κατά τα συμφωνηθέντα με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο, ο οποίος ήταν συνεπής στις έναντι αυτών υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από την εργασιακή σύμβαση και, ειδικότερα κατέβαλλε προς αυτούς τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές τους.
Από τις αρχές, όμως, του έτους 2011, ο εναγόμενος, λόγω έντονων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η επιχείρησή του, άρχισε να καθυστερεί σημαντικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, τις οποίες δεν κατέβαλλε πλήρεις και στο τέλος κάθε μήνα, όπως όφειλε, αλλά σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλλε καθυστερημένα μέρος των οφειλομένων, χωρίς, παρά ταύτα, να προβαίνει στον εξόφλησή τους.
Για τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου, πολλές φορές διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες προφορικά στον ίδιο, αξιώνοντας την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και την έγκαιρη ανά μήνα πληρωμή των αποδοχών τους, χωρίς να ε εισακουσθούν. Έτσι, οι οφειλές του εναγομένου έναντι των εργαζομένων, με την πάροδο των μηνών, συσσωρεύονταν και έβαιναν διαρκώς αυξανόμενες.
Ο μισθός τους, όμως, αποτελούσε το μοναδικό εισόδημά τους και ήταν απαραίτητος για να αντιμετωπίσουν τα τρέχοντα έξοδα διαβίωσής τους και να καλύψουν τις οικογενειακές δαπάνες τους είτε αποκλειστικά είτε με συνεισφορά στο οικογενειακό εισόδημα, είχαν δε απόλυτη ανάγκη αυτού, οπότε με τη στέρησή του περιήλθαν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι όλοι οι ενάγοντες είναι έγγαμοι με τέκνα, τα οποία συντηρούν οι ίδιοι , πλην της τέταρτης (Δ. Χ.) η οποία είναι διαζευγμένη χωρίς τέκνα, ενώ οι δύο πρώτοι είναι σύζυγοι και το μοναδικό οικογενειακό τους εισόδημα είναι αυτό που εξασφάλιζαν
από την εργασία τους, με τη στέρηση του οποίου αδυνατούσαν άπαντες να ανταπεξέλθουν πλέον, έστω και στοιχειωδώς, στις οικονομικές υποχρεώσεις τους, αφού δεν είχαν άλλους πόρους και δεν μπορούσαν τόσο να αυτοσυντηρηθούν όσο και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, ώστε να καθίσταται προβληματική η κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους και αυτή καθεαυτή η επιβίωσή τους.
Ο εναγόμενος, στις εύλογες διαμαρτυρίες των εναγόντων για την εξόφληση των αποδοχών τους, τους διαβεβαίωνε ότι η κατάσταση αυτή ήταν προσωρινή και επανειλημμένα υποσχέθηκε ότι θα συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις του και θα προέβαινε στην εμπρόθεσμη πληρωμή των μισθών τους χωρίς όμως να τηρήσει τις υποσχέσεις του αρνούμενος να εξοφλήσει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους για τους παρελθόντες μήνες αλλά και να καταβάλει τους μισθούς τους για τους τρέχοντες μήνες.
Η πιο πάνω κατάσταση συνεχίσθηκε για όλο το έτος 2011 και μέχρι τους πρώτους μήνες του έτους 2012. Έτσι, ο εναγόμενος όφειλε: α) στους τρεις πρώτους ενάγοντες τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου (υπόλοιπο), Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουάριου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 5.580 ευρώ στον πρώτο, 3.920 ευρώ στη δεύτερη και 4.600 ευρώ στην τρίτη, β) στην τέταρτη ενάγουσα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου (υπόλοιπο), Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου,Φεβρουάριου και Μαρτίου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 3.850 ευρώ και γ) στον πέμπτο ενάγοντα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Δεκεμβρίου, Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2012, συνολικού ποσού (καθαρά) 6.380 ευρώ.
Κατόπιν τούτων, οι ενάγοντες, έχοντας ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά ίου εναγόμενου εργοδότη τους για την καταβολή των αποδοχών τους, το ύψος ίων οποίων, ενόψει των οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών τους, ήταν σημαντικό και επειδή επιμηκυνόταν διαρκώς ο χρόνος καθυστέρησης των αποδοχών τους και, επίσης, με την πάροδο του χρόνου, αυξανόταν ο αριθμός ίων οφειλόμενων μισθών, ενώ η υπομονή τους είχε πλέον εξαντληθεί, άσκησαν νόμιμα το παρεχόμενο από το άρθρο 325 του ΑΚ δικαίωμα επίσχεσης της παροχής της εργασίας τους, τόσο προφορικά όσο και με εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν στον εναγόμενο στις 28-2-2012, 10.4.2012 και 14.05.2012 (βλ.
τις υπ’ αριθμούς .../28.02.2012, .../10.04.2012 και .../14-5-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Φ. Ε.), κοινοποιώντας ταυτόχρονα αυτές και στις αρμόδιες υπηρεσίες ΣΕΠΕ και ΟΑΕΔ, με τις οποίες δήλωσαν ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας, αρνούμενοι να παράσχουν την εργασία τους, μέχρις ότου ο εναγόμενος εξοφλήσει τις οφειλόμενες και ληξιπρόθεσμες αποδοχές τους, τις οποίες αναλυτικά, όπως αναφέρονται παραπάνω, εξειδίκευσαν στις εν λόγω εξώδικες δηλώσεις,’ διότι διαφορετικά θα καθίστατο υπερήμερος από την ημέρα επίδοσης των εξώδικων δηλώσεων και μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.
Ο εναγόμενος, αντί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από το νόμο και τις μεταξύ τους συναφθείσες ατομικές συμβάσεις, κοινοποίησε στους ενάγοντες τις από 1-3-2012. (προς τους τρεις πρώτους), 11-4-2012 (προς την τέταρτη) και 15-5- 2012 (προς τον πέμπτο) εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες, αφού εξέθετε τη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής του και την απώλεια τεράστιων εσόδων, εξαιτίας της μείωσης των πελατών του λόγω της προσέλκυσης αυτών από διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, αλλά και εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει κατά τα τελευταία έτη η Ελλάδα και της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, με αποτέλεσμα να περιέλθει (εναγόμενος) σε τραγική οικονομική κατάσταση, να ζημιωθεί σημαντικά και να κλονισθεί η οικονομική σταθερότητα της επιχείρησής του, υποσχέθηκε ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξόφληση του συνόλου των οφειλόμενων αποδοχών τους, για την καθυστέρηση της πληρωμής των οποίων, όπως ισχυρίσθηκε, ουδεμία υπαιτιότητα, για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, τον βαρύνει, με αποτέλεσμα, όπως ανέφερε, λαμβανομένου υπόψη και του μικρού ύψους των οφειλόμενων αποδοχών τους, η επίσχεση εργασίας τους να μην είναι νόμιμη, αφού ασκήθηκε καταχρηστικά και να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του, κάλεσε δε τους ενάγοντες να επιστρέψουν άμεσα στην εργασία τους και να αναλάβουν, τα καθήκοντά τους, διότι, διαφορετικά, σε περίπτωση που δεν επανέλθουν στη θέση εργασίας τους εντός δύο εργάσιμων ημερών, θα θεωρούσε την απουσία τους αδικαιολόγητη με
όλες τις εξ αυτής συνέπειες. Oι ενάγοντες, κατόπιν, αντέκρουσαν εγγράφως, με τις από 9-3-2012, 18-4-2012 και 18-5-2012 εξώδικες δηλώσεις τους, τις αιτιάσεις του εναγόμενου, που περιλαμβάνονταν στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις του, εξηγώντας και πάλι τους λόγους που τους οδήγησαν στην πιο πάνω απόφαση και επανέλαβαν ότι το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους ασκήθηκε νόμιμα, λόγω της μη καταβολής από τον εναγόμενο έστω και μέρους των οφειλομένων αποδοχών τους και της συνακόλουθης αδιαφορίας του για τις επιπτώσεις που θα επέφερε σε αυτούς η αντισυμβατική συμπεριφορά του, εν τέλει δε δήλωσαν ότι εμμένουν στην επίσχεση της εργασίας τους και κάλεσαν τον εναγόμενο να τους καταβάλει άμεσα τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, προκειμένου να επανέλθουν στην εργασία τους.
Επίσης, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου ο εναγόμενος, κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, ούτε κατέβαλε ούτε δεσμεύθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλομένων, αλλά και δεν καθόρισε συγκεκριμένο χρόνο αποπληρωμής των δεδουλευμένων, παρά μόνο αρκέσθηκε να υποσχεθεί αορίστως δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που παραστάθηκε, ότι θα καταβάλει όσο το δυνατόν συντομότερα τους οφειλόμενους μισθούς και εν τέλει δήλωσε ότι η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας των προσφευγόντων είναι, κατά την άποψή του, καταχρηστική και για το λόγο αυτό ουδέν χρηματικό ποσό οφείλει στους ενάγοντες για το μετά την επίσχεση χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, οι ενάγοντες δήλωσαν ότι, εάν ρυθμισθεί η καταβολή των οφειλών, προτίθενται να επανέλθουν στην εργασία τους. Εν τω μεταξύ, ο εναγόμενος εξόφλησε με σταδιακές επιμέρους καταβολές τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων, καταβάλλοντας στους τρεις πρώτους από αυτούς τους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου (υπόλοιπο), Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου και Φεβρουάριου 2012, στην τέταρτη τους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου (υπόλοιπο), Δεκεμβρίου 2011, Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2012 και στον πέμπτο τους μισθούς των μηνών Δεκεμβρίου 2011 Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2012.
Ύστερα από την εξέλιξη αυτή, οι ενάγοντες, με εξώδικες δηλώσεις που κοινοποίησαν με δικαστικό επιμελητή στον εναγόμενο, γνωστοποίησαν ότι από τις αναφερόμενες σε αυτές ημερομηνίες (1-11-2012 ο πρώτος, 9-11-2012 η δεύτερη και η τρίτη, 26-11- 2012 η τέταρτη και 7-1-2013 ο πέμπτος) θα διακόψουν την επίσχεση εργασίας και θα επιστρέφουν κανονικά στα καθήκοντά τους, κάλεσαν δε τον εναγόμενο να αποδεχθεί από τις ημερομηνίες αυτές τις προσήκοντος προσφερόμενες υπηρεσίες τους, στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους και συνθήκες που παρείχαν την εργασία τους κατά το χρόνο μέχρι την επίσχεση.
Στις ως άνω δηλώσεις, ο εναγόμενος απάντησε εγγράφως με πανομοιότυπες εξώδικες δηλώσεις, που επέδωσε στους ενάγοντες, με τις οποίες δήλωσε ότι, με τη μη επιστροφή τους στις θέσεις εργασίας τους, εξέφρασαν σαφώς και αναμφίβολα τη βούλησή τους να λύσουν τη σύμβαση εργασίας τους και ότι, κατά συνέπεια, αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, που κανονικά έθεσαν στη διάθεσή του, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία τους.
Λόγω της νόμιμα ασκηθείσας επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, ο εναγόμενος εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι ενάγοντες, με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, επιδίωκαν αποκλειστικά και μόνο την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθών τους από τον εναγόμενο εργοδότη και τούτο διότι, λόγω της μη καταβολής αυτών, κινδύνευε η διαβίωσή τους και αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις οικογενειακές ανάγκες τους.
Άσκησαν δε την επίσχεση μετά παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος καθυστέρησης των μισθών τους από τον εναγόμενο, οπότε η υπομονή τους εξαντλήθηκε και οι επανειλημμένες διαμαρτυρίες τους προς τον εναγόμενο εργοδότη ουδεμία ανταπόκριση είχαν, ενώ το οφειλόμενο ποσό, ληξιπρόθεσμο και εκκαθαρισμένο, ήταν για τα οικονομικά δεδομένα τους, αλλά και για τον οικογενειακό προϋπολογισμό τους σημαντικό και δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από αυτούς με άλλο τρόπο.
Εξάλλου, η οικονομική δυσπραγία του εναγόμενου δεν ήταν αιφνίδια, όπως απαιτείται για να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η επίσχεση, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση της πληρωμής των μισθών των εναγόντων, η οποία μάλιστα παρουσίαζε αυξητική τάση, οφειλόταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις και ιδιαίτερα σε δυσχερή οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, η οποία εμφανίσθηκε αιφνίδια κατά τους τελευταίους μήνες του έτους 2011 και τους πρώτους του έτους 2012, κατά τους οποίους όφειλε να καταβάλει τους επί δικούς μισθούς, αφού η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων μισθών των εργαζομένων στην επιχείρησή του είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζεται από τους πρώτους μήνες του έτους 2011.
Ούτε πρόσκαιρη ήταν η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, αφού δεν διήρκεσε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τουλάχιστον ένα έτος. Πάγια τακτική του εναγόμενου ήταν, όπως αποδείχθηκε, να καθυστερεί υπαίτια την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των μισθών των εργαζομένων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα προκαλούσε σε αυτούς η πράξη του.
Παράλληλα δε, αν και η επιχείρησή του ήταν ζημιογόνα με οφειλές πολλών εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, τραπεζικά ιδρύματα και τρίτους πιστωτές, ο ίδιος όχι μόνο δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αντιστρέψει την αρνητική πορεία της επιχείρησής του και να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες της, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησε επενδύσεις υψηλού οικονομικού κόστους, επεκτείνοντας τη δραστηριότητα του στον τομέα της ιατρικής βοήθειας (ανακαίνιση του κτιρίου επί της οδού ..., αγορά καινούργιων ιατρικών μηχανημάτων και οχημάτων), δημιουργώντας ταυτόχρονα περί το έτος 2011 και πτέρυγα ορθοπεδικής επί της οδού ..., σε ακίνητο που μίσθωσε και ανακατασκεύασε εκ βάθρων, ενώ το έτος 2012 μίσθωσε και το όμορο ακίνητο, όπου στέγασε το οφθαλμολογικό τμήμα, δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τον πολυτελή βίο που διήγε, να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στη μισθοδοσία του προσωπικού, που αντιμετώπιζε πλέον σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.
Εξάλλου, η συγκεκριμένη επίσχεση δεν προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, ενόψει του μικρού αριθμού των εργαζομένων που προχώρησαν σε επίσχεση, σε σχέση με το σύνολο του εργατικού δυναμικού της επιχείρησής του.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, οι ενάγοντες νομότυπα προέβησαν στην επίσχεση εργασίας, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατόπιν τούτου, η ένσταση του εναγόμενου, που προβλήθηκε πρωτόδικα και επαναλαμβάνεται με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ότι η επίσχεση εργασίας που ασκήθηκε από τους ενάγοντες είναι καταχρηστική, απορριπτέα κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Εφόσον, συνεπώς, η επίσχεση εργασίας είχε χωρήσει από τους ενάγοντες νομότυπα, δεν είχε δικαίωμα ο εναγόμενος...να θεωρήσει λυμένες τις συμβάσεις εργασίας που είχε συνάψει με αυτούς. Εξάλλου, από το περιεχόμενο των εξώδικων δηλώσεων, που κοινοποίησαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο προκύπτει ότι ουδέποτε οι ενάγοντες εκδήλωσαν επιθυμία να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την εργασία τους, από το σαφές δε περιεχόμενο των ως άνω εξωδίκων δηλώσεων, ιδίως δε από την επαναλαμβανόμενη δήλωσή τους ότι δεν επιθυμούσαν την αποχώρησή τους από την εργασία τους, δεν προκύπτει οικειοθελής αποχώρησή τους, ήτοι εκ μέρους τους καταγγελία των συμβάσεων εργασίας που τους συνέδεε με τον εναγόμενο, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης.
Και μόνο μετά τη δήλωση των εναγόντων ότι θα επιστρέφουν στην εργασία τους, απέκρουσε τις υπηρεσίες τους και κατέθεσε μονομερώς στον ΟΑΕΔ ανυπόγραφες δηλώσεις οικειοθελούς αποχώρησής τους. Αφού δε ο εναγόμενος απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων εργαζομένων, θεωρείται ότι κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και, επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τη μη καταβληθείσα από τον εναγόμενο νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανέρχεται:
α) για τον πρώτο ενάγοντα Κ. Κ. στο ποσό των (1.935,46 ευρώ ο τελευταίος μικτός μηνιαίος μισθός X 11 μηνιαίους μισθούς, καθόσον είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 15 ετών = 21.290,06 ευρώ + 1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας, ήτοι 3.548,34 ευρώ=) 24.838,40 ευρώ, β) για τη δεύτερη ενάγουσα Μ. Μ., η οποία ως εισπράκτορας είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργατοτεχνίτη, όπως "βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος - εκκαλών, στο ποσό των (1.239,25 ευρώ ο τελευταίος μικτός μηνιαίος μισθός X 9 μηνιαίους μισθούς, καθόσον είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 13 ετών = 11.153,25 ευρώ + 1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας, ήτοι 1.858,87 ευρώ =) 13.012,12 ευρώ, γ) για την τρίτη ενάγουσα Ν.
Μ., η οποία, επίσης, ως εισπράκτορας είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργατοτεχνίτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος - εκκαλών, στο ποσό των (1.229,18 ευρώ ο τελευταίος μικτός μηνιαίος μισθός X 8 μηνιαίους μισθούς, καθόσον είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 12 ετών = 9.833,44 ευρώ +1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας, ήτοι 1.638,90 ευρώ =) 11.472,34 ευρώ, δ) για την τέταρτη ενάγουσα Δ.
Χ. στο ποσό των (1.055,48 ευρώ ο τελευταίος μικτός μηνιαίος μισθός X 4 μηνιαίους μισθούς, καθόσον είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 6 ετών = 4.221,92 ευρώ +1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας, ήτοι 703,65 ευρώ =) 4.925,57 ευρώ και ε) για τον πέμπτο ενάγοντα Κ. Κ., ο οποίος εργαζόταν ως ηλεκτροτεχνίτης αυτοκινήτων - οδηγός οχήματος οδικής βοήθειας και παρείχε εργασία, που απαιτούσε εξειδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση (ήταν κάτοχος πτυχίου ηλεκτροτεχνίτη της Β’ Δημόσιας Κατωτέρας Τεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης) και ανάληψη ευθύνης και πρωτοβουλίας και ειδικότερα, οδηγούσε καθημερινά τα οχήματα της επιχείρησης
του εναγόμενου (δίτροχα ή φορτηγά αυτοκίνητα) και όταν παρουσιαζόταν βλάβη στο αυτοκίνητο κάποιου συνδρομητή, έσπευδε αμέσως στο σημείο όπου είχε ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο και, αφού προέβαινε στη διάγνωση της βλάβης, αν μεν μπορούσε να το επισκευάσει επιτόπου, προέβαινε εκεί στην αποκατάσταση της βλάβης, σε αντίθετη δε περίπτωση είτε φόρτωνε το αυτοκίνητο στο φορτηγό, που οδηγούσε και το μετέφερε στο συνεργείο που του υποδείκνυε ο πελάτης είτε ενημέρωνε
τους υπεύθυνους της επιχείρησης, για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο με φορτηγό της ... στο συνεργείο της προτίμησης του πελάτη και, συνεπώς, κατά την εκτέλεση της εργασίας του αυτής υπερείχε το πνευματικό στοιχείο του σωματικού και έτσι είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργατοτοτεχνίτη, στο ποσό των (1.674 ευρώ ο τελευταίος μικτός μηνιαίος μισθός X 10 μηνιαίους μισθούς, καθόσον είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 14 ετών =16.740 ευρώ + 1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας, ήτοι 2.790 ευρώ =) 19.530 ευρώ.
Επίσης, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντες τα εξής ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα: 1) για υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2012 το ποσό των 504 ευρώ (1.935, 46 X 1/4 = 483,86 + 20,16 για αναλογία επιδόματος άδειας = 504,02 ευρώ, θα επιδικασθεί, όμως, το ποσό των 504 ευρώ που αιτείται με την αγωγή), 2) για αποζημίωση άδειας 2012 το ποσό των 2.322,55 ευρώ (1.935,46 X 30/25 = 2.322,55),3) για επίδομα άδειας 2012 το ποσό των 967,73 ευρώ (1.935,46 X 1/2 = 967,73) και 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 1.298,76 ευρώ (1.935,46 X 0,6442 = 1.246,82 + 51,94 για αναλογία επιδόματος άδειας = 1.298,76) και συνολικά το ποσό των 5.093,04 ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα: 1) για υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2012 το ποσό των 322,71 ευρώ (1.239,25 X 1/4 = 309,81+ 12,90 για αναλογία επιδόματος άδειας = 322,71), 2)για αποζημίωση άδειας 2012 το ποσό των 1.487,10 ευρώ (1.239,25 X 30/25 = 1.487,10),3) για επίδομα άδειας 2012 το ποσό των 619,63 ευρώ (1.239,25 X Η = 619,63) και 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 875,08 ευρώ (1.239,25 X 0,6779 = 840,09 - 35 για αναλογία επιδόματος άδειας = 875,08) και συνολικά το ποσό των 3.304,52 ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα: 1) για υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2012 το ποσό των 320, 09 ευρώ (1.229,18 X ]4 = 307,29 + 12,80 για αναλογία επιδόματος άδειας =320,09), 2) για αποζημίωση άδειας 2012 το ποσό των 1.475,01 ευρώ (1.229,18 X 30/25 - 1.475,01), 3) για επίδομα άδειας 2012 το ποσό των 614,59 ευρώ (1.229,18 X Η =614,59)και 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 867,97 ευρώ (1.229,18 X 0,6779 = 833,26 + 34,71 για αναλογία επιδόματος άδειας = 867,97) και συνολικά το ποσό των 3.277,66 ευρώ, δ) στη τέταρτη ενάγουσα: 1) για υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2012 το ποσό των 275, 05 ευρώ (1.056,21 X ιΑ - 264,05 + 11 για αναλογία επιδόματος άδειας = 275,05), 2) για αποζημίωση άδειας 2012 το ποσό των 1.0565,21 ευρώ, 3) για επίδομα άδειας 2012 το ποσό των 528,10 ευρώ (1.056,21 X Η = 528,10) και 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων2012 το ποσό των 829,22 ευρώ (1.056,21 X 0,7537 = 796,06 + 33,16 για αναλογία επιδόματος άδειας =829,22)και συνολικά το ποσό των 2.688,58 ευρώ και ε) στον πέμπτο ενάγοντα: 1) για υπόλοιπο επιδόματος Πάσχα 2012 χο ποσό των 435,93 ευρώ (1.674 X ΧΑ - 418,50+17,43 για αναλογία επιδόματος άδειας - 435,93),2) για αποζημίωση άδειας 2012 το ποσό των 2.008,80 ευρώ (1.674Χ 30/25 = 2.008,80),3) τα επίδομα άδειας 2012 το ποσό των 837 ευρώ (1.67 4 X 1/2- 837) και 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 1.743,73 ευρώ (1.674+69,73 για αναλογία επιδόματος άδειας =1.743,73) και συνολικά το ποσό των 5.025,46 ευρώ.
Έτσι, συνολικά ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει ι στους ενάγοντες τα εξής ποσά:
α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των (24.838,40 + 5.093,04 =) 29.931,44 ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των (13.012,12 + 3.304,52 =) 16.316,64 ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των (11.472,34 + 3.277,66 =)14.750 ευρώ, δ) στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των (4.925,57 + 2.688,58 =) 7.614,15 ευρώ και ε) στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των (19.530 + 5.025,46=) 24.555,46 ευρώ" Mε τις άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την αγωγή, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου για την μη πληρωμή των αποδοχών, και ως προς το δικαιολογημένη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως των εναγόντων και τη μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι αυτός καθυστερούσε υπαίτια την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των μισθών των εργαζομένων, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα προκαλούσε σε αυτούς η πράξη του. β) μολονότι η επιχείρησή του ήταν ζημιογόνα και είχε μεγάλες οφειλές πολλών εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, τραπεζικά ιδρύματα και τρίτους πιστωτές, ο ίδιος όχι μόνο δεν προέβη σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αντιστρέψει την αρνητική πορεία της επιχείρησής του και να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες της, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησε επενδύσεις υψηλού οικονομικού κόστους, επεκτείνοντας τη δραστηριότητά του στον τομέα της ιατρικής βοήθειας, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τον πολυτελή βίο που διήγε, να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα στη μισθοδοσία του προσωπικού (ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες), που αντιμετώπιζε πλέον σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.
Πληρότητα ενέχουν περαιτέρω οι αιτιολογίες του Εφετείου, με τις οποίες αποκρούονται οι αρνητικοί ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για τα παραπάνω ζητήματα και αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με τη διαμόρφωση της ως άνω δικανικής πεποίθησης του, και οι οποίες, άλλωστε, δεν αποτελούν ζητήματα δεκτικά αναιρετικού ελέγχου στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (AΠ 466/2010 Νόμος).
Στη προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 173 και 200 ΑΚ παραλείποντας, όπως αποδίδεται, να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ούτε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ως προς το ζήτημα της απόρριψης του ισχυρισμού για την οικειοθελή παραίτηση των αναιρεσιβλήτων και της σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεων εκ μέρους τους.
Το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, ότι χωρίς την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ότι οι εναγόντες, ασκήσαντες το δικαίωμα της επίσχεσης, ουδέποτε αποχώρησαν από την εργασία τους και ότι η καταγγελία των συμβάσεων έγινε από τον εναγόμενο χωρίς την καταβολή της δικαιούμενης αποζημίωσης. Το Εφετείο περαιτέρω δέχθηκε ότι ο εναγόμενος συνέχισε να είναι υπερήμερος ως προς τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος της επίσχεσης και συνεπώς δεν ασκεί επιρροή ο χρόνος εξόφλησης του τελευταίου δεδουλευμένου μισθού, αφού οι εναγόντες συνέχισαν να έχουν αξιώσεις για τους μισθούς υπερημερίας.
Συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητο να περιληφθεί στην απόφαση το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πληρωμής των δεδουλευμένων και της εξώδικης δήλωσης περί διακοπής της επίσχεσης εργασίας. Επομένως, είναι ως αβάσιμοι ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ΝΔ 2655/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοια του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ’ αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικής ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι’ αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. (βλ.
ΑΠ 90/2009 Νόμος). Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.
Επομένως, ο μισθωτός που απασχολείται με την επισκευή ή συντήρηση μηχανών αυτοκινήτων ή μηχανοκίνητων οχημάτων χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος όταν συνεισφέρει την εξιδιασμένη εμπειρία και θεωρητική του μόρφωση και αναπτύσσει πρωτοβουλία, αναλαμβάνοντας υπεύθυνα την εργασία του, γιατί με την ανάπτυξη αυτών των ικανοτήτων υπερτερεί το πνευματικό στοιχείο σε σύγκριση με το σωματικό (Α.Π 335/1989 ΔΕΝ 1990. 65, Α.Π 1445/1982 Ε.Εργ.Δ. 1983. 488, Α.Π 878/1982 ΔΕΝ 1982. 997, Α.Π 692/1972 ΔΕΝ 1971. 214).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι "εργαζόταν ως ηλεκτροτεχνίτης αυτοκινήτων - οδηγός οχήματος οδικής βοήθειας και παρείχε εργασία, που απαιτούσε εξειδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση (ήταν κάτοχος πτυχίου ηλεκτροτεχνίτη της Β’ Δημόσιας Κατωτέρας Τεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης) και ανάληψη ευθύνης και πρωτοβουλίας και ειδικότερα, οδηγούσε καθημερινά τα οχήματα της επιχείρησης του εναγόμενου (δίτροχα ή φορτηγά αυτοκίνητα) και όταν παρουσιαζόταν βλάβη στο αυτοκίνητο κάποιου συνδρομητή, έσπευδε αμέσως στο σημείο όπου είχε ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο και, αφού προέβαινε στη διάγνωση της βλάβης, αν μεν μπορούσε να το επισκευάσει επιτόπου, προέβαινε εκεί στην αποκατάσταση της βλάβης, σε αντίθετη δε περίπτωση είτε φόρτωνε το αυτοκίνητο στο φορτηγό, που οδηγούσε και το μετέφερε στο συνεργείο που του υποδείκνυε ο πελάτης είτε ενημέρωνε τους υπεύθυνους της επιχείρησης, για να μεταφερθεί το αυτοκίνητο με φορτηγό της ...
στο συνεργείο της προτίμησης του πελάτη και, συνεπώς, κατά την εκτέλεση της εργασίας του αυτής υπερείχε το πνευματικό στοιχείο του σωματικού και έτσι είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργατοτοτεχνίτη..". Ενόψει αυτών, το εφετείο που δέχθηκε ότι ο πέμπτος ενάγων ήταν υπάλληλος και όχι εργάτης, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρ. 10 του Ν. 3514/1928, και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.04.2016 και με αριθμό κατάθεσης ....05.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 175/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ