1114/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1114/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Full text
Απόφαση 1114 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1114/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός του Λεωνίδας Κόσκος, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο τον δικηγόρο Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Β. (Σ.) Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Βλαστού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6841/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 26-10-2005 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 635/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6841/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3121/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/2008 και 14/2005). Στην προκείμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό αναιρέσεως έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του το αναιρεσείον για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού του, ότι η αναιρεσίβλητη, με την εκ μέρους της παρουσίαση σε ομιλίες της αυτούσιων των θεμάτων των εξετάσεων που είχαν διεξαχθεί, παραβίασε κατάφωρα την υποχρέωση πίστης του μισθωτού προς τον εργοδότη και μάλιστα την υποχρέωση του να μη θίγει τα καλώς εννοούμενα αντικειμενικά και νόμιμα συμφέροντα του εργοδότη του, είτε ευθέως είτε με τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των τρίτων προς το πρόσωπο του εργοδότη, με αποτέλεσμα η καταγγελία, στην οποία προέβη το αναιρεσείον πολιτιστικό - εκπαιδευτικό σωματείο "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ" (εργοδότης), της συμβάσεως εργασίας, που το συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, να μην είναι καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα παραπάνω έγγραφα, και έτσι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το αναιρεσείον άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης κατά τρόπο καταχρηστικό, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, και μειωτικό της προσωπικότητάς της.
Ο λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με την λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Στη προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες και έγγραφα) και την από 9-10-2003 επιστολή του Πανεπιστημίου του Michigan προς τον διευθύνοντα σύμβουλο του αναιρεσείοντος Λ. - Φ.
Κ., από την οποία παρατίθενται στην απόφαση και ορισμένες περικοπές κατά λέξη, και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, για την διαμόρφωση της κρίσης του, στην εν λόγω επιστολή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος προεχόντως για τον λόγο τούτο.
Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανέγνωσε όλο το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής, το γεγονός δε ότι, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου της και ύστερα από την συνεκτίμηση και όλων των άλλων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό το αναιρεσείον, δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δη του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτιμήσεως τέτοιων βεβαιώσεων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Συνεπώς είναι παραδεκτές, κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, ένορκες βεβαιώσεις, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντικρούσεως. Στην περίπτωση αυτή, η εντός της προθεσμίας αντικρούσεως δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (αρθρ. 670 εδ.
α', 671 παρ.1δ, 674παρ. 2, 529 παρ. 1α, 591 παρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ). Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες από την ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, υπ' αριθμ. 15929 και 15930/14-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες, κατά την παραδοχή του, δόθηκαν και προσκομίσθηκαν μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (11-10-2004), εντός της τριήμερης προθεσμίας αντικρούσεως, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι, αν προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει (πρώτη περίπτωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος, και ο οποίος ασκεί επίδραση στο διατακτικό.
Εν προκειμένω, όμως, το αναιρεσείον, με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται μόνο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της, για τον σχηματισμό της αποδεικτικής της βάσης, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, κατά παράβαση του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος και ως αόριστος.
Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2009 αίτηση του Σωματείου, με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανική Ένωση", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3121/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ