1113/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1113/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ) Αι πάσης φύσεως αποδοχαί των αποσπωμένων υπαλλήλων βαρύνουν τας εις άς αποσπώνται υπηρεσίας, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 4087/1960 ή ετέρων ειδικών νόμων. 2. α) Η απόσπασις υπαλλήλων από καταστήματος εις κατάστημα ή από υπηρεσίας εις υπηρεσίαν επιτρέπεται, δι' αποφάσεως του Διοικητού, μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και δεν δύναται να διαρκέση πέραν του διμήνου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1113/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μαρκόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1907/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7304/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 29-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 95 του από 13.9.1968 Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 226698/1980/6.3.1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 389/2.4.1973 τεύχος Β', κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει γι' αυτό ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ Ολ. 851/1981), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, ρυθμίζεται η απόσπαση και τα οδοιπορικά έξοδα και η αποζημίωση για εκτός έδρας υπηρεσία των αποσπωμένων υπαλλήλων της ως εξής: "Απόσπασις: 1.
α) Η απόσπασις υπαλλήλων εις ξένας προς την Τράπεζαν υπηρεσίας επιτρέπεται, ενεργουμένη κατά τα οριζόμενα υπό της κειμένης νομοθεσίας "Η απόσπασις υπαλλήλων δια την επάνδρωσιν Εταιρειών, Κοινοπραξιών και Οργανώσεων εις ας μετέχει η ΑΤΕ κατά πλειοψηφίαν, ή εις Οργανώσεις και Οργανισμούς του προσωπικού της Τραπέζης (π.χ.
Ταμείο Υγείας Υπαλλήλων ΑΤΕ, Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων ΑΤΕ, ΚΑΣΥΑΤΕ κλπ) διενεργείται δι' αποφάσεως του Διοικητού, κατόπιν συμφώνου και ητιολογημένης γνώμης του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, β) Λήξαντος και μη ανανεωθέντος του χρόνου της αποσπάσεως, αύτη παύει αυτοδικαίως. γ) Ανάκλησις της αποσπάσεως και προ της λήξεώς της επιτρέπεται, ενεργουμένη κατά τον αυτόν ως και η απόσπασις τρόπον.
δ) Αι πάσης φύσεως αποδοχαί των αποσπωμένων υπαλλήλων βαρύνουν τας εις άς αποσπώνται υπηρεσίας, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν.Δ. 4087/1960 ή ετέρων ειδικών νόμων. 2. α) Η απόσπασις υπαλλήλων από καταστήματος εις κατάστημα ή από υπηρεσίας εις υπηρεσίαν επιτρέπεται, δι' αποφάσεως του Διοικητού, μόνον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και δεν δύναται να διαρκέση πέραν του διμήνου.
β) Εις τους δι' υπηρεσιακούς λόγους και επί χρονικόν διάστημα μέχρι δύο μηνών αποσπωμένους εις υπηρεσίας της Τραπέζης υπαλλήλους, καταβάλλονται τα οδοιπορικά έξοδα και η κεκανονισμένη αποζημίωσις δι' υπηρεσίαν εκτός έδρας. Εις τους τη αιτήσει των αποσπωμένους υπαλλήλους, δεν καταβάλλονται αποζημίωσης εκτός έδρας ούτε οδοιπορικά έξοδα".
Εξάλλου, με το άρθρο 61 του ίδιου ως άνω Οργανισμού ρυθμίζονται τα των οδοιπορικών εξόδων και αποζημιώσεως των για υπηρεσία εκτός έδρας μετακινουμένων υπαλλήλων της ως εξής: "Οδοιπορικά και έξοδα αποζημιώσεως: 1. α) Εις τους μετακινουμένους δι' υπηρεσίαν, εντός της επικρατείας μονίμους υπαλλήλους, καταβάλλεται το αντίτιμον εισιτηρίου του μεταφορικού μέσου, ως ακολούθως:
Α' Θέσεως, δια τους επί βαθμοίς Υπολογιστού και άνω. Β' Θέσεως, δια πάντας τους λοιπούς. β) εις τους Αρχιλογιστάς, τους ανωτέρους και τους ανωτάτους υπαλλήλους καταβάλλεται και το αντίτιμον κλιναμάξης. 2. α) Επίσης, προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών εκτός έδρας, καταβάλλεται αποζημίωσις δι' εκάστην διανυκτέρευσιν, καθοριζομένη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου τη προτάσει του Διοικητού, αναλόγως των εκάστοτε υφισταμένων συνθηκών μετακινήσεως των υπαλλήλων.
β) Τμήμα της αποζημιώσεως του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλεται εις τους αυθημερόν επιστρέφοντας εις την έδραν των υπαλλήλους, ή επιστρέφοντας εντός ωρισμένου ωραρίου ή κινουμένους εντός ωρισμένης περιφερείας ή πόλεως, κατά τα οριζόμενα δι' αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβανομένων τη προτάσει του Διοικητού.
Δια των αυτών αποφάσεων καθορίζονται και αι άνευ αποδείξεων δικαιολογούμεναι δαπάναι, ή χιλιομετρική αποζημίωση των πεζή ή δι' ιδίου μεταφορικού μέσου μετακινουμένων κλπ". Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Με την 328/8.8.97 απόφαση της Διοίκησης της αναιρεσείουσας ΑΤΕ συγκροτήθηκε Επιτροπή υπαλλήλων με σκοπό να αναλάβει την εποπτεία επιχειρησιακής πορείας της Κοινοπραξίας "ΕΝΩΣΗ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΣΥΝ/ΜΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΓΝΟ", που είχε την έδρα της στο .......
και εχρηματοδοτείτο αποκλειστικά από την αναιρεσείουσα Αγροτική Τράπεζα. Με την παρ. 5 της απόφασης καθορίστηκε ως προς την αμοιβή των μελών της Επιτροπής ότι: "Η μισθοδοσία τους βαραίνει την Τράπεζα και η οργάνωση "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ" βαρύνεται με τα επιδόματα ευθύνης, τα έξοδα παράστασης και με την εκτός έδρας αποζημίωση των Συμβούλων της ΑΤΕ που θα αποσπαστούν από την Αθήνα στη ........".
Εξάλλου, με τις διατάξεις της διαρκούς κωδικοποίησης διαταγών ΑΤΕ και ιδιαίτερα από τις διατάξεις 54-06-05 και 54-06-09, υπό τον τίτλο "Έξοδα Διαμονής και Διατροφής" Αποσπασμένων Υπαλλήλων", αντιστοίχως, ορίζεται ότι: "Η ημερήσια αποζημίωση όλων των υπαλλήλων της ΑΤΕ, άσχετα από βαθμό και κλάδο, που μετακινούνται για εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας, έχει ορισθεί ίση με το 1/25 των ακαθαρίστων τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους.
Η αποζημίωση καταβάλλεται, εφόσον ο μετακινούμενος υπάλληλος διανυκτερεύει εκτός έδρας, ή επιστρέφει στην έδρα της υπηρεσίας του μετά τα μεσάνυχτα. Υπάλληλοι που αποσπώνται για να ενισχύσουν άλλες υπηρεσιακές μονάδες, δικαιούνται οδοιπορικών εξόδων διαμονής και διατροφής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 54-06-05 και 54-06-07, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στη Διαταγή μετακίνησής τους".
Επίσης, με την υπ' αριθ. .......... Εγκύκλιο Διαταγή της Διεύθυνσης Προσωπικού προς όλες τις υπηρεσιακές μονάδες της Τράπεζας, καθορίζονται οι προϋποθέσεις καταβολής αποζημίωσης εκτός έδρας και ορίζεται ότι: "Στην περίπτωση που μετακινείται υπάλληλος σε πόλη όπου έχει τη μόνιμη κατοικία του, ο υπάλληλος δεν υποβάλλεται σε κανένα έξοδο για διατροφή ή διανυκτέρευση, επομένως δεν δικαιούται καμία αποζημίωση εκτός από τα τυχόν οδοιπορικά έξοδα, τα οποία πρέπει να του καταβάλλονται, ως έδρα δε του υπαλλήλου θεωρείται το Κατάστημα στο οποίο υπηρετεί και όχι ο τόπος μόνιμης κατοικίας".
Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, με την 331/19.8.97 απόφαση της Διοίκησης ΑΤΕ ο αναιρεσίβλητος, που ήταν Διευθυντής στη Διεύθυνση Φυτικής Παραγωγής στην Αθήνα, αποσπάστηκε, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 95 του Οργανισμού της ΑΤΕ στην "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ", πλην όμως τοποθετήθηκε στο Κατάστημα ...... και όχι απευθείας στην "ΑΓΝΟ", της οποίας ορίστηκε Σύμβουλος Γενικής Διεύθυνσης, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1α του άρθρου 95, η απόσπαση υπαλλήλων επιτρεπόταν μόνο σε Κοινοπραξίες στις οποίες η Τράπεζα είχε την πλειοψηφία, κάτι που δεν συνέβαινε ακόμα με την "ΑΓΝΟ".
Η απόσπαση του αναιρεσίβλητου που ήταν διάρκειας δύο μηνών, σύμφωνα με τον Οργανισμό, ανανεώθηκε μεταγενεστέρως, με συνεχείς διαδοχικές, δίμηνης διάρκειας αποφάσεις του ΔΣ της ΑΤΕ, υπό τους αυτούς ως άνω οικονομικούς όρους, μέχρι 8.12.98. Δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα αυτό ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε την προβλεπόμενη, από τον Οργανισμό της ΑΤΕ και τις ως άνω εγκυκλίους διαταγές της, αποζημίωση για εκτός έδρας υπηρεσία, αφού η έδρα του εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αθήνα στη "Διεύθυνση Φυτικής Παραγωγής", η οποία αποζημίωση ανερχόταν στο 1/25 των ακαθάριστων αποδοχών του για κάθε ημέρα υπηρεσίας σε απόσπαση.
Ωστόσο, με την 14/8.12.98 απόφαση του ΔΣ ΑΤΕ, με την οποία αποφασίστηκε η απόσπαση του αναιρεσίβλητου για χρονικό διάστημα ενός έτους, από 4.5.1998 έως 4.5.1999, και τοποθετήθηκε στη θέση του Αναπληρωτή Γεν. Δ/ντή της ΑΓΝΟ ΕΑΣΘ, αποφασίστηκε επίσης να μη χορηγείται στο εξής η εκτός έδρας αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο, παρά το γεγονός ότι η Οργανική του θέση εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αθήνα, με τη δικαιολογία ότι κατέστη μόνιμος κάτοικος .........., λόγω της μακρόχρονης πλέον εκεί παραμονής του.
Σε αντιστάθμισμα δε αυτής (αποζημίωσης), με την 1/26.1.99 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας, ορίστηκε ότι από 1.1.99 θα καταβάλλονται στον αναιρεσίβλητο πάγια έξοδα κίνησης 500.000 δρχ. μηνιαίως, "επειδή υποχρεούται καθημερινά να μεταβαίνει από τη ......... στο ...... όπου είναι οι εγκαταστάσεις της ΑΓΝΟ". Παρά την αντίδραση του αναιρεσίβλητου, με το ......έγγραφό του προς την ΑΤΕ, η τελευταία δεν του κατέβαλε την ως άνω εκτός έδρας αποζημίωση, παρά το ότι, με συνεχείς αποφάσεις του ΔΣ της, παρέτεινε τις αποσπάσεις του αναιρεσίβλητου στο Κατάστημα της ........, για τις ανάγκες της "ΑΓΝΟ" μέχρι 30.9.01, αγνοώντας και τις διαμαρτυρίες του αναιρεσίβλητου με το 1/7.1.99 έγγραφό του, με το οποίο ζήτησε τη διακοπή της απόσπασης και την επαναφορά του στην Οργανική του θέση στην Αθήνα, αφού δεν του κατεβάλετο η εκτός έδρας αποζημίωση.
Στο μεταξύ, με την ........ Διαταγή της Διεύθυνσης, μετακινήθηκε (τυπικά) στη Διεύθυνση Προσωπικού στην Αθήνα, ως Διευθυντής - Σύμβουλος της Διοίκησης, και με την ......... Διαταγή, μετακινήθηκε στη συνέχεια ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων στην Αθήνα, αν και συνεχιζόταν η απόσπασή του στην "ΑΓΝΟ-ΕΑΣΘ", όπου με την ......
απόφαση της Διοίκησης ΑΤΕ ορίστηκε εντολοδόχος εκκαθαριστής της. Τέλος, με την ...... απόφαση της Διοίκησης, ο αναιρεσίβλητος ορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος της θυγατρικής της ΑΤΕ εταιρείας "ΑΓΝΟ ΑΕ", η οποία αγόρασε την υπό εκκαθάριση τελούσα "ΑΓΝΟ-ΕΑΣΘ", στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας (ΑΓΝΟ ΑΕ) συμμετείχε η ΑΤΕ κατά 99,59%.
Εκεί παρέμεινε, μετά από διάφορες παρατάσεις της απόσπασής του, μέχρι τις 19.11.2002, που παραιτήθηκε από την ΑΤΕ και συνταξιοδοτήθηκε. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να δικαιούται αποζημίωσης εκτός έδρας από 1.5.98, γιατί, σύμφωνα με την ως άνω εγκύκλιό της ........., έκτοτε η ........., στην οποία αποσπάστηκε, αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία του, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι από 1.5.98 ο αναιρεσίβλητος άλλαξε τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του από την Αθήνα στη ........, στην οποία σε κάθε περίπτωση αναγκαστικά μετακινήθηκε λόγω της απόσπασής του και μόνο, με πρωτοβουλία της Τράπεζας, ενώ ιδιόκτητη οικία διατηρούσε στη ......, όπου διέμενε η οικογένειά του, και η οργανική του θέση ήταν στην Αθήνα.
Γι' αυτό ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος έπαυσε να έχει το κίνητρο της αποζημίωσης, ζήτησε κατά τα παραπάνω, την επιστροφή του στην έδρα του στην Αθήνα. Ούτε η μακρά απόσπασή του (ενώ όχι μόνο διατηρούσε η ΑΤΕ ταυτόχρονα την οργανική του θέση στην Αθήνα, αλλά τον μετέθετε και από υπηρεσία σε υπηρεσία εντός Αθηνών) μπορεί να θεωρηθεί κατά τους ισχυρισμούς της ΑΤΕ ότι αποτελούσε σιωπηρή μετάθεση (και μάλιστα χωρίς τη συγκατάθεσή του) επειδή, όπως ισχυρίζεται η Τράπεζα, εκ του ότι κατείχε ο αναιρεσίβλητος την ηγετική θέση Διευθυντή Κεντρικής Υπηρεσίας, δεν ήταν ευχερές να τον μετακινήσει με μετάθεση σε ισότιμη θέση στη ........, γι' αυτό και διετηρείτο σε απόσπαση και τούτο διότι η δυσχέρεια της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος των υπαλλήλων της.
Εξάλλου, οι παραπάνω παράτυπες συνεχείς δίμηνες παρατάσεις της απόσπασης του ενάγοντος, κατά καταστρατήγηση ουσιαστικά της διάταξης του άρθρου 95 του Οργανισμού, που προβλέπει δίμηνη απόσπαση του προσωπικού από υπηρεσία, καταδεικνύουν την επιθυμία της για την καταβολή της αποζημίωσης εκτός έδρας στον αναιρεσίβλητο (η καταβολή της οποίας συνεχίστηκε άλλωστε και μετά την 1.5.98 μέχρι τέλους 1998).
Με την ίδια τακτική, θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί και στη συνέχεια η περίπτωση του αναιρεσίβλητου, όταν παράτυπα συνεχίστηκε η απόσπασή του για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Επομένως, η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για το από 1.1.1999 έως 15.11.2002 χρονικό διάστημα ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση, ίση προς το 1/25 των εκάστοτε ακαθάριστων τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, η οποία ανέρχεται για το έτος 1999 σε 45.910 ευρώ, για το έτος 2000 σε 48.805 ευρώ, για το έτος 2001 σε 50.963 ευρώ και για το έτος 2002 (1.1.2002 έως 15.11.2002) σε 47.715 ευρώ και συνολικά σε 193.393 ευρώ.
Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ήδη από τον αναιρεσίβλητο εισπραχθέν, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ποσό των 500.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικά (34,5 μήνες Χ 500.000) 17.250.000 δρχ., ή 50.623,63 ευρώ, που του κατεβαλόταν από την αναιρεσείουσα, με σχετική απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, για τα έξοδα κίνησής του από τη .........
στον τόπο της καθημερινής του απασχολήσεως στο ........ και αποφασίστηκε η καταβολή του σε αντιστάθμισμα της έως τότε (31.12.1998) καταβαλόμενης αποζημίωσης για υπηρεσία εκτός έδρας, η παροχή της οποίας εξυπηρετούσε ακριβώς τον ίδιο σκοπό. Κατά συνέπεια, το οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο υπόλοιπο ανέρχεται σε (193.393 - 50.623,63) 142.769,37 ευρώ.
Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας Τράπεζας, με την οποία αυτή παρεπονείτο και για την απόρριψη πρωτοδίκως της ανωτέρω ενστάσεως μερικής εξοφλήσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της και είχε αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο από την αναιρεσείουσα από την ανωτέρω αιτία ποσό 193.393 ευρώ, και δέχθηκε την τελευταία αυτή (αγωγή) εν μέρει για το ως άνω ποσό των 142.769,37 ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 7304/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ