Supreme Court dismisses appeal on insurance contract termination due to owner's failure to notify vehicle ownership change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed DRAGO BOATS A.E.'s appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating an insurance contract. The court found that both the original owner and the new owner, operating under a franchising system, knowingly failed to notify the insurer of the vehicle's transfer despite being aware of the increased risk. Consequently, the court ruled that the insurer was not liable for the contract's automatic termination under the relevant insurance law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of the decision of the Minister of Commerce no. K4/585/1978; Art. 681A, 663 et seq. of the Code of Civil Procedure: The failure of the vehicle owner and the new holder to notify the insurer of a change in ownership, when such failure is due to knowledge of the increased risk, constitutes a breach of the contractual obligation to inform, thereby triggering the automatic termination of the insurance contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία DRAGO BOATS A.E., η οποία έχει την έδρα της στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παγορόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία LE MONDE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. πρώην LE MANS ASSURANCES A.E., της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την υπ' αριθμό Κ3-1232/5-2-2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Ως ειδικός διάδοχος αυτής παραστάθηκε το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/1999 κύρια αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 23/3/1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 585/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 912/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αρχικά αναιρεσίβλητη με την από15/6/2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 928/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 912/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5026/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/11/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 6/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τον προτεινόμενο από τον Εισηγητή, από το άρθρο 559, αριθμ. 19, λόγο αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 της με αριθμ. Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, "πάσα μεταβολή της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδον δεκαπέντε ημερών την αυτοδικαίαν λύσιν της ασφαλιστικής συμβάσεως εκτός εάν εντός της αυτής προθεσμίας ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσουν δι' εγγράφου των, περιέχοντος τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, την συνέχισιν της ασφαλιστικής καλύψεως και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθή εγγράφως την αίτησιν εντός 10 ημερών από της λήψεως της.
Εις την περίπτωσιν αυτήν, η ασφαλιστική σύμβασις λύεται από της αποποιήσεως της αιτήσεως ή μετά πάροδον 16 ημερών από της αποποιήσεως εάν έχουν προκαταβληθεί δια το χρονικό τούτο διάστημα τα ασφάλιστρα". Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 της ιδίας αποφάσεως "Διαρκούσης της συμβάσεως, ο αντισυμβαλλόμενος και οι ησφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν εις τον ασφαλιστήν εντός τριών εργασίμων ημερών αφ' ης έλαβον γνώσιν πάσαν μεταβολήν των εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου στοιχείων ως και παν περιστατικόν δυνάμενον να μεταβάλη ή να επιτείνη τον κίνδυνον, καθώς και πάσαν μεταβολήν της κυριότητος ή κατοχής του οχήματος.
Εν περιπτώσει παραβάσεως των ως άνω ασφαλιστικών βαρών εκ δόλου ή βαρείας αμελείας του αντισυμβαλλομένου ή τινός των ησφαλισμένων, ούτος υποχρεούται να αποκαταστήση οιονδήποτε ποσόν αποζημιώσεως και εξόδων εις άτινα ήθελεν υποβληθή ο ασφαλιστής εκ της παραβάσεως ταύτης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, η ακύρωση ή λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου, που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δέκα έξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακυρώσεως ή λήξεως ή αναστολής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει κατ' αρχήν ότι κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος, επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μετά πάροδο 15 ημερών από της μεταβολής. Η αυτοδίκαιη αυτή λύση ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Αντίθετα δεν ισχύει έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, οι οποίοι κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του άνω νόμου έχουν ιδία αξίωση ευθέως κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός αν ο τελευταίος γνωστοποιήσει και μάλιστα εγγράφως, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 εδ.
β του ίδιου νόμου, την τοιαύτη λύση προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο και περάσει χρονικό διάστημα 16 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. Για την ενημέρωση του ασφαλιστή περί της γενομένης μεταβολής της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, η οποία οπωσδήποτε επηρεάζει τα οικονομικά συμφέροντα αυτού, επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος στον αντισυμβαλλόμενο και τους ασφαλισμένους η υποχρέωση γνωστοποιήσεως σ' αυτόν (ασφαλιστή) της γενομένης μεταβολής και μάλιστα εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών από τη στιγμή που έλαβαν γνώση της μεταβολής.
Η εκπλήρωση από τους υπόχρεους του άνω ασφαλιστικού βάρους παρέχει τη δυνατότητα στον ασφαλιστή είτε να καταγγείλει τη σύμβαση (αρθρ. 9 παρ. 1 ν. 489/1976) εφόσον κατά τη γνωστοποίηση της μεταβολής δεν έχουν παρέλθει 15 ημέρες από την πραγματοποίηση της και να γνωστοποιήσει την, συνεπεία της καταγγελίας, λήξη της συμβάσεως, στον αντισυμβαλλόμενο του ή τον ασφαλισμένο, είτε, εφόσον έχει παρέλθει η άνω προθεσμία των 15 ημερών και επομένως έχει επέλθει αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως, να γνωστοποιήσει αυτή στα άνω πρόσωπα, προς απαλλαγή του από την ευθύνη έναντι των τρίτων.
Η παράλειψη εκπληρώσεως του εν λόγω ασφαλιστικού βάρους μόνον εάν έγινε από δόλο ή βαρειά αμέλεια (δεν αρκεί ελαφρά αμέλεια) συνεπάγεται την υποχρέωση των βαρυνομένων με αυτό προσώπων προς αποζημίωση του ασφαλιστή, για την ζημία την οποία υπέστη και η οποία συνήθως ταυτίζεται με την αποζημίωση που πρόκειται να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.
Για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως αυτής απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της επελθούσας ζημίας του ασφαλιστή. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια όταν, λόγω της μη έγκαιρης γνωστοποίησης από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο, της επελθούσας μεταβολής στην κυριότητα ή κατοχή του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ο ασφαλιστής δεν μπόρεσε να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να προβεί σε γνωστοποίηση της λύσης αυτής κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, σε χρόνο μεγαλύτερο των 16 ημερών προ του επισυμβάντος δια του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ατυχήματος, ώστε ν' απαλλαγεί της ευθύνης για τις εξ αυτού ζημίες προς τρίτους.
Εν προκειμένω, το δικάσαν Εφετείο, ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας - εναγομένης της κυρίας αγωγής και νυν αναιρεσιβλήτου εταιρείας, δέχθηκε τα εξής: "Τόσον η αντισυμβαλλόμενη ομόρρυθμη εταιρία, ιδιοκτήτρια του οχήματος, όσο και η νέα κάτοχος αυτού ανώνυμη εταιρία δεν ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωσή τους να ειδοποιήσουν τον ασφαλιστή για την μεταβολή της κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από αυτή, αλλά ούτε και αργότερα, με συνέπεια, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, να έχει επέλθει αυτοδικαίως η λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως μετά την πάροδο 15 ημερών από την πραγματοποίηση της (μεταβολής).
Οι παραπάνω ομόρρυθμη και ανώνυμη, αντίστοιχα, εταιρίες, που συνεργάζονται μεταξύ τους, υπό το σύστημα "franchising", αν και τελούσαν σε γνώση του περιεχομένου των παραπάνω συμβατικών όρων της ασφαλιστικής συμβάσεως και των εξ αυτών υποχρεώσεων τους, η μεν πρώτη ως αντισυμβαλλομένη - κυρία του οχήματος, με την οποία καταρτίστηκε η ασφαλιστική σύμβαση, η δε δεύτερη ως κάτοχος αυτού θεωρούμενη από το νόμο ως ασφαλισμένη, συνεργαζόμενη εμπορικά με την πρώτη και εκμεταλλευόμενη αυτό στο δικό της όνομα, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τη νόμιμη, αλλά και συμβατική, επιβαλλόμενη σ' αυτές, ως ασφαλιστικό βάρος, υποχρέωση της έγγραφης γνωστοποιήσεως της μεταβολής, διότι γνώριζαν ότι επρόκειτο περί γεγονότος, που, λόγω της μετά βεβαιότητας διαφορετικότητας της νέας βαρύτερης χρήσεως του (οχήματος), η οποία επεβάλλετο από το αντικείμενο των εργασιών της νέας κατόχου αυτού (ανώνυμης εταιρίας) και της χρησιμοποιήσεώς του από τον υπάλληλο αυτής, υπαίτιο οδηγό, και για ιδιωτικές μετακινήσεις του - το χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του από τον χώρο της εργασίας του στην οικία του και το είχε στη διάθεση του μέχρι να επιστρέψει την επομένη ημέρα στην εργασία του, για να το χρησιμοποιήσει στη συνέχεια για τις ανάγκες αυτής (εργασίας) (βλ.
σχετικώς με το τελευταίο την κατάθεση του μάρτυρα ΑΑ, γιού του υπαιτίου οδηγού, ο οποίος καταθέτει σχετικώς "ο οδηγός το είχε βραδινές ώρες να μεταφέρει προσωπικό, το πρωΐ τους έπαιρνε από Πλ. ..., διευκόλυνε την εταιρία, είχε και την φύλαξη (του αυτοκινήτου) ...", ενείχε μεταβολή και επίταση του κινδύνου, δηλ.
των περιστάσεων υπό τις οποίες συμφωνήθηκε και συνήφθη η ασφαλιστική σύμβαση και καθορίστηκε το ύψος των καταβλητέων ασφαλίστρων, ήτοι από όχημα επαγγελματικής χρήσεως, κυκλοφορούν στην ..., σε τέτοιο με συνδυασμένη επαγγελματική και ιδιωτική χρήση, που κυκλοφορεί στην ευρύτερη περιοχή της ..., όπου στατιστικώς ο κίνδυνος ατυχημάτων είναι αυξημένος και μεγαλύτερης συχνότητας ... .
Εξαιτίας της προαναφερομένης μη έγκαιρης γνωστοποιήσεως από την αντισυμβαλλομένη ή την ασφαλισμένη νέα κάτοχο του ασφαλισμένου οχήματος της επελθούσας μεταβολής στην κατοχή αυτού και της παρόδου 15 ημερών από αυτήν (μεταβολή), με συνέπεια την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα στερήθηκε του δικαιώματος να γνωστοποιήσει την λύση αυτή, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976, προκειμένου να τεθεί σε κίνηση η προθεσμία των 16 ημερών, ώστε, αν συμβεί ατύχημα μετά την πάροδο αυτής, να μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου που ζημιώθηκε την γνωστοποίηση αυτή, προς απαλλαγή της από την ευθύνη.
Επομένως, εφόσον η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν μπόρεσε, για την προεκτεθείσα αιτία, να γνωστοποιήσει, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/76, την λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, σε χρόνο μεγαλύτερο των 16 ημερών προ του επισυμβάντος δια του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ατυχήματος, ώστε να απαλλαγεί της ευθύνης για τις εξ αυτού ζημίες προς τον αρχικώς κυρίως ενάγοντα, ενέργεια στην οποία οπωσδήποτε θα προέβαινε εάν είχε εγκαίρως πληροφορηθεί την γενομένη μεταβολή της κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, όπως σαφώς και εξ ιδίας αντιλήψεως κατέθεσε η, με επιμέλεια της, εξετασθείσα πρωτοδίκως, ως άνω μάρτυράς της, υπάλληλός της, η κατάθεση της οποίας δεν αναιρείται από κανένα άλλο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, υπάρχει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του, ως άνω, ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους των υπόχρεων προς τούτο, -παραπάνω αναφερομένων αντισυμβαλλομένης και νέας κατόχου -και της επελθούσας ζημίας της, με συνέπεια να θεμελιώνεται η υποχρέωση αυτών προς αποζημίωση της, για την ζημία που αυτή υπέστη, η οποία είναι ίση με το ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει στους υπεισελθόντες στην θέση του, εξ άλλης αιτίας, αποβιώσαντος κυρίως ενάγοντος εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Η πραγματική πρόθεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας να προβεί στην, κατά τα ανωτέρω, γνωστοποίηση της λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως δεν αναιρείται από το μεταγενέστερο του ατυχήματος γεγονός της υπογραφής των ανανεώσεων της ασφαλιστικής συμβάσεως και περαιτέρω δεν γίνεται, όπως έπρεπε, επίκληση περιστατικών προγενεστέρων του ενδίκου ατυχήματος, από τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να συνάγεται η έλλειψη προθέσεως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση ...".
Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς την εναγομένη - νέα κάτοχο του αυτοκινήτου - νυν αναιρεσείουσα και υποχρέωσε αυτή να καταβάλλει στην ενάγουσα ό,τι ποσό ήθελε καταβάλει η τελευταία στους υπεισελθόντες στη θέση του κυρίως ενάγοντος, ως κληρονόμους αυτού.
Έτσι, κρίνοντας το δικάσαν Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, όπως προβάλλεται με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, καθόσον στις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία, τα συγκροτούντα τη βαρεία αμέλεια της αντισυμβαλλομένης εταιρείας ιδιοκτήτριας του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και της ασφαλισμένης εταιρείας, νέας κατόχου του αυτοκινήτου - νυν αναιρεσείουσας, ως προς την από μέρους τους παράβαση του ως άνω ασφαλιστικού βάρους, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, οι ως άνω εταιρείες, συνεργαζόμενες μεταξύ τους, υπό το σύστημα του franchising, παρότι τελούσαν σε γνώση του συμβατικού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως και της εξ αυτού υποχρεώσεώς τους περί γνωστοποιήσεως στον ασφαλιστή της μεταβολής της κατοχής και χρήσεως του αυτοκινήτου, εν τούτοις παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, διότι εγνώριζαν ότι επρόκειτο περί γεγονότος, το οποίο, λόγω της βαρύτερης χρήσεως του οχήματος, ενείχε επίταση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίστηκε η ασφαλιστική σύμβαση και με βάση τις οποίες καθορίσθηκε το ύψος των καταβλητέων ασφαλίστρων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Στην ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α, 663 επ. Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία δικάζονται διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση της ασφαλίσεως αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως.
Εξ άλλου, οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την ειδική αυτή διαδικασία αναφέρουν μόνον τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και δεν δύναται να διαπιστωθεί εάν εχώρησε πλημμέλεια ως προς το βάρος αποδείξεως.
Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των ως άνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις περί του βάρους αποδείξεως (338 Κ.Πολ.Δ.) ως προς το ζήτημα της υπάρξεως προθέσεως εκ μέρους της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας να ανανεώσει ή όχι την ασφαλιστική σύμβαση είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι την ένδικη υπόθεση το Εφετείο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α, 663 επ.
ΚΠολΔ.
ΙΙΙ.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος ειδικού διαδόχου της αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2006 αίτηση της εταιρείας "DRAGO BOATS AE" για αναίρεση της 5026/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και ήδη του ειδικού διαδόχου αυτής, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ