Supreme Court allows appeal against non-litigated claim dismissal, upholding state's right to specific public benefit payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a first-instance judgment dismissing a claim for public benefits. The State argued the claim was legally invalid for the period in question, while the claimants were absent from the retrial. The court accepted the State's legal argument and dismissed the claim for the contested period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 para. 2 and 14 of Law 3016/2002; The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party fails to appear, and it may uphold an appeal against a dismissal of a claim if the claim is found legally invalid for the specific period in dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1113/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ.Κ., κατοίκου … και 2) Κ. Θ., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1017/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27/11/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Ν. Π., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ,επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-10-2019 στην δικηγόρο Κορίνθου, Γεωργία Κων/νου Γκέρκη.
ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων (ΚΠΟΛΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν.4335/2015) η οποία, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 407/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσίβλητους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό.
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ., παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
2) Με την κρινόμενη από 27-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 231/27-11-2018 αίτηση αναίρεσης , προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 407/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 18-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 14/2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και της 1017/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ' ουσία η από 31-12- 2011 (αριθ. κατ.53/2012) αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων για καταβολή σε αυτούς της ειδικής παροχής του άρθρου 14 παρ.2 του Ν.3016/2002. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 27-11-2018 εντός τριετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης την 30-11- 2015, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3,566παρ3 και 144 ΚΠΟΛΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 - ΟΛΑΠ 18/2018).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠΟΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠΟΛΔ).
3) Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του v. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του v. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2).
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5.... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του N. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ" αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του v. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1- 1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 ΤΟΥ ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1- 1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.(ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ490/2019 , ΑΠ 333/2018, ΑΠ 356/2016).
4) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 Κ.ΠολΔ.) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 31/012/2011 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι εργάζονται ως υπάλληλοι στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (ως αποσπασμένοι υπάλληλοι στο Υπουργείο Οικονομικών από την ανώνυμη Εταιρία Διώρυγας Κορίνθου ο πρώτος και ΗΛΠΑΠ ο δεύτερος), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις του v. 3205/2003 και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει το ποσό των 10.560 ευρώ σε καθένα από αυτούς, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14§2 ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα, από 1-7-2007 έως 31-12-2011, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα αποκτήσει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου το χαρακτήρα, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτούς, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με την ειδική αποζημίωση που χορηγείται σε αυτούς από τον ειδικό λογαριασμό με την ονομασία Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1017/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή , τη δέχτηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως 31-12-2011 σε καθένα ενάγοντα το ποσό των 3,696 ευρώ για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ.2 του Ν.3016/2002, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως και 28-2-2010 .Στη συνέχεια ασκήθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η από 18-2-2014 έφεση.
Επί της εφέσεως το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 407/2015 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπηρετούσαν ως υπάλληλοι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ως αποσπασμένοι υπάλληλοι στο Υπουργείο Οικονομικών από την ανώνυμη Εταιρία Διώρυγας Κορίνθου ο πρώτος και ΗΛΠΑΠ ο δεύτερος) , καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2011, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου (ν. 2470/1997 και 3205/2003), και συνεπώς η εξαίρεση των εφεσιβλήτων- εναγόντων από τη μη χορήγηση της ένδικης παροχής, η οποία αποτελεί μία γενική αύξηση που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής κατάστασης των υπαλλήλων, αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, και οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αμειβόμενοι, όσον αφορά τον τρόπο αμοιβής τους και το ύψος των αποδοχών τους για το επίδικο διάστημα σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.2519/1997 και του Ν. 3205/2003 δικαιούνται να λάβουν την ειδική αυτή μηνιαία παροχή....
Καθώς και ότι λόγω παραγραφής των συναφών αξιώσεων των εναγόντων για το πριν την 1-3-2010 χρονικό διάστημα δικαιούνται τα οφειλόμενα ποσά από 1-3-2010 και συνεπώς το εκκαλούν -εναγόμενο οφείλει από τη μη καταβολή της επίδικης πρόσθετης παροχής ύψους 176 ευρώ μηνιαίως στον κάθε ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως 31-12-2011 το ποσό των 3.696 ευρώ (176X21 μήνες), όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικύρωσε, απορρίπτοντας την κατ' αυτών -εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη, κατά το εκκληθέν μέρος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στους αναιρεσίβλητους, αλλ' αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, εάν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν.3016/2002.
Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στους αναιρεσίβλητους εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ στο είδος ή την έκταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή.
Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ' εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
5) Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη καθόσον αφορά το από 1/3/2010 και μετέπειτα χρονικό διάστημα. Και τούτο διότι, στο δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων από το Ειρηνοδικείο, εφόσον με την έφεση του εναγομένου- αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε παράπονο με λόγο έφεσης για το κεφάλαιο της πρωτόδικης που απέρριψε λόγω παραγραφής τις αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 28-2- 2010 και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της (αγωγής) κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή για την επιδίκαση στους εφεσιβλήτους- ενάγοντες της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 μέχρι 31-12-2011, ενώ ως προς το απορριφθέν ως παραγεγραμμένο μέρος της , οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση, και κατά τα ανωτέρω η αγωγή κατά το απορριφθέν ως παραγεγραμμένο μέρος της, δεν μεταβιβάστηκε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου (και ήδη τελεσιδίκησε).
Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή και είχε το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη για το μετά το από 1-3- 2010 και μετέπειτα χρονικό διάστημα, και ν' απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 407/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά το πληττόμενο μέρος.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 18-2-2014 έφεση κατά το μέρος αυτού.
Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.
Εξαφανίζει την 1017/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η από 31-12-2011 αγωγή για επιδίκαση στους ενάγοντες της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν., 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 μέχρι 31-12-2011.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά το παραπάνω μέρος.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που όριζε σε τριακόσια (300) ευρώ. Και
Καταδικάζει τους εφεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ