1114/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2004 και από 19/11/2004 αντίθετες αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτου των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1114/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τρόπον, ή από της μεταξύ των καταθέσεως κατά το άρθρο 8 του παρόντος, της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, εκτός εάν δικαιούχος είναι το Δημόσιον ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου. 2. Η παραγραφή διακόπτεται δια της υπό του δικαιούχου της αποζημιώσεως υποβολής αιτήσεως προς: α) δικαστικήν ή διοικητικήν αναγνώρισιν, β) .........γ)......... 3.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1114 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1114/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2004 και από 19/11/2004 αντίθετες αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτου των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 2637/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 16/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 10 του ν.δ. 797/71, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτριώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2882/2001, "1. Συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η προείσπραξη της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αξίωσις κατά του υποχρέου εις καταβολήν αυτής παραγράφεται μετά δεκαετία, αναγομένης από της καταλήψεως του απαλλοτριωθέντος, βεβαιουμένης δια συντασσομένης εκθέσεως καταλήψεως αυτού ή καθ' οιονδήποτε ..........
τρόπον, ή από της μεταξύ των καταθέσεως κατά το άρθρο 8 του παρόντος, της οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, εκτός εάν δικαιούχος είναι το Δημόσιον ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου. 2. Η παραγραφή διακόπτεται δια της υπό του δικαιούχου της αποζημιώσεως υποβολής αιτήσεως προς: α) δικαστικήν ή διοικητικήν αναγνώρισιν, β) .........γ)......... 3.
Το δικαίωμα προς δικαστικόν προσδιορισμόν της αποζημιώσεως δεν υπόκειται εις την παραγραφήν του παρόντος άρθρου". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, το δικαίωμα του ενδιαφερομένου για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στις ως άνω σύντομες παραγραφές, αλλά στην γενική παραγραφή, η οποία μετά την εισαγωγή του ΑΚ είναι εικοσαετής κατά το άρθρο 249 αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του Εισ.Ν.Α.Κ.
Στην ίδια παραγραφή, που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση, υπόκειται και η διεκδικητική αγωγή, μετά δε τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο.
Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, εκτός των άλλων προβλεπομένων από γενικές ή ειδικές διατάξεις περιπτώσεων, και σε εκείνες που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 797/1971, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά για την περίπτωση της παραγραφής του δικαιώματος, δεδομένου ότι αφορούν ρυθμίσεις για δικαιώματα και αξιώσεις από την ίδια έννομη σχέση.
Η εν λόγω δε διάταξη, ως ειδική, υπερισχύει των αντιστοίχων διατάξεων που προβλέπουν την διακοπή της παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Σύμφωνα λοιπόν με τη διάταξη αυτή, η παραγραφή του δικαιώματος για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διακόπτεται και με την υποβολή από τον δικαιούχο της αποζημίωσης αίτησης για τη διοικητική αναγνώρισή του, ως τοιούτου, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 28 του ανωτέρω ν.δ. 797/1971.
Η με τον τρόπο αυτόν διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία σχετική με την εν λόγω αίτηση πράξη του αιτούντος ή του αρμοδίου για την εν λόγω αναγνώριση διοικητικού οργάνου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 269 εδ. α' και 261 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα:
Με την από 29-9-1979 έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής που προέβλεπε ο α.ν. 2344/1940, καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλού της παραλίας και παλαιού αιγιαλού στη θέση "..." ..., όπως αυτή αποτυπώνονταν στο τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα που συνόδευε την ως άνω έκθεση. Με την 675/8-2-1980 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 675/26-11-1980, επικυρώθηκε η ως άνω έκθεση ως προς τη θέση του αιγιαλού και του παλαιού αιγιαλού.
Με τον καθορισμό αυτόν της οριογραμμής του αιγιαλού, περιλήφθηκε στη ζώνη αυτού και τμήμα ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία έτσι απαλλοτριώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Α.Ν. Στις 22-5-1981 ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε αίτηση στον Νομάρχη Χαλκιδικής, ως ιδιοκτήτης, και ζήτησε να αναγνωριστεί ως δικαιούχος της αποζημιώσεως.
Με τον τρόπο αυτόν, ο αιτών διέκοψε την εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του A.Κ. Σε απάντηση της ανωτέρω αίτησης η Νομαρχία Χαλκιδικής (Τμήμα Πολεοδομίας) με το 70486/83/22.2.84 έγγραφό της όρισε ως ημέρα αυτοψίας του επιδίκου την 20.3.1984 και με το 57663/24.5.1984 έγγραφό της ζήτησε από την Οικονομική Εφορία Πολυγύρου τη σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε κάποιαν ενέργεια προς αποζημίωση του αιτούντος αναγνώρισε, όμως έμμεσα το σχετικό αίτημά του με το ως άνω από 24-5-1984 έγγραφό του για τη σύγκληση της επιτροπής προεκτίμησης, σύμφωνα με το άρθρο 260 του ΑΚ. Περαιτέρω, ο αιτών υπέβαλε στις 24-1-2001 στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής αίτηση, ζητώντας να συγκληθεί και πάλι η αρμόδια Επιτροπή για την προεκτίμηση του απαλλοτριωθέντος.
Επίσης άσκησε την από 25-11-2002 με αριθ. καταθέσεως 44Μ/17-2-2003 αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 40/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε ο καθορισμός της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Με βάση τα ανωτέρω, απέρριψε την περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος του αιτούντος για τον καθορισμό της αποζημιώσεως ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού δέχτηκε την περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής αντένσταση του αναιρεσιβλήτου που επήλθε με την αναφερόμενη ενέργειά του για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης διοικητικά και την έμμεση αναγνώριση του δικαιώματός του για την αποζημίωση από το αναιρεσείον κατά τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ.
Με βάση όμως τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, η παραγραφή του ενδίκου δικαιώματος για τον καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, όπως και το αναιρεσείον δέχθηκε, διακόπηκε στις 22.5.1981 με την υποβολή από τον αναιρεσίβλητο της αίτησης για τη διοικητική αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, άρχισε δε εκ νέου μετά την πράξη αυτή, αλλά διακόπηκε και πάλι με την έκδοση από την αρμόδια για την εν λόγω αναγνώριση Νομαρχία Χαλκιδικής, σε απάντηση της προηγουμένης αίτησης του αναιρεσιβλήτου, του υπ' αριθ. 70486/83/22.2.1984 εγγράφου, με το οποίο όρισε ημέρα διενέργειας αυτοψίας του απαλλοτριωθέντος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 περ.
α' του ν.δ. 797/1971 και των άρθρων 261 και 269 του ΑΚ. Από την πράξη δε αυτή και μέχρι την άσκηση της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα την 17.2.2003, και η οποία, όπως και το αναιρεσείον δέχεται, διέκοψε και πάλι την παραγραφή, δεν συμπληρώθηκε 20ετία κι επομένως το ένδικο δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δεν έχει παραγραφεί.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον είναι αντίθετες με την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971, η οποία, ως ειδική, υπερισχύει αυτών, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα το Εφετείο, με την παραδοχή της αντενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, έστω και με άλλη αιτιολογία, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές ούτε και εκείνες των άρθρων 95 του ν.δ. 321/1969 και 93 του ν. 2361/1995, που επιπλέον επικαλείται το αναιρεσείον, και οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, με αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 1 εδ. β, 29 παρ. 2 εδ. α και β του Ν. 2882/2001, συνάγεται ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου γίνεται μετά την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.
γ του Συντάγματος του 2001 (ΑΠ 402/007) Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της αίτησης του αναιρεσιβλήτου για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου μετά την 1-2-1972 έγινε την 6-2-2006, ενώ η συζήτηση για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης την 10-12-2003 και, συνεπώς, κρίσιμος χρόνος ήταν εκείνος ενώπιον του Εφετείου, όπως έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Κατά συνέπεια, με την ανωτέρω απόφαση δεν παραβιάστηκε καμία από τις διατάξεις που επικαλείται το αναιρεσείον και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, διότι έχασε τη δίκη (άρθρα 176, 183 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 2637/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ