Legislator Case Law & Legislation
1113/2017 AI generated

1113/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1113/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1113/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

Keywords

AI generated
inadequate constitutional complaint abandonment of expropriation technical barriers conscientious objection statutory ground for exclusion withdrawal of opposition
AI generated
816/2022
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to submit evidence proving distortion of lower court proceedings.
163/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
533/2009
Supreme Court dismisses appeal claiming contract document distortion and rejects withdrawal claim due to non-default.
1600/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 349/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 191/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
130/2021
α) "Δημόσια σύμβαση" είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ Αναθέτουσας Αρχής της παραγράφου 9 και αναδόχου της παραγράφου 19 και έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση μελέτης ή την παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού, όπως αυτή ορίζεται στις κείμενες διατάξεις, καθώς και την παροχή υπηρεσιών άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2. Οι δημόσιες συμβάσεις του νόμου αυτού διακρίνονται σε συμβάσεις εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αναγνωστόπουλο, που δήλωσε ότι διορθώνει το νούμερο της προσβαλλόμενης απόφασης στο αιτητικό της αίτησης αναίρεσης στο ορθό …2013 αντί του εσφαλμένου …2013 και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2013 του Εφετείου Αιγαίου (Μονομελούς).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/12/2015 αίτησή του και τους από 27/12/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή / και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.

Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή / και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν κατά το κρίσιμο χρόνο, πριν τη κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του Ν. 3919/2011, η αμοιβή αυτή δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του Π.

Δ/τος 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ" (ΦΕΚ Α 301), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ/μα 515/1989 (ΦΕΚ Α 219), που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ" και του άρθρου μόνου του Ν. Δ/τος 2726/1953, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 περ.

δ’ του Ν. 3316/2005 (ΦΕΚ Α 42) (ΑΠ 82/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 648/2010). Την ως άνω αμοιβή δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του Β. Δ /τος 30/31.5.1956, είτε ο ίδιος ο μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993). Εξάλλου στη μεταξύ του εργολάβου - μηχανικού και του εργοδότη σύμβαση έργου εφαρμόζονται και οι λοιπές διατάξεις των άρθρων 681 επόμ.

του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 686 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι: "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Όπως προκύπτει από την άνω ρύθμιση του άρθρου 686 εδ. α’ του ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου εκ μέρους του εργοδότη δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, όπως σε ευθύνη τρίτου ή ακόμη και σε ανώτερη βία.

Επίσης δεν απαιτείται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ (ΑΠ 77/2011, ΑΠ 1035/2010). Ειδικότερα επί οικοδομικού έργου, η χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη παράλειψη έκδοσης της κατά νόμο απαιτουμένης οικοδομικής αδείας για την ανέγερση της οικοδομής ή η παράλειψη αναθεώρησης αυτής, οσάκις τούτο απαιτείται, με συνέπεια την καθυστέρηση στην έναρξη ή στην ολοκλήρωση των εργασιών, παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 686 εδ.

α του ΑΚ (ΑΠ 77/2011). Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 686 εδ. α, 387 παρ. 2, 389 και 390 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (ex tunc), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επόμ ΑΚ), για αιτία που έληξε (ΑΠ 997/2010, ΑΠ 1031/2004).

Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου ο οφειλέτης αποδίδει το γι’ αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του μέρους του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή, αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ (ΑΠ 77/2011).

Η δήλωση του εργοδότη ότι υπαναχωρεί από την σύμβαση είναι απρόθεσμη και δεν υπόκειται σε παραγραφή, για την εγκυρότητα δε αυτής είναι αδιάφορο αν κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα έχει εκτελεσθεί ένα μεγάλο μέρος του ανατεθέντος έργου. Είναι τελείως διαφορετικό ότι στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης έχει κατά τη διακριτική του ευχέρεια το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από το τμήμα του έργου που δεν έχει εκτελεσθεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οπότε ο εργοδότης οφείλει στον εργολάβο μόνο την αντίστοιχη αμοιβή για το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο με βάση τη σύμβαση (ΑΠ 1035/2010) και να μην υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.

Το παρεχόμενο με το άρθρο 686 εδ. α του ΑΚ δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί και μετά τον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου, αν δεν πληρώθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης αυτού οι από το άρθρο 686 εδ.α του ΑΚ υποχρεώσεις του εργολάβου για την έγκαιρη έναρξη και για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου κατά τρόπο, που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού κατ’ εξοχή στη περίπτωση αυτή προκύπτει ότι είναι ανέφικτη η έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου (ΑΠ 652/2008, ΑΠ 1619/1996).

Για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, απαιτείται α) αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή αντισυμβατική επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη και β) αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης έναρξης ή της επιβράδυνσης της εκτέλεσης.

Από το τελευταίο συνάγεται ότι πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος περάτωσης του έργου κατά τη σύμβαση και, σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν ορίσει το χρόνο περάτωσης του έργου, καθώς και το χρόνο παράδοσης του, ο χρόνος αυτός προσδιορίζεται από το δικαστήριο, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 323 του ΑΚ (ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 1772/2007).

Ειδικά στην περίπτωση της εργολαβικής σύμβασης με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής, οσάκις δεν έχει ορισθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ο χρόνος περάτωσης της οικοδομής ή παράδοσης του έργου, ως αντίστοιχος χρόνος δέον να νοηθεί ο ταχύτερος δυνατός (ΑΠ 883/1990), ήτοι ο χρόνος που είναι αντικειμενικά αναγκαίος για τη περάτωση του έργου με έναρξη εργασιών ευθύς μετά τη κατάρτιση της σύμβασης.

Ο ανωτέρω ακριβής προσδιορισμός του χρόνου περάτωσης του έργου δεν είναι αναγκαίος όμως στη περίπτωση που βάσει των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως του είδους του ανατεθέντος έργου, του υπό ομαλές συνθήκες απαιτουμένου και μάλιστα από κοινού υπολογισθέντος χρόνου για την ολοκλήρωση αυτού, του χρόνου διακοπής των εργασιών προς ολοκλήρωσή του και του χρόνου κατά τον οποίο έλαβε χώρα η εκ μέρους του εργοδότη υπαναχώρηση από τη σύμβαση, ενόψει του απρόθεσμου αυτής, συνάγεται ότι συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση.

Περαιτέρω στη περίπτωση που η μη έγκαιρη έναρξη του έργου ή η επιβράδυνση των εργασιών οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, τότε τα δικαιώματα του εργοδότη από την υπερημερία του εργολάβου διατηρούνται ακέραια, σύμφωνα με το εδάφιο β της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 686 του ΑΚ και κατά συνέπεια κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 686 εδ.

β, 343 παρ.2, 383, 385, 389 παρ.2 και 390 του ΑΚ ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου (ΑΠ 1378/2010) και μάλιστα χωρίς να τάξει στον υπερήμερο εργολάβο εύλογη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής, αν από την όλη στάση του τελευταίου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο ή αν ο εργοδότης δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.

Οι σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπαναχώρηση εκ μέρους του δικαιούχου συνιστά μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, η δε δήλωση αυτής, ρητή ή και σιωπηρά, δεν υπόκειται σε τύπο, είναι απρόθεσμη και μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής (ΑΠ 1759/2009). Διάφορη της κατά τα ανωτέρω υπαναχώρησης συνιστά η κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης έργου, κατά την οποία ο εργοδότης έχει δικαίωμα μέχρι την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον (ex nunc), αυτός δε οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη συνιστά υπαναχώρηση κατά το άρθρο 686 του Α.Κ. ή καταγγελία κατά το άρθρο 700 του Α.Κ. υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα κατ’ ουσία γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1376/2012). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος για την ίδρυση λόγου αναίρεσης πρέπει η επικαλουμένη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 1008/2007). Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Περί τις αρχές του έτους 1991 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ..., κυρία ενός ακινήτου στη συνοικία ...

του οικισμού ... της νήσου Θήρας, επί του οποίου υπήρχαν πεπαλαιωμένα κτηριακά συγκροτήματα, στα οποία στεγάζονταν οι πρώην ... των αδελφών του ..., αποφάσισε να προβεί στην ανακατασκευή των παλαιών και σχεδόν ερειπωμένων μοναστηριών και στην ανέγερση ενός νέου κτιρίου, προκειμένου να στεγάσει εντός αυτού Γηροκομείο προς εξυπηρέτηση των αναγκών της νήσου.

Η έκδοση των απαιτούμενων οικοδομικών αδειών, καθώς και η μελέτη και η επίβλεψη του έργου, ανατέθηκε στο εδρεύον στη Σαντορίνη Τεχνικό Γραφείο "...", στο οποίο μετείχαν και οι μηχανικοί Σ. Ν. και Σ. Π., μετά δε τη πάροδο έξι ετών με ενέργειες των τελευταίων, εκδόθηκαν από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας οι υπ’ αριθμ. .../1997 οικοδομικές άδειες, η πρώτη των οποίων αφορούσε στην ανέγερση του νέου κτηρίου στο χώρο του παραπάνω οικοπέδου και η δεύτερη στην ανακατασκευή των πιο πάνω ερειπωμένων μοναστηριακών εγκαταστάσεων.

Ακολούθως το έτος 1997 προκηρύχθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός, στα πλαίσια του οποίου τέσσερις εργολάβοι υπέβαλαν προσφορές για την εκτέλεση του έργου, επειδή όμως υπήρχε δυσκολία τόσο στη συγκριτική αξιολόγηση των προσφορών αυτών, όσο και στο αν οι αρχικές μελέτες των Σ. Ν. και Σ. Π. περιείχαν όλα εκείνα τα στοιχεία, που ήσαν απαραίτητα για την έναρξη και ορθή ολοκλήρωση του έργου από τεχνικής άποψης, γεγονός που είχε επισημανθεί και από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό εργολάβους - κατασκευαστές (...), η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της Φ.

Π., Καθολικού Επισκόπου Σύρου, Θήρας και Κρήτης, απευθύνθηκε προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό, που καταγόταν από τη Σαντορίνη και έχαιρε της εκτίμησης και εμπιστοσύνης του παραπάνω επισκόπου, προκειμένου με τις γνώσεις και την εμπειρία του επιλύσει τις τεχνικές δυσκολίες του έργου και συμβάλλει στη γρήγορη και ορθή εκτέλεση του.

Έτσι, περί τον Αύγουστο του 1997, στη νήσο Θήρα καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και του ενάγοντος σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα καθήκοντα του Γενικού Επιβλέποντος, του Τεχνικού Συμβούλου και του Διαχειριστή του έργου.

Στα καθήκοντα του ενάγοντος εντάσσονταν α) η γενική επίβλεψη και εκπροσώπηση της εναγομένης σε κάθε φάση του έργου, καθώς και η λήψη αποφάσεων και πρωτοβουλιών σε επίπεδο τεχνικό, διοικητικό και οικονομικό με στόχο την καταληκτική πραγματοποίηση του έργου, β) ο συντονισμός των προαναφερθέντων τακτικών επιβλεπόντων μηχανικών (Σ.

Ν. και Σ. Π.), οι οποίοι αμείβονταν ξεχωριστά από την εργοδότρια εναγομένη και είχαν την ευθύνη εφαρμογής των επί μέρους μελετών (αρχιτεκτονικών, στατικών, εγκαταστάσεων κλπ), γ) ο έλεγχος των εκ μέρους των τελευταίων εκπονουμένων μελετών σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της κατασκευής απαιτείτο αναθεώρηση των ήδη υπαρχουσών οικοδομικών αδειών, δ) η αξιολόγηση των προσφορών των υποψηφίων εργολάβων - κατασκευαστών και η ανάθεση του έργου στον ενδεδειγμένο μειοδότη εργολάβο, έναντι του οποίου η εναγομένη, ως εργοδότρια, θα κατοχυρώνονταν με την κατάρτιση των απαιτουμένων ιδιωτικών συμφωνητικών, ε) η λήψη αποφάσεων για την άρση δυσλειτουργιών ή θεμάτων τεχνικών ή μη, που δεν προβλέπονταν στην αρχική μελέτη, στ) ο έλεγχος των επιμετρήσεων εμφανών ή αφανών εργασιών, ζ) ο κανονισμός των νέων τιμών και η επίλυση τυχόν οικονομικών ή άλλων θεμάτων με τον κατασκευαστή εργολάβο και η) η τήρηση των όρων των μετά του τελευταίου καταρτισθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών και η παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των όρων αυτών (...).

Περί όλων των ανωτέρω ενεργειών και τυχόν προβλημάτων, που θα ανέκυπταν κατά τη πορεία των εργασιών, ο ενάγων όφειλε να ενημερώνει τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, επίσκοπο Φ. Π., επειδή όμως ο τελευταίος, λόγω της μόνιμης διαμονής του στη νήσο Σύρο, αδυνατούσε να παρακολουθεί αυτοπροσώπως τις εκτελούμενες εργασίες, εξουσιοδότησε τον τοπικό εφημέριο ..., υπερήλικα ιερέα Ν.

Κ. (άνω των 70 ετών κατά το έτος 1997) να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες και τις εντολές του ενάγοντος, υπογράφοντας για λογαριασμό της εναγομένης, όσα έγγραφα και καταστάσεις ο τελευταίος του παρουσίαζε και καταβάλλοντας σ’ αυτόν εκ των ταμείων της ... και της Καθολικής Ενορίας της ..., των οποίων ως ιερέας είχε τη διαχείριση, όσα χρηματικά ποσά του ζητούσε ο ενάγων, χωρίς μάλιστα να έχει δικαίωμα ελέγχου των ενεργειών και αποφάσεων αυτού (...).

Ιδιαίτερη συμφωνία για το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος και περί του χρόνου καταβολής αυτής δεν υπήρξε, λόγω της ιδιαίτερης εκτίμησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών, πλην όμως, επί ελλείψεως τέτοιας συμφωνίας, ο ενάγων δικαιούται λαμβάνειν τη νόμιμη αμοιβή, όπως αυτή καθορίζεται κατ’ ελάχιστο ποσοστό στο π.δ. 696/1974, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει.

Στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων, ο ενάγων, αφού επεσήμανε δια του από 25.8.1997 εγγράφου του όλες τις σοβαρές ελλείψεις και ασάφειες που παρουσίαζαν τα σχέδια των μελετητών Σ. Ν. και Σ. Π. που για να εφαρμοστούν απαιτείτο η προσαρμογή των εν λόγω μελετών στην υφισταμένη κατάσταση, προέβη στις 13.9.1999 στην εκ νέου δημοπράτηση του έργου, κατά την οποία μειοδότης αναδείχθηκε ο εργολάβος Π.

Ο., η προσφορά του οποίου ήταν, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η πιο συμφέρουσα. Ακολούθως περί τα τέλη του 1999 προέβη στην έναρξη εργασιών, συντάσσοντας προς κατοχύρωση των συμφερόντων, τόσο της εργοδότριας εναγομένης, όσο και του εργολάβου Π. Ο., τα από 5.11.1999, 25.11.2001 και 5.11.2002 ιδιωτικά συμφωνητικά, το πρώτο εκ των οποίων αφορούσε την εκτέλεση του έργου των χονδροκατασκευών στα κτίρια των Ιερέων και της πρώην ..., το δεύτερο την εκτέλεση του έργου των χονδροκατασκευών στα κτίρια Μαγειρείου, Μαραγκούδικου και Ιατρείου και το τρίτο την εκτέλεση του πρόσθετου έργου κατασκευής οροφής τραπεζαρίας, ευρισκομένης στο κτίριο του Μαγειρείου.

Επρόκειτο για τα κτίρια, περί των οποίων είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. ... οικοδομική άδεια. Στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία υπογράφηκαν για λογαριασμό της εναγομένης από το τοπικό ιερέα Ν. Κ., καθοριζόταν ο ακριβής χρόνος παράδοσης κάθε επί μέρους έργου, ενώ σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, προβλεπόταν η εκ μέρους του καταβολή χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, καθώς και δυνατότητα της εναγομένης να τον κηρύξει έκπτωτο.

Έτσι με βάση το από 5.11.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό το κτίριο των Ιερέων έπρεπε να παραδοθεί στις 25.1.2000, το δε κτίριο των ... στις 25.2.2000. Με βάση το από 25.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό το κτίριο του Μαγειρείου έπρεπε να παραδοθεί στις 25.1.2002, το κτίριο του Μαραγκούδικου στις 25.2.2002, ενώ το κτίριο του Ιατρείου στις 25.1.2002 και τέλος, με βάση το από 5.11.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό ο όροφος τραπεζαρίας έπρεπε να παραδοθεί στις 5.5.2003.

Οι παραπάνω προθεσμίες ουδόλως τηρήθηκαν, αιτία δε τούτου απετέλεσε, αφενός η κατά τη διάρκεια του έργου εμφάνιση κατασκευαστικών δυσχερειών οφειλομένων κυρίως στις ιδιαιτερότητες του εδάφους (χαλαρότητα, ύπαρξη γεωλογικού ρήγματος και υποσκάφων στοών) και αφετέρου οι σημαντικές αλλαγές, που πραγματοποιήθηκαν στο κατασκευαστικό αντικείμενο του έργου, και οι οποίες, κατά την άποψη του ενάγοντος, ήταν αναγκαίες προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργικότητα των κτιρίων (...).

Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω δυσχερειών και για τη νομιμοποίηση των κατασκευαστικών αλλαγών που πραγματοποιούντο αναλόγως με τα ευρήματα που προέκυπταν κατά τη διάρκεια κατασκευής του κάθε επί μέρους κτιρίου, παρέστη ανάγκη αναθεωρήσεως των υπ’ ... και 51/17.3.1997 οικοδομικών αδειών, την ως άνω δε αναθεώρηση και την εκπόνηση των σχετικών μελετών, καθώς και τη σύνταξη των τροποποιητικών σχεδίων, ανέλαβαν οι μηχανικοί Σ.

Ν. και Σ. Π., οι οποίοι ήταν άλλωστε οι τακτικοί επιβλέποντες του έργου, τελούντες μάλιστα υπό την άμεση εποπτεία και τις υποδείξεις του ενάγοντος, ως Γενικού Επιβλέποντος του έργου. Οι τελευταίοι ωστόσο, μολονότι κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας τις με αριθ. .../27.2.2004 αιτήσεις για την αναθεώρηση των υπ’ ...

και ... οικοδομικών αδειών, ουδέποτε ολοκλήρωσαν τη σχετική διαδικασία και τούτο διότι παρέλειψαν να συνυποβάλλουν, ως είχαν σχετική υποχρέωση, και τους σχετικούς φακέλους με όλες τις απαραίτητες μελέτες και τα νέα τροποποιημένα σχέδια. Ο ενάγων, βεβαίως ισχυρίζεται με την ένδικη έφεση του ότι μετά των .../27.2.2004 αιτήσεων αναθεωρήσεως συνυποβλήθηκαν και όλες οι απαραίτητες μελέτες και σχεδιαγράμματα και ότι η μη προώθηση της σχετικής διαδικασίας οφείλεται καθαρά στην εναγομένη, η οποία αρνήθηκε να καταβάλει στη Τράπεζα και στα αρμόδια Ταμεία τις από το νόμο (άρθ. 104 παρ.2α του Π.Δ. 696/1974) προβλεπόμενες αμοιβές των παραπάνω μελετητών.

Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος δια τους εξής λόγους: Διότι εάν πράγματι είχαν συνυποβληθεί στις 27.2.2004 ή έστω κατά το επόμενο χρονικό διάστημα οι μελέτες και τα σχέδια αναθεωρήσεως και είχαν συμπληρωθεί οι σχετικοί φάκελοι, τότε δεν θα χρειαζόταν ο ενάγων να επισημάνει στην απευθυνομένη στην εναγομένη επιστολή του με ημερομηνία 11.11.2004 "...

Από την αρχιτέκτονα Σ. Ν. ετοιμάζονται τα σχέδια για την αναθεώρηση ή την ενημέρωση των φακέλων των αδειών κατά περίπτωση". Επί πλέον, εάν η εναγομένη δημιουργούσε προσκόμματα στην ομαλή εξέλιξη του έργου, αρνούμενη να καταβάλει την πλήρη αμοιβή των δύο μελετητών προ της υποβολής της συνταχθείσας μελέτης αναθεώρησης, τότε είναι βέβαιο πως ο ενάγων θα καυτηρίαζε την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου του στην από 20.2.2005 επιστολή του, στην οποία, θέλοντας να δικαιολογηθεί απέναντί της για τη βραδεία εκτέλεση των εργασιών και για τη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου, κατέγραψε μεν μία προς μία τις ενέργειες στις οποίες προέβη, προκειμένου να προσαρμοσθούν οι παλαιές μελέτες στα νέα δεδομένα του έργου και συγκεκριμένα σε αυτά που εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του κάθε επί μέρους κτιρίου, αποσιώπησε όμως παντελώς το ανωτέρω ιδιαιτέρως σημαντικό γεγονός.

Εξάλλου εάν η εναγομένη είχε όντως δαπανήσει από το 1999 και μέχρι το τέλος του 2004 το ποσό του 1.700.000 ευρώ για την εκτέλεση των εργασιών της εργολαβίας του Π. Ο., όπως ο ίδιος ο ενάγων ομολογεί στην 9η σελίδα της ως άνω από 20.2.2005 επιστολής του, τότε η άρνηση αυτής, για καταβολή ενός μικρού σε σχέση με το προηγούμενο χρηματικού ποσού (το ύψος του οποίου, σημειωτέον, δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί μέχρι σήμερα από τον ενάγοντα) και δη ενός ποσού απαραίτητου κατά το νόμο, για την αναθεώρηση των αδειών και τη νομιμοποίηση των μέχρι τότε τελεσθεισών αυθαιρεσιών, παρίσταται (η άρνηση) ως αδικαιολόγητη και ως μη συνάδουσα προς το πνεύμα και τη λογική της εναγομένης, η οποία, μέσω του νομίμου εκπροσώπου Επίσκοπος Φ.

Π., συνεχώς επεσήμαινε στον ενάγοντα, αλλά και στους δύο άλλους μελετητές και τακτικούς επιβλέποντες, την ανάγκη τηρήσεως της νομιμότητας και αποφυγής κάθε είδους παραβάσεως που θα έδινε αφορμή για σχόλια δυσμενή και θα απομείωνε την αξία του κοινωφελούς έργου, που είχε αναλάβει να εκτελέσει. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι αν και αναζητήθηκαν οι σχετικού φάκελοι στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, αυτοί δεν ανευρέθηκαν (...), μετά δε τη διενέργεια σχετικής ΕΔΕ αποδόθηκαν ευθύνες σε τρεις υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας, διότι, μολονότι είναι υποχρεωτικός ο προέλεγχος των υποβαλλομένων αιτήσεων και των συνοδευόντων αυτές φακέλων και η εν συνεχεία χρέωσή τους από τον Προϊστάμενο στον αρμόδιο υπάλληλο προς φύλαξη και περαιτέρω διεκπεραίωση, η διαδικασία αυτή ουδόλως ετηρήθη εν προκειμένω (...).Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι περί τα τέλη του έτους 2004 οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων διαταράχθηκαν, ενώ η εμπιστοσύνη που ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης έτρεφε στο πρόσωπο του κλονίστηκε.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, με εντολή του παραπάνω εκπροσώπου, σταμάτησαν και οι αφορώσες το έργο πληρωμές. Αιτίες του ανωτέρω κλονισμού των σχέσεων των διαδίκων υπήρξαν ο πολύ αργός ρυθμός εκτέλεσης των εργασιών και η συνεπεία τούτου καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου, πολύ πέραν των μετά του εργολάβου Π.

Ο. συμφωνηθεισών χρονικών προθεσμιών, η άρνηση του ενάγοντος να παράσχει εξηγήσεις για τη ποσότητα και τις υπερβολικές χρεώσεις των εκσκαφών, που φέρονταν να έχουν πραγματοποιηθεί κατά την ανέγερση του νέου κτιρίου, ήτοι εκείνου που αφορούσε η υπ’ .../1997 οικοδομική άδεια, καθώς και κατά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, η έλλειψη ενημέρωσης της εναγομένης αναφορικά με το κόστος κατασκευής του νέου κτιρίου, καθώς και η παράλειψη υπογραφής σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού ανάληψης εργολαβίας που θα κατοχύρωνε τα δικαιώματά της έναντι του εργολάβου κατασκευαστή (το έργο της κατασκευής του ως άνω κτιρίου ανετέθη προφορικά στον Π.

Ο. από τον ενάγοντα, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός και κατάθεση προσφορών από άλλους κατασκευαστές), και τέλος, η κατά παράβαση της προαναφερόμενης υπ’ .../1997 οικοδομικής αδείας ανέγερση του νέου αυτού κτιρίου και δη σε σημείο άλλο από το αρχικώς προβλεφθέν και εγκριθέν και με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Ο επίσκοπος Φ. Π., προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι παραπάνω αιτιάσεις και υποψίες ήταν βάσιμες και κυρίως εάν ετηρήθη η νομιμότητα σε σχέση με τα προβλεπόμενα στις υπ’ ... και ... οικοδομικές άδειες, απευθύνθηκε περί το Νοέμβριο του 2005 σε ομάδα εμπειρογνωμόνων, τελούσα υπό τη καθοδήγηση του Ι. Σ., αρχιτέκτονα πολεοδόμου καθηγητή του ΕΜΠ, η ομάδα δε αυτή, μετά την πάροδο δύο και πλέον ετών (περί τα τέλη του έτους 2007) και αφού είχε προηγηθεί αυτοψία του χώρου, μελέτη των σχετικών φακέλων και ανταλλαγή απόψεων με όλους τους εμπλεκομένους σε επανειλημμένες συναντήσεις, η τελευταία των οποίων πραγματοποιήθηκε στις 21.5.2007 (...), απεφάνθη ότι η επονομαζόμενη "Νέα ισόγειος οικοδομή" διέφερε από την εγκεκριμένη με την υπ’ .../1977 οικοδομική άδεια ως προς τη θέση του κτιρίου, τις διαστάσεις και το εμβαδόν, το σχήμα και τις πλάγιες αποστάσεις, με αποτέλεσμα το κτίριο να καθίσταται εξ ολοκλήρου αυθαίρετο (...).

Την ως άνω κρίση ήλθε αργότερα να επιβεβαιώσει και το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, το οποίο, με την υπ’ ...2010 Έκθεση Αυτοψίας Αυθαίρετης Κατασκευής και Υπολογισμού Προστίμων, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζεται από την εναγομένη, αφού διαπίστωσε αυθαιρεσίες και υπερβάσεις και στις δύο υπ’ ... και ... οικοδομικές άδειες, έκρινε ακολούθως το παραπάνω νέο κτήριο κατεδαφιστέο, επέβαλε δε στην εναγομένη πρόστιμο ανεγέρσεως αυθαιρέτου συνολικού ποσού 314.734,40 ευρώ, καθώς και πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου ποσού 157.008,68 ευρώ για ένα έτος, προσαυξανόμενο κατά 2% για κάθε επόμενο έτος.

Εξάλλου την ύπαρξη σημαντικών διαφορών και υπερβάσεων σε σχέση με τα εγκεκριμένα σχέδια, που περιλαμβάνοντο στις παραπάνω οικοδομικές άδειες, εντόπισε και ο διορισθείς από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος πραγματογνώμονας Γ. Κ., πολιτικός μηχανικός του ΕΜΠ, [...]. Επί πλέον, πέραν των ανωτέρω, αποκλίσεις διαπιστώθηκαν από την ομάδα Σ., αλλά και από τον ίδιο το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Επίσκοπο Φ.

Π., και στις γενόμενες επί του οικοπέδου εκσκαφές, χαρακτηριστικό δε παράδειγμα της υπερβολικής προσαυξήσεως των τιμών των συγκεκριμένων εργασιών (εκσκαφών) αποτελούν οι υπογεγραμμένοι από τον ενάγοντα και τον εργολάβο Π. Ο. δύο λογαριασμοί (1ος και 2ος) με ημερομηνίες 27.7.2001 και Δεκέμβριος του 2001 αντιστοίχως, που αναφέρονται στις εργασίες ανεγέρσεως του κτιρίου του Μαραγκούδικου.

Εκ της αντιπαραβολής των εν λόγω τιμών προκύπτει μία όλως αδικαιολόγητη προσαύξηση της τάξεως του 50%, [...]. Η υπέρμετρη αυτή διαφοροποίηση μεταξύ των προαναφερομένων τιμών, περί της οποίας μάλιστα ο ενάγων ουδεμία σαφή και πειστική εξήγηση παρείχε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, αν και κατ’ επανάληψη εκλήθη προς τούτο (...), αποτέλεσε μία εκ των σοβαροτέρων αιτιών, που οδήγησαν στη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων, αυτή δε η ρήξη έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν ο ενάγων, θέλοντας να υποστηρίξει την από 2.10.2007 αγωγή, την οποία οι κληρονόμοι του εντωμεταξύ αποβιώσαντος εργολάβου Π.

Ο. είχαν ασκήσει σε βάρος της εναγομένης με αίτημα την καταβολή του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής του δικαιοπαρόχου τους, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Β. Γ. και έδωσε υπέρ αυτών ένορκη κατάθεση, η οποία καταχωρήθηκε στην υπ’ αριθ. .../15.11.2007 ένορκη βεβαίωση. Η πράξη αυτή του ενάγοντος θεωρήθηκε από την εναγομένη ως πράξη μεγίστης παραβίασης του καθήκοντος εχεμύθειας, δοθέντος ότι μέχρι τότε δεν είχαν αρθεί και μάλιστα με τρόπο πανηγυρικό οι ανατεθειμένες σ’ αυτόν αρμοδιότητες του Τεχνικού Συμβούλου και του Γενικού Επιβλέποντος του έργου (συνέχισαν οι διάδικοι να ανταλλάσουν μεταξύ τους επιστολές προς εξεύρεση κάποιας συμβιβαστικής λύσεως).

Έτσι, ενόψει της παραπάνω εξελίξεως, η εναγομένη άσκησε και επέδωσε στον ενάγοντα την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 16.2.2008 αγωγή της, με την οποία επικαλούμενη ρητά τη διάταξη του άρθρου 686 παρ.1 ΑΚ υπαναχώρησε από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση, προβαίνοντας μάλιστα σε αναλυτική παράθεση όλων των λόγων που οδήγησαν στην υπαναχώρηση και που επιγραμματικά ήταν α) η επιβράδυνση του ρυθμού εκτέλεσης του έργου, β) η μη περάτωση του μέσα στις συμφωνημένες με τον εργολάβο προθεσμίες και τέλος γ) η όξυνση των σχέσεων των διαδίκων, συνεπεία της υπαίτιας συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος δεν παρείχε, ως όφειλε, πλήρη και σαφή ενημέρωση στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, δεν κατοχύρωσε τα δικαιώματά της έναντι του εργολάβου ως προς την κατασκευή του νέου κτιρίου διά της συντάξεως σχετικού συμφωνητικού εργολαβίας, την επιβάρυνε με υπερβολικές κοστολογήσεις εκσκαφών και τέλος την κατέστησε ιδιοκτήτρια ενός αυθαιρέτου και κινδυνεύοντος με κατεδάφιση ακινήτου, παραβιάζοντας, κατ’ επανάληψη και εν αγνοία αυτής, τις εκδοθείσες από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας οικοδομικές άδειες.

Η ως άνω υπαναχώρηση, η οποία δεν συνιστά την εκ του άρθρου 700 ΑΚ προβλεπόμενη καταγγελία και περί της οποίας ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την εφεσίβλητη, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του εκκαλούντος ως ουσία αβασίμων, έχει ως αποτέλεσμα (...) αφενός την άμεση διάλυση της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης έργου, με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική και αναδρομική (ex tunc) και αφετέρου την αμοιβαία υποχρέωση των μερών προς επιστροφή των παροχών, που τυχόν έχουν εκτελεσθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Συνεπώς η εναγομένη δεν έχει υποχρέωση από τη σύμβαση να καταβάλει την αμοιβή του εκκαλούντος, αυτός δε, δεν έχει αξίωση για την αμοιβή του, παρά μόνο αξίωση από το άρθρο 904 ΑΚ και δη για το τμήμα του έργου, που εκτελέσθηκε, υπό την επίβλεψή του μέχρι την υπαναχώρηση και που μπορεί να χρησιμοποιηθεί νόμιμα.

Ενόψει όλων αυτών, η υπό κρίση αγωγή, με την οποία ο ενάγων επιδιώκει την είσπραξη της αμοιβής του επί τη βάσει της συμβάσεως έργου που κατήρτισε με την εναγομένη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη". Με το σκεπτικό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κατ’ αποτέλεσμα αποφανθείσα με (εν μέρει) διαφορετική αιτιολογία απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας αντικατέστησε τις αιτιολογίες.

Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ, αφενός μεν διότι, με βάση τις παραδοχές αυτής, η επιβράδυνση αφορούσε το έργο της ανακατασκευής των παλαιών και σχεδόν ερειπωμένων μοναστηριών και την ανέγερση ενός νέου κτηρίου που είχε αναλάβει έναντι αυτής ο εργολάβος - κατασκευαστής Π.

Ο. και όχι το έργο που είχε έναντι αυτής αναλάβει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και κατά συνέπεια, βάση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών, η διάταξη αυτή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση έργου, αφετέρου δε διότι η όξυνση των σχέσεων των διαδίκων, ως έτερος λόγος υπαναχώρησης κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στερείται έννομης επιρροής για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης που εφήρμοσε το εν λόγω δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η επιβράδυνση στην εκτέλεση και ολοκλήρωση του έργου, πέραν των κατασκευαστικών δυσχερειών που σε κάθε περίπτωση συνιστούν αντικειμενικούς λόγους επιβράδυνσης και του ανατεθέντος στον αναιρεσείοντα έργου και δικαιολογούν την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια, οφειλόταν και σε σημαντικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο κατασκευαστικό αντικείμενο του έργου, που κατά την άποψη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν αναγκαίες προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργικότητα αυτού και κατά συνέπεια ενέπιπταν στο αντικείμενο του αναληφθέντος από αυτόν έργου.

Κατά το δεύτερο αυτού σκέλος ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος, διότι η κατά τον αναιρεσείοντα πλεοναστική αναφορά στη προσβαλλομένη απόφαση και άλλων πραγματικών περιστατικών που είναι αδιάφορα για την εφαρμογή του άρθρου 686 εδ. α του ΑΚ, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 686 εδ.α του ΑΚ, η κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επιβράδυνση και η εν συνεχεία αυτής μη ολοκλήρωση του έργου, οφειλομένη κυρίως στην από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος παράλειψη στα πλαίσια των καθηκόντων του να μεριμνήσει για την έκδοση των απαιτουμένων αδειών αναθεώρησης από τους επιβλέποντες το έργο μηχανικούς, δικαιολογεί την και για την αιτία αυτή παράλληλη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε χώρα και κατά συνέπεια στηρίζει το διατακτικό της τελευταίας για την εξ υπαρχής (ex tunc) ανατροπή των αποτελεσμάτων της σύμβασης και την γένεση αξιώσεων μόνο από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 686 εδ.

β, 383, 385, 389 και 390 του ΑΚ, είναι δε αδιάφορο το ότι οι διατάξεις αυτές δεν διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης (σχετ. ΑΠ 900/2011, ΑΠ 1724/2010, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1020/2005). Περαιτέρω ο μοναδικός επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης έφερε το χαρακτήρα υπαναχώρησης από όλη τη σύμβαση έργου και όχι καταγγελίας, αν και κατά τις παραδοχές αυτής το μεγαλύτερο μέρος του ανατεθέντος έργου είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, είναι αβάσιμος, διότι η εγκυρότητα της δήλωσης υπαναχώρησης δεν εξαρτάται από τη μερική εκτέλεση του έργου, έστω και σε μεγάλο βαθμό, εφόσον στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης έχει τη διακριτική ευχέρεια είτε να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση έργου, όπως στη προκειμένη περίπτωση, είτε να υπαναχωρήσει από τη μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου.

Κατά το μέρος δε που με τον πρόσθετο λόγο πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Με τον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης του νόμου κατά την εφαρμογή του άρθρου 686 εδ.α του ΑΚ, αφενός μεν διότι, αν και διαλαμβάνει εμμέσως παραδοχή για τη τροποποίηση του αρχικώς προβλεφθέντος χρόνου αποπεράτωσης του έργου ανακατασκευής των επί μέρους κτιρίων που προβλεπόταν στα από 5.11.1999, 25.11.2001 και 5.11.2002 ιδιωτικά συμφωνητικά, λόγω αναφυεισών κατά τη διάρκεια του έργου κατασκευαστικών δυσχερειών και αλλαγών στο κατασκευαστικό αντικείμενο για τη βελτίωση της λειτουργικότητας των κτιρίων που είχαν ως αποτέλεσμα τη μη τήρηση των προθεσμιών αυτών, δεν διαλαμβάνει παραδοχή για τους χρόνους που κατά τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη έπρεπε να περατωθούν και παραδοθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα επί μέρους έργα, αφετέρου δε διότι δεν διαλαμβάνει παραδοχές με βάση στοιχεία της εμπειρικής πραγματικότητας (αριθμός απασχολουμένου εργατικού δυναμικού, συχνότητα και ένταση των εργασιών) προκειμένη να επιστηρίξει την παραδοχή για πολύ αργό ρυθμό εκτέλεσης των εργασιών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στη προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται παραδοχές: α) περί του αναγκαίου και μάλιστα από κοινού συμφωνηθέντος χρόνου αποπεράτωσης των επί μέρους κτηρίων που κυμαινόταν από δύο με τρεις μήνες, με εξαίρεση τη κατασκευή της οροφής της τραπεζαρίας, της οποίας ο χρόνος κατασκευής είχε ορισθεί σε έξι μήνες, με απώτατο χρονικό σημείο παράδοσης την 5.5.2003, β) περί της υποβολής (ελλιπούς ως προς τα συνοδεύοντα αυτές στοιχεία) αιτήσεων αναθεώρησης των υπ’ ...

και ... οικοδομικών αδειών στις 27.2.2004, γεγονός που κατά λογική ακολουθία επάγεται ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή είχαν αποσαφηνισθεί όλες οι απαιτούμενες κατασκευαστικές αλλαγές, λόγω κατασκευαστικών δυσχερειών, που είχαν ανακύψει κατά την εκτέλεση της κατασκευής, και απαιτουμένων αλλαγών για τη βελτίωση της λειτουργικότητας των κτιρίων, γ)περί της καταβολής από την αναιρεσίβλητη μέχρι τα τέλη του έτους 2004 του σημαντικού ποσού του 1.700.000 ευρώ για δαπάνες κατασκευής, γεγονός που σημαίνει, ενόψει του είδους του πιο πάνω οικοδομικού έργου, ότι η κατασκευή αυτού είχε σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί και δ) περί του χρόνου κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη προέβη σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση με την από 16.2.2008 αγωγή της, ήτοι μετά την πάροδο ακόμη τριών και πλέον ετών, και συνακόλουθα προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι είχε παρέλθει ο κατά τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αναγκαίος χρόνος για την ολοκλήρωση του έργου, ελλείψει νέου προσδιορισμού αυτού από τα συμβαλλόμενα μέρη, και μάλιστα ότι η δήλωση υπαναχώρησης από την αναιρεσίβλητη έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από τη παρέλευση του χρόνου αυτού, και κατά συνέπεια η έγκαιρη παράδοση του έργου ήταν ανέφικτη.

Ενόψει δε των προεκτεθέντων, δεν ήταν αναγκαία για τη πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης η μνεία των επικαλουμένων στον λόγο αυτό στοιχείων σχετικά με τον πολύ αργό εκτέλεσης των εργασιών, αφού το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την επιβράδυνση των εργασιών χωρίς υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης που είχε ως συνέπεια να καθίσταται ανέφικτη η έγκαιρη περάτωση του έργου εκτίθεται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις εντωμεταξύ επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ’ αυτά Φ.Π.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ’ αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1598/2011).

Σε περίπτωση όμως που κατά το χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής (όπως δικαστικής απόφασης), ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 80/1999).

Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του φόρου προστιθέμενης αξίας μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ. Επομένως για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής δεν αρκεί η στο μέλλον εξόφληση της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη, αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου.

Αυτονόητη προϋπόθεση της απαίτησης αυτής προς καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ως παρεπομένης στη κύρια οφειλή της αμοιβής του εργολάβου για την από αυτόν παροχή υπηρεσιών, είναι η ύπαρξη της τελευταίας αυτής απαίτησης του εργολάβου έναντι του εργοδότη. Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή του ως αβάσιμη κατά το κεφάλαιο της αναγνώρισης της προς το Τ.Ε.Ε.

οφειλής της αναιρεσίβλητης για λογαριασμό του αναιρεσείοντος προς καταβολή του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) επί της επιδικασθησομένης αμοιβής, με βάση το ποσοστό που θα ισχύει (ήδη 19% κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) κατά το χρόνο εξόφλησης, με το αιτιολογικό ότι αυτός, συμβληθείς ως ελεύθερος επαγγελματίας και διώκων την καταβολή της αμοιβής κατά τις διατάξεις του Π.Δ/τος 696/1974, ουδέποτε εξέδωσε τα σχετικά τιμολόγια.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του σφάλματος της ανωτέρω αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης [ενόψει του ότι η οφειλή αυτή μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης κατά το άρθρο 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ, αδιαφόρως του ότι η έκδοση του σχετικού φορολογικού στοιχείου δεν είχε λάβει χώρα κατά τη συζήτηση της αγωγής, εφόσον η εν λόγω έκδοση, ως αναγκαία προϋπόθεση της καταβολής του ΦΠΑ από την αναιρεσίβλητη, θα λάβει χώρα στο μέλλον με την εξόφληση της επιδικασθησομένης από το δικαστήριο εργολαβικής αμοιβής από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα], αφού κατά τις παραδοχές αυτής ο αναιρεσείων δεν έχει αξίωση καταβολής αμοιβής από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης έργου και κατά συνέπεια στη προκειμένη περίπτωση δεν γεννάται ζήτημα αναγνώρισης της παρεπομένης οφειλής της αναιρεσίβλητης προς καταβολή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας επί μη υπάρχουσας κυρίας οφειλής.

Επομένως το διατακτικό της εν λόγω απόφασης για την απόρριψη ως αβάσιμης της ανωτέρω αξίωσης καταβολής ΦΠΑ, με βάση την ανωτέρω παραδοχή, είναι ορθό (άρθ. 578 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά τη περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως είναι η δικαστική απόφαση σε άλλη δίκη μεταξύ του ενός των διαδίκων και τρίτου.

Εν προκειμένω με τον τέταρτο και τελευταίο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί του εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την υπ’ αριθμό 50/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, εκδοθείσας επί διαφοράς των κληρονόμων του αποβιώσαντος εργολάβου - κατασκευαστή Π.

Ο. και της αναιρεσίβλητης ... με αντικείμενο την καταβολή υπολοίπου οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής, όπου κρίθηκε ότι η διακοπή των εργασιών οφειλόταν σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης για τους διαλαμβανόμενους στην εν λόγω απόφαση λόγους, την οποία (απόφαση) ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί δήθεν νομίμου άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης και προς παραδοχή του ισχυρισμού αυτού ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη " ....όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για τη κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε ...".

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και την επικληθείσα και προσκομισθείσα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα εν λόγω δικαστική απόφαση (για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων). Εξ άλλου δεν γεννάται, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης κατά τα άνω αιτιολογίας της απόφασης αυτής αναφορικά με τους λόγους λύσης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου που διαλαμβάνονται σε αυτήν και εκτίθενται σε προηγούμενη σκέψη, ουδεμία αμφιβολία περί της εκτίμησης από το Εφετείο και του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, αναφορικά με τους πιο πάνω προς απόδειξη ισχυρισμούς.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο με ίδιο δικόγραφο ασκηθείς πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.12.2015 και με αριθ. κατάθ. ...2015 αίτηση αναίρεσης της και τον με ίδιο δικόγραφο από 27.12.2016 και με αριθ. κατάθ. ...2016 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της υπ’ αριθ. 105/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ