Supreme Court partially allows appeal against single judge ruling on jurisdiction in labor dispute between doctors and hospital. Court found single judge erred in dismissing claim due to lack of jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Single Judge's decision to dismiss the doctors' claims as inadmissible. The Single Judge had ruled that the dispute fell under civil jurisdiction because the hospital acted as a private counterparty rather than a public entity. The Court held that the Single Judge erred in applying Article 560(3) of the Code of Civil Procedure by incorrectly finding a lack of jurisdiction, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(3) KPolD; Art. 569(3) KPolD: When a single judge dismisses a claim as inadmissible due to lack of jurisdiction in a labor dispute involving a private entity, the appellate court must examine the jurisdictional basis and may overturn the decision if the entity's status was mischaracterized, remanding the case for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1112/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Η. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 3.Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4.Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 5.Ν. Β. του Ι., κατοίκου ..., 6.Χ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 7.R. J. του A., κατοίκου ..., 8.Χ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 9.Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 10.Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 11.Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 12.Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 13.Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 14.Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 15.Τ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16.Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 17.Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 18.Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 19.Μ. Α. του Β. - Π., κατοίκου ..., 20.Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., και 21.Κ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρθένα Παπαδοπούλου, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"" που εδρεύει στην Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Ευφραιμία Γερασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-04-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 15967/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-08-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό την κρίση, από 8-8-2024 με αριθμ.καταθ.17725/1419/13-8-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 15967/1-12-2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 18-11-2022 με αριθ. καταθ. 36272/1100/2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 256/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 20-4-2021 (αριθμ.καταθ.10163/44/2021) αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων- εναγόντων (πλην του τέταρτου και του δέκατου πέμπτου τούτων) ιατρών, υπηρετούντων το επίδικο διάστημα, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη κατά τη σωρευόμενη βάση της, της αδικοπραξίας εκ των διατάξεων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, ως αόριστη κατά τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και την είχε δεχθεί κατ'ουσία, ως προς την σωρευόμενη βάση της, της υφισταμένης σχέσης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, επιδικάζοντας τα εκεί αναφερόμενα ποσά σε καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ιατρών, νομιμοτόκως, ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (αποζημιώσεων για εφημερίες), λόγω αντισυνταγματικότητας των αναφερόμενων διατάξεων περί μειώσεών τους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση και κρίνοντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος, αυτεπαγγέλτως ότι η ένδικη αγωγή δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας.
Η αίτηση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (1-12-2023) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (13-8-2024) δεν παρήλθε διετία (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ). Με την από 24-5-1991 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος Παπαγεωργίου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.1964/1991 (ΦΕΚ Α' 146), ιδρύθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως ίδιον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
Η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με τις νεότερες, από 3-11-1997, 8-7-1999 και 12-9-2003 όμοιες (κυρωτικοί νόμοι 2618/1998, ΦΕΚ Α' 128, 2737/1999, ΦΕΚ Α' 174, και 3204/2003, ΦΕΚ Α' 296, αντίστοιχα). Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 της εν λόγω σύμβασης, "Το Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος.
Τα πάσης φύσεως έσοδά του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του α.ν. 2039/1939".
Το άρθρο 3 της σύμβασης, με τίτλο "Πόροι του έργου", προβλέπει ότι το συμβαλλόμενο Ίδρυμα Παπαγεωργίου θα διαθέσει χρηματικό ποσό για την ανέγερση και τον εξοπλισμό του Νοσοκομείου ενώ το Δημόσιο επιβαρύνεται με την κάλυψη των ποσών που θα απαιτηθούν για τον σκοπό αυτό μετά την εξάντληση των κεφαλαίων από την δωρεά του Ιδρύματος, τυχόν άλλες δωρεές, κληρονομίες ή κληροδοσίες και κοινοτικούς (ευρωπαϊκούς) πόρους.
Πόρους του ιδρυόμενου νομικού προσώπου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" αποτελούν, κατά το άρθρο 5 της Σύμβασης, εκτός από τα έσοδα από τις παρεχόμενες ιατρικές και λοιπές υπηρεσίες, "στ) [η] ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, που θα καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας κατά την ελεύθερη κρίση τους".
Προβλέπεται ακόμη έλεγχος του Δημοσίου (άρθρο 7). Η διοίκηση και η διαχείριση του Νοσοκομείου ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρυόμενου νομικού προσώπου, το οποίο αποτελείται από τρία (3) μέλη που υποδεικνύονται από το Ίδρυμα Παπαγεωργίου, ένα (1) μέλος που υποδεικνύεται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τρία (3) μέλη που επιλέγονται από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας (άρθρο 15).
Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 της Σύμβασης, "Το Διοικητικό Συμβούλιο του συνιστωμένου με την παρούσα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του Νοσοκομείου και της εν γένει περιουσίας του. Το Διοικητικό Συμβούλιο κατά την άσκηση της διοίκησης του νομικού προσώπου και την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων αυτού και της περιουσίας του έχει τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα και την ευρύτατη και απεριόριστη εξουσία να ενεργεί όλες τις πράξεις του νομικού προσώπου, ενεργεί δε κατά πάσα περίπτωση συλλογικώς και υπέχει τις ευθύνες του δημοσίου υπολόγου".
Περαιτέρω, με την εκδοθείσα, κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 16 παρ.3 του ν.1964/1991, που προστέθηκε με το άρθρο πρώτου του ν.1618/1998, καταρτίστηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ανωτέρω Νοσοκομείου, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α1α/8342/10.7.1998 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 711/14-7-1998), και στη συνεχεία τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ΚΥΑ Α1α/οικ.9793/1998 (Β'824), ΥΑ 4α/5063/2001 (Β'1180), ΥΑ 4α/10760/2001 (Β'1297), ΥΑ 4α/18357/2003 (Β'439), ΥΑ 4α/114687/2007 (Β'1193), ΥΑ 4α/86735/2010 (Β'1869), και ΥΑ 4α/οικ.15730/2013 (Β'417).
Σύμφωνα με την παραγρ. 15 του άρθρου 3 του Εσωτερικού Κανονισμού του Νοσοκομείου "το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του Δημοσίου στο Νοσοκομείο, που καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, δεν μπορεί να υπολείπεται της δαπάνης μισθοδοσίας του προσωπικού που υπηρετεί στο Νοσοκομείο".
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω το Γ.Ν. Παπαγεωργίου το επίδικο χρονικό διάστημα- (από 1-1-2015 έως 31-5-2017)- περιλαμβανόταν στο καταρτιζόμενο και επικαιροποιημένο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, ως τμήμα του Δημόσιου Τομέα, ενταγμένο στη Γενική Κυβέρνηση και συγκεκριμένα στον θεσμικό τομέα S.13 (Γενική Κυβέρνηση), υποτομέα S.1311 (Κεντρική Κυβέρνηση πλην Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης), το Μητρώο δε αυτό ακυρώθηκε κατά το μέρος τούτο , μεταγενέστερα, και δη για το χρόνο αναφοράς των μηνών Δεκεμβρίου 2018, Μάρτιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο 2019, με την υπ'αριθμ. 1224/2022 απόφαση του ΣτΕ.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 26 και 27 του ν. 2737/1999- με το δεύτερο των οποίων κυρώθηκε, κατά τα άνω, η από 8-7-1999 τροποποιητική σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"- τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την κύρωση με το άρθρο 45 του ν.3204/2003 της από 12-9-2003 νέας τροποποίησης της εν λόγω σύμβασης, προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Στο Γ.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό Προσωπικό που υπηρετεί σε αυτά ή με Προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., και μεταφέρονται μετά από αίτησή τους. Τα Τμήματα και οι Μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του νοσοκομείου και αποτελούν Τμήματά του.
Η εγκατάσταση γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδίδονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου που υπάγεται το Τμήμα ή η Μονάδα ή το Προσωπικό, καθώς και του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.
Το ιατρικό και λοιπό Προσωπικό που υπηρετεί στα τμήματα αυτά εξακολουθεί να κατέχει τις θέσεις του στο νοσοκομείο στο οποίο υπάγεται οργανικά, θεωρείται δε ότι βρίσκεται σε οργανική σχέση με το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του.
Κενά θέσεων που θα προκύπτουν μετά την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του υπηρετούντος προσωπικού των μεταφερόμενων τμημάτων ή μονάδων, εκτός των θέσεων προϊσταμένων τμημάτων, μονάδων, διευθύνσεων, θα καλύπτονται από το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας αυτού.
Κάλυψη των κενών θέσεων προϊσταμένων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του νοσοκομείου, γίνεται μόνον όταν όλο το Προσωπικό που υπηρετεί σε αυτές τις οργανικές μονάδες είναι Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Προσωπικό που υπηρετεί σε τμήμα που έχει εγκατασταθεί στο Γ.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί μετά την πάροδο πενταετίας από την απόφαση εγκατάστασης να επιστρέψει στο νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτησή του. Οι τακτικές αποδοχές του ανωτέρω προσωπικού βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται δια του φορέα από τον οποίο προέρχεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 2592/1998.
Η Αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.
και καταβάλλεται από το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Στα πλαίσια της ανωτέρω νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδόθηκαν οι υπ'αριθμ. Α1α/908/1999 (Β'1774), Α1 Α/10809/1999 (Β'1949), Α1Α/12291/1999 (Β'2039), Α1Α/10015/1999 (Β'1909) ΚΥΑ, για την εγκατάσταση και λειτουργία τμημάτων Νοσοκομείων του ΕΣΥ στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και μεταφέρθηκαν εκεί ιατροί του ΕΣΥ που υπηρετούσαν στα αντίστοιχα τμήματα.
Ακολούθως, με το ν.2889/2001 "Βελτίωση και Εκσυγχρονισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Α' 37), η επικράτεια διαιρέθηκε σε Υγειονομικές Περιφέρειες και ιδρύθηκε σε καθεμία από αυτές ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Σύστημα Υγείας - Πε.Σ.Υ." υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.
Ορίσθηκε δε ότι όλες οι Νοσοκομειακές Μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά τους Ιατρεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ., τα οποία βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Πε.Σ.Υ., μετατρέπονται αυτοδικαίως, από την δημοσίευση του νόμου, σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ.
με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια (άρθρο 1 παρ. 4). Στα άρθρα 2-4 του ίδιου ν.2889/2001 ορίσθηκαν τα όργανα διοίκησης των Πε.Σ.Υ. και οι αρμοδιότητές τους, η οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών τους και τα σχετικά με τους πόρους τους. Επίσης, με τα άρθρα 5-10 του ανωτέρω νόμου ρυθμίστηκαν τα της διοίκησης, οργάνωσης και λειτουργίας των νοσοκομείων.
Με τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι: "Όλα τα νοσοκομεία των Πε.Σ.Υ. οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους. Η έκδοση ή τροποποίηση των οργανισμών γίνεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από εισήγηση του Δ.Σ.
του Πε.Σ.Υ. στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το νοσοκομείο. Οι παραπάνω κοινές υπουργικές αποφάσεις ακολουθούν υποχρεωτικά τα πλαίσια οργάνωσης που ορίζονται στο νόμο αυτόν, όπως συμπληρώνονται με το ενιαίο πλαίσιο οργάνωσης των νοσοκομείων του άρθρου 4 του ν. 1397/1983, όπως κάθε φορά ισχύει. ...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 παρ.10 του ανωτέρω νόμου τα αναφερόμενα εκεί νοσοκομεία ιδρυματικού χαρακτήρα, διατηρούν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους, ανήκουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, καθώς και το Ι.Ε.Ν.Θ.Υ.Α.Ε.
και τα παραρτήματά του, και διασυνδέονται λειτουργικά με το Πε.Σ.Υ., στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 αυτού του νόμου, η οργάνωση και διοίκηση των οποίων νοσοκομείων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 αυτού του νόμου, οι οποίες ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με την παράγραφο 11 του ίδιου άρθρου του ν.2889/2001 από τις διατάξεις αυτού του νόμου για τους όρους απασχόλησης ιατρών ΕΣΥ ρητά εξαιρέθηκαν το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και το "ΩΝΑΣΕΙΟ" Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, και ορίστηκε ότι αυτά διασυνδέονται λειτουργικά με το Πε.Σ.Υ. στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού του νόμου, ότι η οργάνωση και η διοίκησή τους διέπεται από τις ισχύουσες γι` αυτά Ειδικές διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν και τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία και τους όρους απασχόλησης, τόσο κατά το τακτικό ωράριο όσο και κατά την απογευματινή λειτουργία, των απασχολούμενων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
και των πανεπιστημιακών ιατρών, και ότι (μόνο) για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. και τους πανεπιστημιακούς ιατρούς, που εργάζονται στους παραπάνω φορείς, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 11 αυτού του νόμου. Η ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 13 παρ.11 του ν.2889/2001) διατηρήθηκε σε ισχύ με το ν.
ν.3329/2005 με τίτλο "Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις" (Α' 81), με το άρθρο 42 παρ1 του οποίου, από τις 3-5-2005 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 και 12 του ν.2889/2001, ως και τα Πε.Σ.Υ.Π., που είχαν συσταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, και διαιρέθηκε η επικράτεια σε Υγειονομικές Περιφέρειες, αντίστοιχες προς τις Διοικητικές, στις έδρες των οποίων συστήθηκαν Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ" (άρθρο 1), ενώ τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που είχαν μετατραπεί σε αποκεντρωμένες μονάδες των Πε.Σ.Υ.Π., έγιναν εκ νέου Ν.Π.Δ.Δ., υποκείμενα στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας (άρθρο 7 παρ. 1). Επίσης, με την παράγραφο δε 3 άρθρου 16 του ν.1964/1991 (νόμος κύρωσης της άνω σύμβασης), η οποία προστέθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2618/1998, τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 17 του ν.2737/1999 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν.3204/2003, ορίζεται ότι: " Ειδικότερα, όλο το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μπορούν μετά από κρίση να ανανεώνονται ή να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Νοσοκομείου.
Η επιλογή του ιατρικού προσωπικού γίνεται από συμβούλιο επιλογής που συγκροτείται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10, 11 και 12 του άρθρου 11 του ν.2889/2001. Για τη διαδικασία, τα προσόντα, τον τρόπο και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την πλήρωση θέσεων του κλάδου γιατρών Ε.Σ.Υ. 'Οπου στα παραπάνω συμβούλια αναφέρεται ο Διοικητής του Νοσοκομείου για το Γ.Ν.
Παπαγεωργίου αναφέρεται στον Πρόεδρο του Δ.Σ. Νοσοκομείου και το νόμιμο αναπληρωτή του". Στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης με το άρθρο 35 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Γ.Ν Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" προβλέφθηκε η διαδικασία πρόσληψης ιατρικού προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δύνανται να μετατραπούν, μετά από την ειδικώς αναφερόμενη διαδικασία αξιολόγησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ακολούθως, με το νόμο 3754/2009 με τίτλο "όροι απασχόλησης ιατρών ΕΣΥ, νοσηλευτικό προσωπικό, ψυχική υγεία κλπ", που αφορά το σύνολο του ιατρικού προσωπικού του κλάδου ΕΣΥ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ιατροί που ανήκουν στο Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και στις κλινικές, τμήματα, εργαστήρια και μονάδες αυτού (αρθ.1 παρ.2 εδ.β'), με το άρθρο 4 στοιχ.
Β και Γ προβλέφθηκε η διαδικασία για την κάλυψη των κενών ή κενούμενων θέσεων ιατρών, και την εξέλιξή τους, η οποία στη συνέχεια, από τις 16-11-2017 και εντεύθεν, ρυθμίστηκε μετά τα άρθρα 7 και 8 του ν.4498/2017. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, που είναι ν.π.ι.δ., περιλαμβανόμενο το επίδικο διάστημα (από 1-1-2015 έως 31-5-2017) στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, ως τμήμα του Δημόσιου Τομέα, ενταγμένο στη Γενική Κυβέρνηση, απασχολούνται (εκτός από τους πανεπιστημιακούς ιατρούς):
α) ιατροί του ΕΣΥ, ενταγμένοι σε οργανικές θέσεις σε Νοσοκομεία ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, σε Τμήματα και Μονάδες που εγκαταστάθηκαν και λειτούργησαν στο Γ.Ν.Παπαγεωργίου, δυνάμει υπουργικών αποφάσεων, όπου και οι ίδιοι μεταφέρθηκαν μετά από αίτησή τους, θεωρουμένου ότι βρίσκονται σε οργανική σχέση μαζί του, διατηρώντας όμως τις οργανικές τους θέσεις που κατέχουν, με σχέση δημοσίου δικαίου, στα Νοσοκομεία προέλευσης και β) ιατροί ειδικευμένοι, αλλά και ειδικευόμενοι, συνδεόμενοι απευθείας με το Γ.Ν.
Παπαγεωργίου, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, με δυνατότητα μετατροπής για τους ειδικευμένους ιατρούς, με την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όλοι δε οι ανωτέρω ιατροί υπάγονται, άμεσα της υπό το στοιχείο α' κατηγορίας και κατ'αναλογία της υπό το στοιχείο β' κατηγορίας, στις ρυθμίσεις που αφορούν τις αμοιβές (τακτικές και αποζημιώσεις για εφημερίες) των ιατρών που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του ΕΣΥ, όπως ορίστηκε, διαδοχικά, με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ.3 του ν.1964/1991, 39 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του, και 6 του ν.3754/2009, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 3 του ν. 3205/2003.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.
γ του ν. 702/1977, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008 ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν "την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου όπου η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία".
Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.
και άρθρο 45 παρ. 1 π.δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 1366/2018). Με τη διάταξη δε του άρθρου 1 περ.α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...
και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, 10/1989, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 1366/2018).
Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 147/2023).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 6/2023, ΑΠ 959/2020, ΑΠ 1349/2019). Αντίθετα, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 598/2020).
Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 646/2023, ΑΠ 195/2023, ΑΠ 1230/2022, ΑΠ1366/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 35 του Ν. 4842/2021, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1., ,2., .3. αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (560 αρ.3 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή του άρθρου 560 αρ.3 του ΚΠολΔ ισχύει από την 1-1-2022, σύμφωνα με το άρθρο 120 του ν.4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (13-8-2024), σύμφωνα με την παρ.2α άρθρου 116 του ίδιου νόμου.
Επίσης, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνεται εν όλω ή εν μέρει εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2020, ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 293/2023, ΑΠ 540/2017).
Τέλος, οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου επί αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων του ειρηνοδικείου η επίκληση παραβίασής τους δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 657/2024). Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτουν τα εξής:
Με την από 20-4-2021, με αριθ.εκθ.καταθ.10163/44/2021 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ιατροί [ήδη 21 αναιρεσείοντες, πλην του 4ου και του 15ου των συνολικά 23 εναγόντων], ισχυρίστηκαν, ότι άπαντες παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] ν.π.ι.δ. "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" α) οι έξι πρώτοι τούτων (των αναιρεσειόντων), ως ιατροί του ΕΣΥ, ενταγμένοι σε οργανικές θέσεις σε Νοσοκομεία ΝΠΔΔ- και δη στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος" οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ.
Γεννηματάς-Ο Άγιος Δημήτριος" οι επόμενοι τέσσερις αναιρεσείοντες- μεταφερόμενοι από εκεί για τη στελέχωση και λειτουργία του εναγομένου Νοσοκομείου με υπουργικές αποφάσεις, διατηρώντας τις οργανικές τους θέσεις στα ανωτέρω ΝΠΔΔ-Νοσοκομεία προέλευσής τους, από όπου τους καταβαλλόταν ο βασικός μισθός που ελάμβαναν ως Ιατροί του ΕΣΥ, υποχρεουμένου του εναγομένου νοσοκομείου, κατά το νόμο, μόνο στην καταβολή των αποζημιώσεων των εφημεριών τους, όπου ως Ιατροί του ΕΣΥ, με τον ιστορούμενο βαθμό που κατείχε ο καθένας τους, πραγματοποίησαν τις αναγραφόμενες εφημερίες εντός του επιδίκου διαστήματος από 1-1-2015 έως και 31-5-2017, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και β) οι λοιποί (από τον έβδομο έως και την 21η των αναιρεσειόντων), ως ιατροί, συνδεόμενοι με το εναγόμενο Νοσοκομείο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αρχικά, ορισμένου χρόνου, με χρόνο σύναψης εντός των ετών από 2002 έως και 2010 όπως διακρίνεται για τον καθένα, που μετατράπηκε ακολούθως σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για τους ειδικευμένους, πλην της της 21ης, τούτων, ως ειδικευόμενης ιατρού, πραγματοποίησαν τις αναγραφόμενες εφημερίας εντός του ίδιου ως άνω συνολικού επιδίκου διαστήματος, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και βαθμό (του Διευθυντή, Επιμελητή Α 'και Επιμελητή Β' και ειδικευόμενης ιατρού) ο καθένας.
Ότι οι αναφερόμενες διατάξεις μεταξύ των οποίων και αυτές του ν. 4093/2012, που προβλέπουν μειώσεις των αμοιβών τους και των ωρομισθίων των εφημεριών τους, είναι αντισυνταγματικές με συνέπεια οι καταβαλλόμενες από το εναγόμενο με βάση αυτές αποζημιώσεις για τις εφημερίες τους να υπολείπονται των νομίμων.
Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) αναζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] να τους καταβάλει τα αξιούμενα από τον καθένα τους χρηματικά ποσά ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και δη αποζημιώσεων για τις εφημερίες που πραγματοποίησαν, λόγω της ενδοσυμβατικής αλλά και ταυτόχρονα εξωσυμβατικής του ευθύνης, ως και εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 1.000 ευρώ σε καθένα τούτων, νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 256/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά το μέρος που αφορά στους ήδη αναιρεσείοντες-ενάγοντες, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς την επικαλούμενη, σωρευόμενη, βάση της αδικοπραξίας και το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, και ως αόριστη για την εκ του άρθρου 904 ΑΚ βάση της, έγινε δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά κατ'ουσία και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιατρούς, με βάση τη σχέση εργασίας που τους συνδέει, τα εκεί αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσά, ως διαφορές αποζημιώσεων για τις εφημερίες τους, νομιμοτόκως.
Κατά της απόφασης αυτής, καθό μέρος δέχθηκε την αγωγή, άσκησε την από 18-11-2022 και με αριθμό κατάθεσης 36272/1100/2022 έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στρεφόμενο κατά των 21 εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ'αριθμ. 15967/2023, απόφασή του, αφού έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της υπόθεσης, ως υπαγόμενης στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, λόγω της πλήρους εξομοίωσης του εκκαλούντος-εναγομένου Νοσοκομείου, με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου όσον αφορά την καταβολή των επιδίκων αμοιβών του ιατρικού προσωπικού του, απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους εφεσίβλητους-ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιατρούς ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας.
Όμως κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, δεν είναι το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση κριτήριο, αλλά η φύση της ένδικης έννομης σχέσης, που εισήχθη με την αγωγή και αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, η εισαγόμενη προς κρίση διαφορά, είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως προς τους έξι πρώτους αναιρεσείοντες ιατρούς.
Και τούτο διότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες-ενάγοντες είναι ιατροί του ΕΣΥ, ενταγμένοι σε οργανικές θέσεις σε Νοσοκομεία ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου σε Τμήματα και Μονάδες, που, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27 του ν. 2737/1999 και τις εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, εγκαταστάθηκαν και λειτουργούν το επίδικο διάστημα στο, ενταγμένο κατά τον ίδιο χρόνο στη Γενική Κυβέρνηση, εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ-Νοσοκομείο, όπου οι ίδιοι μεταφέρθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, κατόπιν αιτήσεώς του, θεωρουμένου ότι βρίσκονται σε οργανική σχέση μαζί του, διατηρώντας όμως τις οργανικές τους θέσεις, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, στα Νοσοκομεία προέλευσης, από τα οποία ελάμβαναν τις τακτικές αποδοχές τους.
H υφιστάμενη δε σχέση εργασίας τους, η οποία είναι μία και ενιαία, δεν μεταβάλλεται σε ιδιωτικού δικαίου από το ότι, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Γ.Ν. Παπαγεωργίου, είναι υπόχρεο για την καταβολή των αποζημιώσεων των εφημεριών τους που πραγματοποιούν στα εγκατεστημένα εκεί τμήματα των Νοσοκομείων προέλευσής τους.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά κατ'αποτέλεσμα απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας του, ως προς τους πρώτους έξι αναιρεσείοντες-εφεσίβλητους-ενάγοντες ιατρούς, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες το αντίθετο και δη ότι η ένδικη διαφορά ως προς αυτούς υπάγεται κατά τη διάταξη του άρθρου 1 στοιχ.α' του ΚΠολΔ, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ως διαφορά ιδιωτικού δικαίου και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 3 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι (αρθ.578 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (από τον έβδομο έως και την εικοστή πρώτη τούτων)-ενάγοντες ιατρούς, με την ανωτέρω αγωγή εισήχθη διαφορά ιδιωτικού δικαίου, που αναφύεται από τη σύσταση και λειτουργία σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με αντισυμβαλλόμενο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο.
Ειδικότερα, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, μεταξύ αφενός των ανωτέρω αναιρεσειόντων-εναγόντων, και αφετέρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., περιλαμβανόμενου κατά τον επίδικο χρόνο στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, ως τμήμα του Δημόσιου Τομέα, ενταγμένο στη Γενική Κυβέρνηση, συνίσταται στην αξίωση των πρώτων για καταβολή διαφορών αποδοχών και δη αποζημιώσεων για εφημερίες που πραγματοποίησαν παρέχοντας τις υπηρεσίες τους με τους επικαλούμενους βαθμούς και ιδιότητες, ως ιατροί, οφειλόμενων, με επίκληση της αντισυνταγματικότητας των αναφερόμενων διατάξεων, στα πλαίσια συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου που είχαν καταρτίσει με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ, αρχικά ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετατράπηκαν, για όλους, πλην της 21ης, σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την προβλεπόμενη, νόμιμη, διαδικασία.
Ως εκ τούτου η διαφορά που εισήχθη προς κρίση με την ανωτέρω αγωγή, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, καθόσον το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., έναντι των εν λόγω αναιρεσειόντων-εναγόντων ιατρών, δεν ενήργησε με την ιδιότητα του ανήκοντος στο Δημόσιο Τομέα ν.π.ι.δ., αλλά ως αντισυμβαλλόμενός τους σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις τους και λόγω της φύσης αυτής της έννομης σχέσης που συνδέει τα διάδικα μέρη, η ανακύπτουσα διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι λόγω αναιρεσείοντες, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 3 (και όχι και 1) του άρθρου 569 ΚΠολΔ, με τους οποίους αυτοί αποδίδουν την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμοι.
Ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο όλοι οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, δεν ιδρύεται, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, κατ'εφαρμογή διατάξεων του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου, και δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, την οποία προϋποθέτει η προσβολή του από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης.
Κατόπιν των ανωτέρω, λόγω της απλής ομοδικίας που συνδέει τους αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους έξι πρώτους τούτων, ενώ, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, από τον έβδομο έως και την εικοστή πρώτη τούτων.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (αρθ.580 παρ.3 εδ.β'ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ όλων των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των προπαρατεθεισών διατάξεων (αρθ.179 εδ.α'ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2024 με αριθμ.καταθ.17725/1419/13-8-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 15967/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάσαντος ως Εφετείο με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών), ως προς τους έξι πρώτους των αναιρεσειόντων.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ήτοι από τον έβδομο έως και την εικοστή πρώτη τούτων.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης