1113/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι: 25ος των αναιρεσειόντων -Μ. συζ. Δ. Λ.- απεβίωσε την 18-7-2009 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, α) Ε. θυγ. Α. και Μ. Λ., β) Ά. θυγ. Α. και Μ. Λ., γ) Α. θυγ. Α. και Μ. Λ., κατοίκων ..., και ο 32ος των αναιρεσειόντων- Κωνσταντίνος Πλατανιάς- απεβίωσε την 30-10-2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους: α) Ι. Π. του Κ., β) Ε. Π. του Κ. συζ. Π. Π. με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και γ) Χ. Π. του Κ., ατομικώς και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος οι οποίοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν την δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1113/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 387/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. α) Π. Μ. του Ι., έως και 33. Π. θυγ. Γ. Π., συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., άπαντες εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αργυρόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι: 25ος των αναιρεσειόντων -Μ. συζ. Δ. Λ.- απεβίωσε την 18-7-2009 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, α) Ε. θυγ. Α. και Μ. Λ., β) Ά. θυγ. Α. και Μ. Λ., γ) Α. θυγ. Α. και Μ. Λ., κατοίκων ..., και ο 32ος των αναιρεσειόντων- Κωνσταντίνος Πλατανιάς- απεβίωσε την 30-10-2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους: α) Ι. Π. του Κ., β) Ε. Π. του Κ. συζ. Π. Π. με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και γ) Χ. Π. του Κ., ατομικώς και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος οι οποίοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν την δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., Ευάγγελου Μαρίνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και την από 31-10-2005 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση καθώς και η 138/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 3-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 576 παρ. 1,2, 3 και 568 παρ.4 και 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απών διάδικος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση οπότε είναι περιττή η κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Άλλως ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς όλους τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση οι Γ. και Α. Κ. (αριθ. 18α, 18β) και οι Ε. και Κ. Μ. (αριθ. 23α, 23β ) κατά την εκφώνηση και συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις υπ' αριθ. 13812, 13814/5-1-2010, 13853, 13855/12-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... αποδεικνύεται ότι αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-3-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη παρούσα δικάσιμο επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ε. χας Κ. Α. κ.λ.π, Ιωάννη Αργυρόπουλο.
Συνεπώς η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσείουσες παρόντες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α'287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η δίκαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούσαν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ(ολ)22/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 247/2009, 51/2010 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Δήμων Αθηναίων και Καμένων Βούρλων Φθιώτιδος, απεβίωσαν στις 18-7-2009 και 30-10-2010, οι Μ. Λ. και Κ. Π., αντίστοιχα, οι οποίοι κληρονομήθηκαν, εξ αδιαθέτου, από τους Ε., Ά. και Α. Λ. η πρώτη (αριθ.25) και τους Ι. Ε. και Χ. Π. ο δεύτερος (αριθ.31), στους οποίους (κληρονόμους) περιήλθαν οι απαλλοτριούμενες υπ' αριθ. 971 και 975 ιδιοκτησίες των κτηματολογίων, αντίστοιχα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των ανωτέρω αποβιωσάντων, νομίμως εδήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, την λόγω θανάτων βιαία διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη αυτής, που διεκόπηκε βιαίως λόγω θανάτου, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, παραδεκτά προχωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτούς.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως " αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνης της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνης της απόφασης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό της έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1716/2009).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), η όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 387/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο αφ' ενός μεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος των υπ' αριθ. 1 (αριθ. 1δ'626), 2 (αριθ. 1δ'627), 3(αριθ. 1δ'632), 4 (αριθ. 1δ'633Α και 656), 5 (αριθ. 1δ'633),6 (αριθ. 1δ'638 Α και 640), 7 (αριθ. 1δ'638Β'), 8 (αριθ. 1δ'639), 9 (αριθ. 1δ'644), 10 (αριθ. 1δ'662), 11(αριθ. 1δ'663), 12 (αριθ. 1δ'763), 13 (αριθ. 1δ'767), 14 (αριθ. 1δ'789), 15 (αριθ. 1δ'790), 18 (αριθ. 1δ'895), 19 (αριθ. 1δ'915), 20 (αριθ. 934Γ'και 947), 21 (αριθ. 1δ'947), 22 (αριθ. 1δ'959), 23 (αριθ. 1δ'966), 24 (αριθ. 1δ'969), 25 (αριθ. 971), 26 (αριθ. 1δ'972), 27 (αριθ. 1δ'973), 28 (αριθ. 1δ'993) εκ των αναιρεσειόντων για τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης στα κτίσματα των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν, αφετέρου δε διέλαβε σ' αυτή συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες, δεχόμενο ότι δεν βρίσκονται πολύ κοντά του αυτοκινητοδρόμου ο οποίος δεν επηρεάζει την λειτουργικότητά τους ως κατοίκων και δεν υπέστησαν κάποια ζημία ή άλλη βλαπτική επενέργεια στο φέροντα οργανισμό τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αίτημα αδίκαστο, άλλως περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των αριθ. 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις αβάσιμες, ως προς τη δεύτερη δε αιτίαση, καθόσον διέλαβε στην απόφαση του συνοπτικές πλην όμως επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της μείωσης ή μη της αξίας από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, των ακινήτων επί των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ακινήτων των ανωτέρω αναιρεσειόντων, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) και του άρθρου 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στο ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο". Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του αναφορικά με το ζήτημα του προσδιορισμού ιδιαίτερης, με βάση τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των υπ' αριθ. 862, 890, 893, 946, 975, 990 ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ' αριθ. 1051531/4822/0010/26-6-2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας κα;
Οικονομικών & Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και ειδικότερα για την βελτίωση-διαπλάτυνση της Εθνικής οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης στο τμήμα παράκαμψης Καμένων Βούρλων, έκταση συνολικού εμβαδού 302.115,40 τ.μ. και εικονίζεται στα υπ' αριθ. ΚΤ-8, ΚΤ-9, ΚΤ-10 και ΚΤ-14 κτηματολογικά διαγράμματα, ότι αποδείχθηκε ότι αυτά (εναπομείναντα τμήματα) δεν υπέστησαν εκ της απαλλοτριώσεως σημαντική μείωση της αξίας τους εκ της ελαττώσεως της επιφανείας τους και της εντεύθεν αδυναμίας προς πλήρη εκμετάλλευση αυτών όπως προηγουμένως σε σχέση με την οικοδομησιμότητα τους και τη δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του για κάθε ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση και το εναπομείναν τμήμα της δέχθηκε, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, τα εξής: "... α) Το Α.Κ.Π 862 με εμβαδόν 2,010,5 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 477 τ.μ., και απομένει έκταση 1.533,1 τ.μ., η οποία εξακολουθεί και πάλι είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση.
Η αξία του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση διότι παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται. β) Το Α.Κ.Π. 890 με εμβαδόν 4.364 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 1.569 τ.μ. και απομένει έκταση 2.795 τ.μ., η οποία εξακολουθεί και πάλι είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση.
Η αξία του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση διότι παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται, γ) Το Α.Κ.Π. 893 με εμβαδόν 1.378 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 391,6 τ.μ. και απομένει έκταση 986,3 τ.μ., η οποία εξακολουθεί και πάλι είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση.
Η αξία .του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση διότι παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται. δ) Το Α.Κ.Π. 946 με εμβαδόν 2.367,5 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 454 τ.μ. και απομένει έκταση 1.913,6 τ.μ., η οποία εξακολουθεί και πάλι είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση.
Η αξία του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση•\ διότι παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται. ε) Το Α.Κ.Π. 975 με εμβαδόν 5.535 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 109,8 τ.μ. και απομένει έκταση 5.425 τ.μ., η οποία εξακολουθεί και πάλι είναι άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση.
Η αξία του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση διότι παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα οποιασδήποτε εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται. ζ) Το Α.Κ.Π. 990 με εμβαδόν 1.447 τ.μ. ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Το τμήμα που απαλλοτριώνεται έχει εμβαδόν 343 τ.μ. και απομένει έκταση 1.104 τ.μ.;
η οποία φυσικά και πάλι είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Η αξία του τμήματος που απομένει δεν υφίσταται καμία μείωση διότι έτσι και αλλιώς απαρχής δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η δυνατότητα γεωργικής εκμεταλλεύσεως του δεν εμποδίζεται ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στην συνέχεια απέρριψε ως, ουσιαστικά αβάσιμη την ανταίτηση των υπ'αριθ.16, 29, 30, 31, 32 και 33 εκ των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που αυτοί ζητούσαν τον προσδιορισμό ιδιαίτερης, με βάση τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, αποζημίωσης για τα ανωτέρω τμήματα που απέμειναν σε αυτούς μετά την απαλλοτρίωση των προαναφερομένων ιδιοκτησιών που φέρονται ότι ανήκουν σε αυτούς. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε. Δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε την ως άνω διάταξη, που σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες και ειδικότερα α) την συνολική έκταση την οποία είχε κάθε μία από τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες πριν την απαλλοτρίωση, β) την απαλλοτριωθείσα έκταση, γ) την έκταση της εναπομεινάσης ιδιοκτησίας, δ) την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα της συνολικής έκτασης και της εναπομεινάσης και ε) την δυνατότητα οποιασδήποτε εκμετάλλευσης της εναπομεινάσης της απαλλοτριώσεως έκτασης.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ.1 περ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παράβασης της υπ' αριθμ. ΔΜΕ0/09244/ε/1242/11-12-07 Αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 560/31-12-2007), σύμφωνα με την οποία οι αποστάσεις πλέον των κτιρίων από τους άξονες παράπλευρων των Εθνικών οδών, ορίστηκαν σε 45 μέτρα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτουν περιστατικά που να βρίσκονται στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Υπουργικής Αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από22-6-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 138/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ