Legislator Case Law & Legislation
1113/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that cited criminal facts are not 'things' under Article 559.1 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 1113/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by several individuals against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding mutual fund shares. The appellants argued that the Court of First Instance violated substantive law by rejecting a supplementary unjust enrichment claim based on facts from a prior criminal conviction. The court held that the criminal case facts cited by the appellants did not constitute 'things' under Article 559 of the Code of Civil Procedure and that the First Instance Court correctly applied the supplementary nature of the unjust enrichment claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 904 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that criminal case facts cited in an appeal do not constitute 'things' under Article 559, and that a First Instance Court does not violate substantive law by rejecting a supplementary unjust enrichment claim based on the same facts as a primary contract or tort claim.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Article 559 things unjust enrichment supplementary claim substantive law violation criminal facts

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Β. Κ. 2. Κ. Μ., κατοίκου ..., 3. Ε. Π. κατοίκου ..., 4. Χ. Α. του Λ., κατοίκου ... 5. Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ... και 6. Ι. Δ. του Ε., κατοίκου .... Οι μεν 1η, 3οςκαι 5ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Ρίκο, οι δε 2η και 6ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χριστοφοράτου, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALICO EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων κεφαλαίων" και ήδη ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALICO AIG ΑΕΔΑΚ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Αμερικανικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) και τον διακριτικό τίτλο ALICO AIG LIFE, που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα στο….

Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της δεύτερης στη νέα "METLIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2000 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 458/2007 του ίδιου Δικαστηρίου 7680/2007 μη οριστική και 2396/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της β’ αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την από 31-7-2014 κλήση της δεύτερης και του έκτου των αναιρεσειόντων νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την διαταχθείσα με την υπ’ αριθμ. 1050/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επανάληψη της συζητήσεως και την επακολουθήσασα ματαίωση της συζητήσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 25-11-2013. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη από τους επισπεύδοντες την συζήτηση, ως άνω, αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. ...23-9-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Πειραιώς Ι. Χ. με τις συνημμένες σ’ αυτήν από 24-9-2014 απόδειξη εγχειρίσεως και βεβαίωση παραλαβής του Α.Τ. Χολαργού και ΕΛΤΑ Πειραιώς αντιστοίχως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερόμενης κλήσης προς συζήτηση έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.) στον τέταρτο των αναιρεσειόντων για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24-11-2014, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (9-2-2015). . Επομένως, εφόσον ο εν λόγω αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, και ενόψει του ότι η μετά την γενομένη αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ.1 και 290 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται συνεπεία του θανάτου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη της από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση αυτών στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητός τους κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, ο πρώτος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, εμφανίσθηκε όμως η θυγατέρα αυτού Β. Κ. μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου, και εδήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων απεβίωσε και την βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσα δίκη συνεχίζει η ίδια, ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Η ιδιότητά της αυτή, η οποία προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ίδια σχετικά έγγραφα, δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε των παρισταμένων διαδίκων και συνεπώς νομίμως συνεχίζεται επ’ ονόματί της η δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου του πατρός της, διακοπείσα δίκη.

H νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή.

Αντιθέτως, η ποιοτική (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου) και η ποσοτική (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου) αοριστία, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν μεταξύ άλλων εναγομένων και οι ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ’ αυτήν για τον καθένα τους χρηματικά ποσά, με νομική βάση, πλην άλλων, και την ενοχή εκ της μεταξύ τους συμβάσεως πωλήσεως.

Για την θεμελίωση της αντίστοιχης απαιτήσεώς τους, επικαλέσθηκαν, μεταξύ άλλων, και ότι έκαστος εξ αυτών κατέβαλε στον Γ. Β. (μη διάδικο), ασφαλιστικό πράκτορα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και άμεσο αντιπρόσωπο, κατά την έννοια του άρθρου 211 του Α.Κ., της πρώτης εξ αυτών, αφού ενεργούσε κατ’ εντολήν και για λογαριασμό της, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της τελευταίας, τα οποία, όμως, ουδέποτε τους παρεδόθησαν, ούτε τους επεστράφησαν τα χρήματα, που είχαν καταβάλει για τον σκοπό αυτό.

Υπό τα εκτιθέμενα, στην αγωγή, ως άνω, πραγματικά περιστατικά και χωρίς την επίκληση ότι οι ενάγοντες υπανεχώρησαν από τη σύμβαση πωλήσεως, δεν υφίσταται ευθύνη της πωλήτριας των αμοιβαίων κεφαλαίων πρώτης των αναιρεσιβλήτων από τη σύμβαση για απόδοση στους αγοραστές ενάγοντες του προκαταβληθέντος τιμήματος, αφού η σύμβαση παραμένει ενεργή και η υποχρέωση της πωλήτριας συνίσταται στην παράδοση των αμοιβαίων κεφαλαίων.

Επί πλέον δε σε σχέση με την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, δεν γίνεται στην αγωγή επίκληση οποιουδήποτε συμβατικού δεσμού μεταξύ αυτής και των εναγόντων, από την οποία να απορρέει υποχρέωση καταβολής των αιτουμένων χρηματικών ποσών. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, επιλαμβανόμενο σχετικού λόγου εφέσεως των εναγόντων για την παρά τον νόμο απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστη της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων βάσης της αγωγής τους, την έκρινε ως αόριστη κατά την βάση της αυτήν, αφενός λόγω μη εξειδικεύσεως των συναλλαγών που επικαλούνται οι ενάγοντες ως προς το είδος του αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδίων που αντιστοιχούσαν στο χρηματικό ποσό που κατέβαλαν και αφετέρου λόγω μη επικλήσεως εκ μέρους τους υπαναχωρήσεως εκ της συμβάσεως πωλήσεως και απέρριψε, κατόπιν αυτού, τον σχετικό λόγο εφέσεως.

Ως ήδη εξετέθη , όμως, η ένδικη αγωγή κατά την εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων σχετική βάση είναι μη νόμιμη και όχι αόριστη. Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19, πράγματι δε 8 και 14 , με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής για ευθύνη των εναγομένων από τη σύμβαση πωλήσεως, είναι μεν βάσιμος, ελλείπει όμως το απαιτούμενο για την προβολή του έννομο συμφέρον, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απόρριψη της σχετικής βάσεως της αγωγής ως μη νόμιμης, που καθιστά χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων (Α.

Π. 1464/2006).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π.1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής : "Η πρώτη των εναγομένων είναι Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ) και στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής, διαθέτει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων σε υποψήφιους αγοραστές, χρησιμοποιεί δε για την επίτευξη του σκοπού της και το δίκτυο των εταιριών που συμμετέχουν σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και η τέταρτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" και τον διακριτικό τίτλο "ALICO AIG LIFE", η οποία είναι ασφαλιστική εταιρία, δραστηριοποιούμενη στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων....δεν προσφέρει στο κοινό χρηματοοικονομικά προγράμματα, ούτε διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια ή ομόλογα ούτε παρέχει άλλης φύσεως επενδυτικές υπηρεσίες...

Στα πλαίσια της εν λόγω ασφαλιστικής δραστηριότητας, η εταιρία αυτή είχε καταρτίσει με τον Γ. Β., την από 21-10-1983 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος είχε το δικαίωμα ... να μεσολαβεί για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων. Με τον όρο 8 των συνημμένων στη σύμβαση γενικών όρων, ορίζεται ότι ο εν λόγω πράκτορας είναι ελεύθερος επαγγελματίας ...

και ότι είναι ελεύθερος να εκλέγει, κατά την κρίση του, τους συνεργάτες του... και τους πελάτες τους οποίους επιδιώκει να ασφαλίσει, αποκλείσθηκε δε με τον όρο αυτόν η έμμισθη σχέση. Περαιτέρω, με τον όρο 1 της ως άνω σύμβασης, ορίστηκε ότι οι ενέργειες του θα ήταν κυρίως διαμεσολαβητικές για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, χωρίς να έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί την εταιρία, παρά μόνο να υπογράφει και να παραδίδει τις δεσμευτικές αποδείξεις αυτής και να προσυπογράφει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που αυτή εξέδιδε, καθώς και να εισπράττει τα ασφάλιστρα.

Στα πλαίσια της σχέσης αυτής, ο...Γ. Β. είχε συστήσει ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ. Β. και Σια Ε.Ε." και διατηρούσε γραφείο ... επί της ..., σε μισθωμένο διαμέρισμα, το οποίο είχε μισθώσει η εταιρία αυτή... Απασχολούσε προσωπικό και απέκτησε μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας... Δεν ήταν διευθυντής της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, εφόσον..., δεν τελούσε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αυτή, αλλά δραστηριοποιούταν ως ελεύθερος επαγγελματίας και αναληθώς ο ίδιος, κυρίως ενώπιον υποψηφίων επενδυτών, προέβαλλε την ιδιότητα αυτή.

Το ότι στο ως άνω γραφείο της εταιρίας του είχε αναρτήσει πινακίδα με τον διακριτικό τίτλο ALICO, καθώς και το ότι σε ορισμένα έντυπα, τα οποία προσκομίζουν οι ενάγοντας και τα οποία αναφέρονται στη δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, εικονίζεται ο Γ. Β. και αναφέρεται ως διευθυντής της, προφανώς από τον συντάκτη αυτών, δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση, καθόσον η έννομη σχέση μεταξύ αυτών και η μορφή συνεργασίας προσδιορίζονται σαφώς στην πιο πάνω σύμβαση.

Εξάλλου, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας..., το εν λόγω γραφείο του Γ. Β. συνεργαζόταν και με άλλες ασφαλιστικές εταιρίες... Επειδή ο τελευταίος ανήκε στους συνεργάτες της ALICO ασφαλιστικής, χρησιμοποιήθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρία ALICO Α.Ε.Δ.Α.Κ., προκειμένου να διαμεσολαβεί για την εξεύρεση πελατών προς αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και την προώθηση των σχετικών αιτήσεων των επενδυτών.

Μέχρι το έτος 1998, η συνεργασία αυτή υπήρξε ομαλή. Έκτοτε όμως, ο Γ. Β. άρχισε να αναπτύσσει προσωπική δράση αναφορικά με τις επενδύσεις και την προσέλκυση πελατών, πράγμα που κατάφερε, αφού αρκετοί του εμπιστεύθηκαν τα χρήματα τους για να επενδύσουν άλλοι σε αμοιβαία κεφάλαια και άλλοι σε μετοχές. Στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής εισέπραξε...και από τη δεύτερη και τον όγδοο των εναγόντων τα ποσά των 107.000,000 δρχ.

και 70.300.000 δρχ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, οι πιο πάνω του εμπιστεύθηκαν τα χρηματικά αυτά ποσά προκειμένου να τα διαχειρισθεί, ο ίδιος μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή μετοχών, όπως αναγράφεται στις σχετικές βεβαιώσεις και πλέον συγκεκριμένα, η δεύτερη ενάγουσα Κ. Μ., του κατέβαλε την 20-8-1999, το πιο πάνω ποσό και ο όγδοος ενάγων του κατέβαλε την 28-6-1999, το ποσό των 39.300.000 δρχ., την 2-7-1999 το ποσό των 4.000.000 δρχ.

και την 12-7-1999 το ποσό των 27.000.000 δρχ. και συνολικά, το ποσό των 70.300.000 δρχ, και ο Γ. Β., τους χορήγησε τις υπό τις ίδιες αυτές ημερομηνίες βεβαιώσεις. Τις βεβαιώσεις αυτές τις υπογράφει ο ίδιος και κάτω από την υπογραφή του αναγράφεται " Γ. Β. -ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ" και κατά λέξη αναφέρεται "Δια της παρούσης βεβαιώνω ότι κατόπιν εντολής του, ...(όνομα επενδυτή), κατοίκου ...

Α.Φ.Μ ... αναλαμβάνω την διαχείρησιν του ποσού των δραχμών ... μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων - Μετοχών. Η χρονική διάρκεια της διαχείρισης των χρημάτων θα είναι από σήμερα .... έως .... Μέση ετήσια απόδοση διαχείρισης συμφωνηθείσα. Συνδικαιούχος ορίζεται ...". Στο επάνω δεξιό μέρος των βεβαιώσεων αυτών υπήρχε ο διακριτικός τίτλος της ασφαλιστικής εταιρίας "ALICO" και στο τέλος της σελίδας αναγραφόταν η εταιρία "ALICO", στην Αγγλική γλώσσα, ως μέλος Διεθνούς Αμερικανικού Γκρουπ.

Οι βεβαιώσεις αυτές όμως ήταν πλαστές. Και τις κατήρτισε ο ίδιος προκειμένου να παραπλανά τους επενδυτές, και για την πράξη του αυτή, καθώς και για άλλες (υπεξαίρεση κλπ), καταδικάστηκε με την υπ’ αρ. 2775/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Οι πιο πάνω ενάγοντες, αν και κατέβαλαν στον Γ.

Β. τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ποτέ δεν έλαβαν την απόδοση της επένδυσης τους, αλλά ούτε και το καταβληθέν κεφάλαιο, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν απέδωσε τα χρήματα αυτά στην πρώτη εναγομένη, προκειμένου να επενδυθούν σε Αμοιβαία Κεφάλαια, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ο ίδιος. Στις ενέργειες αυτές προέβη και εις βάρος πολλών άλλων επενδυτών, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να απολέσουν τα χρήματα που του εμπιστεύθηκαν και αυτός να καταδικασθεί κατά τα πιο πάνω, για τις πράξεις της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και της απάτης και της πλαστογραφίας.

Είναι προφανές ότι, οι πιο πάνω ενάγοντες, κατά τη συναλλαγή τους αυτή με τον Γ. Β., απέβλεψαν περισσότερο στο πρόσωπο αυτού, παρά στην ιδιότητα του διευθυντή της ασφαλιστικής εταιρίας, που αυτός χρησιμοποιούσε και τούτο διότι στις πιο πάνω βεβαιώσεις σαφώς αναγράφεται σε πρώτο ενικό πρόσωπο " ... αναλαμβάνω την διαχείρησιν του ποσού των ... ", ήτοι ότι αναλαμβάνει την διαχείριση ο ίδιος προσωπικά και δεν ενεργεί απλώς ως διευθυντής της πρώτης εναγομένης για αγορά Αμοιβαίων Κεφαλαίων, στην οποία άλλωστε δεν γίνεται καμία αναφορά στις εν λόγω βεβαιώσεις.

Και πέραν αυτού, οι πιο πάνω ενάγοντες κατέβαλαν στον ίδιο τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα επενδύσει ο ίδιος, γιατί αν πίστευαν ότι η επένδυση θα γίνει μέσω της πρώτης εναγομένης, γνώριζαν από προηγούμενες υγιείς συναλλαγές με αυτή, ότι τα χρήματα θα έπρεπε να τα καταβάλουν σε αυτή με έναν από τους τρόπους, που αναγράφονταν επάνω στις σχετικές αιτήσεις για Αμοιβαία Κεφάλαια, ήτοι με επιταγή στο όνομα αυτής ή με κατάθεση των χρημάτων σε έναν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της, που επίσης αναφέρονταν στην αίτηση και όχι απ’ ευθείας στον Γ.

Β.. Ο ίδιος δε, πριν την έκνομη δραστηριότητα του, όπως καταθέτει ο πιο πάνω μάρτυρας, ποτέ δεν εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό της Α.Ε.Δ.Α.Κ. Όταν κατέστη γνωστή στην τέταρτη εναγομένη η πιο πάνω έκνομη δραστηριότητα του προσώπου αυτού, η εν λόγω εταιρία κατήγγειλε, την 3-12-1999, την πιο πάνω σύμβαση πρακτόρευσης.

Υπό τα περιστατικά αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση, ο Γ. Β. τελούσε σε σχέση πρόστησης με την τέταρτη εναγομένη εταιρία, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε συνεργαζόταν ως ανεξάρτητος ελεύθερος επαγγελματίας, ούτε ότι η τελευταία αυτή εταιρία τελούσε σε σχέση πρόστησης, με την πρώτη εναγομένη, ως προστηθείσα αυτής, όπως εσφαλμένα, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων των από 12-7- 2007 και 16-7-2007 εφέσεων των ως άνω εναγομένων εταιριών, δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την τελευταία, δε αυτή σχέση δεν την επικαλούνται ούτε οι ενάγοντες με την αγωγή τους.

Περαιτέρω...δεν αποδείχθηκε ότι ο πιο πάνω, στην ένδικη περίπτωση ενήργησε στα πλαίσια της σχέσης πρόστησης που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη και μάλιστα καθ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσίας που αυτή του παρείχε, η σχέση δε πρόστησης δεν αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση των πιο πάνω πράξεων, δεδομένου ότι και η συμπεριφορά του...

δεν τελούσε σε αιτιώδη σχέση με τα καθήκοντα που είχε αναλάβει έναντι της πρώτης, εναγομένης εταιρίας, ως μεσολαβητής στη διάθεση των Αμοιβαίων Κεφαλαίων και ήταν ξένη με τη συμφωνημένη παροχή των υπηρεσιών αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν τελούσε υπό τις εντολές και τις οδηγίες της, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, απέσπασε τα χρήματα των εναγόντων με την υπόσχεση ότι θα προέβαινε ο ίδιος σε επενδύσεις Αμοιβαίων Κεφαλαίων ή μετοχών, η επένδυση δε σε μετοχές εκφεύγει του αντικειμένου της πρώτης εναγομένης, η οποία δεν δικαιούται να προβαίνει σε τέτοιες επενδύσεις, καθόσον δεν είναι χρηματιστηριακή εταιρία...από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν υφίσταται ευθύνη των εταιριών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο της δεύτερης εναγομένης Τράπεζας EUROBANK, ήδη δεύτερης εφεσίβλητης με την έφεση των εναγόντων και της τρίτης εναγομένης, ήδη δεύτερης εφεσίβλητης με την εν λόγω έφεση, εταιρίας με την επωνυμία "Κ.-Α.

Α.Ε.", ...εκπροσώπου στην Ελλάδα της εταιρίας... "ALICO AIG" και συνεπώς πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, όπως ορθά απορρίφθηκε και με την εκκαλουμένη ως προς τη δεύτερη και την τρίτη των ως άνω εναγομένων εταιριών και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον συναφή πέμπτο λόγο της έφεσης των εναγόντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Ορθά επίσης απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την αγωγή, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ως προς τους ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες Α. Κ., Ε. Π., Χ. Α. και Μ. Ζ., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλαν στον Γ. Β. οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς επένδυση μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης εταιρίας. Και τούτο διότι δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η καταβολή αυτή, παρά μόνο προσκομίζονται οι σχετικές αιτήσεις τους, σε έντυπα της πρώτης εναγομένης, με τις οποίες ζητούν τη συμμετοχή τους στην εν λόγω επένδυση.

Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται ως προς αυτό, με τον δεύτερο λόγο της πιο πάνω έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ως άνω εναγόντων, ενώ δέχθηκε την έφεση των εναγομένων εταιριών "ALICO AIG Α.Ε.Δ.Α.Κ." και "ALICO AIG LIFE", εξαφάνισε δε ως προς αυτές την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την εναντίον τους αγωγή των Κ. Μ. και Ι. Δ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 του Α.Κ., οι οποίες ορθά και δεν εφαρμόσθηκαν, λόγω μη συνδρομής, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως των ουσιαστικών τους προϋποθέσεων. Επομένως ο περί του κ. αντιθέτου δεύτερος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του λόγος της κρινομένης αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, άλλως έχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την καταβολή ή μη από τους πρώτο, πέμπτο, έκτο και έβδομη των εναγόντων των αναφερομένων στην αγωγή χρηματικών ποσών στον Γ. Β., είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα. Εξάλλου κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "...ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση...".

Έτσι σε περίπτωση πλειόνων αντιδίκων, ως εις ολόκληρον υπόχρεων προς αποζημίωση, καίτοι υπάρχει μεταξύ τους απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να καλούνται άπαντες πριν από την ως άνω προθεσμία, εκτός αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αρμόζουν αποκλειστικώς και μόνον στο πρόσωπο, ορισμένων εκ των ομοδίκων.

Τούτο δε διότι αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά, αφορούν τα στοιχεία της αξιώσεως που είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ’ ανάγκη, εφ’ όσον και επί απλής ομοδικίας, η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη προς απόδειξη της υπάρξεως της αξιώσεως, ή δεν θα ληφθούν υπόψη (Α.Π.1093/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, και έκτο λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται στον προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αναιρετική αιτίαση (και όχι 8 και 1 αντίστοιχα) συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι ανωτέρω (στον αμέσως προηγούμενο λόγο) αναφερόμενοι ενάγοντες δεν απεδείχθη ότι κατέβαλαν στον Γ.

Β. τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων τους, την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων Δ. Σ., τις υπ’ αριθ. 16.877, 16.878 και 16.883/20-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών και τις αιτήσεις για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων.

Οι ως άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον μεν αφορά τις αορίστως (χωρίς αναφορά των ονομάτων των ενόρκως βεβαιωσάντων) αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, παραπονούμενοι για την μη λήψη υπόψη των ιδίων βεβαιώσεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλέσθηκαν κλήτευση μόνο των πρώτης, τρίτης και τετάρτης των εναγομένων - εφεσίβλητων εταιριών, όχι δε και της δεύτερης εξ αυτών, διότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούσαν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αφού λήφθησαν χωρίς την επιβαλλομένη κλήτευση όλων των φερομένων ως ευθυνόμενων εις ολόκληρον και σε απλή ομοδικία τελούντων εναγομένων και κατά συνέπειαν ορθώς δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, όπως ρητά για τις δύο εξ αυτών αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Καθόσον αφορά δε τα λοιπά φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη νόμιμα αποδεικτικά μέσα, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στις αιτήσεις για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι οι ενάγοντες Α. Κ., Ε. Π., Χ. Α. και Μ. Ζ. δεν απεδείχθη ότι κατέβαλαν στον Γ. Β. οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς επένδυση μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης, αφού το μοναδικό αποδεικτικό. μέσο που προσκομίζουν είναι οι σχετικές αιτήσεις τους, σε έντυπα της πρώτης εναγομένης, με τις οποίες ζητούν τη συμμετοχή τους στην εν λόγω επένδυση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αιτήσεων τους αυτών, στις οποίες μεταξύ άλλων αναγράφεται ότι: "επιθυμώ να εκδώσετε μερίδια που αντιστοιχούν στο ποσό που κατέθεσα με την παρούσα αίτηση σε κοινό λογαριασμό σύμφωνα με τον νόμο 5838/1932 και με το αρ. 19 παρ.4 του Νόμου 1969/1991 και το άρθρο 4 παρ.8 του κανονισμού στο όνομα των παρακάτω" υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ..

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα για την θεμελίωση του στο αναιρετήριο, δεν πρόκειται για παραμόρφωση των αιτήσεων συμμετοχής, για διαγνωστικό δηλαδή σφάλμα, αλλά για εκτιμητικό τοιούτο , για τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο εκτιμήθηκε το περιεχόμενο αυτών από το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατεβλήθησαν από τους ως άνω ενάγοντες τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στα έντυπα των αιτήσεων.

Σε κάθε περίπτωση δε ο ως άνω αναιρετικός λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου ότι δεν απεδείχθη η εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής περί σχέσεως προστήσεως μεταξύ του Γ. Β., που υπεξαίρεσε και φέρεται να υπεξαίρεσε τα χρήματα των εναγόντων, και της τετάρτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ούτε επίσης (αποδείχθηκε) η σχέση προστήσεως μεταξύ της τελευταίας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες παραδοχές στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η εκ του άθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια , υπό την έννοια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που οι αναιρεσείοντες επεκαλέσθησαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το γεγονός ότι οι αιτήσεις συμμετοχής για αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων Alico-Eurobank ήταν μοναδικές και αριθμημένες, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της 2775/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο Γ.

Β. καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για την θεμελίωση του, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια.

Ο από την διάταξη άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου θεωρείται ότι παραβιάσθηκε, αν δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, από το άρθρο 904 του Α.Κ. προκύπτει, ότι η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε, ως απαράδεκτη, την ένδικη αγωγή κατά την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση, θεμελιουμένη επί των ίδιων, ως και η κυρία εκ της αδικοπραξίας βάση της , πραγματικών περιστατικών δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη του άρθρου 904 και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ’ αυτό αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως ο σχετικός έβδομος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2010 αίτηση των Α. Κ., Κ. Μ., Ε. Π., Χ. Α., Μ. Ζ. και Ι. Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2396/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ