Supreme Court dismisses appeal on labor injury claim due to lack of evidence for employer fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a labor injury claim. The appellant argued that the employer failed to protect her health, but the appellate court found no evidence of fault or coercion by the employer. Consequently, the court ruled that the appeal lacked legal basis and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of evidence or violation of common sense is inadmissible if the lower court's findings on material facts are supported by the evidence and do not contradict established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1113/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Θ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Παπακωνσταντόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Διαχειριστή Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε./Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η.) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δήμου Αδάμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3375/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 698/2017 μη οριστική απόφαση και η 1084/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.2.2020 και αριθ. κατάθ. 1947/198/25.2.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1084/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα με τις από 9.10.2017 προτάσεις αντέφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3375/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποίαν εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14.6.2011 και αριθ.
καταθ. 217457/15444/12.12.2011 αγωγή περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 646/2020, 1217/2018, 1953/2017, 749/2018, 640/2016, 612/2016, 695/2008, 112/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, προκειμένου να απορρίψει τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς της, δια των προστηθέντων οργάνων της, επιδεινώθηκε η ήδη βεβαρημένη υγεία της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 21.9.2009 ιατρικής βεβαίωσης του ειδικού παθολόγου του Νοσοκομείου Κυπαρισσίας Γ.
Ψ., αποδίδοντας σ' αυτή περιεχόμενο εντελώς διαφορετικό από το αληθινό, ήτοι ενώ στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται με σαφήνεια ότι πάσχει από γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις λόγω αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικού τύπου που υπέστη από 10ετίας, ήτοι το έτος 2000 και 2ετίας, ήτοι στις 20.8.2007 που συνέβη το ένδικο ατύχημα, λόγω εσφαλμένης ανάγνωσης εξέλαβε λανθασμένα ότι υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο μόνο από 10ετίας, ήτοι το 2000 που όντως είχε υποστεί το πρώτο και όχι και το δεύτερο εγκεφαλικό που συνέβη στις 20.8.2007.
Ωστόσο, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό αποκλειστικά ή, σε κάθε περίπτωση, κατά κύριο λόγο, στην εν λόγω Ιατρική Γνωμάτευση του προαναφερόμενου ιατρού, αλλά το έγγραφο αυτό συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα με την από 22.8.2007 ιατρική βεβαίωση του ίδιου ως άνω ιατρού, την υπ' αριθ. 581/10/26.10.2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πάτρας του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, την από 4.3.2008 ιατρική γνωμάτευση του Ιατρού Α.
Α., Επιμελητή Α' της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", την από 14.9.2009 Ιατρική Βεβαίωση της Νευρολόγου- Ψυχιάτρου Ε. Σ.- Α., το από 3.12.2008 Ιατρικό σημείωμα της Ψυχιάτρου ΤΑΥΤΕΚΩ/ΤΕΑ ΠΑΠ- ΔΕΗ Χρ. Αρβανίτη, την υπ' αριθ. .../9.12.2009 απόφαση της Π.Υ.Ε. Μεγαλόπολης, καθώς και τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8- 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ` αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.
Θα πρέπει, δηλαδή, αφ` ενός το αίτιο, στο οποίο οφείλεται η βλάβη, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και αφ` ετέρου η βλάβη να μην μπορούσε να επέλθει χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986). Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζόμενου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου (ΑΚ 662), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζόμενου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1690/2013, 1401/2013).
Στην τελευταία περίπτωση, επομένως, βασική προϋπόθεση για τη μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζόμενου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και γι` αυτό ακριβώς δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση και, συνακόλουθα, εργατικό ατύχημα με την παραπάνω έννοια, όταν ο εργοδότης δεν γνωρίζει, ούτε αγνοεί υπαίτια, ότι ο εργαζόμενος είναι ασθενής και γενικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την εξακολούθηση της απασχολήσεώς του (ΑΠ 981/2015).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006).
Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το ως άνω εδάφιο β' αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1003/2017, 426/2014, 208/2011, 1652/2010).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1003/2017, 120/2004).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, 1184/2015, 121/2014, 1752/2013, 589/2005).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του κωδ. Ν. 551/1915, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ, καθότι με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, καθώς επίσης παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι δεν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 20.8.2007 στη συνέχεια αντιφατικά και με ελλιπείς αιτιολογίες και δη χωρίς να διευκρινίζει ειδικά πότε ακριβώς συνέβη αυτή η επιδείνωση (πλην της αόριστης αναφοράς "μετά τις 20.8.2007"), σε τι συνίστατο ειδικά αυτή η επιδείνωση, με ποία συνέπεια και για ποιον ειδικό λόγο αυτή η επιδείνωση δεν συνδέεται με την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή της εργασίας της, δέχτηκε ότι επήλθε "περαιτέρω επιδείνωση της υγείας" της, που οδήγησε στη λύση της σύμβασης εργασίας της και την συνταξιοδότησής της λόγω εφ' όρου ζωής αναπηρίας της ποσοστού 67%, η οποία επιδείνωση δεν συνάπτεται με την παροχή της εργασίας της, παρέλειψε δε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, που εν προκειμένω υποδεικνύουν ότι όταν μετά από ένα συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας η ήδη βεβαρημένη υγεία ενός εργαζόμενου επιδεινώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτός αδυνατεί πλέον να ξαναεργαστεί, λαμβάνοντας έκτοτε συνεχώς αναρρωτικές άδειες και καθιστάμενος ανάπηρος κατά 67%, η εν λόγω επιδείνωση συνδέεται αιτιωδώς με την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή της εν λόγω εργασίας, με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένδικη αγωγή της δεχόμενο ότι η επιδείνωση της υγείας της δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή της εργασίας.
Ο λόγος της αίτησης ως προς την παραβίαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτός της αοριστίας του, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του αναφορικά με το αίτιο της βλάβης της υγείας της αναιρεσείουσας, τις διαμορφωθείσες συνθήκες εργασίας της και την συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης για την προστασία της υγείας της μετά την εκδήλωση της νόσου της, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Και τούτο διότι, δεν υπάρχει η επικαλούμενη ως άνω αντίφαση, αφού το Εφετείο δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο στις 20.8.2007 από το συνδυασμό όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο πρώτο λόγο της αίτησης, και ότι η επιδείνωση της υγείας της μετά την 20.8.2007 δεν οφείλεται, όπως με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίοι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 581/26.10.2005 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πάτρας του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ περί ανικανότητας της αναιρεσείουσας να εργάζεται ως ταμίας, ανέθεσε τα καθήκοντα αυτής στην έτερη υπάλληλο του υποπρακτορείου Κυπαρισσίας Α.
Μ., η οποία και ασκούσε αποκλειστικά τα καθήκοντα του ταμία στο υποπρακτορείο, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) δεν απασχολήθηκε έκτοτε με εντολή των Προϊσταμένων της σε οποιαδήποτε εργασία ταμείου, έστω και βοηθητική και δεν προέκυψε εξαναγκασμός της από τους τελευταίους σε παροχή εργασίας βοηθού ταμία, κατά δε τις ημέρες απουσίας της ως άνω υπαλλήλου Α.
Μ., με εντολή των αρμοδίων προϊσταμένων, το υποπρακτορείο έκλεινε, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη εξειδίκευση, αφού με βάση τα ως άνω περιστατικά η εναγομένη προκύπτει ότι ρύθμισε τα της εργασίας της ενάγουσας, ώστε να προστατεύσει την υγεία της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος για βίαιο περιστατικό κατά την εκτέλεση της εργασίας της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του κωδ.
Ν. 551/1915. Περαιτέρω, ο λόγος της αίτησης ως προς την παραβίαση του αρ. 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού, πέραν της αοριστίας του, κατά τα προεκτεθέντα, οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε , αλλά αποτελούν προσωπική άποψη της αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.2.2020 και αριθ. κατάθ. 1947/198/25.2.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1084/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ