Legislator Case Law & Legislation
1113/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of supplementary grounds and rejects proportionality claim.

Case Number 1113/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that the supplementary grounds of appeal were inadmissible due to failure to serve the legal document within the required thirty-day period. While the appellants argued the awarded damages violated the principle of proportionality, the court found the amount reasonable based on common practice and the defendants' financial status. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Supplementary grounds of appeal are inadmissible if the document was not served on the respondent and other parties at least thirty days prior to the hearing, and the principle of proportionality under Articles 2(1) and 25 of the Constitution requires court discretion to remain within reasonable limits defined by common practice.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds service of process deadline principle of proportionality discretionary power limits legal costs award supplementary appeal grounds common judicial practice

Cited Legislation

AI generated
Articles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code
Articles 2(1) and 25 of the Constitution
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Ε. και 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Αγγελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ο.-Ι. Ζ. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-1-2018 αίτησή τους και τον από 1-10-2018 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 318/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο του από 1-10-2018 πρόσθετου λόγου της, αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 10 Οκτωβρίου 2018, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της αυτής προθεσμίας, στον αναιρεσίβλητο, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν την έκθεση επίδοσης αυτού στον τελευταίο, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου του προσθέτου λόγου με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτού. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί το οποίο αντίκειται προς την ηθική και ευπρέπεια (ΑΠ 599/2016, 265/2015, 1455/2014). Εξάλλου, το άρθρο 367 του ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ...

καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι υπό τις σ' αυτές προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μπορεί να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης όχι όμως και της συκοφαντικής δυσφήμησης (ΑΠ 521/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά ,στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι Καθηγητής Γενικής Χειρουργικής του Τμήματος Ιατρικής στο .... Διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2010, είναι μέλος της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου .....

Διευθυντής του Χειρουργικού Τομέα του Ιατρικού Τμήματος του ... και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Χειρουργικής Ογκολογίας. Επίσης, είναι μέλος της Αμερικανικής Ένωσης Χειρουργικής Ογκολογίας (Society of Surgical Oncology), της Ευρωπαϊκής Ένωσης Χειρουργικής Ογκολογίας (European Society of Surgical Oncology) και έχει διατελέσει Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Κρυοχειρουργικής (International Society of CryoSurgery).

Οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) είναι Καθηγητές Φυσιολογίας του Τμήματος Ιατρικής στο .... Ο ενάγων εκλέχθηκε στη θέση του Καθηγητή του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του ... με γνωστικό αντικείμενο "Γενική Χειρουργική με έμφαση στη Χειρουργική Ογκολογία" κατά την κοινή συνεδρίαση του Εκλεκτορικού Σώματος και της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής την 27η-01-2010, δηλαδή κατά τη θητεία του ως Προέδρου του Τμήματος.

Για την εκλογή του αυτή είχε διατυπωθεί αμφισβήτηση σχετικά με το εάν το συνολικό του έργο εντάσσεται ή όχι στο αντικείμενο της Χειρουργικής Ογκολογίας, και μάλιστα είχε ασκηθεί η από 5-8-2010 σε βάρος του προσφυγή του δεύτερου εναγομένου και του Ι. Μ. (μέσω Πρυτανείας του ...) προς το Υπουργείο Παιδείας, δια βίου μάθησης και θρησκευμάτων, επί της οποίας το τελευταίο απεφάνθη την 2.6.2011 ότι δεν διαπιστώθηκε ουδεμία παρατυπία στην εκλογή του.

Για τον ίδιο λόγο, σε βάρος του ενάγοντος ασκήθηκε από τους προαναφερόμενους η από 3-11-2010 αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ακύρωση της με αριθμό 2370/23.4.2010 πράξης του Πρύτανη του ..., με την οποία αυτός διορίστηκε στην εν λόγω θέση Καθηγητή πρώτης βαθμίδας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2572/2014 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων.

Την 10η Μαΐου 2011 ο ενάγων υπέβαλε την υποψηφιότητά του για το αξίωμα του Πρύτανη του .... Την 12η Μαΐου 2011 η πρώτη εναγομένη απέστειλε την από 11η Μαΐου 2011 επιστολή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς είκοσι μία ηλεκτρονικές διευθύνσεις του ..., οι οποίες δεν ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα, αλλά σε ολόκληρα τμήματα και διευθύνσεις του ..., στις οποίες έχουν πρόσβαση εκατοντάδες μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, ήτοι τα μέλη ΔΕΠ του Πανεπιστημίου, το λοιπό διδακτικό προσωπικό, οι φοιτητές και το διοικητικό προσωπικό αυτού.

Η εν λόγω επιστολή φέρει το θέμα "Ζ. υποψήφιος πρύτανης" και το περιεχόμενο της έχει επί λέξει ως εξής: "Ηράκλειο, 11 Μαΐου 2011. Αγαπητοί συνάδελφοι, Είναι δύσκολο για ένα μέλος ΔΕΠ να μην υποστηρίζει υποψήφιο Πρύτανη από το Τμήμα του. Ωστόσο, για το συμφέρον του ΠΚ, θεωρώ υποχρέωσή μου να κοινοποιήσω στο εκλεκτορικό σώμα πεπραγμένα τα οποία χαρακτηρίζουν τον τρόπο διοίκησης του νυν Προέδρου του Τμήματος Ιατρικής, του κατά τα άλλα φίλτατου Ο.

Ζ., ο οποίος δηλώνει υποψήφιος Πρύτανης. ΣΤΟ ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΘA ΒΡΕΙΤΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΠΟΥ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ. Εκπαιδευτικά θέματα: (α) Ο Πρόεδρος Ιατρικής κ. Ζ. δεν διστάζει να παραβιάσει τον κανονισμό του Τμήματος του οποίου προΐσταται, ζητώντας από μέλη ΔΕΠ, να δώσουν εξετάσεις εκτός εξεταστικής περιόδου, (β) Ούτε εφάρμοσε τον οδηγό σπουδών όσον αφορά στα προαπαιτούμενα για την έναρξη των κλινικών ασκήσεων, (γ) Ουδέποτε αντιτέθηκε στη διεξαγωγή φοιτητικών Γ.Σ.

κατά την προγραμματισμένη ώρα μαθημάτων, (δ) Δεν παρενέβη ούτε όταν συνάδελφοι μέλη ΔΕΠ προπηλακίστηκαν από φοιτητές επειδή προσπάθησαν να κάνουν το προγραμματισμένο τους μάθημα (ακολουθούν ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολές μελών ΔΕΠ και θεσμικών οργάνων του Τμήματος Ιατρικής, με τίτλο Μάρτιος 2008 και Μάιος 2010, που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω).

Προαγωγές μελών ΔΕΠ: (α) Οι προαγωγές κάποιων συναδέλφων προχωρούν εντός μηνών, ενώ κάποιων άλλων καθυστερούν επί έτη. Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά δεν εφαρμόζονται τυχαία (ηλεκτρονικά μηνύματα με τίτλο Δεκέμβριος 2010). (β) Κατά τη διάρκεια της θητείας του Προέδρου κ. Ζ., προήχθη στην Β βαθμίδα (στο αντικείμενο της Χειρουργικής, δηλ, στο αντικείμενο του Προέδρου, πρακτικό εκλογής 2/7/2009) μέλος ΔΕΠ, συγγραφέας ερευνητικής δημοσίευσης με "data fabrication", γεγονός το οποίο είχε καταγγελθεί από διεθνές περιοδικό και είχε διαπιστωθεί σε Ένορκη Διοικητική Εξέταση του Π.Κ. (ΕΔΕ 14/3/2007). (γ) Επίσης κατά τη διάρκεια της προεδρικής του θητείας, εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής Ανατομίας, συγγραφέας ερευνητικής δημοσίευσης με διαπιστωμένο "data fabrication" και με 2 επιπλέον δημοσιεύσεις υπό αμφισβήτηση για το ίδιο παράπτωμα(πρακτικά εκλογής 23/6/2010).

Έρευνα και δεοντολογία: (α) Ο Πρόεδρος Ιατρικής κ. Ζ. όρισε συντονιστή της Επιτροπής Δεοντολογίας έναν συνταξιούχο καθηγητή Ιατρικής, ο οποίος υπήρξε κατηγορούμενος για κατ1 εξακολούθηση παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία (2ο μήνυμα, Δεκέμβριος 2010). (β) Ο κ.Ζ. έχει συνυπογράψει και ο ίδιος άρθρο με "data fabrication" όπως έχει διαπιστωθεί από Ένορκη Διοικητική Εξέταση του Π.Κ. (ΕΔΕ 14/3/2007). (γ) Επί θητείας του ανακλήθηκε η άδεια ζωοκομείου του Τμήματος, με τραγικές συνέπειες για την εκτέλεση πειραμάτων και την εκπαίδευση μεταπτυχιακών φοιτητών.

Παράδειγμα της πλημμελούς άσκησης καθηκόντων του αποτελεί το γεγονός ότι καθυστερούσε να υπογράψει αίτηση τεχνικής μελέτης για την κατασκευή έργων που απαιτούσε το Υπουργείο, παρά τις επανειλημμένες παραινέσεις μελών ΔΕΠ, του Τομέα Βασικών Επιστημών και της Πρυτανείας. Την υπέγραψε με 9 μήνες καθυστέρηση, μόνον όταν το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε ευθύνες (ηλεκτρονικά μηνύματα, Νοέμβριος 2009, Ιούλιος 2010, Νοέμβριος 2010, Μάιος 2011).

Σχέση με το ΙΤΕ: Ελλείψει αδειών πειραματισμού στο Ιατρικό Τμήμα επί θητείας κ. Ζ., μέλη ΔΕΠ αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις ερευνητικές τους δραστηριότητες στο εξωτερικό ή στο ΙΤΕ. (α) Ο κ. Ζ. όχι μόνο δεν ήταν ευτυχής που συνάδελφοι μας μπορούσαν να συνεχίσουν την έρευνά τους, αλλά επιχείρησε να τους μπλέξει σε μια ιστορία "Catch-22".

Παραδείγματος χάριν, σε συνάντηση μελών του Τμήματος έθεσε θέμα επίπληξης συναδέλφου που μετέφερε δραστηριότητές του στο ΙΤΕ. (β) Απαίτησε την επαναφορά από το ΙΤΕ στο Ιατρικό Τμήμα οργάνων μικρής αξίας με την αιτιολόγηση ότι αγοράστηκαν από κονδύλι που διαχειριζόταν ο ΕΛΚΕ, ενώ στο Ιατρικό Τμήμα βρίσκονται όργανα τεράστιας αξίας από χρηματοδοτήσεις που διαχειρίζεται το ΙΤΕ.

Σύγκρουση συμφερόντων: (α) Ο κ. Ζ. προχώρησε την προαγωγή του από Β σε Α βαθμίδα κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, και ενώ οι εκλέκτορές του κατηγορούνταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εποχή που ο ίδιος εμφανιζόταν στην τηλεόραση ως προστάτης των εκλεκτόρων του. (β) Δεδομένου ότι έχει γίνει αίτηση ακύρωσης της προαγωγής του στο Συμβούλιο Επικράτειας, και δεδομένου του πρότερου βίου του, είναι πιθανή άλλη μία σύγκρουση συμφέροντος, δηλ.

η εκ νέου προαγωγή του από Β σε Α βαθμίδα όσο θα είναι Πρύτανης. Τα ως άνω αποτελούν λίγα μόνον παραδείγματα των πεπραγμένων της προεδρίας Ζ.. Όλα τα παραπάνω καθιστούν προφανή την ανάγκη ύπαρξης άλλων υποψήφιων Πρυτανικών σχημάτων Σε αυτή την εποχή απαξίωσης των πάντων, ελπίζω να μην απαξιώσουμε και εμείς οι ίδιοι το Πανεπιστήμιο μας.

Συναδελφικά, Ε. Σ. Καθηγήτρια Φυσιολογίας, Ιατρικού Τμήματος, ΠΚ". Με αφορμή την απάντηση του ενάγοντος στην παραπάνω επιστολή, την 13η Μαΐου 2011 ο δεύτερος εναγόμενος, που είναι σύζυγος της πρώτης εναγομένης απέστειλε μία επιστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τις ίδιες είκοσι μία ηλεκτρονικές διευθύνσεις του ..., στις οποίες είχε αποστείλει την παραπάνω επιστολή η πρώτη εναγομένη.

Σε αυτήν την επιστολή ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρει επί λέξει: "Αγαπητά μέλη της Ακαδημαϊκής κοινότητας, Χάρις στο μήνυμα του κ. Ζ. μπορείτε και μόνοι σας πλέον να διαπιστώσετε πώς λειτουργεί. Αντί να απαντήσει επί της ουσίας στις καταγγελίες μελών του Ιατρικού Τμήματος και θεσμικών οργάνων του ΠΚ (πχ παραβίαση κανονισμού σπουδών, αδιαφορία για την έρευνα και τις υποδομές του Ιατρικού Τμήματος σπρώξιμο της προαγωγής του στο Τμήμα που διοικεί, χρήση λανθασμένων/ψευδών στοιχείων σε επιστημονικές δημοσιεύσεις) μοιράζει άσχετα προσωπικά του μηνύματα για αντιπερισπασμό.

Έτσι σκοπεύει να πρυτανεύσει του ... Α. Μ., M.D. Ph.D. Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής". Τέλος, την 23η Μαΐου 2011, ο δεύτερος εναγόμενος πάλι απέστειλε μία επιστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τις ίδιες είκοσι μία ηλεκτρονικές διευθύνσεις του ..., στις οποίες είχε αποστείλει την παραπάνω επιστολή η πρώτη εναγομένη.

Σε αυτήν την επιστολή, με θέμα "Ζ. & G., ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρει επί λέξει: "Αγαπητά μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, Τις προάλλες το Πανεπιστήμιο του ... επιβεβαίωσε ότι η διδακτορική διατριβή του βαρόνου Κ. Τ. Τ. Γ., πρώην υπουργού άμυνας της Μ., είναι προϊόν λογοκλοπής. Ο πρώην υπουργός άμυνας είχε την ευθιξία να παραιτηθεί από τη θέση του πριν πολύ καιρό, τότε που κατηγορήθηκε για λογοκλοπή, και έκτοτε απουσιάζει από το δημόσιο βίο.

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στη ..... ιδού τι συμβαίνει στη χώρα μας. Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο η διαδικασία προαγωγής ενός συναδέλφου σχετικά χαμηλής βαθμίδας σταμάτησε αιφνιδίως, επειδή διαπιστώθηκε ότι μέλη του εκλεκτορικού σώματος διατηρούσαν αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα τουλάχιστον τριών από τις εργασίες του.

Όπως μπορεί οποιοσδήποτε να διαβάσει στη σελ. 14, του Πρακτικού εκλογής: "Οι κκ. ... θέτουν θέμα σχετικά με 3 εργασίες... στο βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου οι οποίες αμφισβητούνται για την εγκυρότητά τους και είναι προβληματικές. Οι κκ. ... τονίζουν ότι οι συγκεκριμένες εργασίες έχουν κριτικαριστεί και μετά από ένορκη διοικητική εξέταση έχουν πάει στο πειθαρχικό συμβούλιο ...".

Εν συνεχεία, η συνεδρίαση του εν λόγω εκλεκτορικού σώματος διεκόπη και ο Πρόεδρος του Τμήματος ρώτησε τον Νομικό Σύμβουλο του Πανεπιστημίου "αν μπορεί ο υποψήφιος να αφαιρέσει τις εργασίες αυτές από το βιογραφικό του ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία εκλογής από το σημείο που διεκόπη" (Σελ. 16, Πρακτικού εκλογής).

Η διαδικασία πράγματι συνεχίστηκε περίπου έξι μήνες μετά τη διακοπή της και λίγο μετά την επανέναρξη της, ο Πρόεδρος του Τμήματος διαβεβαίωσε το εκλεκτορικό σώμα "ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νομικό Σύμβουλο τον ενημέρωσε ότι μπορεί ο υποψήφιος να αφαιρέσει τις εργασίες αυτές από το βιογραφικό του, ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία εκλογής από το σημείο που διεκόπη" (Σελ. 23, Πρακτικού εκλογής).

Αν αναρωτιέστε, η έκβαση της διαδικασίας ήταν αίσια (για τον υποψήφιο αν όχι για το Πανεπιστήμιο) όπως προκύπτει από την τελευταία σελίδα του πρακτικού εκλογής. Τις συνέπειες τέτοιας πολυετούς λειτουργίας Προέδρων, Πρυτάνεων, Υπουργών, υποψηφίων, εκλεκτορικών σωμάτων κλπ. είναι που βιώνουμε πιο έντονα από το 2009 και μετά.

Σε κάθε περίπτωση, τι σχέση έχει άραγε η πιο πάνω ιστορία με τον Τ. Γ. και όλους εμάς; Το Τμήμα: το Ιατρικό του .... Ο Πρόεδρος: Ο. Ζ. Το πρόβλημα: Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι δεν υπάρχει απόδειξη της ύπαρξης σχετικής γνωμάτευσης του Νομικού Συμβούλου. Κατά δήλωση του Προέδρου του Τμήματος η επικοινωνία ήταν τηλεφωνική.

Ούτε η γραμματική ανάλυση του επίμαχου σημείου των πρακτικών επιτρέπει στον αναγνώστη να καταλάβει ότι ο Νομικός Σύμβουλος ενημέρωσε τον Πρόεδρο και όχι ο Πρόεδρος τον Νομικό Σύμβουλο. Ούτε βέβαια νοείται απόσυρση δημοσιεύσεων από το βιογραφικό υποψηφίου χωρίς την απόσυρσή τους από τη διεθνή γραμματεία.

Και δεν μπορεί η απόσυρση δημοσίευσης να αίρει αμφιβολίες για το έργο υποψηφίου. Αν κάτι τις επιβεβαιώνει. Και μολονότι πολλά έχουν δει τα μάτια μας τελευταία, δεν μπορώ να φανταστώ νομικό σύμβουλο που προτείνει εξαφάνιση πειστηρίων προκειμένου να διαλυθούν υποψίες σχετικά με τη διάπραξη αξιόποινης πράξης.

Όσον αφορά το ρόλο του κ. Ζ., από τα στοιχεία που σας έχω δώσει μέχρι τώρα θα μπορούσατε τουλάχιστον να βγάλετε το συμπέρασμα ότι δεν προάσπισε την αξιοκρατία στο Τμήμα που διοικεί. Γιατί λοιπόν να πιστέψουμε τις προεκλογικές του δηλώσεις περί αξιοκρατίας, κλπ.; Αλλά δεν είναι αυτό το χειρότερο: αντίθετα με τον Τ.

Γ. που παραιτήθηκε από υπουργός άμυνας μόλις τον υποπτεύθηκαν για λογοκλοπή, ο κ. Ζ. δε παραιτήθηκε από τίποτε παρά το ότι συνυπογράφει μία από τις εργασίες που "έχουν κριτικαριστεί" και παραπεμφθεί σε ένορκη διοικητική εξέταση. Αντίθετα διεκδικεί την ψήφο μας στις Πρυτανικές εκλογές. Α. Μ., M.D., Ph.D., Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής".

Αναφορικά με το περιεχόμενο της πρώτης, από 11 Μαΐου 2011 επιστολής μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όπως αυτό επισκοπείται, προκύπτει, ότι εμπεριέχει πραγματικά περιστατικά, που επικεντρώνονται ευθέως στο πρόσωπο του ενάγοντος, ως προέδρου του Τμήματος Ιατρικής και υποψηφίου Πρύτανη του ... και σαφώς είχαν τη δυναμική να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού αφορούν κατ' αρχήν εναντίον του κατηγορίες, για επιλήψιμες πράξεις και παραλείψεις στις οποίες προέβη είτε σκοπίμως προς ίδιον όφελος, είτε από ανικανότητα, ώστε να παρίσταται επιτακτική ανάγκη να υπάρξουν και άλλοι υποψήφιοι.

Η συντάκτρια της επιστολής βάλλει κατά του Προέδρου του Τμήματος Ιατρικής, υπό μορφή αντιδικίας, και εκφράζει κριτική, για την παραβίαση εκ μέρους του, του Κανονισμού σπουδών του Τμήματος, ζητώντας από τα μέλη ΔΕΠ να προγραμματίσουν εξετάσεις εκτός εξεταστικής περιόδου, για ότι δεν εφάρμοσε τον οδηγό σπουδών όσον αφορά στα προαπαιτούμενα για την έναρξη των κλινικών ασκήσεων και ότι δεν αντιτέθηκε στη διεξαγωγή φοιτητικών Γ.Σ.

κατά την προγραμματισμένη ώρα μαθημάτων. Για παραβίαση του Κανονισμού Σπουδών καταγγέλλει τον ενάγοντα και ο εναγόμενος στην πρώτη ηλεκτρονική επιστολή του.

Από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, αποδεικνύεται, ότι πράγματι την χειμερινή περίοδο του έτους 2009-2010, πραγματοποιήθηκαν εξετάσεις κάποιων μαθημάτων του Τμήματος εκτός εξεταστικής περιόδου.

Μάλιστα σχετική ανακοίνωση αναρτήθηκε στον ιστότοπο του Τμήματος Ιατρικής σχετικά με τις εξετάσεις της χειμερινής περιόδου του έτους 2009-2010, σύμφωνα με την οποία: "Μετά από τη διενέργεια συνέλευσης του τρίτου έτους και της σύμφωνης γνώμης των υπευθύνων των μαθημάτων και του Προέδρου της Σχολής σας ενημερώνουμε για τις παρακάτω αλλαγές στις ημερομηνίες των εξετάσεων:-Φαρμακολογία Β' 25/2/2010 Αμφ. 1, 2, 3 ώρες 16:00-19:00-Μικροβιολογία Β' 8/3/2010 Αμφ. 1, 2, 3 ώρες 16:00- 19:00".

Όμως όπως αποδείχθηκε η δυνατότητα αυτή υπήρχε δυνάμει απόφασης της Γενικής συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής ήδη από το έτος 2006,δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της εκλογής του ενάγοντος στη θέση του Προέδρου του Τμήματος. Τότε και υπό την απειλή απώλειας της εξεταστικής περιόδου για ορισμένα μαθήματα, λόγω παρατεταμένων καταλήψεων, η Γενική Συνέλευση του Τμήματος στην από 10-7-2006 συνεδρίασή της έλαβε κατ' εξαίρεση απόφαση να δίνονται εξετάσεις και εκτός εξεταστικής περιόδου, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος.

Χρήση της δυνατότητας αυτή$ και προς το συμφέρον των φοιτητών έγινε και το 2010, διότι λόγω και πάλι των καταλήψεων, υπήρξε πρόβλημα αλληλοεπικάλυψης των μαθημάτων και κίνδυνος να χαθεί η εξεταστική περίοδος για κάποια από αυτά. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη ανάρτηση στον ιστότοπο του τμήματος, η διενέργεια κάποιων μαθημάτων σε άλλες ημέρες και ώρες αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση των φοιτητών και τη σύμφωνη γνώμη των υπεύθυνων καθηγητών των μαθημάτων.

Η εναγομένη, καθηγήτρια και ίδια στο Τμήμα Ιατρικής, γνώριζε ότι ο ενάγων δεν έλαβε προσωπικά την απόφαση ως πρόεδρος του Τμήματος, ούτε είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα περί τούτου, για αλλαγή ημερομηνίας εξετάσεων εκτός εξεταστικής περιόδου, αλλά ήταν μία συλλογική απόφαση των ενδιαφερομένων, βάσει μιας παγιωμένης πρακτικής, προκειμένου να μην απολεσθεί η εξεταστική περίοδος για κάποια μαθήματα.

Όσον αφορά στον ισχυρισμό της εναγομένης στην ίδια ηλεκτρονική επιστολή ότι δεν εφάρμοσε τον Κανονισμό Σπουδών όσον αφορά στα προαπαιτούμενα για την έναρξη κλινικών ασκήσεων, λεκτέα είναι τα εξής: στο πρόγραμμα προπτυχιακών σπουδών των φοιτητών του Τμήματος Ιατρικής έχουν θεσπιστεί προϋποθέσεις για την εγγραφή των φοιτητών στις κλινικές ασκήσεις, που γίνονται στα δύο τελευταία έτη σπουδών.

Οι προϋποθέσεις αυτές διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) τα γενικά προαπαιτούμενα μαθήματα (που αφορούν όλες τις κλινικές) και β) τα ειδικά προαπαιτούμενα μαθήματα (που αφορούν συγκεκριμένη κλινική). Μέχρι την έναρξη της κλινικής άσκησης του εαρινού εξαμήνου 2008 το θέμα τα προϋποθέσεων των κλινικών ασκήσεων δεν είχε διευθετηθεί συνολικά από τη Σχολή, με αποτέλεσμα τον Μάρτιο 2008 να διακοπεί η εκπαιδευτική διαδικασία του Παθολογικού Τομέα στο αμφιθέατρο του ....

και να προπηλακιστεί ο Καθηγητής Παθολογίας Δ. Μ. από ομάδα φοιτητών, οι οποίοι ζητούσαν την κατάργηση όλων των προϋποθέσεων των κλινικών ασκήσεων. Όπως όμως αποδείχθηκε, αρμόδιο συλλογικό όργανο για τα ζητήματα αυτά είναι η Επιτροπή Προπτυχιακών Σπουδών. Τούτο δε προκύπτει κυρίως από την από 21-3-2008 επιστολή της ως άνω Επιτροπής, προς τον ενάγοντας η οποία τον ενημερώνει για το περιστατικό, ενώ στην τελευταία παράγραφο αυτής αναφέρει ότι "παραμένει σταθερή στις θέσεις της, αναφορικά με την ύπαρξη προαπαιτούμενης γνώσης των κλινικών και προτίθεται να προσκαλέσει τους Δ/ντες Τομέων, καθώς και τους υπευθύνους των κλινικών ασκήσεων παρουσία της διοίκησης του Τμήματος, ώστε να καθοριστούν προϋποθέσεις των κλινικών ασκήσεων από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος 2008-2009".

Στην επιστολή αυτή δηλώνεται η πρόθεση της Επιτροπής ως αρμόδιας να κινήσει τις διαδικασίες, ώστε να καθοριστούν προϋποθέσεις κλινικών ασκήσεων, παρουσία της διοίκησης του Τμήματος. Δεν καλείται δηλαδή η διοίκηση και δη ο Πρόεδρος του Τμήματος, να πάρει απόφαση. Εξάλλου όπως είναι γνωστό σε όλα τα μέλη ΔΕΠ, τα γενικά προαπαιτούμενα για την έναρξη των κλινικών έπαυσαν να ελέγχονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ενώ τα ειδικά ελέγχονται από τις επιμέρους κλινικές.

Σημειωτέον ότι η θέση των προαπαιτουμένων μαθημάτων ως προϋποθέσεων για την έναρξη κλινικών ασκήσεων έπαυσε να υφίσταται σε όλα τα ιατρικά τμήματα των Πανεπιστημίων της χώρας... Την αναλήθεια συνεπώς των παραπάνω την γνώριζαν οι εναγόμενοι, καθηγητές και οι ίδιοι του Τμήματος Ιατρικής. Τα ισχυρίστηκαν δε αυτά με σκοπό να πλήξουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού και πριν την θητεία του ενάγοντος ως Προέδρου του Τμήματος Ιατρικής και μετά, η κατάσταση ως προς τα προαπαιτούμενα δεν έχει αλλάξει, όμως δεν προέκυψε διαμαρτυρία των εναγομένων ή επιστολή απευθυνόμενη σε άλλον πλην του ενάγοντος.

Περαιτέρω, την 27.4.2010 ομάδα φοιτητών διέκοψε τη διάλεξη της Ε.Π., Καθηγήτριας Αιματολογίας, στα πλαίσια του μαθήματος της Παθοφυσιολογίας, διότι υπήρχε προγραμματισμένη Γενική Συνέλευση των φοιτητών την ίδια ώρα. Για το γεγονός αυτό τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του Τομέα Βασικών Επιστημών του Ιατρικού Τμήματος απηύθυναν την από 4.5.2010 επιστολή τους προς τον Πρόεδρο του Ιατρικού Τμήματος - ενάγοντα ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την προστασία του Πανεπιστημίου.

Κατόπιν αυτών μετά από πρωτοβουλία του ενάγοντος τέθηκε στην αρμόδια Επιτροπή Προπτυχιακών Σπουδών το ζήτημα του καθορισμού ωρολογίου προγράμματος κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2010, οπότε λήφθηκε η απόφαση να διαμορφωθεί το πρόγραμμα με τρόπο κατάλληλο, ώστε τα απογεύματα κάθε Τετάρτης να παραμένουν κενά πανεπιστημιακών παραδόσεων, για να μπορούν οι φοιτητές να συγκαλούν τις Γενικές Συνελεύσεις τους χωρίς να διακόπτεται η ροή των μαθημάτων, όπως έχει καταγραφεί στα Πρακτικά της από 16.9.2010 Συνεδρίασης της Επιτροπής.

Ως εκ τούτου αναληθείς καθίστανται οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι δεν παρενέβη ο εναγόμενος προκειμένου να ρυθμιστεί η ώρα διεξαγωγής των φοιτητικών Γενικών Συνελεύσεων και να αποφευχθούν φαινόμενα έντασης μεταξύ φοιτητών και καθηγητών ως προς το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό στην ίδια επιστολή "ότι οι προαγωγές κάποιων συναδέλφων προχωρούν εντός μηνών, ενώ άλλων καθυστερούν επί έτη.

Τα δύο μέτρα και σταθμά δεν εφαρμόζονται τυχαία", ότι δηλαδή για λόγους σκοπιμότητας του ενάγοντος επισπεύδονται ή καθυστερούν οι διαδικασίες ανάλογα με το πρόσωπο του υποψηφίου και αυτός ελέγχεται αναληθής. Και τούτο διότι εκ του νόμου η διαδικασία εξέλιξης μέλους ΔΕΠ σε ανώτερη βαθμίδα είναι μία σύνθετη διοικητική πράξη, που δεν εξαρτάται από την απόφαση ή την βούληση μονοπρόσωπου οργάνου, όπως είναι ο Πρόεδρος του Τμήματος, αλλά από αποφάσεις συλλογικών οργάνων του Πανεπιστημίου, και δη της Γενικής Συνέλευσης αυτού και του Εκλεκτορικού Σώματος.

Άλλωστε στο τέλος της θητείας του ενάγοντος δεν παρέμεινε σχεδόν καμία εκκρεμότητα εξέλιξης ΔΕΠ, αφού όπως προκύπτει από την με αριθμ. ....96/4-10-2012 βεβαίωση της Γραμματείας του ..., οι εκλογές εξελίξεις μελών ΔΕΠ κατά διάρκεια της θητείας του ενάγοντος ως Προέδρου του Τμήματος ήταν 111, σε σύνολο μελών ΔΕΠ 125-130.

Περαιτέρω, σχετικά με τα αναφερόμενα στην από 11-5-2011 ηλεκτρονική επιστολή της εναγομένης και στην από 23-5-2011 ηλεκτρονική επιστολή του 2ου εναγομένου αναφορικά με την επί θητείας του ενάγοντος εκλογή στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή Ανατομίας Ι. Τ., ο οποίος διαπιστωμένα προέβη, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, σε ερευνητική δημοσίευση με κατασκευασμένα στοιχεία σε τρεις εργασίες "data fabrication", με τον εναγόμενο να ισχυρίζεται επιπλέον ότι ο ενάγων παραπλάνησε το εκλεκτορικό σώμα, δηλώνοντάς του ότι ο νομικός σύμβουλος του Πανεπιστημίου γνωμοδότησε ότι οι συγκεκριμένες εργασίες μπορούν να παραληφθούν από το βιογραφικό του υποψήφιου, λεκτέα είναι τα εξής:

Σύμφωνα με τη με ημερομηνία 14.3.2007. Τελική Έκθεση της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που διενήργησε ο Χ. Λ., Καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας του ..., διαπιστώθηκε ότι το άρθρο Ε. C., J. T., £ Ε. A., Ο. Ζ., J.S. V., E. X., Laparoscopic vs open approach for Nissen fundoplication, A comparative study, Surg Endosc (2002) 16: ...9-1684, περιλαμβάνει ψευδή αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων πάνω στις οποίες βασίσθηκαν τα συμπεράσματα που δημοσιεύθηκαν, αλλά και ψευδείς μεθόδους και ότι ο Ε.

Ξ.ς υπέπεσε στο παράπτωμα της με δόλο δημοσίευσης ψευδών και κατασκευασμένων ερευνητικών στοιχείων, ενώ οι λοιποί συν-συγγραφείς (μεταξύ των οποίων είναι ο ενάγων) ανέλυσαν μόνο τα από αυτόν σε αυτούς διατεθέντα εργαστηριακά και άλλα στοιχεία. Σύμφωνα δε με την ως άνω ΕΔΕ μόνο για τον Ε. Ξ. έγινε πρόταση πειθαρχικής δίωξης και παραπομπής του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Ο Ι. Τ., ένας από τους συν-συγγραφείς του εν λόγω άρθρου, εκλέχθηκε την 23.6.2010 στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή Ανατομίας του Τομέα Μορφολογίας του Τμήματος Ιατρικής του .... Κατά τη διάρκεια της εκλογικής του διαδικασίας κατά την αρχική κοινή συνεδρίαση του Εκλεκτορικού Σώματος και της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής την 10.12.2009 ετέθη από ορισμένους εκλέκτορες θέμα αμφισβήτησης τριών εργασιών του, οι οποίες έχουν κριτικαριστεί για την εγκυρότητά τους και μετά από ΕΔΕ έχουν παραπεμφθεί στο πειθαρχικό συμβούλιο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το παραπάνω δημοσιευμένο άρθρο.

Ο ενάγων, ως Πρόεδρος του Τμήματος, δεδομένου ότι κατά το Ν. 1268/1982 παρ. 106 ΣΤΕ 4835/1987 "Δεν είναι νόμιμη μία κρίση όταν πραγματοποιείται εν όψει αμφιβολιών ή αμφισβητήσεων για το έργο ενός υποψηφίου. Οι αμφιβολίες ή αμφισβητήσεις πρέπει να αίρονται, θετικά ή αρνητικά για τον υποψήφιο, ύστερα από σαφή και αιτιολογημένη σκέψη, γεγονός το οποίο πρέπει να προκύπτει είτε από την εισηγητική έκθεση είτε από τα σχετικά πρακτικά εκλογής", πρότεινε να αναβληθεί η εκλογή, ώστε να ερωτηθεί ο νομικός σύμβουλος του Πανεπιστημίου αν ο υποψήφιος μπορεί να αφαιρέσει από το βιογραφικό του τις εργασίες που αμφισβητήθηκαν, και με τη με αρ.

πρωτ. 168/22.3.2010 επιστολή του απηύθυνε το σχετικό ερώτημα στον τελευταίο. Κατά τη συνέχιση της εκλογικής του διαδικασίας την 23.6.2010 ο ενάγων ενημέρωσε το εκλεκτορικό σώμα ότι, κατόπιν τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τον νομικό σύμβουλο, ο υποψήφιος μπορεί να αφαιρέσει από το βιογραφικό του τις εργασίες που αμφισβητήθηκαν και να συνεχιστεί η διαδικασία εκλογής από το σημείο που διεκόπη.

Πράγματι η διαδικασία συνεχίστηκε, ο I. Τ. κατέθεσε ένα έγγραφο του προς τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, στο οποίο αναφέρει επί λέξει: "Επειδή ηγέρθησαν αμφιβολίες ως προς ορισμένες δημοσιεύσεις -τις υπ' αριθμόν 15, 16 και 18 του βιογραφικού μου σημειώματος- θα παρακαλούσατα μέλη του εκλεκτορικού σώματος που διατηρούν αμφιβολίες για την εγκυρότητα των ως άνω δημοσιεύσεων, να μην τις λάβουν υπ' όψιν κατά την κρίση τους" και τελικά εκλέχθηκε λαμβάνοντας 20 θετικές ψήφους επί του συνόλου 21 ψηφισάντων εκλεκτόρων.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει, ότι έστω και αν η διαδικασία υποβολής ερωτήματος προς τον Νομικό Σύμβουλο του ... με την υποβολή κατ' ευθείαν σ' αυτόν του υπ' αριθ. 168/2010 εγγράφου του ενάγοντος και όχι δια μέσω του Πρυτάνεως..., ήταν παράτυπη και έστω και αν για την αφαίρεση των εργασιών του υποψηφίου που αμφισβητήθηκαν από το βιογραφικό του ακολουθείται η διαδικασία retraction, σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας απευθύνεται στο περιοδικό που την δημοσίευσε και ζητεί την αφαίρεσή της από τις σελίδες του, η εξέλιξη του συγκεκριμένου μέλους ΔΕΠ σε θέση Επίκουρου Καθηγητή, έγινε σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία εξέλιξης μέλους ΔΕΠ σε ανώτερη βαθμίδα, που είναι σύνθετη διοικητική πράξη, δεν εξαρτάται από απόφαση μονοπρόσωπου οργάνου διοίκησης, όπως ο Πρόεδρος Τμήματος, ήτοι κατόπιν Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής και σχεδόν ομόφωνης απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος της Ιατρικής.

Εκλέκτορας δε στην ως άνω διαδικασία ήταν και η εναγόμενη, όποιες δε αμφιβολίες και αντιρρήσεις ως προς την εκλογή του ως άνω υποψήφιου θα μπορούσε να τις εκφράσει, ως έχοντας δικαίωμα κατά τις ως άνω συνεδριάσεις, αντίθετα όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεις των ως άνω οργάνων του Τμήματος και κατά τη συνεδρίαση στις 10-12-2009 και στην επαναληπτική στις 23-6-2010 απουσίαζε αδικαιολόγητα.

Όμως οι εναγόμενοι σύζυγοι επέλεξαν με τις ανωτέρω επιστολές τους, να αποδώσουν στον ενάγοντα μομφές για παραλείψεις και αταξίες της διαδικασίας εξέλιξης μελών ΔΕΠ σε ανώτερη βαθμίδα, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι αναληθείς. Επίσης τα με όμοιο περιεχόμενα στην ίδια επιστολή για την εκλογή στις 9.7.2009 στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή Γενικής Χειρουργικής του Τομέα Χειρουργικής του ...

του Ε. Χ., κρίνονται αναληθή καθώς όπως προαναφέρθηκε οποιαδήποτε προαγωγή σε ανώτερη βαθμίδα μέλους ΔΕΠ γίνεται με απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος, εν προκειμένω η συγκεκριμένη εκλογή έγινε με την συντριπτική πλειοψηφία 20 θετικών ψήφων στο σύνολο των 22 ψηφισάντων. Επίσης είναι εντελώς ψευδές ότι στην από 14-3-2007 ΕΔΕ, στην οποία η εναγόμενη ρητά αναφέρεται προς απόδοση μομφής στον ως άνω καθηγητή αλλά και στον ενάγοντα για χρησιμοποίηση αναληθών ή παραποιημένων στοιχείων, διαπιστώνεται η χρήση από αυτούς κατασκευασμένων δεδομένων.

Αντίθετα ουδεμία ευθύνη αποδίδεται σ' αυτούς ..., οι οποίοι ως συν-συγγραφείς ανέλυσαν μόνο τα διατεθέντα σ' αυτούς εργαστηριακά υλικά, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη, καθώς η ίδια φέρεται ως καταγγέλλουσα στην ως άνω Ένορκη Διοικητική Εξέταση, με το πόρισμα να κοινοποιείται και σ' αυτήν ... Περαιτέρω και η αναφορά ότι ο "Πρόεδρος Ιατρικής Κ.

Ζ. όρισε συντονιστή της Επιτροπής Δεοντολογίας ένα συνταξιούχο καθηγητή Ιατρικής, ο οποίος υπήρξε κατηγορούμενος για κατ' εξακολούθηση παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία" ελέγχεται ως ψευδής. Γνώριζε σαφώς η εναγομένη, ως μέλος της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, ότι ο διορισμός συντονιστή στην ως άνω Επιτροπή δεν ανήκε στην αρμοδιότητα του Προέδρου του Τμήματος αλλά στην Γενική Συνέλευση του Τμήματος, που κατά την συνεδρίασή της στις 3-2-2010 τον διόρισε ομόφωνα, κατόπιν προτάσεως του Δ.Σ., καθώς και ότι κατά τον χρόνο διορισμού του Ν.

Γ. στην Επιτροπή αυτή, ο τελευταίος δεν ήταν συνταξιούχος ... Επίσης ναι μεν υπήρξε κατηγορούμενος για τις ως άνω πράξεις, όμως από το 2004 με την με αριθμό 2995/4-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου είχε κηρυχθεί αθώος, γεγονός του οποίου η εναγομένη είχε άμεση γνώση αφού κατέθεσε ως μάρτυρας στην δίκη αυτή και συνεπώς σκοπίμως παρέλειπε να αναφέρει.

Για τον περιεχόμενο στην ίδια ηλεκτρονική επιστολή ισχυρισμό ότι ο ενάγων ευθύνεται για την ανάκληση της άδειας ζωοκομείου και αγνόησε τις παραινέσεις των μελών ΔΕΠ να υπογράψει την τεχνική μελέτη κατασκευής έργων στο ζωοκομείο, την οποία εντέλει υπέγραψε μόνο όταν το Υπουργείο Παιδείας του ζήτησε ευθύνες, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Συντονιστής της Επιτροπής Ζωοκομείου, κατά την περίοδο 2007-2009 ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, σύζυγος της πρώτης (εναγομένης). Η άδεια λειτουργίας του Ζωοκομείου αφαιρέθηκε το έτος 2008, μετά από επιτόπιο έλεγχο επί θητείας του δεύτερου εναγόμενου ..., στον οποίο υπαιτιότητα και εσφαλμένες ενέργειες καταλογίζουν ο επόμενος συντονιστής της Επιτροπής Ζωοκομείου Χ.

Τ.... και ο Προϊστάμενος της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Ηρακλείου στην με αριθμό ....87/18-9-2012 ένορκη βεβαίωσή του. Και ναι μεν ο εναγόμενος μπορεί να ισχυρίζεται ότι η αρμοδιότητά του ήταν συμβουλευτική, όμως αυτός συνεργαζόταν με τον υπεύθυνο ζωοκόμο με τον οποίο οι σχέσεις του είχαν έλθει σε ρήξη, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται μέτρα για την λειτουργία του ζωοκομείου, όπως και με αυτόν ερχόταν σε επικοινωνία οι υπεύθυνοι κτηνίατροι, προκειμένου επιλυθούν τα προβλήματα που σχετίζονταν με την λειτουργία του Ζωοκομείου, τους οποίους αντιμετώπιζε αρνητικά και απαξιωτικά, μη δεχόμενος αυτός αλλά και τα άλλα μέλη της Επιτροπής οιαδήποτε υπόδειξή τους.

Συνέπεια της στάσης τους αυτής ήταν να επιληφθεί της κατάστασης ο Προϊστάμενος της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας, ως προς τον οποίο η στάση των μελών της Επιτροπής Ζωοκομείου δεν άλλαξε, ενώ όπως διαπίστωσε δεν υπήρχε και διάθεση εκ μέρους τους για επίλυση των πρακτικών δυσλειτουργιών του χώρου παραμονής των πειραματόζωων, όπως αναφέρει στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ...87/18-9- 2012, ένορκη βεβαίωσή του.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 2055/9-4-2010 έγγραφο της Δ/νσης Κτηνιατρικής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, όταν πλέον μετά από ενέργειες κυρίως του ενάγοντος όσον αφορά την χρηματοδότηση, ανακτήθηκε έστω και προσωρινά η άδεια του Ζωοκομείου, υπεύθυνος στον οποίο απευθύνεται η ως άνω υπηρεσία είναι ο Συντονιστής Επιτροπής, (ο οποίος είχε πλέον αντικατασταθεί) και όχι ο Πρόεδρος του Τμήματος.

Αντίθετα δεν προέκυψε ευθύνη του ενάγοντος, ως προς αφαίρεση της λειτουργίας της άδειας του Ζωοκομείου, ο οποίος ως Πρόεδρος του Τμήματος, όταν αντιλήφθηκε την ελλιπή αντίδραση των πιο πάνω αρμοδίων οργάνων του Πανεπιστημίου, επιμελήθηκε να οριστεί νέα Επιτροπή Ζωοκομείου με νέο ζωοκόμο, η οποία συνεργάστηκε με την Τεχνική Υπηρεσία του ...

και την Κτηνιατρική Υπηρεσία, με αποτέλεσμα την παράταση της χρονικής διάρκειας της πιο πάνω άδειας μέχρι το τέλος του 2011, ότε και αναμενόταν η ολοκλήρωση της μελέτης αναβάθμισης του ζωοκομείου και η έκδοση μόνιμης άδειας. Εξάλλου και η με αρ. πρωτ. 179/23.3.2009 επιστολή της Επιτροπής Ζωοκομείου, υπό την προεδρία του κ.

Μ. (2ου εναγομένου) προς τον ενάγοντα, που επισημαίνει τις αρνητικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος στις ερευνητικές δραστηριότητες του Τμήματος και εισηγείται τη λήψη μέτρων για την ανάκτηση της άδειας λειτουργίας του Ζωοκομείου, η οποία τελικά έλαβε χώρα την 9.4.2010, ουδεμία μομφή αποδίδει στον ενάγοντα, αντίθετα όταν αναφέρεται στον επιμερισμό ευθυνών (τελευταία σελίδα) αλλά θεωρεί υπεύθυνο τον ζωοκόμο κ.

Καλούδη, την αντικατάσταση του οποίου εισηγείται. Περαιτέρω και από την επισκόπηση του περιεχομένου των επιστολών που του απέστειλαν η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Φαρμακολογίας Β. Ζ., ο Καθηγητής Φαρμακολογίας Α. Γ., οι Καθηγητές Βιοχημείας Δ. Κ. και Χ. Σ., η Λέκτορας Φυσιολογίας Γ., τα μέλη ΔΕΠ του Τομέα Βασικών Επιστημών μέσω του Διευθυντή του Καθηγητή Χημείας Γ Μ.

και ο επόμενος Συντονιστής της Επιτροπής Ζωοκομείου Αναπληρωτής Καθηγητής Κλινικής Χημείας Χ. Τ., σχετικά με την αναγκαιότητα να καταθέσει άμεσα την απαιτούμενη από την Πρυτανεία εισήγησή του προκειμένου να προχωρήσει η υλικοτεχνική μελέτη από την Τεχνική Υπηρεσία του Πανεπιστημίου για την κατασκευή αποκλειστικής οδού μεταφοράς των πειραματόζωων από τον χώρο του Ζωοκομείου στις εργαστηριακές πτέρυγες που ζήτησε το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και η Κτηνιατρική Διεύθυνση ....

δεν του αποδίδεται μομφή για οιαδήποτε παράλειψή του. Τέλος το Υπουργείο Παιδείας ουδέποτε ζήτησε ευθύνες από τον ενάγοντα για το ζήτημα αυτό παρά την από 18-11-2010 καταγγελία της εναγομένης. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι και οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι είναι ψευδείς ως προς τον ενάγοντα, ήταν εν γνώσει των εναγομένων.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ελλείψει αδειών πειραματισμού και υποδομών στο Ιατρικό Τμήμα επί θητείας κ. Ζ., μέλη ΔΕΠ αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις δραστηριότητες του στο εξωτερικό η στο ΙΤΕ, ενώ την ίδια στιγμή τους επιπλήττει που μετέφεραν δραστηριότητες και εξοπλισμό από το ...

στο Ι.Τ.Ε., εμπλέκοντας τους σε μία ιστορία Catch-22 (αδιέξοδη κατάσταση-φαύλος κύκλος). Ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται και στην πρώτη κατά σειρά ηλεκτρονική επιστολή του δεύτερου εναγόμενου, στην οποία αναφέρει ότι ο ενάγων αδιαφορεί για την έρευνα και τις υποδομές του Τμήματος Ιατρικής. Πράγματι προέκυψε ότι την ίδια περίοδο, ο Α.

Η., Αναπληρωτής Καθηγητής Μοριακής Βιολογίας, και άλλα μέλη ΔΕΠ μετέφεραν στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) τις ερευνητικές τους δραστηριότητες και, συνακόλουθα, μέρος του εξοπλισμού του Πανεπιστημίου. Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής την 26.10.2010, ο ενάγων έθεσε αυτό το θέμα προς συζήτηση και εισηγήθηκε τη σύσταση επιτροπής για την προετοιμασία πλαισίου συνεργασίας με το ΙΤΕ, πρόταση η οποία έγινε δεκτή.

Αντίθετα, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου προέκυψε επίπληξη μέλους ΔΕΠ εκ μέρους του ενάγοντος. Επομένως, τα αναληθή αυτά πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στους ισχυρισμούς των εναγομένων, υποκρύπτουν συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, αφού τον εμφανίζουν ως πρόσωπο με έλλειψη διεύθυνσης και αδιαφορίας ως προς τις υποδομές και την εξέλιξη της έρευνας στο Τμήμα Ιατρικής του ...

και εν τέλει δρώντα ιδιοτελώς με σκοπό καταδίωξης των συναδέλφων του και εμπλοκής τους σε αδιέξοδες καταστάσεις. Επίσης σχετικά με τα όσα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη "ότι ο Ζ. προχώρησε την προαγωγή του από Β σε Α βαθμίδα κατά διάρκεια της προεδρίας του, και ενώ οι εκλέκτορές του κατηγορούνταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εποχή που ο ίδιος εμφανιζόταν στην τηλεόραση ως προστάτης των εκλεκτόρων του. (β) Δεδομένου ότι έχει γίνει αίτηση ακύρωσης της προαγωγής του στο Συμβούλιο Επικράτειας, και δεδομένου του πρότερου βίου του, είναι πιθανή άλλη μία σύγκρουση συμφέροντος, δηλ.

η εκ νέου προαγωγή του από Β σε Α βαθμίδα όσο θα είναι Πρύτανης. Τα ως άνω αποτελούν λίγα μόνον παραδείγματα των πεπραγμένων της προεδρίας Ζ.", ισχυρισμός που συμπληρώθηκε με την πρώτη κατά σειρά επιστολή του εναγομένου, "σπρώξιμο της προαγωγής του στο Τμήμα που διοικεί", σημειωτέα επίσης είναι τα εξής: Με τα ως άνω λεχθέντα αφήνεται κατ' αρχήν να εννοηθεί ότι ο ενάγων εκμεταλλεύθηκε το αξίωμα του Προέδρου και ασκώντας επιρροή στους συναδέλφους του, ως μη έχων προσόντα, προκάλεσε την εξέλιξή του σε καθηγητή.

Γεγονός αναληθές δεδομένου ότι το ακαδημαϊκό, επιστημονικό και ερευνητικό έργο του ενάγοντος είναι μεγάλο και υψηλής ποιότητας, συνεπώς αυτός είχε τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την προαγωγή του, ως εκ τούτου το σύνολο του Εκλεκτορικού Σώματος, πλην ενός και του εναγομένου που απουσίαζε, ψήφισε θετικά για την προαγωγή του Καθηγητή.

Άλλωστε επί της απόφασης της εκλογής-εξέλιξης του ενάγοντος ασκήθηκε η από 5-8-2010 προσφυγή του δεύτερου εναγομένου προς την Υπουργό Παιδείας. Η προσφυγή απορρίφθηκε, με την διαπίστωση ότι " Ύστερα από τον προβλεπόμενο έλεγχο νομιμότητας δεν διαπιστώθηκε ουδεμία παρατυπία στην εκλογή - εξέλιξη του Ο. - Ι.

Ζ. στη θέση του Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο "Γενική Χειρουργική με έμφαση στη Χειρουργική Ογκολογία"... Ενώ με την με αριθμό 2572/2014 απόφαση του ΣτΕ απορρίφθηκε επίσης, η εκκρεμούσα κατά την σύνταξη της επιστολής, αίτηση ακύρωσης της προαγωγής του ενάγοντος ασκηθείσα και πάλι από τον δεύτερο εναγόμενο.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί για τον τρόπο διοίκησης και συμπεριφοράς του ενάγοντος στους συναδέλφους του καθηγητές με χαρακτηριστικές αναφορές, "εμφανιζόταν στην τηλεόραση ως προστάτης των εκλεκτόρων" και με "σπρώξιμο της προαγωγής του στο Τμήμα που διοικεί" και "και δεδομένου του πρότερου βίου του", ελέγχονται ως ψευδείς εν γνώσει, όπως από τα προαναφερθέντα προέκυψε, των εναγομένων.

Τέλος με τη δεύτερη από 23-05-2011 επιστολή του ο δεύτερος εναγόμενος, επαναλαμβάνει ότι ο ενάγων δεν προάσπισε την αξιοκρατία στο Τμήμα που διοικεί και αναρωτιέται για τις προεκλογικές του δηλώσεις περί αξιοκρατίας. Ο εναγόμενος αναφέρεται προφανώς στα όσα αναφέρει η ενάγουσα στην από 11-5-2011 επιστολή της για το ζήτημα της από 26-3- 2010 εκλογής του Ι.

Τ. μέλους ΔΕΠ στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή, τα οποία ήδη έχουν κριθεί αναληθή. Ειδικότερα επαναλαμβάνεται και στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη με ημερομηνία 14.3.2007 Τελική Έκθεση της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που διενήργησε ο Χ. Λ., Καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας του ..., ο μόνος που υπέπεσε στο παράπτωμα της με δόλο δημοσίευσης ψευδών και κατασκευασμένων ερευνητικών στοιχείων, Ε.

Ξ.ς, ενώ οι λοιποί συν-συγγραφείς (μεταξύ των οποίων είναι ο ενάγων) ανέλυσαν μόνο τα από αυτόν σε αυτούς διατεθέντα εργαστηριακά και άλλα στοιχεία. Ουδέν συνεπώς παράπτωμα περί δημοσίευσης ψευδών και κατασκευασμένων ερευνητικών στοιχείων καταλόγισε στον ενάγοντα και στον Ι. Τ., ούτε βέβαια έγινε πρόταση για πειθαρχική δίωξή τους, γεγονότα γνωστά στον εναγόμενο, καθώς η ως άνω ΕΔΕ κοινοποιήθηκε και στην καταγγέλλουσα εναγόμενη και σύζυγο του.

Περαιτέρω, τα ως άνω, μέσω της ηλεκτρονικής επιστολής, ψευδή πραγματικά περιστατικά που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος με τα περιεχόμενα σ' αυτά συμπεράσματα περί μη προάσπισης της αξιοκρατίας εκ μέρους του ενάγοντος και ερωτήματα περί των εκλογικών δηλώσεων του ιδίου για αξιοκρατία, είναι προσβλητικές και μειωτικές του ήθους του τελευταίου αλλά και του κύρους του καθηγητή ως οργάνου της διοίκησης του Πανεπιστημίου.

Μετά τις παραπάνω παραδοχές, η ένδικη αδικοπραξία, που τελέστηκε σε βάρος του ενάγοντος, συνίσταται στη συκοφαντική δυσφήμησή του, καθόσον τα όσα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι είναι κατά την κοινή πείρα ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του, ως Προέδρου του Τμήματος Ιατρικής στο ... και ως χειρουργού στην Κλινική Χειρουργικής Ογκολογίας, πράγμα, που οι εναγόμενοι, ως καθηγητές στο ίδιο Τμήμα και ως γιατροί, γνώριζαν και αποδέχονταν.

Ισχυρίζονται βέβαια οι εναγόμενοι, ότι όποια προσβολή υπέστη ο ενάγων από τις επιστολές αυτές δεν ήταν παράνομη, έστω και αν περιείχε ανακριβείς χαρακτηρισμούς και δυσμενείς αναφορές, γιατί έγινε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον τους, ως καθηγητές του Τμήματος Ιατρικής του ..., να ενημερώσουν το σώμα των Εκλεκτόρων μεταφέροντας τους την προσωπική τους εμπειρία από τον τρόπο διοίκηση του υποψηφίου.

Ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά ένσταση, διότι γίνεται επίκληση λόγου, που αίρει κατά το άρθρο 367 ΠΚ το άδικο από ποινική άποψη της δυσφήμισης, συνακόλουθα δε και το παράνομο της ένδικης αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας. Ο ενάγων, με την προσθήκη αντίκρουσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίζεται, ότι δεν συντρέχει τέτοιος λόγος άρσεως του αδίκου, διότι η δυσφήμισή του ήταν συκοφαντική και σε κάθε περίπτωση από τις επιστολές προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς του.

Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η δυσφήμισή που υπέστησαν οι ενάγοντες υπήρξε συκοφαντική, για όσους λόγους εξηγούνται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η ένσταση των εναγομένων, από το άρθρο 367 ΠΚ είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί, αφού ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημίσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος, κατά το αστικό δίκαιο, αν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης...

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, εφόσον η δυσφήμισή ήταν συκοφαντική, δεν επήλθε άρση του αδίκου της δυσφημίσεως του ενάγοντος από τους εναγόμενους και γι' αυτό η προσβολή της προσωπικότητάς του είναι παράνομη. Επομένως, ο ενάγων από τις προαναφερόμενες (υπαίτιες) ενέργειες των εναγομένων υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία συνιστά αδικοπραξία.

Δικαιούται, λοιπόν, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσει από τους εναγόμενους χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ενόψει της έντασης του δόλου των εναγόμενων, του είδους και της έκτασης της προσβολής, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, καθώς και της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, αλλά και του μέσου και του τρόπου, με τον οποίο τελέσθηκε, της δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο αυτό κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο ενάγων πρέπει να οριστεί στο ποσό των 8.000 ευρώ για κάθε εναγόμενο, στην καταβολή των οποίων υποχρεούνται οι εναγόμενοι ...

Επομένως ... απορριπτομένης της ενστάσεως του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ των εναγομένων ... πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, κατά ένα μέρος". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε την από 26-10-2016 έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 12-2-2012 αγωγή του τελευταίου, στον οποίο υποχρέωσε καθένα των αναιρεσειόντων να καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 8.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εκθέτοντας συλλήβδην το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 300, 914, 57, 59 και 932 ΑΚ σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να επικαλούνται, αν αποδίδουν και ποιά συγκεκριμένη πλημμέλεια στην ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Επίσης, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο επίκληση εσφαλμένης μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, συνεπεία μη εξειδίκευσης του λόγου του, κατά τους αναιρεσείοντες, σφάλματος, ενώ με την σύνδεση αυτού, όπως και των λοιπών προαναφερθεισών διατάξεων, με το περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους, με το οποίο αρνούνται την τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτούς αδικοπραξίας, επιχειρείται απαράδεκτη, στο παρόν στάδιο, επί της ουσίας επανεκτίμηση των αποδείξεων.

Οι αναιρεσείοντες, εξάλλου, με τους με αριθμό 1 υπό στοιχείο α και 2 υπό στοιχεία α και β λόγους αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με τις παραδοχές της, ότι "πράγματι την χειμερινή περίοδο του έτους 2009-2010 πραγματοποιήθηκαν εξετάσεις κάποιων μαθημάτων εκτός εξεταστικής περιόδου ... η δυνατότητα αυτή υπήρχε δυνάμει απόφασης της Γενικής συνέλευσης του Τμήματος Ιατρικής ήδη από το έτος 2006 ...

όσον αφορά στα προαπαιτούμενα για την έναρξη κλινικών ασκήσεων ... αρμόδιο συλλογικό όργανο για τα ζητήματα αυτά είναι η Επιτροπή Προπτυχιακών Σπουδών...", απήλλαξε από την ευθύνη του τον αναιρεσίβλητο, τόσο για την διενέργεια εξετάσεων εκτός εξεταστικής περιόδου, όσο και για την έναρξη των κλινικών ασκήσεων, ερμηνεύοντας εσφαλμένα το νόμο πλαίσιο 1268/1982, προκειμένου δε να εξειδικεύσουν την λανθασμένη ερμηνεία αυτού, αναφέρουν τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.4009/2011,σύμφωνα με τις οποίες ανατίθενται ,κατά τους αναιρεσείοντες, αποφασιστικές αρμοδιότητες και καθήκοντα στον εκάστοτε Πρόεδρο του Τμήματος.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον τόσο ο νόμος 1268/1982 όσο και ο νόμος 4009/2011, των οποίων την παραβίαση επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν ίσχυαν στην επίδικη περίοδο, αλλά και διότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο αναιρεσίβλητος, δεν είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων, αλλά επρόκειτο για συλλογική απόφαση των ενδιαφερομένων, είναι σύμφωνη με την πράγματι ισχύουσα στην ένδικη περίπτωση διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν.2083/1992, που αναθέτει την αποφασιστική αρμοδιότητα για τα θέματα σπουδών στην Γενική Συνέλευση του Τμήματος.

Άλλωστε η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν έρχεται και σε αντίθεση και με την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες διάταξη του άρθρου 10 του μετέπειτα ισχύσαντος και ήδη και αυτού καταργηθέντος ν. 4009/2011, στο οποίο αναφέρονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Τμήματος σε διοικητικής φύσης θέματα.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων με την εν γνώσει του ψεύδους τους διάδοση σε τρίτους ψευδών γεγονότων σε βάρος του αναιρεσίβλητου ικανών να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του και την αιτιώδη συνάφειά τους στην πρόκληση της ηθικής του βλάβης, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας διατάξεων.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησής τους, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ελλιπή αιτιολογία, είναι αβάσιμα. Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ,είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύουν ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση η που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Εξάλλου, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι την χειμερινή περίοδο του έτους 2009-2010 πραγματοποιήθηκαν εξετάσεις κάποιων μαθημάτων εκτός εξεταστικής περιόδου, με αυτή, ότι ψευδώς ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες ότι δεν εφάρμοσε ο αναιρεσίβλητος τον κανονισμό σπουδών, όπως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με αποσπασματική και επιλεκτική έκθεση του περιεχομένου της με τον με αριθμό 1 από το άρθρο, κατ' εκτίμηση 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό τους λόγο, που κρίθηκε κατά τα ανωτέρω ως αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015). Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος (ΑΠ 869/2017, 1730/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το (περιλαμβανόμενο στο αναιρετήριο) περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεών τους. Ο λόγος είναι απαράδεκτος ,λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύουν ποιούς αυτοτελείς ισχυρισμούς που να αποτελούν <πράγματα>, κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να αρκεί για τη συγκεκριμενοποίηση αυτών η γενική και αόριστη παραπομπή στο εν γένει περιεχόμενο των προτάσεών τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντιθέτως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 683/2013, 1462/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 100/2007). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014, 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, σε συνδυασμό με τους με αριθμό 1α, β, γ, δ, 4α, β, γ υπό στοιχείο III, 5ε, 6α, β, γ, δ, ε, 7ε, 8γ και 9 (κατά το οικείο μέρος του) αναιρετικούς λόγους, μέμφονται το Εφετείο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ και 12 ότι δεν έλαβε υπόψη, και (κατ' αυτό τον τρόπο) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί ενώπιον του, τα οποία ήσαν κρίσιμα για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, εφόσον από αυτά προέκυπτε η αλήθεια του περιεχομένου των επιστολών τους, ήτοι: 1) το από Μαρτίου 2008 απόσπασμα της επιστολής του Συντονιστή Επιτροπής Προπτυχιακών Σπουδών του Ιατρικού Τμήματος Ε.Χ., 2) την από Μαΐου 2010 επιστολή του καθηγητή Εντατικής Δ.

Γ., 3) τις επιστολές Κ., Σ., Α., Γ. και Κ., 4) την ένορκη βεβαίωση της Γ. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ., 5) την επιστολή Η. Κ., 6) την επιστολή Μ. Τ., 7) αντίγραφα αιτήσεων των μελών ΔΕΠ για προαγωγή και αντίγραφα αντίστοιχων προσκλήσεων σε Συνελεύσεις Εκλεκτορικών Σωμάτων από τον Πρόεδρο Ζ., 8) έγγραφα που αφορούν στην εκλογή καθηγητών Ψυχιατρικής, Αιματολογίας, Φυσιολογίας, όπως και της καθηγήτριας Παιδιατρικής, 9) την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρός τους, 8) την ένορκη κατάθεση του Ι.

Π., ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ., 9) την ένορκη κατάθεση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου της Γ. Γ., 10) το 6° συνημμένο της ηλεκτρονικής επιστολής Σ., 11) το 7° και 8ο συνημμένο της ίδιας επιστολής, 12) την ένορκη μαρτυρία του Θ.Τ. και 13) την ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ. του Γ. Σ.. Οι ανωτέρω λόγοι όσον αφορά τα με αριθμούς 7, 8, 10 και 11 επικαλούμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτοι, αφού δεν προκύπτει ούτε από το ενσωματωμένο στο αναιρετήριο περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσειόντων.

ότι οι τελευταίοι τα είχαν επικαλεσθεί νόμιμα. Πέραν αυτού, ως προς τα με αριθμό 7 και 8 αποδεικτικά μέσα, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι και λόγω αοριστίας, αφού τα επικαλούμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα δεν εξειδικεύονται. Κατά τα λοιπά, οι λόγοι είναι αβάσιμοι τόσο κατά την επικαλούμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ όσο και από αυτή του ίδιου άρθρου αριθμ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...

όπως και τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους εναγομένους ...11, ...12 και ...13/7-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ι.Σ." σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω.

Ο περιλαμβανόμενος εξάλλου στους ίδιους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και η επιχειρούμενη εκτίμηση τους κατά τρόπο αντίθετο από αυτόν στον οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση και οι περιεχόμενες ειδικότερα αιτιάσεις: 1) στους αναιρετικούς λόγους με αριθμό 2 υπό στοιχεία α και β και 3, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν έλαβε προσωπικά την απόφαση ως Πρόεδρος του Τμήματος, δεν έλαβε υπόψη την ακριβή χρονολογία που παρενέβη ο Πρόεδρος και λυτρωτικά γι' αυτόν επισημαίνει την παρέμβασή του, ενώ αντιφατικά δέχεται ότι είναι σημαντική για την επίλυση προβλημάτων του Τμήματος, δεν αξιολογεί το γεγονός ότι η προεδρική παρέμβαση έλαβε χώρα 3 έτη μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Προέδρου, 2) στον με αριθμό 4γ αναιρετικό λόγο, ότι αντίθετα με τις αποδείξεις το Εφετείο δέχθηκε ότι ο χρόνος εξέλιξης ενός μέλους ΔΕΠ εξαρτάται από Συλλογικά Όργανα, ότι στην εκλογή Επίκουρου Καθηγητή Ανατομίας η εισηγητική έκθεση κατετέθη την 27-4-2009 και ο Ζ.

κάλεσε το Εκλεκτορικό Σώμα την 24-11-2009, ότι στην εκλογή Καθηγητή Ιατροδικαστικής η εισηγητική έκθεση κατετέθη την 30-11-2006 και ο Ζ. ουδέποτε κάλεσε το εκλεκτορικό σώμα επί της 4ετούς θητείας του, ότι υπήρξαν και άλλες αυθαίρετες καθυστερήσεις, 3)στον με αριθμό 5 αναιρετικό λόγο υπό στοιχεία α, β και γ, για "λογικά άλματα του Εφετείου"σε σχέση με την παραδοχή του ότι ο Πρόεδρος δεν έχει ευθύνη για τον ορισμό του Γ., ότι αυτός δεν ήταν συνταξιούχος κατά τον ορισμό του ως Συντονιστή της Επιτροπής Δεοντολογίας, οφειλόμενη και στη μη ορθή εκτίμηση της αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, 4)στον με αριθμό 7 αναιρετικό λόγο υπό στοιχεία α, β, γ και δ, για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών τους (αναιρεσειόντων) διατυπώσεων και του πραγματικού περιεχομένου της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης του καθηγητή Βιολογίας Χ.Λ., με παράθεση του κατ' αυτούς αληθούς νοήματος και της διατύπωσης συμπεράσματος, ότι όφειλε η προσβαλλόμενη απόφαση να κρίνει με βάση τους κανόνες αρμοδίων να κρίνουν την ευθύνη των συγγραφέων και 5)στον με αριθμό 8 αναιρετικό λόγο, υπό στοιχεία α και β, για δίκη προθέσεων από το Εφετείο και για εσφαλμένη εκτίμηση της απόφασης 2572/2014 του ΣΤΕ, συνιστούν απαράδεκτη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απόπειρα επανεκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.

Περαιτέρω, με τον με αριθμό 9 αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι "όσα περιλαμβάνονται στις επίμαχες επιστολές τους παραμένουν αληθή", κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ' εκτίμηση) 1 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, αφού τους στέρησε το δικαίωμα συμμετοχής τους στα κοινά διά της κριτικής στα πεπραγμένα προσώπου που διεκδικούσε το ανώτατο αξίωμα σε πανεπιστημιακό ίδρυμα. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες πλήττουν την περί του αντιθέτου επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων επιστολών.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το" δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ" εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 9/2015). Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν και περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, πρέπει να ανέλθει σε οκτώ χιλιάδες( 8.000) ευρώ σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων, συνυπολογίζοντας, μεταξύ άλλων και την οικονομική τους κατάσταση.

Όπως, εξάγεται από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεχόμενο το ανωτέρω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν είναι μεγαλύτερο από το επιδικαζόμενο σε ανάλογες περιπτώσεις.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ' εκτίμηση) 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας ,επειδή το επιδικασθέν ποσό "υπερβαίνει κατά πολύ τα κρατούντα στη νομολογία και δεν λήφθηκε υπόψη η οικονομική τους δυνατότητα ως δημοσίων υπαλλήλων", είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιανουαρίου 2018 αίτηση και τον από 1 Οκτωβρίου 2018 πρόσθετο λόγο αυτής, των 1) Ε. Σ. και 2) Α. Μ. για αναίρεση της 171/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ