Legislator Case Law & Legislation
1113/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court erred on abuse of right and consideration of unsubmitted facts.

Case Number 1113/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court incorrectly declared an abuse of right defense inadmissible and improperly considered arguments not formally submitted. The court ruled that the abuse of right claim was legally unfounded rather than inadmissible and that the unsubmitted arguments constituted a denial of the appellant's claim, not new facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 of the Civil Code; Art. 559(1)(a) and (8)(a) of the Code of Civil Procedure: Abuse of right is established when conduct lacks justification and causes harsh consequences, while appeals based on consideration of unsubmitted arguments fail if those arguments are merely denials of the opposing party's claims.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith admissibility of appeal unsubmitted facts property dispute civil procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 of the Civil Code
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 240 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 17/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., 2. ...... και 3. ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πελέκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2001 προδικαστική, 5/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από -3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/1995). Μόνη όμως η αδράνεια επί μακρόν χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, αλλά και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 8/2001, Ολ.Α.Π. 62/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου την ένδικη από 11-9-2000 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν, ότι του επιδίκου τμήματος ακινήτου, ήτοι ενός υπόσκαφου κατωγίου με την αυλή του, συνολικής επιφάνειας 63,60 τ.μ., κειμένου στην ......

της Σαντορίνης, κατέστησαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου μητέρας τους ......, η οποία νεμήθηκε αυτό από το έτος 1935, που της είχε παραδώσει τη νομή του, με άτυπη δωρεά, η αρχική ιδιοκτήτρια αυτού και μητέρα της, μέχρι το έτος 1992, που με το υπ' αριθμ...........

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Πολυχρόνη Λυμπερόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε σ' αυτούς (τέκνα της), λόγω συστάσεως γονικής παροχής, και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, που είναι κύριος γειτονικού ακινήτου, περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 1992 το κατέλαβε αυθαίρετα και στη συνέχεια ανήγειρε επ' αυτού διάφορα κτίσματα.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή να αναγνωρισθούν συγκύριοι, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσοστά εξ αδιαιρέτου, και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να τους το αποδώσει. Ο αναιρεσείων με τις από 15-2-2001 προτάσεις του, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, πρόβαλε επικουρικώς, προς απόκρουση της αγωγής, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε τα εξής: " Τέλος όλως επικουρικά αναφέρω ότι η άσκηση της αγωγής ύστερα από την πάροδο ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, και μετά την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του οικείου Ειρηνοδικείου Θήρας, που έλυσε τη διαφορά (είχε απορρίψει αίτηση της δικαιοπαρόχου μητέρας των αναιρεσιβλήτων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής), σε κάθε περίπτωση συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος......

Η άσκηση της αγωγής μετά την πάροδο μιας τόσο μεγάλης χρονικής περιόδου και μετά την εγκατάστασή μου στο επίδικο ακίνητο, αφού ξόδεψα σημαντικά για μένα ποσά για την αποπεράτωσή του (πήρα δάνειο), συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από την πλευρά των αντιδίκων". Υπό τα ανωτέρω όμως αορίστως εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της εν λόγω επικουρικής ένστασής του, τα οποία δεν συνδέονται καθοιονδήποτε τρόπο με προηγηθείσα συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, από την οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί στον αναιρεσείοντα η εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα διεκδικούσαν το επίδικο ακίνητο, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων συγκυρίων να διεκδικήσουν το επίδικο δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν νόμιμη.

Επομένως το Εφετείο που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, την παραπάνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αντιδίκων του, την οποία επανέφερε αυτός με λόγο της έφεσής του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

-ΕΠΕΙΔΗ, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την προβληθείσα από αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω ένσταση του αναιρεσείοντος εναγομένου, όχι ως απαράδεκτη, αλλά γιατί την έκρινε νομικά αβάσιμη.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' του ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ. α' Κ.Π.ολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα έλαβε υπόψη το μη επαναφερθέντα νομίμως στο Εφετείο, όπως ορίζει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., ισχυρισμό που είχαν προβάλει οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες με την προσθήκη των προτάσεων τους κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, περί ελλείψεως καλής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εναγομένου κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου και, συνεπώς, μη απόκτησης υπό τούτου της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των αναιρεσιβλήτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης του αναιρεσείοντος εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας, αποκτηθείσης με χρησικτησία, και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 558 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ. Γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον παραπάνω μη επαναφερθέντα νομίμως σ' αυτό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, περί ελλείψεως καλής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εναγομένου κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά αρνητικό ισχυρισμό της πιο πάνω ένστασης του αναιρεσείοντος εναγομένου, ο οποίος δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ