Legislator Case Law & Legislation
1113/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, upholding lower court's factual findings on will validity.

Case Number 1113/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Samos regarding an inheritance dispute involving a will. The appellant argued the will was invalid due to ambiguity in describing the dominant property and servitude, claiming the First Instance Court erred in its legal assessment. The court rejected these claims, ruling that the lower court's evaluation of evidence and factual findings regarding the clarity of the property description were not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is admissible only if a substantive law rule regulating personal relations, acquisition of rights, or creation of obligations was violated, and the appellate court must not re-evaluate the facts or the lower court's assessment of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation inheritance dispute will validity assessment of evidence dominant property servitude description

Cited Legislation

AI generated
Κ.Πολ.Δ. 246
Κ.Πολ.Δ. 573 § 1
άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ
άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ
άρθρο 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ
άρθρα 1193 παρ. 1, 1194, 1196 και 1197 Α.Κ
άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ
παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ
άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. συζ. Ν. Β., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Στίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2021 αίτηση και τους από 12-7-2022 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων επ' αυτής λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 30-6-2021 αίτηση αναίρεσης και οι από 12-7-2022 πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η 69/2021 απόφαση του Μονομελές Πρωτοδικείου Σάμου το οποίο δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να συνεκδικαστούν διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (Κ.Πολ.Δ. 246 και 573 § 1). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρόσθετοι λόγοι επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσία (Ολ.Α.Π 28/1998, Ολ.Α.Π 3/2020). Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον πιο πάνω λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 (που ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 560 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωση τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π 46/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006). Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121 και 1132 ΑΚ προκύπτει ότι πάνω σε ακίνητο μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να παρέχει κάποια ωφέλεια (πραγματική δουλεία) (Α.Π 509/2018), όπως είναι και η δουλεία οδού (Α.Π 282/2019). Η πραγματική δουλεία μπορεί να συσταθεί σε ολόκληρο το ακίνητο ή σε διακεκριμένο μέρος του, όχι όμως σε ιδανικό του μέρος, η άσκηση επίσης του δικαιώματος αυτού μπορεί να εντοπισθεί σε ορισμένο τμήμα ή θέση του ακινήτου.

Το δικαίωμα αυτό μπορεί να συσταθεί 1) με δικαιοπραξία εν ζωή, 2) με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) και 3) με δικαιοπραξία αιτία θανάτου, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως δηλαδή με διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης παραχωρεί δικαίωμα πραγματικής δουλείας πάνω σε δικό του ακίνητο και υπέρ άλλου ακινήτου.

Η παραχώρηση μπορεί να πάρει και την μορφή κληροδοσίας. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1714, 1968 ΑΚ προκύπτει ότι ως κληροδοσία θεωρείται η προσπόριση σε κάποιον με διάταξη τελευταίας βουλήσεως περιουσιακής ωφέλειας χωρίς να εγκαθίσταται ο τετιμημένος κληρονόμος. Ως βεβαρημένος με κληροδοσία μπορεί να είναι κατά πρώτο λόγο ο κληρονόμος είτε από διαθήκη είτε εξ αδιαθέτου (Α.Π 1198/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής, να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη, για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου (ΑΠ 1906/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 759/2017 ΝΟΜΟΣ).

Για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 1132 ΑΚ πρέπει να αναφέρεται στην ιστορική βάση αυτής ότι έχει συσταθεί με ορισμένο νόμιμο τρόπο πραγματική δουλεία, με ορισμένο περιεχόμενο, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος o ενάγων με ορισμένο νόμιμο τρόπο, η ύπαρξη ωφέλειας από την άσκηση αυτής καθώς και η κυριότητα αυτού που παραχώρησε την δουλεία επί του δουλεύοντος ακινήτου και η προσβολή του δικαιώματος αυτού, η οποία μπορεί να προέρχεται από τον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου ή από τρίτο.

Επιπλέον απαιτείται, να γίνεται περιγραφή του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου και να προσδιορίζεται η δουλεία οδού. Επίσης, κατά το άρθρο 1193 παρ.1 Α.Κ Μεταγράφεται επίσης στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου κάθε αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, εφόσον μ` αυτήν περιέρχεται στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο ακίνητο της κληρονομίας ή εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτό ή εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ξένο ακίνητο ή καταργείται τέτοιο δικαίωμα.

Κατά το άρθρο 1194 παρ. 1 και 2 Α.Κ η μεταγραφή συνίσταται στην καταχώρηση περίληψης της μεταγραπτέας πράξης στο βιβλίο μεταγραφών. Η περίληψη περιέχει τα κύρια γνωρίσματα της πράξης. Η καταχώρηση βεβαιώνεται και στο έγγραφο που μεταγράφεται, το οποίο και φυλάγεται στο γραφείο μεταγραφών. Κατά το άρθρο 1196 Α.Κ Η μεταγραφή είναι άκυρη αν δεν προκύπτει από την πράξη που μεταγράφεται η ταυτότητα του ακινήτου και κατά το άρθρο 1197 Α.Κ αν δε από τη μεταγραφόμενη πράξη δεν προκύπτει η ταυτότητα του ακινήτου και το εμπράγματο δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται η αποδοχή, πρέπει να παραδίδεται στο γραφείο μεταγραφών και έκθεση, που να περιέχει τα ελλείποντα στοιχεία.

Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, τυχόν ελλείψεις της μεταγραφόμενης πράξεως, σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου που αφορά, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς η ταυτότητά του, συνεπάγεται αυτοδικαίως ακυρότητα της μεταγραφής και της απόκτησης της κυριότητας του ακινήτου (Α.Π 1836/2014).

Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, για την ερμηνεία των διατάξεων της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ.. Αποσκοπείται δηλαδή η ανεύρεση της υποκειμενικής απόψεως του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια της δηλώσεως του (αυτή που θα αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη) Τα παραπάνω εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης, η έννοια της δηλώσεως βουλήσεως είτε γιατί ο διαθέτης δεν εκφράστηκε σαφώς είτε γιατί εκφράστηκε ατελώς ή γιατί δεν μπορούσε με τα υπάρχοντα κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεδομένα να προβλέψει την πορεία.

Στις περιπτώσεις αυτές συγχωρείται, για άρση της ασάφειας ή του κενού ή της ατέλειας της δηλώσεως, που μπορεί να γίνει και με προσφυγή σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη διαθήκη, εφόσον βοηθούν στη διασάφηση της έννοιας της, και με τη διάταξη ακόμη και μαρτυρικών αποδείξεων, να αναζητηθεί η αληθής βούληση, με το δεδομένο πάντως ότι, σε κάθε περίπτωση, η βούληση του διαθέτη, πρέπει, να περιέχεται, έστω και με την πιο πάνω ερμηνευτική συμπλήρωση της, στο περιεχόμενο της διαθήκης. (Α.Π 709/2014).

Συνεπώς, προσφυγή σε ερμηνεία διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το Δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει έστω και εμμέσως κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης και στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173 Α.

Κ το Δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790 Α.Κ) οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βουλήσεως αυτού (Α.Π 97/2019). Ο από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ (που ταυτίζεται με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ) λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επομ.

ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (Ολ.ΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (Ολ.Α.Π 26/2004, Α.Π 97/2019, Α.Π 1179/2010, Α.Π 1182/2010).

Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1182/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, (που ταυτίζεται με την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ) αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" ( Ολ.

Α.Π 2/2022, Ολ. Α.Π 2/2019,ΟλΑΠ 1/1999). Ακολούθως, ο από την διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώληση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π 981/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π 1551/2022, ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση κατ'εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, ο ενάγων ιστορούσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφομένου στο δικόγραφο της αγωγής ακινήτου το οποίο απέκτησε δυνάμει της ... νομίμως μεταγεγραμμένης πράξης αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά που του κατέλειπε η μητέρα του Α.

Π., με την υπ' αριθμ. ... νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη της. Ότι η εναγόμενη αδελφή του είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου στο δικόγραφο κατά θέση, έκταση και όρια όμορου αγροτεμαχίου, το οποίο απέκτησε δυνάμει της ... νομίμως μεταγεγραμμένης πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σάμου Κ.

Β., με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά που της κατέλειπε ο πατέρας τους ..., με την υπ' αριθμ. ... νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη του. Ότι στην ως άνω δημόσια διαθήκη του, ο πατέρας των διαδίκων συμπεριέλαβε ρητό όρο, ως κληροδοσία, σύμφωνα με τον οποίο συνέστησε σε βάρος του ως άνω ακινήτου του, που κατέλειπε στην εναγόμενη, πραγματική δουλεία διόδου, υπέρ του (ενάγοντα) και του ακινήτου, που η μητέρα των διαδίκων κατέλειπε με την προαναφερόμενη διαθήκη της στον ενάγοντα.

Ότι η δίοδος αυτή, είχε χαραχθεί και διανοιχθεί από τον πατέρα των διαδίκων ήδη από το έτος 1961 ήτοι αμέσως μετά την αγορά του δουλεύοντος ακινήτου, για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου ακινήτου το οποίο ήταν και είναι περίκλειστο. Ότι ο ίδιος (ενάγων) αποδέχθηκε την υπέρ του ακινήτου του συσταθείσα δουλεία με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Ότι η εναγόμενη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 απέκλεισε την είσοδο της ανωτέρω διόδου τόσο από την ανατολική της πλευρά, όσο και από τη δυτική της πλευρά αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο την πρόσβαση του ακινήτου του στην αγροτική οδό. Ο ενάγων δε, επικαλούμενος προσβολή του δικαιώματος δουλείας διόδου επί του δουλεύοντας ακινήτου της εναγόμενης ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της επίδικης δουλείας διόδου υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου του σε βάρος του ακινήτου της εναγόμενης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει τη γενόμενη προσβολή και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί να αφαιρέσει τις περιφράξεις άλλως να επιτραπεί στον ενάγοντα να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες με δαπάνες της εναγομένης και να παραλείψει κάθε παρόμοια προσβολή στο μέλλον, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής.

Το Ειρηνοδικείο Σάμου, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της εναγομένης, με την 90/2019 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης κατ'άρθ. 528 του Κ.Πολ.Δ και αφού εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 90/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σάμου, κράτησε και δίκασε την από 26-4-2018 αγωγή την οποία δέχθηκε ως νόμιμη, ορισμένη και βάσιμη κατ'ουσίαν.

Σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε όλα τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις ως προς την νομική βασιμότητα αυτής. Ειδικότερα, στην αγωγή διαλαμβάνεται, ο τρόπος σύστασης του εμπραγμάτου δικαιώματος -της πραγματικής δουλείας-, δια κληροδοσίας με διαθήκη και αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και μεταγραφής αυτής, το ακίνητο που βαρύνεται με την δουλεία και η κυριότητα επ'αυτού του προσώπου που την συνέστησε, το πρόσωπο και το ακίνητο υπέρ του οποίου συνεστήθη, καθώς και ο τρόπος κτήσης από τον ενάγοντα, της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου (διαθήκη της μητέρας του αποδοχή και μεταγραφή αυτής), από της οποίας ενεργοποιήθηκε η υπέρ αυτού συσταθείσα δουλεία, την οποία προσέβαλε η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη και ότι τα στοιχεία που εκτίθενται σ' αυτήν ήταν αυτά που απαιτούνται για την νομιμότητα της, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1118,1119, 1121, 1132 1192,1193, 1194,1196,1197,1198, 1199, 1710 και 1714 Α.Κ, των οποίων συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι πιο πάνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου απαιτούν, για την γέννεση του δικαιώματος του ενάγοντα περί προστασίας του δικαιώματος του, της πραγματικής του δουλείας.

Ούτε επίσης παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 1199 και 1710 Α.Κ, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων πατέρας των διαδίκων συνέστησε με την διαθήκη του δουλεία διόδου στο ανήκον σ'αυτόν ακίνητο το οποίο με την ίδια διαθήκη κατέλειπε στην εναγομένη, υπέρ του ενάγοντα και του ακινήτου που αυτός θα αποκτούσε από κληρονομία της μητέρας του.

Δεν αποτελούσε δε, στοιχείο της υπό κρίση αγωγής, η επίκληση της σύστασης της επίδικης δουλείας υπέρ του ακινήτου της μητέρας των διαδίκων το οποίο αυτή κατέλειπε στον ενάγοντα σύμφωνα με τα παραπάνω. Όσα δε αντίθετα υποστηρίζει με τον πρώτο και δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του, πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, ότι δηλαδή η αγωγή έπρεπε ν'απορριφθεί ως μη νόμιμη και αόριστη, όπως είχε προτείνει και με τους λόγους έφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ'αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ.

Β., ο πατέρας των διαδίκων, ... του Δημητρίου, κατέλειπε στην εναγόμενη κόρη του, μεταξύ άλλων όπως περιγράφεται σ' αυτό, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "..." με γκαράζ μαντρί, έκτασης 4 στρεμμάτων περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με δρόμο που οδηγεί στα ..., από τον οποίο όρισε ότι θα οδεύεται και ο γιος του Δ., ήτοι ο ενάγων, αναφέροντας στην ως άνω δημόσια διαθήκη του "όπως τον έχω χαράξει σήμερα μέσα στο κτήμα μου αυτό", με Γ.

Δ., με Ι. Χ., με Α. Δ., με κοντόρεμα και ρέμα και με σούδα και με Θ. Κ., το οποίο έχει αποκτήσει από αγορά. Με την ίδια διαθήκη ο πατέρας των διαδίκων κατέλειπε στον ενάγοντα υιό του, μεταξύ άλλων, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "...", έκτασης ενός στρέμματος περίπου, συνορευόμενο ανατολικά με Κ. Μ., βόρεια και βορειοδυτικά με Α.

Π. και νότια με σούδα η οποία ανήκει στο κτήμα αυτό και με άλλο ακίνητο του, το οποίο έχει αποκτήσει από αγορά με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χώρας Γ. Μ.. Με την ίδια διαθήκη κατέλειπε στη σύζυγό του Α. Π. την ισόβια επικαρπία επί των ως άνω ακινήτων. Ο διαθέτης ... απεβίωσε στις 21-12-2006 και μετά τον θάνατό του και τη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης του με το υπ' αριθμ. 45/3-3-2010 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σάμου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χώρας Σάμου στις 31-5-2010 στον τόμο ….με αύξοντα αριθμό 17, η εναγόμενη αποδέχθηκε την κληρονομιά που της κατέλειπε ο πατέρας της και, μετά και την αποποίηση από τη μητέρα της, της επαχθείσας σ' αυτή κληρονομιάς από τον ως άνω σύζυγό της, επομένως από το δικαίωμα επικαρπίας που της κατέλειπε, απέκτησε η ίδια δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο ως άνω ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς ως δύο ακίνητα και ειδικότερα αναφέρεται ότι η εναγόμενη αποδέχεται ως κληρονομιά 1) ελαιοχωράφι στη θέση "...

ή ... της περιφέρειας ... Σάμου, εμβαδού 2.157,93 τ.μ., όπως αυτό φαίνεται με γράμματα Α1 - Α2-Α3-Α- έως Α18-Α19-Ά2- Α3-Α4 έως Α18-Α19-Α20 στο προσαρτώμενο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη από Απρίλιο 2010 τοπογραφικό της μηχανικού Ν. Κ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α. Δ., ανατολικά με Ι. Χ., νοτιοδυτικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με σούδα και πέρα από αυτή με ιδιοκτησία Β., το οποίο είχε αποκτήσει ο πατέρας της με το υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Σ. Κ. και 2) αγροτεμάχιο στη θέση ... ή ..." της περιφέρειας ... Σάμου με σταύλο εμβαδού 173 τ.μ. και εμβαδού του αγροτεμαχίου 3.160.50 τ.μ., όπως αυτό φαίνεται με γράμματα Α1-Α2-Α3-Α4 έως Α22-Α23-Α24-Α1 στο προσαρτώμενο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη από Απρίλιο 2010 τοπογραφικό της μηχανικού Ν.

Κ., το οποίο συνορεύει βόρεια με δρόμο δημόσιο, ανατολικά με δρόμο δημόσιο, νότια με Κ. Κ. και δυτικά εν μέρει με σούδα και πέρα από αυτή με Α. Π., εν μέρει με σούδα και πέρα από αυτή με Δ. Π. (πρώην ιδιοκτησία Κ. Π.) και εν μέρει με σούδα και πέρα από αυτή με δρόμο ιδιωτικό από τον οποίο οδεύονται οι ιδιοκτησίες Α.

Π. και Δ. Π. και πέρα από τον ιδιωτικό δρόμο με ιδιοκτησία Χ. Μ., το οποίο είχε αποκτήσει ο πατέρας της με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Ι. Β.. Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ. Β., η μητέρα των διαδίκων Α. Π. κατέλειπε στον ενάγοντα υιό της, μεταξύ άλλων, όπως περιγράφεται σ' αυτό, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "..." περιφέρειας ..., με καλύβι και πηγάδι, έκτασης 3,5 στρεμμάτων περίπου, συνορευόμενο ανατολικά με Κ.

Μ. από το κτήμα του οποίου και οδεύεται, βόρεια με τοίχο μήκους 29 μέτρων ο οποίος ανήκει στο κτήμα αυτό και πέρα από αυτόν με κληρονόμους Σ. Μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Κωνσταντίνου Π. (σιδεράς), νότια με Θ. Κ., με ιδιοκτησία Κ. Π. από την ιδιοκτησία του οποίου και οδεύεται και με σούδα η οποία ανήκει στο κτήμα αυτό, το οποίο είχε αποκτήσει εν μέρει από προίκα και εν μέρει από διανομή.

Με την ίδια διαθήκη κατέλειπε στον σύζυγό της την ισόβια επικαρπία επί του ως άνω ακινήτου. Σημειώνεται, ότι στην ως άνω διαθήκη υφίσταται σημείωση - παραπομπή στο περιθώριο της τρίτης σελίδας αυτής ότι διαγράφονται οι επτά λέξεις "από την ιδιοκτησία του οποίου και οδεύεται'', ωστόσο η εν λόγω σημείωση υπογράφεται μόνο από τη διαθέτη και την συμβολαιογράφο και όχι και από τους τρεις μάρτυρες που υποχρεωτικά συνέπραξαν για τη σύνταξη και την εγκυρότητά της, οι υπογραφές των οποίων έπρεπε να υπάρχουν σε κάθε φύλλο και κάτω από τις παραπομπές, με αποτέλεσμα η εν λόγω διαγραφή να μην είναι έγκυρη και να μην παράγει συνέπειες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1733 ΑΚ. ...Η διαθέτης Α.

Π. απεβίωσε στις 24-11-2014 και μετά τον θάνατό της και τη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης της με το υπ' αριθμ. 47/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σάμου, και ενώ ο σύζυγός της ... είχε προαποβιώσει, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήβας Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χώρας Σάμου στις 3-11-2015 στον τόμο ….

με αύξοντα αριθμό 34, ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά που του κατέλειπε η μητέρα του και απέκτησε ο ίδιος δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο ως άνω ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς ως ακίνητο κτήμα, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια, της Δημοτικής Κοινότητας ...

και Δημοτικής ... Σάμου Περιφερειακής Ενότητας Σάμου Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, ήτοι, ένα ελαιόκτημα κείμενο στη θέση "... ή ..." έκτασης 4.211,50 τ.μ., μετά των εντός αυτού 60 ελαιοδένδρων και το οποίο ελαιόκτημα μετά από 30 ρίζες ελιές χωρίζεται με τοίχο από το υπόλοιπο ελαιόκτημα, μετά των εντός αυτού κτισμάτων, ήτοι μιας παλιάς αγροικίας επιφάνειας 33,42 τ.μ., ύψους 2,70 μ.

της παραπλεύρους αυτής αποθήκης επιφάνειας 23,67 τ.μ., ύψους 2,40 μ., ενός χώρου στάθμευσης επιφάνειας 22,97 τ.μ. και ενός παραδοσιακού πετρόκτιστου φούρνου και όπως αυτός ο αγρός αποτυπώνεται στο από Ιούνιο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Σ. ως ΓΗΠΕΔΟ με στοιχεία Σ17, Σ2, Σ6, Σ5. Σ4. Σ3, ΣΙ8. ΣΙ9, Σ20, Σ21.

Σ22, Σ23. Σ24. Σ25. Σ26, Σ27, Σ28, Σ29, Σ30, Σ31, Σ31, Σ32, Σ33, Σ34. Σ35, Σ36. Σ37. Σ38, Σ39, Σ40, Σ41, Σ42, Σ43, Σ44, Σ45. Σ47. Σ48, Σ49. Σ50, Σ1. Σ17, το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά εν μέρει με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με ιδιοκτησία της εναγόμενης Θ. Π., βορειοδυτικά εν μέρει με σούδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Μ., εν μέρει απευθείας με ιδιοκτησία Μ.

και εν μέρει με ιδιοκτησία Π., νοτιοανατολικά με έτερη ιδιοκτησία του ενάγοντας και εν μέρει με σούδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Κ., νότια με σούδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Κ. και νοτιοανατολικά εν μέρει με σούδα και πέραν αυτής με δουλεία διόδου πλάτους 2,50 μέτρων μήκους 73 μετρούν, σύμφωνα με την υπ'ριθμ. ...

δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Σάμου Κ. Β., η οποία διέρχεται το κτήμα της Θ. Π. καθ' όλο το μήκος αυτής, μέχρι συνάντησης της προς ανατολάς οδού αγροτικής και εν μέρει με σούδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Θ. Π.. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ.

Β., ο διαθέτης ... όρισε, ότι εγκαθιστά κληρονόμο του την εναγόμενη στο προαναφερόμενο αγροτεμάχιο συνορευόμενο γύρωθεν με δρόμο που οδηγεί στα ..., από τον οποίο θα οδεύεται και ο γυιός μου Δ., όπως εγώ τον έχω χαράξει σήμερα μέσα στο κτήμα μου αυτό, με Γ. Δ., με Ι. Χ., με Α. Δ., με κοντόρεμμα και ρέμμα και με σούδα και με Θ.

Κ.. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του, ότι με την ως άνω διάταξη της διαθήκης του όρισε τη σύσταση δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου που κατέλειπε στην εναγόμενη αδελφή του υπέρ του ιδίου και του ακινήτου που κληρονόμησε από τη μητέρα του. Η εναγομένη αρνείται την αγωγή ισχυριζόμενη ότι ο πατέρας τους σε ουδεμία σύσταση δουλείας προέβη με την ένδικη διαθήκη σε βάρος του ακινήτου που της κατέλειπε και υπέρ του όμορου ακινήτου που ο ενάγων απέκτησε μεταγενέστερα από κληρονομιά της μητέρας τους.

Ειδικότερα, η εναγόμενη ισχυρίζεται, ότι το ένδικο αγροτεμάχιο, που της κατέλειπε ο πατέρας της, έκτασης 4 στρεμμάτων περίπου, προήλθε από τη συνένωση δύο όμορων αγροτεμαχίων που απέκτησε με αγορά και ειδικότερα το μεν πρώτο δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χώρας Σ. I. Β. από τη Μ. Τ., ενώ το δεύτερο δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χώρας Σάμου Σ. Κ. από τη Γ. Π., νομίμως μεταγραφέντων, και ότι το έτος 2000 άφησε σε κοινή χρήση κατά μήκος του κοινού τους ορίου εδαφική λωρίδα πλάτους 4 μέτρων περίπου, δημιουργώντας δρόμο που ένωσε τον βορείως του κτήματος του υπάρχοντα δημόσιο αγροτικό δρόμο με τον νοτίως του κτήματος διερχόμενο έτερο δημόσιο δρόμο προς ..., για την ευχερή πρόσβαση προς το όπισθεν (βορειοδυτικό) του εν λόγω κτήματος αγροτεμαχίου, που την ίδια χρονιά απέκτησε επίσης με αγορά από τη Μ.

Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σάμου Γ. Μ., το οποίο άλλωστε από το έτος 1980 περίπου, κατείχε βάσει μίσθωσης, και το οποίο είναι αυτό που κατέλειπε στον ενάγοντα. Ότι ο εν λόγω δρόμος που δημιουργήθηκε από τον πατέρα τους μέσα από το μείζον κτήμα του, που δημιουργήθηκε από τη συνένωση των δύο ακινήτων που αγόρασε τα έτη 1961 και 1972, αντίστοιχα, το οποίο κατέλειπε στην ίδια, που τέθηκε σε κοινή χρήση, εν συνεχεία τσιμεντοστρώθηκε από την κοινότητα ...

και αποτελεί πλέον κοινόχρηστο δρόμο, από τον οποίο οδεύεται και ο ενάγων για να φθάσει στο κτήμα που κατέλειπε σ' αυτόν ο πατέρας του με την ίδια διαθήκη του το οποίο είχε αποκτήσει με αγορά από τη Μ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σάμου Γ. Μ.. Ότι σε αυτόν τον δρόμο που χάραξε αναφέρεται ο πατέρας τους στη διαθήκη του, για την όδευση του αγροτεμαχίου που κατέλειπε στον ενάγοντα και σε ουδεμία σύσταση δουλείας προέβη σε βάρος του δικού της ακινήτου και υπέρ του όμορου ακινήτου που ο ενάγων απέκτησε μεταγενέστερα από κληρονομιά της μητέρας τους.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο δρόμος που ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι χάραξε ο πατέρας τους κατά μήκος των ορίων των δύο ακινήτων που αγόρασε με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια πώλησης και αποτελούν το συνενωμένο ακίνητο που της κατέλειπε με τη διαθήκη του, αποδεικνύεται από τα ίδια τα εν λόγω συμβόλαια πώλησης ότι προϋπήρχε της κατάρτισης τους, όπως προκύπτει από την περιγραφή των ορίων των ως άνω ακινήτων σε αυτά.

Ειδικότερα το μεν πρώτο ακίνητο που απέκτησε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Ι. Β. ορίζεται σε αυτό ότι είναι έκτασης 1,5 στρέμματος περίπου και συνορεύει με δημόσιο δρόμο, ιδιωτικό δρόμο, Α. Χ., Κ. Π. και Κ. Κ., ενώ το δεύτερο ακίνητο που απέκτησε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Σάμου Σ.

Κ. ορίζεται σε αυτό ότι είναι έκτασης 1,5 στρέμματος περίπου και συνορεύει με Ε. Σ., Ε. Χ., δημόσιο δρόμο και σούδα. Από την παράθεση των ορίων των εν λόγω δύο ακινήτων, σε συνδυασμό με την αποτύπωση τους στα ποοσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και την απεικόνιση της ευρύτερης περιοχής μέσω της εφαρμογής google earth, προκύπτει ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν είναι όμορα αλλά μεταξύ αυτών υπήρχε πριν την απόκτησή τους από τον πατέρα των διαδίκων, ήτοι πριν το έτος 1961, ο δρόμος που επικαλείται η εναγόμενη αβάσιμα ότι άφησε σε κοινή χρήση ο πατέρας της το έτος 2000, ο οποίος στο μεν πρώτο συμβόλαιο του έτους 1961 χαρακτηρίζεται ως ''Ιδιωτικός", ενώ στο δεύτερο συμβόλαιο του έτους 1972 χαρακτηρίζεται ως ''δημόσιος''.

Η κρίση αυτή προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 30 Νοεμβρίου 2016 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε. Τ., που διενεργήθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος και δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την οποία ο εν λόγω δρόμος υφίσταται στην ίδια θέση τουλάχιστον από το έτος 1931, χρονολογία της παλαιότερης αεροφωτογραφίας που διέθετε και απεικονίζει την περιοχή, και έχει χαρακτηριστικά δημοσίου δρόμου, αφού εκτείνεται σε μήκος τουλάχιστον 800 μέτρων, εξυπηρετεί πάρα πολλές ιδιοκτησίες ευρισκόμενες εκατέρωθεν του και είναι ασφαλτοστρωμένος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο εν λόγω δρόμος είναι αυτός στον οποίο αναφέρεται ο πατέρας της στη διαθήκη του, ότι ο ίδιος χάραξε μέσα στο κτήμα του και ότι από αυτόν θα οδεύεται ο ενάγων υιός του για την εξυπηρέτηση του ακινήτου που με την ίδια διαθήκη κατέλειπε σ' αυτόν, καθόσον αφενός ο εν λόγω δρόμος δεν χαράχθηκε από τον πατέρα των διαδίκων, αλλά προϋπήρχε του έτους 1931, αφού αναφέρεται ως όριο στα συμβόλαια κτήσης από αυτόν των δύο ακινήτων που συνενωμένα κατέλειπε στην εναγόμενη, αφετέρου εκτείνεται σε μήκος 800 μέτρων και έχει ασφαλτοστρωθεί από την Κοινότητα ..., ώστε να έχει χαρακτηριστικά δημόσιου δρόμου που εξυπηρετεί όλες τις εφαπτόμενες κατά μήκος του ιδιοκτησίες, χωρίς να δικαιολογείται τούτο για την εξυπηρέτηση μόνο του ακινήτου που κατέλειπε στον ενάγοντα.

Άλλωστε, πέραν τούτων, το τελευταίο αυτό ακίνητο, που ο πατέρας των διαδίκων με την ως άνω δημόσια διαθήκη του κατέλειπε στον ενάγοντα, το οποίο είχε αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χώρας Γ. Μ. με αγορά από τη Μ. Χ., δεν συνορεύει με τον εν λόγω δρόμο, αφού μεταξύ τους παρεμβάλλεται αρμακάς, ήτοι σωρός από πέτρες, ο οποίος στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο, αλλά και στην υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της εναγόμενης ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ. Β. χαρακτηρίζεται ως Ιδιωτικός δρόμος. Η κρίση αυτή περί του χαρακτηρισμού και του χρόνου διαμόρφωσης του εν λόγω δρόμου ενισχύεται έτι περαιτέρω από το προσκομιζόμενο υπ' αρίθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Σάμου Α.

Γ., δυνάμει του οποίου ο Κ.Μ.ς αγόρασε το ακίνητο που συνορεύει τόσο με το ακίνητο που κληρονόμησε ο ενάγων από τη μητέρα του όσο και με το όμορο ακίνητο που κληρονόμησε από τον πατέρα του, το οποίο αναφέρεται ότι συνορεύει με δύο δημόσιους δρόμους ήδη από το έτος 1968. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ένδικος δρόμος που οδηγεί στα ..., στον οποίο αναφέρεται ο διαθέτης στη δημόσια διαθήκη του είναι ο δρόμος που επικαλείται η εναγόμενη, καθόσον αφενός ο τελευταίος αυτός δρόμος δεν αποτελεί όριο του ακινήτου που της κατέλειπε, όπως αναφέρεται στη διαθήκη, αλλά κατά τους δικούς της ισχυρισμούς διέρχεται μέσω αυτού, αφετέρου τούτο θα σήμαινε ότι ο διαθέτης παρέλειψε παντελώς να αναφέρει ως όριο του ακινήτου την αγροτική δημόσια οδό που οδηγεί στα ...

που βρίσκεται νοτιοανατολικά αυτού, το οποίο (όριο) ουδόλως αμφισβητείται. Περαιτέρω αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο δρόμος διέλευσης, στον οποίο πράγματι αναφέρεται ο διαθέτης πατέρας των διαδίκων στην υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμου Κ. Β., δηλώνοντας ότι ο ίδιος προέβη στη χάραξη του μέσα στο κτήμα του και από τον οποίο ορίζει ότι θα οδεύεται ο ενάγων, αν και δεν περιγράφεται λεπτομερώς στην ως άνω δημόσια διαθήκη, εμφαίνεται εντός του ακινήτου της εναγόμενης στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αεροφωτογραφίες των ετών 1981 και 2006, σε απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη της HEROS του έτους 2008, καθώς και σε φωτογραφίες εξηγμένες από την υπηρεσία google earth, αποτυπώνεται δε στο προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα και συνημμένο στην αγωγή του από Ιούνιο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Σ., ως λωρίδα γης πλάτους 2,50 μ., η οποία στην είσοδο από τον δρόμο προς ..., ήτοι στην ανατολική της πλευρά, το πλάτος της αυξάνει σε 4,83 μ., και μήκους (19,31 + 53.88=} 73,19 μ., συνολικού εμβαδού 188,78 τ.μ., η οποία δίοδος βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου της εναγόμενης και σε απόσταση 10,00 μ. από τη νοτιοανατολική γωνία του, όπου συνορεύει με την αγροτική οδό προς ..., διασχίζει το ακίνητο της εναγόμενης και καταλήγει στο προαναφερόμενο ακίνητο του ενάγοντος, που απέκτησε από κληρονομιά της μητέρας του έχοντας απόσταση 1.66 μ.

από τη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου, και ορίζεται ανατολικά με την αγροτική οδό που οδηγεί προς ..., δυτικά με το ακίνητο του ενάγοντας, και βόρεια και νότια με το ακίνητο της εναγόμενης. Τη δίοδο αυτή διαμόρφωσε ο πατέρας των διαδίκων ... στη νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου που κατέλειπε με τη διαθήκη του στην εναγόμενη αμέσως μετά την αγορά αυτού του ακινήτου, με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χώρας Ι. Β., αρχικά περνώντας με ζώα ή πεζή και εν συνεχεία με τρακτέρ, αγροτικά μηχανήματα, αλλά και με αυτοκίνητο, ώστε να υφίσταται πρόσβαση προς την αγροτική οδό προς ... στο ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα της συζύγου του και μητέρας των διαδίκων Α. Π. και το οποίο κατέλειπε αυτή με τη διαθήκη της στον ενάγοντα, το οποίο είναι περίκλειστο, για την καλλιέργεια των εντός αυτού ελαιοδένδρων και τη συλλογή των καρπών τους, στην οποία προέβαινε ο ίδιος, αλλά και για την προσέγγιση της εντός αυτού ισόγειας αγροικίας τους, στην οποία διαβιούσε με τη σύζυγό του Α.

Π. έως τον θάνατό του το έτος 2009. Τούτο συνέβαινε γιατί το εν λόγω ακίνητο ήταν περίκλειστο και με τον τρόπο αυτό κατέστη δυνατή ευχερώς η πρόσβαση με τον δημόσιο δρόμο, που οδηγεί προς ..., ήτοι πάντοτε μέσω του ένδικου ακινήτου του πατέρα του ενάγοντας. Άλλωστε η διαμόρφωση της ως άνω οδού εξυπηρετούσε την πρόσβαση του ενάγοντας με όχημα και στα κτίσματα που είχε ανεγείρει εντός του ίδιου του ακινήτου του, ήτοι σταύλο και γκαράζ, στη βορειοδυτική πλευρά αυτού σε επαφή με το ακίνητο της συζύγου του.

Εξάλλου, και ο Ε. Ε., τον οποίο χρησιμοποιούσε ο πατέρας των διαδίκων από το έτος 2007 έως το θάνατό του το έτος 2009 και αργότερα ο ενάγων για την καλλιέργεια του ως άνω αγρού - ελαιώνα και τη συγκομιδή των καρπών, στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε στα πλαίσιο της εκδίκασης της προγενέστερης υπ' αριθμ. κατάθεσης ...

αγωγής του ενάγοντας, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, που λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίου, δηλώνει από ιδία γνώση ότι ο εν λόγω αγρός πάντοτε οδευόταν από την εν λόγω δίοδο που διέρχεται από τη νοτιοανατολική πλευρά του αγρού της εναγόμενης, από αυτή τη δίοδο άλλωστε διερχόταν και ο ίδιος για την εκτέλεση των ανατεθεισών εργασιών.

Ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του, ότι με την ως άνω διάταξη της διαθήκης του ο διαθέτης όρισε τη σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του ίδιου και του ακινήτου που κληρονόμησε από τη μητέρα του και σε βάρος του ακινήτου της εναγόμενης. Αποδεικνύεται, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης ο ενάγων δεν ήταν κύριος του ένδικου ακινήτου, το οποίο απέκτησε κατά κυριότητα μόνο μετά το θάνατο της μητέρας του το έτος 2014 από κληρονομιά αυτής.

Ωστόσο ο διαθέτης ... γνώριζε τη βούληση της συζύγου του να εγκαταστήσει σε αυτό κληρονόμο τον ενάγοντα υιό του, την οποία αποτύπωσε στη δική της δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε την ίδια ημέρα ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, στο γραφείο του οποίου είχαν συγχρόνως μεταβεί για την κατάρτιση τους, και ενώπιον των ίδιων μαρτύρων.

Η βούληση τους για τον τρόπο που ήθελαν να κληρονομηθούν από τα τέκνα τους ήταν γνωστές και στα ίδια τα τέκνα τους ήδη από ετών, όπως προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση της συζύγου του ενάγοντος, που λήφθηκε στα πλαίσια συζήτησης της προγενέστερης υπ' αριθμ. κατάθεσης ... αγωγής αυτού, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, άλλωστε ούτε η εναγόμενη αρνείται ρητά τούτο.

Για το λόγο αυτό συνάγεται ότι ο διαθέτης δεν ορίζει τη σύσταση της δουλείας προσδιορίζοντας την ταυτότητα του δεσπόζοντος ακινήτου, αλλά ορίζει αυτή υπέρ του ενάγοντος υιού του. Κατόπιν τούτων, ναι μεν στην ως άνω διαθήκη του πατέρα των διαδίκων διαπιστώνεται ασάφεια ως προς την πραγματική βούλησή του, εφόσον σε αυτή δεν προσδιορίζεται επακριβώς το δεσπόζον ακίνητο, ούτε τα όρια και η έκταση της δουλείας, ωστόσο κατ' ερμηνεία της διαθήκης, κατ' άρθρο 173 ΑΚ και με προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία κείμενα εκτός αυτής, προκύπτει με πληρότητα η βούληση του που εκφράστηκε ασαφώς με αυτή, ήτοι η σύσταση δουλείας διόδου υπέρ του ενάγοντος υιού του και του ακινήτου που κληρονόμησε από τη μητέρα του και σε βάρος του ακινήτου της εναγομένης.

Ο ενάγων αποδέχθηκε τη συσταθείσα υπέρ του ακινήτου του και επί του ακινήτου της εναγόμενης επίδικη δουλεία διόδου, που συνέστησε με τη δημόσια διαθήκη του ο πατέρας τους, με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Β., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χώρας Σάμου στον τόμο ….

και με αύξοντα αριθμό ... Ωστόσο η εναγόμενη ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, ήτοι μετά την αποδοχή της επαχθείσας σ' αυτή κληρονομιάς του πατέρα της και την απόκτηση κυριότητας επί του ως άνω ακινήτου, αφού πήρε τη μητέρα της από την εντός του ως άνω ακινήτου της αγροικία προκειμένου να ζήσει μαζί της , και ενώ ήδη οι σχέσεις της με τον ενάγοντα αδελφό της, ο οποίος ζει μόνιμα στη Θήβα με την οικογένεια του, δεν ήταν καλές, απέκλεισε την είσοδο της επίδικης διόδου τόσο από την ανατολική πλευρά τοποθετώντας σιδερένια κατασκευή όσο και από τη δυτική της πλευρά τοποθετώντας διπλούς τσιμεντόλιθους με σενάζι από μπετόν και συρμάτινο πλέγμα ύψους 2.5μχ επ'αυτών, αποφράσσοντας και καταλαμβάνοντας την προβλεπόμενη δίοδο, προσβάλλοντας έτσι παράνομα το δικαίωμα δουλείας διόδου του ενάγοντος.

Αποτέλεσμα των ενεργειών της ήταν ο Ε. Ε., τον οποίο κατά τα ανωτέρω χρησιμοποιεί ο ενάγων για την καλλιέργεια του ένδικου δεσπόζοντος αγρού - ελαιώνα του και τη συγκομιδή των καρπών, να αναγκάζεται να προσεγγίζει το ένδικο ακίνητο χωρίς δικαίωμα μέσω του όμορου ακινήτου του Χ. Μ.., που βρίσκεται βορειοανατολικά αυτού, με συνέπεια να λαμβάνουν χώρα διαμαρτυρίες του τελευταίου.

Κατόπιν τούτων, εφόσον η εναγομένη αμφισβητεί το ένδικο δικαίωμα του ενάγοντος πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου της και υπέρ του δικού του ακινήτου, υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού για αναγνώριση του δικαιώματος του και για άρση της προσβολής. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου του ενάγοντος σε βάρος του ακινήτου της εναγόμενης, όπως τα ακίνητα των αντιδίκων αναλυτικά περιγράφονται στην κρινόμενη αγωγή, συνισταμένου του επίδικου δικαιώματος στη χρησιμοποίηση της λωρίδας γης (διόδου) πλάτους 2,50 μ., μήκους 73,19 μ, και συνολικού εμβαδού 188,78 τμ., ευρισκόμενης στο νότιο τμήμα ακινήτου της εναγόμενης, που διασχίζει το ακίνητο της τελευταίας και καταλήγει στο ακίνητο του ενάγοντος, και η οποία εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Ιούνιο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Σ., για την πρόσβαση του ενάγοντος ως κυρίου του δεσπόζοντος σε αυτό με τα πόδια και με όχημα, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Επιπλέον, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει τη γενόμενη προσβολή του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου του ενάγοντος και σε περίπτωση άρνησής της να επιτραπεί στον ενάγοντα να επιχειρήσει την ανωτέρω πράξη με έξοδα και δαπάνες της εναγόμενης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, να παραλείψει η εναγόμενη κάθε παρόμοια προσβολή στο μέλλον και για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή της για παράλειψη να απειληθεί σε βάρος της για κάθε παράβαση χρηματική ποινή 300 ευρώ".

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την 90/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σάμου κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 26-4-2018 αγωγής την οποία δέχθηκε κατ'ουσίαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δυνάμει της υπ αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης, ο πατέρας των διαδίκων, ... του Δ., κατέλειπε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα κόρη του, μεταξύ άλλων, ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "...", έκτασης 4 στρεμμάτων περίπου, με γκαράζ και μαντρί, συνορευόμενο γύρωθεν με δρόμο που οδηγεί στα ..., από τον οποίο όρισε ότι θα οδεύεται και ο γιος του Δημήτριος (ενάγων) αναφέροντας στην διαθήκη του "όπως τον έχω χαράξει μέσα στο κτήμα μου αυτό".

Ότι ο διαθέτης ... απεβίωσε στις 21-12-2006 και μετά τον θάνατό του και τη δημοσίευση της ως άνω διαθήκης του δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγόμενη αποδέχθηκε την κληρονομιά που της κατέλειπε ο πατέρας της και, μετά και την αποποίηση από τη μητέρα της επαχθείσας σ' αυτή κληρονομιάς από τον ως άνω σύζυγό της, από το δικαίωμα επικαρπίας που της κατέλειπε, απέκτησε η ίδια δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο ως άνω ακίνητο.

Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης, η μητέρα των διαδίκων Α. Π. κατέλειπε στον ενάγοντα υιό της, μεταξύ άλλων, όμορο του προαναφερόμενου αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή "..." περιφέρειας ..., έκτασης 3,5 στρεμμάτων και στον σύζυγό της κατέλειπε την ισόβια επικαρπία αυτού. Ότι μετά τον θάνατο της πιο πάνω διαθέτιδας ο ενάγων δυνάμει της ...

αποδοχής κληρονομίας αποδέχθηκε την κληρονομία που του κατέλειπε η μητέρα του και απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο πιο πάνω ακίνητο ενόψει του ότι ο πατέρας του είχε προαποβιώσει. Ότι το Εφετείο δέχτηκε κενό και αμφίβολο σημείο στην ως άνω υπ αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του πατέρα των διαδίκων, Κ.

Π. του Δ. ως προς τον καθορισμό τόσο του δεσπόζοντος ακινήτου όσο και της παραχωρηθείσας διόδου και ακολούθως προέβη στην ερμηνεία της διαθήκης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη και από γεγονότα και στοιχεία εκτός της διαθήκης κείμενα. Ότι από την ερμηνεία της διαθήκης και με προσφυγή σε στοιχεία και γεγονότα εκτός αυτής, προέκυψε με πληρότητα η βούληση του διαθέτη, να συστήσει δουλεία διόδου σε βάρος του πιο πάνω ακινήτου του, το οποίο κατέλειπε στην εναγομένη υπέρ του ενάγοντα και του ακινήτου που του κατέλειπε η μητέρα των διαδίκων με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη της, η οποία συνετάγη την ίδια ημέρα και ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου, που και ο πατέρας των διαδίκων συνέταξε την πιο πάνω διαθήκη του.

Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την συσταθείσα αυτή με την διαθήκη του πατρός του δουλεία διόδου με την υπ'αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, περιήλθε στη κυριότητα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου το δεσπόζον ακίνητο, από τον θάνατο της μητέρας του και ενεργοποιήθηκε το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας διόδου, που είχε συστήσει ο διαθέτης πατέρας του υπέρ αυτού και του ακινήτου που του κατέλειπε η μητέρα του, εις βάρος του προαναφερόμενου ακινήτου που ο διαθέτης πατέρας των διαδίκων κατέλειπε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.

Ότι η εναγόμενη ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, ήτοι μετά την αποδοχή της επαχθείσας σ' αυτή κληρονομιάς του πατέρα της και την απόκτηση κυριότητας επί του ως άνω ακινήτου, απέκλεισε την είσοδο της επίδικης διόδου τόσο από την ανατολική πλευρά όσο και από τη δυτική της πλευρά τοποθετώντας διπλούς τσιμεντόλιθους, αποφράσσοντας και καταλαμβάνοντας την προβλεπόμενη δίοδο, προσβάλλοντας έτσι παράνομα το δικαίωμα δουλείας διόδου του ενάγοντος, που απέκτησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 369,973,1192 αριθμ.1 1193, 1198 ,1132 Α.Κ , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε της απόφασης του νόμιμης βάσης αφού όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συστάσεως δουλείας διόδου με κληροδοσία υπέρ του ενάγοντα, με διαθήκη του πατέρα των διαδίκων εις βάρος του ακινήτου του που κατέλειπε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την ίδια διαθήκη και υπέρ του ακινήτου που ο ενάγων θα αποκτούσε από κληρονομία της μητέρας του, και ότι η εναγομένη προσέβαλλε το δικαίωμα αυτό δουλείας του ενάγοντα, με το να αποκλείσει την δίοδο αυτή και να του στερήσει την χρήση της.

Συνεπώς όσα αντίθετα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω δε το Εφετείο, με το να προβεί στην ερμηνεία της διαθήκης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη και από γεγονότα και στοιχεία κείμενα εκτός της διαθήκης για τον καθορισμό του δεσπόζοντος ακινήτου και της ταυτότητας της επίδικης δουλείας δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 173 και 1118 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και επομένως, οι περιεχόμενες στον πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθ. 1 άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμες. Επίσης, αβάσιμη είναι και η στον ίδιο δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1781 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη διάταξη της διαθήκης υπέρ προσώπου ή του καταλειφθέντος ακινήτου τόσο αόριστου, ώστε ο προσδιορισμός του να είναι αδύνατος, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνεται παραδοχή περί αδυναμίας προσδιορισμού της ταυτότητας της δουλείας διόδου και του δεσπόζοντος ακινήτου.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν μπορούσε να συσταθεί δουλεία διόδου υπέρ του ενάγοντος ο οποίος κατά το χρόνο συστάσεως της δεν ήταν κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και ότι δεν ήταν δυνατή η προσβολή του δικαιώματος αυτού το έτος 2010 που δεν είχε αποκτηθεί κατά νόμο η επίδικη δουλεία διόδου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης, κρίνοντας νόμιμη ορισμένη και κατ'ουσίαν βάσιμη την αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης πρϋποθέσεως. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από το 2010 η εναγομένη απέκλεισε την επίδικη δίοδο, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα του ενάγοντα, χωρίς όμως να διατυπώνεται παραδοχή ότι το δικαίωμα του ενάγοντα το προσέβαλε το 2010.

Επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1193 παρ. 1, 1194, 1196 και 1197 Α.Κ, καθώς έκρινε ότι "στην ως άνω διαθήκη διαπιστώνεται ασάφεια ως προς την πραγματική βούληση του διαθέτη εφόσον σ'αυτήν δεν προσδιορίζεται επακριβώς το δεσπόζον ακίνητο, ούτε τα όρια και η έκταση της δουλείας" και επομένως η επικαλούμενη κατά το έτος 2016 μεταγραφή της ...

αποδοχής κληρονομίας ως προς το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου είναι μη νόμιμη και άκυρη, γιατί έγινε με διάταξη διαθήκης ασαφή. Τούτο δε διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι η περιγραφή του δεσπόζοντος ακινήτου και της δουλείας διόδου στη μεταβιβαστική πράξη δηλαδή την αποδοχή κληρονομίας ήταν ασαφής ώστε να απαιτείται να παραδοθεί σχετική έκθεση στο αρμόδιο γραφείο μεταγραφών με τα ελλείποντα στοιχεία, άλλως να συνεπάγεται την ακυρότητα της μεταγραφής όπως αβασίμως με το λόγο αυτό ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε όλους τους πιο πάνω λόγους, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 30-6-2021 αίτηση και οι από 12-7-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: την από 30-6-2021 αίτηση και από 12-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από την από 30-6-2021 αίτηση και από 12-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ