Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment on inheritance property ownership claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first instance judgment regarding inheritance and property ownership. The appellant argued that the court failed to consider specific claims and evidence necessary to establish title through inheritance, citing gaps in the legal reasoning. The court rejected these grounds, ruling that the specific statutory grounds for appeal against first-instance decisions in this context do not include the alleged deficiencies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure: The grounds for appeal against first-instance decisions are strictly limited; claims regarding the lack of legal basis or failure to consider specific matters and evidence do not constitute valid grounds for appeal under the applicable statutory framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τσόνογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. χας Μ. Σ., το γένος Ι. Μ., 2)Δ. Σ. του Μ. και 3)Ι. Σ. του Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήβας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα την από 10/10/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 9/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 αρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. 'Ετσι, αν η διεκδικητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή αυτής όσο και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε να αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, υποχρεούται ο τελευταίος (ενάγων) για τη θεμελίωση της αγωγής κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ) να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης επίσης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχό του, καταφεύγοντας αν υπάρξει ανάγκη σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). 'Ασκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 5-11-2007 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) κατά της αναιρεσείουσας (εναγομένης), για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 2/8 για την πρώτη τούτων και κατά ποσοστό 3/8 για καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο τούτων επί του επακριβώς προσδιοριζομένου εκεί ακινήτου και να διαταχθεί η αποβολή της εναγομένης από αυτό.
Εξέθεταν δε στην αγωγή αυτή ότι με συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας που νόμιμα μεταγράφηκε του αποβιώσαντος το έτος 1991, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών δύο αναιρεσιβλήτων, αυτοί έγιναν συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών τούτων. 'Ότι ο δικαιοπάροχός των σύζυγος και πατέρας τούτων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς από το έτος 1970 που έγινε άτυπη διανομή των ακινήτων του αποβιώσαντος πατέρα του Δ.
Σ. μεταξύ αυτού και των λοιπών συγκληρονόμων του, κατά την οποία (διανομή) ο καθένας από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Δ. Σ. έλαβε διαιρετώς μερίδιο ίσο με το ιδανικό του μερίδιο, μέχρι του θανάτου το έτος 1991 κατείχε και ενέμετο το ακίνητο αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, καλλιεργώντας το με διάφορα δημητριακά γενόμενος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. 'Ότι από το έτος 1991, χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε το ως άνω ακίνητο στους ενάγοντες λόγω της εξ αδιαθέτου διαδοχής του συζύγου και πατέρα τους, συνέχισαν να νέμονται το ακίνητο τούτο αυτοί συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας επ' αυτού κάθε πράξη ενδεικτική της νομής των και δή, καλλιεργώντας τον αγρό αυτό με δημητριακά, καταστάντες συγκύριοι τούτου και με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή, περιέχει τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση και ενόψει και της αρνήσεως στον πρώτο βαθμό της κυριότητας του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων από την εναγομένη, είναι πλήρως ορισμένη.
Συνεπώς, το ως εφετείο δικάσαν πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών, που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ εφόσον δεν απαίτησε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που οι κανόνες των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων απαιτούν για τη γένεση του οικείου δικαιώματος ούτε αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη για την κρίση του ως ορισμένης της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και • ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση - τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν, υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων: Με την υπ' αριθμ. …/11-10-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Θηβών Ιωάννη Πατρώνα, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών (τόμος … - αύξ.
αριθμ. …) οι ενάγοντες σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο αντίστοιχα, αποδέχθηκαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι την κληρονομία του αποβιώσαντος Μ. Σ. του Δ., συζύγου και πατέρα αντίστοιχα, των εναγόντων, ο οποίος απεβίωσε την 8η-2-1991. Συγκεκριμένα αποδέχθηκαν ένα ξερικό αγροτεμάχιο έκτασης, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, 4.037,70 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή ..." ή "δρόμοι ...", το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία Ι-Θ-Θ1-Θ2-Θ3-Ρ-Π-Ε-Ι στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Χ.
Μ. και συνορεύει νοτιοανατολικά με πλευρά Θ-Θ1, μήκους 44,50 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Γ., δυτικά με πλευρά Ε-1 με ιδιοκτησία αγνώστων, βορειοανατολικά με πλευρά Ε-Π, μήκους 25,50 μ., με ιδιοκτησία Ε. Δ. Σ., με πλευρά Π-Ρ, μήκους 8,08 μ., με ιδιοκτησία Κ. Μ. Σ., με πλευρά Ρ-Θ3, μήκους, 21,09 μ., με ιδιοκτησία Ε. Δ. Σ. και πλευρά Θ3-Θ2, μήκους 21,96 μ., συν πλευρά Θ2-Θ1, μήκους 22,15 μ., με ιδιοκτησία Κ.
Ε. Σ. και νοτιοδυτικά με πλευρά Ι-Θ, μήκους 82,69 μ., με δημόσια δασική έκταση. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, όπως δηλώνεται στην ανωτέρω αποδοχή κληρονομίας, απέκτησε το ανωτέρω επίδικο ακίνητο από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του Δ. Σ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1946 χωρίς να αφήσει διαθήκη, σε συνδυασμό με άτυπη διανομή που έγινε το 1970 μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων.
Η εναγομένη δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12-4-2006 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Ελένης Μάγκλαρη αγόρασε από τον Ε. Σ. του Δ. (αδερφό του δικαιοπαρόχου των εναγόντων), την Π. Σ. του Ε., την Κ. Σ. του Ε. και το Δ. Σ. του Ε., 5 αγροτεμάχια, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο ανωτέρω συμβόλαιο. Το επίδικο αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 5 αγροτεμαχίου όπως φαίνεται στο από Φεβρουάριο του 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Α.. Περαιτέρω από το σύνολο των ανωτέρω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι μετά τον επελθόντα το έτος 1946 θάνατο του Δ. Σ. (πατέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου της εναγομένης Ε. Σ.), η σύζυγος του Κ. Σ. καλλιεργούσε τα κληρονομιαία ακίνητα για λογαριασμό και των ανηλίκων τέκνων της.
Το έτος 1961 έγινε άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων του Δ. Σ. από τα τέκνα του Μ., Α., Ε. και Η.. Ο Μ. και ο Ε. Σ. έλαβαν από ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." ή ..." ή "δρόμοι ..." και συγκεκριμένα ο Μ. Σ. έλαβε το επίδικο αγροτεμάχιο και ο Ε. Σ. εκείνο που βρίσκεται βορειοανατολικά αυτού. Τα δύο ακίνητα τα χώριζε ξερολιθιά.
Από το έτος εκείνο (1961) ο Μ. Σ. άρχισε να νέμεται για λογαριασμό του το ανωτέρω ακίνητο και συγκεκριμένα το έσπερνε με δημητριακά είτε ο ίδιος, είτε κατ' εντολήν του ο αδερφός του Η. Σ. (μάρτυρας εναγόντων), τα έτη 1985 και 1986 και Γ. Λ. τα έτη 1972 και 1973.
Συνεπώς ο Μ. Σ. τουλάχιστον από το έτος 1970 έως το θάνατό του το 1991, ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών καταθέτει ρητά και κατηγορηματικά ο μάρτυρας των εναγόντων, ο οποίος ως αδερφός τόσο του Μ. όσο και του Ε. Σ. έχει ιδία γνώση, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας της εναγομένης, γιος του Μ. Σ., καταθέτει αυτά που γνωρίζει από τον πατέρα του. Εξάλλου τα αναφερόμενα στην κατάθεσή του τελευταίου περί λήψης μόνο από τον πατέρα του ακινήτου στη θέση που βρίσκεται το επίδικο και περί του ότι ο Μ. Σ. έλαβε άλλο ακίνητο ανατολικότερα, δεν κρίνονται πειστικά, διότι δεν προσδιορίζεται που βρίσκεται το ακίνητο αυτό, ενώ από τα προσαγόμενα Ε9 των ετών 1997 και 2005 του δεύτερου ενάγοντος, προκύπτει ότι αναφέρεται έκταση 2 στρεμμάτων στην αυτή θέση. Επίσης από την επισκόπηση των υπ' αριθμ.
.../29-7-1992 και .../21-6-1995 συμβολαίων γονικής παροχής του συμβ/φου Θηβών Γεωργίου Γεωργούση, με τα οποία ο Ε. Σ. έκανε γονική παροχή στην κόρη του Κ. Σ. α) το αγροτεμάχιο με αριθμό 2 όπως απεικονίζεται στο ανωτέρω από Φεβρουάριο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Α. και β) το αγροτεμάχιο με αριθμό 1, όπως απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, τα οποία συνορεύουν βορειοανατολικά με το επίδικο, προκύπτει ότι προς νότο αναφέρεται σύνορο βουνό και όχι ιδιοκτησία Ε.
Σ.. Επομένως οι ενάγοντες με την αποδοχή της κληρονομίας αυτού έγιναν συγκύριοι σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας (αποδοχή κληρονομίας με συμβ/κό έγγραφο και μεταγραφή), εφόσον απέκτησαν από κύριο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη ενσωματώνει πλήρως στις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο εκείνες της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι το περιεχόμενό της αποτελεί "...ενιαίο σύνολο με τις προτάσεις..." του βαθμού τούτου. 'Ομως τούτο, δεν αρκεί, αφού, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν.
Απαιτείται δηλαδή τόσο η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν, όσο και η προσκομιδή, σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων. Η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό στις προτάσεις του παρόντος βαθμού, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τους περιέχουν, δεν είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 559/1974 Δ 5.500, ΑΠ 1011/1994 ΕλλΔνη 37.131, ΑΠ 438/1993 ΕλλΔνη 36.83).
Έτσι, απαράδεκτα προβλήθηκαν από μέρους της εφεσίβλητης όσοι ισχυρισμοί περιλαμβάνονται στις προτάσεις της του πρώτου βαθμού, με απλή ενσωμάτωση αυτών, στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών κατ' αποδοχήν της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την 131/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή αυτών και αναγνώρισε τους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) συγκυρίους σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου την πρώτη τούτων και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου τον καθέναν από τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδώσει το επίδικο ακίνητο στους ενάγοντες κατά τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητάς τους. 'Ετσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 787, 974, 980, 981, 982, 994 και 1045 ΑΚ αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διότι το κατείχε με διάνοια κυρίου από το έτος 1970 μέχρι το χρόνο θανάτου του το έτος 1991 ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα, να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρεί την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι υπάρχει δυνατότητα καλλιέργειας σίτου και εισαγωγής γεωργικού ελκυστήρα επί πετρώδους εδάφους, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ με το ως άνω περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνον τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4, 5 και 7 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως. 'Ετσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και όταν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της εάν αυτή δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών που διέλαβε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και της ασκήσεως πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων από τον χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου τους μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια της μη λήψη υπόψη από το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ενστάσεων που αυτή προέβαλε ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου ως και δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα τα οποία αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι στους περιοριστικά αναφερομένους λόγους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν περιλαμβάνεται η έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ως και η μη λήψη υπόψη εγγράφων που νομίμως επικαλέστηκαν οι διάδικοι και προσκόμισαν κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 10-10-2012 αίτηση της Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2012 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως προεκτέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν.4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2012 αίτηση της Ε. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 26/2012 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και - Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ