Legislator Case Law & Legislation
1113/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against third-party claim, remanding case for retrial with new judges.

Case Number 1113/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the widow and her husband against a third-party claim decision. The court found that the lower court failed to adequately address whether the disputed property was included in the 20 square stremma area recognized as primary to the first two claimants, which could cause direct damage to the third party's real rights. Consequently, the appeal was accepted regarding the first respondent, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraphs 1a and 19 of the Code of Civil Procedure: When a lower court fails to examine specific facts regarding the scope of property rights affected by a third-party claim decision, the Supreme Court may annul the decision and remand the case for retrial with a new panel of judges.

Keywords

AI generated
third-party claim Code of Civil Procedure annulment of decision remand for retrial real rights protection new panel of judges procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1a and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Α., το γένος Ι. και Μ. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χριστίνας Κατσάνου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Ν. και της Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ρ. του Ε. και της Μ., κατοίκου ..., 2) Α. ή Ά. Φ. του Μ. και της Α., κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου καθού η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1991 (με αρ. πρωτ. 101/29-1-1991) τριτανακοπή και τους από 21-10-1991 (με αρ. πρωτ. 889/1991) πρόσθετους λόγους τριτανακοπής του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης. Επ' αυτών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 574/1992, 154/2017 μη οριστικές, 55/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( Α.Π 406/2023). Από την 11496Ε/11-11-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ζ. Ε. Φ., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει νόμιμα κλητευθεί για την δικάσιμο της 26-1-2022, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με την με αριθμ. 4034/24-1-2022 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β186/24-1-2022) και προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-3-2023) , με την από 25-02-2023 Πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η εγγραφή δε της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon. gov.gr. στο site του Αρείου Πάγου www,areiospagos.gr στην διαδικτιακή πύλη των δικηγορικών συλλόγων portal olomeleia.gr, την Κεντρική Υπηρεσία του νομικού Συμβουλίου του κράτους (για υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο) προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την ως άνω δικάσιμο της 15-3-2023, ο ως άνω αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο παραδεκτά δε θα χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του. Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 658/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ.2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεση του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (Α.Π 812/2013).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή, Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), σε βάρος α) του τρίτου των καθών η τριτανακοπή Μ.

Φ. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και β) Γ. Κ./νου Α., την από 14-7-1971 και αριθ. πρωτ. 368/ 971 διεκδικητική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι των δύο περιγραφόμενων ακινήτων αγρών , εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων έκαστος στην περιοχή ..., στη θέση "...", που αποτελούν τμήματα του μείζονος περιγραφέντος ακινήτου τους, και να διαταχθεί η αποβολή εκάστου των εναγομένων από καθένα από αυτά και παντός τρίτου που έλκει δικαιώματα από τους εναγόμενους.

Εν συνεχεία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ως προς τον δεύτερο των εναγομένων (Γ. Α.), ως προς τον οποίο η αγωγή δυνάμει της 160/1972 απόφασης θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα. Περαιτέρω, με την τελευταία αυτή απόφαση και την 57/1976 του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Τέλος, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 825/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω διεκδικητική αγωγή (ως προς τον πρώτο εναγόμενο). Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής άσκησαν κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, την από 27-02-1982 έφεσή τους, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, το οποίο με την 186/1983 απόφασή του ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να επιδοθεί αντίγραφό της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και με την 467/1985 διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη μετά την διενέργεια της οποίας, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφαση, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της από 14-07-1971 αγωγής την οποία δέχθηκε, αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον Μ.

Φ., (πρώτο εναγόμενο) εκτάσεως 20 στρεμμάτων συνορευόμενο ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως κληρονόμων Δ. και νοτίως με ...) και διέταξε την αποβολή του εναγόμενου από αυτό, καθώς και παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα ή επ'ονόματι του κατέχοντος. Ο εφεσίβλητος -εναγόμενος Μ.

Α. Φ., μοναδικός κληρονόμος του οποίου είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ‘Α. ή Ά. Φ. του Μ., άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 15-03-1989 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμόν 975/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της παραπάνω (43/1989) αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ο Μ.

Ε. Ρ. άσκησε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, την από 28-01-1991 και αριθμό πρωτ. 101/1991 τριτανακοπή του, εναντίον των διαδίκων της προαναφερόμενης αγωγής και κατά της με αριθμό 43/1989 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 23- 10-1991 με αριθ. πρωτ. 889/1991 πρόσθετους λόγους επί της ως άνω τριτανακοπής και ζητούσε:

α) να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 43/1989 μη εκτελεσθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εξεδόθη χωρίς να λάβει μέρος ή να προσκληθεί αλλά και με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων, ως βλάπτουσα αυτόν και θέτοντας σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του, διότι αντιμετωπίζει την αποβολή του από το ακίνητό του, το οποίο περιλαμβάνεται στην επιδικασθείσα με την τριτανακοπτόμενη απόφαση έκταση και να αναγνωριστεί αυτός κύριος του περιγραφομένου ακινήτου το οποία απέκτησε με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και περαιτέρω υπέβαλε και αίτημα αναστολής εκτελέσεως της τριτανοκοπτόμενης απόφασης.

Επί της τριτανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων εκδόθηκε η 574/1992 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτελέσεως της τριτανακοπτόμενης απόφασης και η διεξαγωγή αποδείξεων. Εν συνεχεία εκδόθηκε η 154/2017 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και χορήγησε νέα προθεσμία διάρκειας εξ (6) μηνών για διεξαγωγή αποδείξεων, επί θεμάτων που έταξε η προαναφερόμενη απόφαση.

Μετά το πέρας των αποδείξεων και την επαναφορά της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 55/2019, η οποία δέχθηκε την τριτανακοπή και τους πρόσθετους λόγους, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον τριτανακόπτοντα και αναγνώρισε αυτόν κύριο σε ακίνητο ευρισκόμενο στην κτηματική περιφέρεια Καλαμακίου της κοινότητας ..., του Ειρηνοδικείου Μοιρών, του Δήμου Φαιστού, εκτάσεως ποσοστού 150/1500 τ.μ.

εξ αδιαιρέτου, που το όλο ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Η. Κ., νότια με ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.. Χ. (πρώην Ν. Α.) και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.. Σ..

Από την πιο πάνω επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων και του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, αφού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π. και ο δικαιοπάροχος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Μ. Φ.ς του Α., ήταν καθών η τριτανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (55/2019 Εφετείο Αν. Κρτήτης).

Συνεπώς η από 9-6-2020 ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τους πρώτους κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ο οποίος θεωρείται ότι και αυτός άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, εκ του γεγονότος αυτού (ότι η αίτηση στρέφεται και προς αυτόν), θεωρείται ότι κλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως όπως το άρθρο 76 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ αξιώνει (Α.Π 1076/2019).

Όπως προκύπτει δε, και από την 11500Ε/11-11-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ζ. Ε. Φ., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος καθολικός διάδοχος του αναγκαίου ομόδικου τους, έχει νόμιμα κλητευθεί για την δικάσιμο της 26-1-2022 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με την με αριθμ. 4034/24-1-2022 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β186/24-1-2022) και προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-3-2023), η οποία προσδιορίστηκε με την από 25-2-2023 Πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η εγγραφή δε της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon. gov.gr. στο site του Αρείου Πάγου www,areiospagos.gr στη διαδικτιακή πύλη των δικηγορικών συλλόγων portal olomeleia.gr, τη Κεντρική Υπηρεσία του νομικού Συμβουλίου του κράτους (για υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο) προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την ως άνω δικάσιμο της 15-3-2023, ο ως άνω δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔικ, με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.

καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο. Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά το χρόνο αυτό, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα (Α.Π. 880/2023).

Ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 23/1995).

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση εντάσσονται και οι ειδικοί διάδοχοι μετά την εκκρεμοδικία. Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π 1029/2020,Α.Π. 658/2011).

Επίσης, η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587 Κ.Πολ.Δ., εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. (Α.Π 1029/2020). Στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ.

και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτός (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος ή συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ' αυτόν (Α.Π.880/2023, Α.Π 2068/2014). Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την τριτανακοπή, διότι την προσβαλλόμενη απόφαση εξέδωσε το Δικαστήριο τούτο, δεν σωρεύεται παραδεκτώς άλλη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, όπως αίτημα αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, γιατί προσκρούει στο άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αποκλείει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, στην τριτανακοπή (όπως και στην αναγνωριστική αγωγή) το συμφέρον του τριτανακόπτοντος, απαιτείται να είναι έννομο, ατομικό, άμεσο, κεκτημένο και απαιτητό, να αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι υποθετικές έννομες σχέσεις, να υφίσταται σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και η ανάγκη δικαστικής προστασίας να αφορά έννομες σχέσεις του παρόντος και όχι μέλλουσες ή ενδεχόμενες.

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος απαιτείται να υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κρίσης της απόφασης που προσβάλλεται και της βλάβης ή του κινδύνου βλάβης των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, δηλαδή η βλάβη, ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος από την τριτανακοπτόμενη απόφαση πρέπει να προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή την εκτέλεση αυτής ήτοι να αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής και όχι απώτερο ή ενδεχόμενο αποτέλεσμά της.

Απλές πιθανότητες ή προσδοκίες ή ελπίδες κτήσεως δικαιωμάτων ή πρόκριμα επιβλαβές δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον (Α.Π 1646/2022, ΑΠ 1168/2018, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2068/2014, ΑΠ 95/2014, Α.Π 554/2012). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης των διαδίκων (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ) συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π 1646/2022).

Επίσης, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70, 117, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς την περιγραφή του πράγματος, να προσδιορίζεται τούτο στο δικόγραφο της αγωγής κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε ουδεμία αμφιβολία να γεννάται για την ταυτότητά του.

Αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 299/2011). Η περιγραφή αυτή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, εφ' όσον τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (Α.Π 562/2019, ΑΠ 933/2012).

Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1214/2020). Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ( Α.Π 509/2023,Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 765/2008, Α.Π. 57/1998).

Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν και τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη της αγωγής στον νόμο που (εν συνόλω ή κεχωρισμένα) με αποτέλεσμα την αδυναμία του εναγόμενου να αμυνθεί και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, (Α.Π 509/2023).

Τέλος δε πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. (Α.Π 982/2021).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 672/2012, 1239/2019). Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της τριτανακοπής- αγωγής δεν διασαφηνίζεται και δεν καθορίζεται με πληρότητα σε ποιο ακριβώς σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 20 στρεμμάτων, που επιδικάσθηκε στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή ή έστω του ευρύτερου ακινήτου των 198 στρεμμάτων βρίσκεται το περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο του τριτανακόπτοντα και πότε χρονικά το απέκτησε ο τριτανακόπτων, ούτε αναφέρει τις πράξεις νομής που αυτός και οι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν στο επίδικο και από πότε και ότι τους ισχυρισμούς τους αυτούς προέβαλαν με τις ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις, κατά την πρώτη συζήτηση και με τις μετ' απόδειξη συζητήσεις, πλην όμως η αγωγή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη.

Με το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια το περιεχόμενο της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων, ούτε και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επίσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος πρότασης του ισχυρισμού περί αοριστίας.

Αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε και με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και με αυτές της μετ'απόδειξη, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά και δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις της πρώτης συζήτησης (παρά μόνο οι μετ'απόδειξη) δεν είναι δυνατή η επισκόπηση και ο έλεγχός τους, ώστε να διακριβωθεί εάν πράγματι προβλήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, όπως απαιτείτο κατ'άρθον 269 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο προσδιορισμού και συζήτησης της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων.

Σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση τριτανακοπή, του τριτανακόπτοντος, είναι αρκούντως ορισμένη και σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1046,1051 και 1094 Α.Κ., περιέχοντας μετά από παραδεκτή συμπλήρωση με τις από 16-02-1992 προτάσεις του της πρώτης συζήτησης όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία, διότι σαφώς προσδιορίζεται σ' αυτήν επακριβώς κατά είδος, θέση, έκταση και όρια το επίδικο, προσδιορίζεται δε ότι αυτό βρίσκεται σύμφωνα με το διατακτικό της τριτανακοπτόμενης απόφαση "εντός του επιδίκου" και επίσης αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά της απόκτησης της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι προσήκουσες πράξεις νομής, που διενεργήθηκαν σ' αυτό από τον τριτανακόπτοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο), αφού νέμονταν συνεχώς το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, δεν είναι δε αναγκαία η παράθεση των λοιπών στοιχείων που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, ενώ περαιτέρω η αιτίαση ότι ο τριτανακόπτων δεν επικαλείται τον χρόνο αγοράς του επιδίκου, αφορά καθαρή παραδρομή του συντάξαντος την αγωγή, ο οποίος αναφέρει τον αριθμό του συμβολαίου, χωρίς ν'αναφέρει τον χρόνο η οποία συμπληρώθηκε από τον τριτανακόπτοντα, με τις προαναφερόμενες προτάσεις του.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη τριτανακοπή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και ως προς τα στοιχεία της ιστορικής βάσης αυτής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο με το να θεωρήσει επαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δεν υπέπεσε στις, από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, γι' αυτό οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι.

Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αν. Κρήτης διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, ως προς το ενδιαφέρον στη προκείμενη περίπτωση μέρος ότι: "Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο τριτανακόπτοντων Μ. Ρ., ως και οι δικαιοπάροχοι αυτού (Ε. Κ., Γ.

Φ. κλπ) ασκούσαν επί τμήματος του ευρύτερου ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής (επίβλεψη, καλλιέργεια κλπ) χωρίς να ενοχληθούν από κανένα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 και πλέον των 35 ετών, καθιστάμενος αυτός κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας τη νομή των δικαιοπαρόχων του, σε έκταση 150/1500 τ.μ.

εξ αδιαιρέτου, που το όλο ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Η. Κ., νότια με ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.. Χ. (πρώην Ν. Α.) και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.. Σ., το οποίο ο τριτανακόπτων αγόρασε το έτος 1985 με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μοιρών Βασιλικής Μαρινάκη-Καραντζιά, έκτοτε δε και μέχρι της ασκήσεως της τριτανακοπής συνέχιζε τις πράξεις νομής και κατοχής των δικαιοπαρόχων του, αυτός δε κατόπιν συμφωνίας (που περιλαμβάνεται στο εν λόγω συμβόλαιο) απέκτησε τη νομή επί συγκεκριμένου τμήματος αναγράφοντας επί λέξει ότι "..η χρήση και εκμετάλλευση του οποίου του παραχωρήθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο σε τμήμα 150 τ.μ.

κειμένου βορείως του όλου ακινήτου και αμέσως συνεχομένου της ιδιοκτησίας Ν.. Γ.", ενώ η πωλήτρια δικαιοπάροχός του Ε. συζ. Ι. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 1927 πατέρα της Γ. Φ. είχε αποκτήσει με άτυπη συμφωνία διανομής μεταξύ των (συγ)κληρονόμων του ανωτέρω που έλαβε χώρα μετά την ενηλικίωσή της και πάντως μετά το έτος 1958 που μεσολάβησε η διανομή, το όλο ακίνητο των 1.500 τ.μ.

και ασκούσε σε αυτό όλες τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις μέχρι της πωλήσεώς του άνω ποσοστού στον τριτανακόπτοντα, και προ αυτών ενεμήθηκαν με τα ίδια προσόντα οι Γ. Φ., Π. Φ., Δ. Ν. και Ε. Φ.. Στην εισηγητική έκθεση μαρτύρων κατατέθηκε επί του ζητήματος τούτου από τη μάρτυρα απόδειξης Μ. Π. ότι: "γνωρίζω την Ε.

Κ.., τα σπίτια μας ήταν δίπλα - δίπλα και δίπλα στη θάλασσα. Τον μπαμπά της Κ. τον έλεγαν Γ. Φ. και ήταν κληρονόμος στο Καλαμάκι, είχε περιουσία και αμπέλια. Κανείς ποτέ δεν ενόχλησε τον Ρ. στην περιουσία του". Παρά ταύτα, η ανακοπτόμενη απόφαση 43/1989 του Εφετείου Κρήτης, ορίζει στο διατακτικό αυτής ότι: "αναγνωρίζει τους ενάγοντας κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον εναγόμενο Μ.

Φ. εκτάσεως 20 στρεμμάτων, συνορευομένου ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως με Δ. και νοτίως με ..." και διατάσσει την αποβολή του εναγομένου από αυτό. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των τελευταίων κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς καταρρίπτονται από τα πλείστα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που αναλυτικώς εκτέθηκαν και συνηγορούν υπέρ της διανομής του μείζονος σε έξι μερίδια από τον απώτερο δικαιοπάροχο όλων και γενάρχη Ε.

Φ., από τη δωρεά στην Εκκλησία ..., τις μεταγενέστερες μεταβιβάσεις που αναφέρθηκαν, τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ των συγκυριών σε μερικότερα τμήματα του ευρύτερου ακινήτου και όλων όσων αποδεικτικών μέσων προεκτέθηκαν. Το αίτημα δε περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης αλυσιτελώς προτείνεται από τον τριτανακόπτοντα, δεδομένου ότι η ύπαρξη, δεδομένου ότι η ύπαρξη του τμήματος που κατέχει και νέμεται ο τελευταίος, δεν αμφισβητείται ότι περιλαμβάνεται στο μείζον ακίνητο των 198 στρεμμάτων, αφού προέρχεται από την ίδια ευρύτερη έκταση του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου στη θέση "..." Ε..

Φ. ή «Φ., όσα δε συναφή τοπογραφικά διαγράμματα προσκομίζονται αφορούν εκτάσεις που υπάγονται σε αυτή.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι βλαπτική στα ένδικα δικαιώματα του τριτανακόπτοντος και δικαιολογείται συνάμα το έννομο συμφέρον αυτού για την ακύρωση αυτής, θεωρηθείσας ως ανενεργού έναντι αυτού (ως τρίτου) και για την αναγνώριση περαιτέρω της κυριότητάς του στο ως άνω επίδικο τμήμα, καθόσον αυτό αναμφίβολα περιλαμβάνεται στην κριθείσα ως άνω μείζονα έκταση που αποδόθηκε στους ενάγοντες της από 14-7-1971 με αρ. 378/1971 κύριας διεκδικητικής αγωγής κατά του τρίτου των καθ' ών η τριτανακοπή, αφού με τον τρόπο αυτό και συγκεκριμένα από τις αιτιολογίες που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης, θίγονται τα κεκτημένα εμπράγματα δικαιώματά του, τα οποία είχε αποκτήσει ή είχε τη δυνατότητα κατά το χρόνο της εκδόσεώς της να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση και εφόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας, αυτός θεωρείται τρίτος στην κύρια δίκη που διεξήχθη μεταξύ των καθ' ών, δεδομένου περαιτέρω, ότι δεν είναι ειδικός διάδοχος των καθ' ών και δεν δεσμεύεται από το διατακτικό της απόφασης....".

Σύμφωνα δε με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την τριτανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ακύρωσε την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς τον τριτανακόπτοντα. Αναγνώρισε δε τον τριτανακόπτοντα κύριο σε ακίνητο ευρισκόμενο στην κτηματική περιφέρεια Καλαμακίου της κοινότητας ..., του Ειρηνοδικείου Μοιρών, του Δήμου Φαιστού, εκτάσεως ποσοστού 150/1500 τ.μ.

εξ αδιαιρέτου, που το όλο ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Η. Κ., νότια με ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.. Χ. (πρώην Ν. Α.) και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.. Σ.. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι με την υπ'αριθμ. 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης οι ενάγοντες (δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή) αναγνωρίστηκαν κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου είκοσι (20) στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται εντός της ανήκουσας σ'αυτούς μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων και ο τρίτος των καθών η τριτανακοπή (εναγόμενος της κύριας αγωγής) υποχρεώθηκε να τους αποδώσει την ως άνω έκταση των είκοσι (20) στρεμμάτων.

Ότι ο τριτανακόπτων κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 150/1500 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, έχοντας τη νομή αυτού πλέον των είκοσι ετών, προσμετρώντας στη νομή της δικαιοπαρόχου του από το έτος 1958 την δική του. Ότι το ακίνητο αυτό βρισκόταν εντός της μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων.

Ότι από τις αιτιολογίες της τριτανακοπτόμενης απόφασης ότι το μείζον ακίνητο των 198 στρεμμάτων ανήκει κατά κυριότητα στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα του τριτανακόπτοντα, ως τρίτου. Και περαιτέρω δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη τριτανακοπή ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση και αναγνώρισε τον τριτανακόπτοντα κύριο του περιγραφομένου ως άνω ακινήτου.

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68,70 του Κ.Πολ.Δ, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομή βλάβης ή κινδύνου βλάβης του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας του επίδικου ακινήτου του ως άνω τριτανακόπτοντα προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του, προς άσκηση της ένδικης τριτανακοπής:

α) διότι, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του εφάρμοσε εσφαλμένα τις πιο πάνω διατάξεις αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνουν αυτές και β) διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, ώστε να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα δεν εξειδικεύεται εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στην έκταση των είκοσι στρεμμάτων που με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, αναγνωρίστηκαν κύριοι οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή και διατάχθηκε ο τρίτος καθών να τους το αποδώσει, γεγονός που θα αποτελούσε άμεση συνέπεια της τριτανακοπτόμενης απόφασης στην πρόκληση βλάβης ή κινδύνου βλάβης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του τριτανακόπτοντα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη οικεία νομική σκέψη, ούτε διαλαμβάνεται ο τρόπος με τον οποίο θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα αυτού.

Ενώ δεν προκύπτει βλάβη από την τριτανακοπτόμενη απόφαση, ούτε από την εκτέλεση αυτής, δεδομένου ότι η παραδοχή ότι το επίδικο περιλαμβάνονται στην μείζονα έκταση των 198 στρεμμάτων που σύμφωνα με το αιτιολογικό της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ανήκει στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, δεν αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής, δεσμευτική για τον τριτανακόπτοντα.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α και 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με το πρώτο και τρίτο σκέλος του δέκατου τρίτου λόγου αναίρεσης που πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα ως άνω σκέλη του, ως βάσιμος κατ'ουσίαν. Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να αναιρεθεί ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ως προς αυτόν η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 09-06-2020 αίτηση των Μ. χήρας Π. Α. και Σ. Τ. του Ν., αναίρεσης της υπ' αριθμ. 55/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, ως προς τον δεύτερο, των αναιρεσιβλήτων (Α. ή Ά. Φ.) .

Αναιρεί την 55/2019 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου. Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ