Legislator Case Law & Legislation
1112/2024 AI generated

Supreme Court allows third-party appeal against partial judgment due to lack of legal interest in specific property.

Case Number 1112/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed a third-party appeal filed by heirs against a lower court's property division judgment. The appellants argued the lower court failed to establish a legal interest for their third-party intervention regarding specific real estate. The court found the lower court's reasoning insufficient to demonstrate how the appellants' rights were directly affected by the property allocation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 588, 74, 76, 77, 110, 558, 559 of the Code of Civil Procedure; A third-party appeal is inadmissible against all original parties if the appealed decision has not been executed, unless the appellant can prove a direct legal interest in the specific subject matter of the dispute.

Keywords

AI generated
third-party appeal legal interest requirement property division judgment admissibility of appeal Code of Civil Procedure heirs as third parties insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 588 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 74 and 76 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 76, 77, 110 paragraph 2 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1a and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 658/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1112 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1112/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Α., το γένος Ι. και Μ. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χριστίνας Κατσάνου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Ν. και της Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., … και 15) Α. ή Ά. Φ. του Μ., κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου καθ' ου η τριτανακοπή Μ. Φ. του Ά., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1991 (με αρ. πρωτ. 99/29-1-1991) τριτανακοπή και τους από 21-10-1991 (με αρ. πρωτ. 891/23-10-1991) πρόσθετους λόγους τριτανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης. Επ' αυτών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 573/1992, 153/2017 μη οριστικές, και 54/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 658/2011). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ.2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεσή του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοί του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικό τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο. (Α.Π 812/2013).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι δύο πρώτοι των καθ' ών η τριτανακοπή, Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), σε βάρος:

α) του τρίτου των καθών η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο δέκατος πέμπτος των αναιρεσιβλήτων και β) Γ. Κ./νου Α.., την από 14-7-1971 και αριθ. πρωτ. 368/1971 διεκδικητική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι των δύο περιγραφόμενων ακινήτων αγρών, εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων έκαστος στην περιοχή ..., που αποτελούν τμήματα του μείζονος περιγραφέντος ακινήτου τους, και να διαταχθεί η αποβολή εκάστου των εναγομένων από καθένα από αυτά και παντός τρίτου που έλκει δικαιώματα από τους εναγόμενους αυτούς.

Εν συνεχεία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ως προς τον δεύτερο των εναγομένων (Γ. Α.), ως προς τον οποίο η αγωγή δυνάμει της 160/1972 απόφασης θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα. Περαιτέρω, με την τελευταία αυτή απόφαση και την 57/1976 του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Τέλος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 825/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω διεκδικητική αγωγή (ως προς τον πρώτο εναγόμενο). Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής άσκησαν κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, την από 27-02-1982 έφεσή τους, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, το οποίο με την 186/1983 απόφασή του ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να επιδοθεί αντίγραφό της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και με την 467/1985 απόφαση διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη μετά την διενέργεια της οποίας, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφασή, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της από 14-07-1971 αγωγής την οποία δέχθηκε, αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον πρώτο εναγόμενο Μ.

Φ., εκτάσεως 20 στρεμμάτων συνορευόμενο ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως κληρονόμων Δ. και νοτίως με Σ. και διέταξε την αποβολή του εναγόμενου από αυτό καθώς και παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα ή επ'ονόματι του κατέχοντος. Ο εφεσίβλητος-εναγόμενος Μ. Α. Φ. μοναδικός κληρονόμος του οποίου είναι ο δέκατος πέμπτος αναιρεσίβλητος ‘Α.

ή Ά. Φ. του Μ., άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 15-03-1989 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμόν 975/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της παραπάνω (43/1989) αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, οι τέσσερις (4) πρώτοι των αναιρεσιβλήτων καθώς και οι Ν. Κ. του Α., Γ.

Χ. Σ., Ι. Χ. Σ., Μ. Χ. Σ., Α. Σ. του Χ. και Α. χήρα Χ. Σ., ήδη αποβιώσαντες, άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 28-1-1991 και αριθμό πρωτ. 99/1991 τριτανακοπή τους, εναντίον των διαδίκων της προαναφερόμενης αγωγής και κατά της υπ' αριθμ. 43/1989 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 21-10-1991 με αριθ.

πρωτ. 891/1991 πρόσθετους λόγους επί της ως άνω τριτανακοπής και ζητούσαν: α) να ακυρωθεί η με αριθμό 43/1989 μη εκτελεσθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εξεδόθη χωρίς να λάβουν μέρος ή να προσκληθούν οι τριτανακόπτοντες αλλά και με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων, ως βλάπτουσα αυτούς και θέτοντας σε κίνδυνο τ' έννομα συμφέροντά τους, διότι αντιμετωπίζουν την αποβολή τους από τα περιγραφόμενα ακίνητά τους, τα οποία περιλαμβάνονται στην επιδικασθείσα με την τριτανακοπτόμενη απόφαση έκταση και β) να αναγνωριστούν αυτοί κύριοι επί των εν λόγω ακινήτων τα οποία απέκτησαν με πρωτότυπο τρόπο και περαιτέρω υπέβαλαν και αίτημα αναστολής της τριτανοκοπτόμενης απόφασης.

Επί της τριτανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων εκδόθηκε η 573/1992 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτελέσεως της τριτανακοπτόμενης απόφασης και η διεξαγωγή αποδείξεων. Εν συνεχεία εκδόθηκε η 153/2017 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και χορήγησε νέα προθεσμία διάρκειας εξ (6) μηνών για διεξαγωγή αποδείξεων, επί θεμάτων που έταξε η προαναφερόμενη απόφαση.

Μετά το πέρας των αποδείξεων και την επαναφορά της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 54/2019, η οποία δέχθηκε την τριτανακοπή και τους πρόσθετους λόγους, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους τριτανακόπτοντες και αναγνώρισε αυτούς κυρίους των παρακάτω τμημάτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Κ.

της Κοινότητας Κ. του ... του Ειρηνοδικείου Μοιρών και συγκεκριμένα: 1) τους δύο πρώτους τριτανακόπτοντες (Ε.. Σ. και Μ. Σ.) και ήδη δύο πρώτους αναιρεσίβλητους (συγ)κυρίους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο του περιγραφόμενου ακινήτου, επιφανείας 300 τ.μ, 2) την τρίτη τριτανακόπτουσα(Χ. συζ. Ι., Σ. το γένος Α...

Κ.) και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου επιφανείας 70 τ.μ., 3) Τον τέταρτο των τριτανακοπτόντων και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο (Ε.. Β.) κύριο του περιγραφομένου ακινήτου 130 τ.μ., 4) την Α. Κ. του Ν. και της Ε., ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη υπεισερχόμενη στη θέση του αρχικού τριτανακόπτοντος πατέρα της Ν.

Α.. Κ. (5ου των αρχικώς τριτανακοπτόντων), ο οποίος απεβίωσε την 10-3-2010, κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου εκτάσεως 128,10 τ. μ., εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο 80 τ.μ και 1ο όροφο 80 τ.μ., 5) τον Γ. Σ. του Χ. και της Α., 6) Ι. Σ. του Χ. και της Α., 7) Μ. Σ. του Χ. και της Α., συζ. Μ. Τ., ένατο, δέκατη και ενδέκατη των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι συνέχισαν την δίκη και ως προς την αποβιώσασα μητέρα τους Α.

χήρα Χ.. Σ. (10η αρχικώς τριτανακόπτουσα), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, (συγ)κυρίους, κατά ποσοστό 4/16 ή 8/32 έκαστο εξ αδιαιρέτου, 8) την Χ. χήρα Α. Σ., το γένος Γ. και Ό. Σ., 9) τον Χ. Σ. του Α. και της Χ., 10) την Ό. Σ. του Α. και της Χ., ήδη δωδέκατη, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του 9ου αρχικώς τριτανακόπτοντος Α.

Σ. του Χ. και της Α., (συγ)κυρίους στο συνολικό ποσοστό 8/32 του αποβιώσαντος (ήτοι 2/32 η χήρα και ανά 3/32 έκαστος των δύο τέκνων) σε ακίνητο εκτάσεως 350 τ.μ περίπου μετά του εντός αυτού παλαιού κτίσματος. Από την πιο πάνω επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων και του δέκατου πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, αφού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Σ.

Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π. και ο δικαιοπάροχος του δέκατου πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Μ. Φ.ς του Α., ήταν καθών η τριτανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (54/2019 Εφετείο Αν. Κρτήτης).

Συνεπώς η από 9-6-2020 ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τους πρώτους κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δέκατου πέμπτου αναιρεσίβλητου ο οποίος θεωρείται ότι και αυτός άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, εκ του γεγονότος αυτού (ότι η αίτηση στρέφεται και προς αυτόν), θεωρείται ότι κλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως όπως το άρθρο 76 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ αξιώνει (Α.Π 1076/2019).

Όπως προκύπτει και από την 11501Ε/11-11-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ζ. Ε. Φ., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ο καθολικός διάδοχος του αναγκαίου ομόδικου των αναιρεσειόντων (δέκατος πέμπτος των αναιρεσιβλήτων), έχει νόμιμα κλητευθεί για την δικάσιμο της 26-1-2022 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με την με αριθμ. 4034/24-1-2022 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β186/24-1-2022) και προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-3-2023), με την από 25-2-2023 Πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η εγγραφή δε της υποθέσεως αυτής στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr στη διαδικτιακή πύλη των δικηγορικών συλλόγων portal olomeleia.gr, την Κεντρική Υπηρεσία του νομικού Συμβουλίου του κράτους (για υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο) προς ενημέρωση των διαδίκων και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας.

Στη προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την ως άνω δικάσιμο της 15-3-2023, ο ως άνω, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρ. 556 § 2 Κ.Πολ.Δ., δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή μερικά κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ηττηθείς διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου.

Η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ.68), εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π 1215/2020, ΑΠ 1368/2010, Α.Π.1663/2010).

Στη προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση και κατά των Ε. χήρα Ν. Κ., Α. Κ. του Ν. και Μ. Κ. του Ν., πέμπτη, έκτο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε σύμφωνα με τις παραδοχές της σε συνδυασμό και με το διατακτικό της ότι αυτοί δεν υπεισήλθαν στη θέση του πέμπτου τριτανακόπτοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.

Μόνο δε η έβδομη αναιρεσίβλητη Α. Κ. του Ν., υπεισήλθε στη θέση του ως άνω πέμπτου τριτανακόπτοντος, ως προς το επίδικο ακίνητο και νομίμως παραστάθηκε στην μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης τριτανακοπής, ως μόνη καθολική διάδοχος του, δυνάμει της από 29-12-2009 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύθηκε νομίμως.

Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος σχετικού λόγου αναίρεσης, ως προς τα γενόμενα ως άνω δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς τους Ε. χήρα Ν. Κ., Α. Κ. του Ν. και Μ. Κ. του Ν., πέμπτη, έκτο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 Κ.Πολ.Δικ., με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση, καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο.

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά το χρόνο αυτό, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα(Α.Π. 880/2023). Ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 23/1995).

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση εντάσσονται και οι ειδικοί διάδοχοι μετά την εκκρεμοδικία. Επίσης, η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587 Κ.Πολ.Δ., εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. (Α.Π 1029/2020).

Στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτός (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος ή συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ' αυτόν (Α.Π. 880/2023).

Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την τριτανακοπή, διότι την προσβαλλόμενη απόφαση εξέδωσε το Δικαστήριο τούτο, δεν σωρεύεται παραδεκτώς άλλη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, όπως αίτημα αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, γιατί προσκρούει στο άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αποκλείει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, στην τριτανακοπή, (όπως και στην αναγνωριστική αγωγή) το συμφέρον του τριτανακόπτοντος, απαιτείται να είναι έννομο, ατομικό, άμεσο, κεκτημένο και απαιτητό, να αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι υποθετικές έννομες σχέσεις, να υφίσταται σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και η ανάγκη δικαστικής προστασίας να αφορά έννομες σχέσεις του παρόντος και όχι μέλλουσες ή ενδεχόμενες.

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος απαιτείται να υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κρίσης της απόφασης που προσβάλλεται και της βλάβης ή του κινδύνου βλάβης των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, δηλαδή η βλάβη, ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος από την τριτανακοπτόμενη απόφαση πρέπει να προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή την εκτέλεση αυτής ήτοι να αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής και όχι απώτερο ή ενδεχόμενο αποτέλεσμά της.

Απλές πιθανότητες ή προσδοκίες ή ελπίδες κτήσεως δικαιωμάτων ή πρόκριμα επιβλαβές δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον (Α.Π 1646/2022, ΑΠ 1168/2018, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2068/2014, ΑΠ 95/2014, ΑΠ 554/2012). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης των διαδίκων (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ) συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1646/2022).

Εξ/ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70, 117, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς την περιγραφή του πράγματος, να προσδιορίζεται τούτο στο δικόγραφο της αγωγής κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε ουδεμία αμφιβολία να γεννάται για την ταυτότητά του.

Αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 299/2011). Η περιγραφή αυτή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, εφ' όσον τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 562/2019, ΑΠ 933/2012).

Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1214/2020). Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π 509/2023,Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 765/2008, Α.Π. 57/1998).

Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν και τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη της αγωγής στον νόμο που (εν συνόλω ή κεχωρισμένα) με αποτέλεσμα την αδυναμία του εναγόμενου να αμυνθεί και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, (Α.Π 509/2023).

Τέλος δε πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. (Α.Π 982/2021).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 672/2012, 1239/2019). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθμ. 14 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της τριτανακοπής δεν διασαφηνίζεται και δεν καθορίζεται με πληρότητα σε ποιο ακριβώς σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 20 στρεμμάτων, που επιδικάσθηκε στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή ή έστω του ευρύτερου ακινήτου των 198 στρεμμάτων βρίσκεται το καθένα από τα περιγραφόμενα στην τριτανακοπή ακίνητα των τριτανακοπτόντων και με βάση ποιο τίτλο κτήσης οι τριτανακόπτοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα και ότι τους ισχυρισμούς τους αυτούς προέβαλαν με τις ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση και με τις μετ' απόδειξη συζητήσεις πλην όμως η αγωγή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και απορριπτέος. Τούτο δε, διότι, δεν αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια το περιεχόμενο της τριτανακοπής, επίσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος πρότασης του ισχυρισμού περί αοριστίας. Αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε και με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και με αυτές της μετ' απόδειξη, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά και δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις της πρώτης συζήτησης (παρά μόνο οι μετ' απόδειξη) δεν είναι δυνατή η επισκόπηση και ο έλεγχός τους, ώστε να διακριβωθεί εάν πράγματι προβλήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, όπως απαιτείτο, κατ' άρθον 269 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο προσδιορισμού και συζήτησης της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων.

Σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση τριτανακοπή, είναι αρκούντως ορισμένη και σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1046,1051 και 1094 Α.Κ., περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, διότι σαφώς προσδιορίζονται σ' αυτήν επακριβώς κατά είδος, θέση, έκταση και όρια τα επίδικα ακίνητα, ενώ επίσης αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά της απόκτησης της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία, δεν είναι δε αναγκαία η παράθεση των λοιπών στοιχείων που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, η αιτίαση ότι οι τριτανακόπτοντες δεν επικαλούνται τίτλο κυριότητας δυνάμει του οποίου οι ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα, είναι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι οι τριτανακόπτοντες με την τριτανακοπή τους επικαλούνται κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, άσκηση δηλαδή νομής στα επίδικα για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, που δεν προϋποθέτει τίτλο κυριότητας, δυνάμει του οποίου ίδιοι ή οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν τα επίδικα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη τριτανακοπή ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων και ως προς τα στοιχεία της ιστορικής βάσης αυτής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο με το να θεωρήσει επαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων, δεν υπέπεσε στις, από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αν. Κρήτης διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, ως προς το ενδιαφέρον στη προκείμενη περίπτωση μέρος ότι: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι τριτανακόπτοντες ως και οι δικαιοπάροχοι αυτών ασκούσαν επί του ευρύτερου ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής χωρίς να ενοχληθούν από κανένα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 και πλέον των 35 ετών, προσμετρώντας και το χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθιστάμενοι κύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: (1) Οι δυο πρώτοι από τους τριτανακόπτοντες (Ε.. Κ.. Σ. και Μ. Γ.. Σ.) κατείχαν και νέμονταν με διάνοια κυρίου δυνάμει άτυπης δωρεάς που έλαβε χώρα το έτος 1981 από τον δικαιοπάροχο τους Κ./νο Σ. ασκούσαν δε χωρίς διακοπή διακατοχικές πράξεις, όπως ομοίως πριν από αυτούς από το έτος 1960 έως το έτος 1981, σε ακίνητο εκτάσεως 300 τ.μ.

περίπου που συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με ακίνητο Ν. Π., ανατολικά με ακίνητο Χ. Σ. και δυτικά με δρόμο. Οι εν λόγω διακατοχικές πράξεις ενισχύονται από τα προσκομιζόμενα ως ακολούθως αποδεικτικά μέσα: ήτοι από την ύπαρξη της παλαιάς οικίας που απεικονίζεται σε προσκομιζόμενη από αυτούς με αριθμό 1 φωτογραφία και τη με αριθμό 2 φωτογραφία όπου απεικονίζεται στη θέση αυτής η κατασκευή από το έτος 1982 ενοικιαζόμενων δωματίων, τις με αριθμ.

πρωτ. 1761 και 1762/23-2-2017 βεβαιώσεις της ΔΕΔΔΗΕ όπου βεβαιώνεται η σύνδεση παροχής στο ακίνητό τους από 29-6-1982, από τη με χρονολογία 23/10/1986 και με αριθμ. πρωτ. 1057/37-α υποβολή μηνύσεως εναντίον του 2ου από αυτούς για αυθαίρετη κατασκευή επί του επιδίκου, από τη με αριθμό πρωτ. 1057/75/24-12-1986 υποβολή μηνύσεως στην οποία αναφέρεται κατασκευή στο επίδικο και μάλιστα επιβεβαιώνεται η ύπαρξη παλαιού κτίσματος (αυτό που ο δικαιοπάροχός τους είχε κατασκευάσει), ακόμη από τις με αριθμ.

πρωτ. 1057/1291987, την με αριθμ.πρωτ. 834/1987 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας Μοιρών όπου γίνεται αναφορά για το υφιστάμενο παλαιό κτίσμα, τις με χρονολογία 14/3/1988, 30-8-88 και 9-6-88 ενστάσεις, ομοίως την 17-6-88, έκθεση αυτοψίας, την με αριθμό οίκοθεν 2016/88 απόφαση επιβολής προστίμου, από τη με χρονολογία 1 Απριλίου 1988 βεβαίωση της Κοινότητας Κ.

όπου επιβεβαιώνεται το αρχικό παλαιό κτίσμα τις με αριθμούς 1988 βεβαιώσεις - δηλώσεις, τη με αριθμ. πρωτ. 2293/88 άδεια λειτουργίας ενοικιαζόμενων δωματίων και το βιβλίο κίνησης πελατών, τη με χρονολογία 1988 καταβολής εισφορών ΙΚΑ για το επίδικο, τη δήλωση έτους 1988 για πληρωμή τελών, τη με αριθμό πρωτ. 3391/89 άδεια ενοικιαζόμενων δωματίων επί του επιδίκου, το έτους 1989 γραμμάτιο καταβολής εισφορών ΙΚΑ, τα με αριθμό 0568/89, 0652/89 και 109/89 τιμολόγια αγοράς, την με χρονολογία 1989 απόδειξη ΟΤΕ και την με χρονολογία 1994 βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι ένα μέρος του παλιού κτίσματος εξακολουθεί να υφίσταται για παραθεριστική κατοικία). (2) Η τρίτη από τους τριτανακόπτοντες (Χ.

συζ. I. Σ. το γένος Α.. Κ.) ασκούσε πράξεις νομείς και κατοχής σε ακίνητο εκτάσεως 70 τ.μ. περίπου που συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με ακίνητο Α. Ν., δυτικά με ακίνητο Ε.. Σ. και Μ.. Σ., ανατολικά με ακίνητο Ελ. Κ., δυνάμει ατύπου δωρεάς από τον πατέρα της Α. Κ. που συνεστήθη κατά το έτος 1981 ο οποίος κατείχε και νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1962, καθιστάμενη κυρία δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας, μάλιστα είχε προβεί στην ηλεκτροδότηση και ύδρευση του (σχ.

προσαγόμενες και επικαλούμενες με αριθμ.565812/91, 037434/91, 51667/94 αποδείξεις ΔΕΗ και την με αριθμό 8416714/95 ΔΟΥ Τυμπακίου). (3) Ο τέταρτος των τριτανακοπτόντων (Ε.. Β.), κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου ακίνητο έκτασης 130 τ.μ. περίπου που συνορεύει βόρεια με ακίνητο Ν.. Κ., Νότια με δρόμο, ανατολικά με ακίνητο Π. και δυτικά με δρόμο, αφού ήδη από έτος 1960 είχε κατασκευάσει πετρόκτιστη οικία, το έτος 1973 το χρησιμοποιούσε ως ενοικιαζόμενα δωμάτια (βλ.

προσκομιζόμενα τον με χρονολογία 10-7-1973 κατάλογο τιμών, την με χρονολογία 6-4-1973 κατάσταση, τους με χρονολογία 16-6-75, 15-4-1975 τιμοκαταλόγους, την με χρονολογία 20-6-1980 απόδειξη εγκατάσταση υδραυλικής εγκατάστασης), το δε έτος 2002 εκδόθηκε άδεια κατεδάφισης του παλαιού κτίσματος και ανέγερσης διώροφης οικοδομής. (4) Οι 5ος, 6ος, 7η, 8η, 9ος και 10ος των τριτανακοπτόντων ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1973 Χ.

Σ. και της συζύγου του Α. Σ. και εν συνεχεία οι 8η, 9ος και 10η ως κληρονόμοι του Α. Χ. Σ., ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου επί του περιγραφόμενου ακινήτου εκτάσεως 350 τ.μ περίπου μετά του εντός αυτού παλαιού κτίσματος, το οποίο κατείχε και νεμόταν ο δικαιοπαροχός τους (Χ.. Σ.) από το έτος 1960 έως του θανάτου το έτος 1973 οπότε κληρονόμησαν τη νομή αυτού και συνεχίζουν έως σήμερα, καθιστάμενοι συγκύριοι εξ' αδιαιρέτου (κατά τα 3/16 οι τέσσερις πρώτοι και κατά τα 4/16 η τελευταία).

Το ακίνητο αυτό εμφανίζεται στην προσκομιζόμενη με αριθμό 1 φωτογραφία, αποτελούσε δε αυτό το μοναδικό καφενείο της περιοχής, στο οποίο, είχε με πρόταση της τότε Κοινότητας Κ. έγινε η εγκατάσταση τηλεφωνικής γραμμής για την εξυπηρέτηση των κατοίκων του οικισμού (βλ. προσκομιζόμενες σχετικές αποδείξεις ΟΤΕ και έγγραφο εγκατάστασης του τηλεφωνικού κέντρου), από το έτος 1972 έως και το έτος 1987 με ιδιωτικά συμφωνητικά ενοικιαζόταν σε τρίτους και την προσκομιζόμενη άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του επιδίκου στο όνομα Α.

Σ.. (5) Η Α. Κ. του Ν. και της Ε., υπεισερχόμενη στη θέση του αρχικού τριτανακόπτοντος πατέρα της Ν. Α.. Κ. (5ου των αρχικώς τριτανακοπτόντων), ο οποίος απεβίωσε την 10-3-2010, έχει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ακίνητο εκτάσεως 128,10 τετραγωνικών μέτρων, εντός του οικισμού Κ., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Μαρτίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Α.

Η. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Μ. σε μήκος 15,63 μέτρα, νότια με ιδιοκτησία Β. Ε. σε μήκος 16,84 μέτρα, δυτικά με κοινοτικό δρόμο σε μήκος 8,5 μέτρα και ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Ε. σε μήκος 6,74 μέτρα. Επί του ως άνω ακινήτου - οικοπέδου, δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 916/15-05-1998 και με αριθμό 108/98 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Μοιρών, Νομαρχίας Ηρακλείου, έχει ανεγερθεί οικοδομή αποτελούμενη από δύο κύριους χώρους, ήτοι ισόγειο επιφάνειας 80 τετραγωνικών μέτρων και πρώτο όροφο επιφάνειας 80 τετραγωνικών μέτρων επίσης, κτίσμα στο οποίο εδρεύει και λειτουργεί νομίμως (ήτοι δυνάμει του από 10-05-2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου 8723/2009 εγγράφου χορήγησης ειδικού σήματος λειτουργίας) επιχείρηση ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων ιδιοκτησίας του.

Το ένδικο ακίνητο εκτάσεως 128,10 τετραγωνικών μέτρων, ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην εκ της πατρικής γραμμής γιαγιά της Ν. Μ., από το έτος 1960 μέχρι και το έτος 1985, οπότε και το παραχώρησε στον πατέρα της ανωτέρω Ν. Α.. Κ., δυνάμει ατύπου δωρεάς εν ζωή κατά το έτος 1985, ο οποίος έκτοτε και αδιαλείπτως, είχε αυτό στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στον κύριο αυτού διακατοχικές πράξεις.

Εν συνεχεία, μετά την άσκηση της τριτανακοπής, ο Ν. Κ. του Α. και της Α., αρχικός τριτανακόπτων, το παραχώρησε στην ως άνω θυγατέρα του Α. Κ. ήδη από το έτος 1992, δυνάμει ατύπου δωρεάς εν ζωή και έκτοτε μέχρι και σήμερα, έχει την αποκλειστική κυριότητά, νομή και κατοχή αυτού, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στον κύριο αυτού διακατοχικές πράξεις, συγκεκριμένα ασκεί δραστηριότητα εκμετάλλευσης των ως άνω αναφερομένων ενοικιαζομένων διαμερισμάτων.

Προς επικύρωση της ανωτέρω δωρεάς εν ζωή, ο πατέρας της κατέλειπε την από 27-12-2009 ιδιόγραφη διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσης δια του με αρ. 465/2018 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου της συνεδριάσεως της 7ης-05-2018, δια της οποίας την εγκατέστησε αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο του προαναφερθέντος ακινήτου.

Ως εκ τούτου, η 5η, 6ος και 8η η κλήση και 2η, 3ος και 4η εξ' αυτών, δεν νομιμοποιούνται παθητικά ως προς την άσκηση αυτής σε βάρος τους, και μόνο η 7η η παρούσα κλήση νομίμως παρίσταται στην μετ' απόδειξη συζήτηση της παρούσας τριτανακοπής, νομιμοποιούμενη ενεργητικά προς τούτο, ως ειδική διάδοχος του αρχικού 5ου τριτανακόπτοντος.

Παρά ταύτα, η ανακοπτόμενη απόφαση 43/1989 τιρυ Εφετείου Κρήτης, ορίζει στο διατακτικό αυτής ότι: "αναγνωρίζει τους ενάγοντες κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον εναγόμενο Μ. Φ. εκτάσεως 20 στρεμμάτω συνορευομένου ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως με Δ. και νοτίως με ..." και διατάσσει την αποβολή του εναγομένου από αυτό.

Από τις αιτιολογίες όμως που αναφέρονται σε αυτή και περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της, με τις οποίες κρίθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων των καθ' ών η τριτανακοπή Π. Φ. είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων περίπου, το οποίο είχε μεταβιβάσει εν συνόλω στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, σαφώς θίγονται τα έννομα συμφέροντα των τριτανακοπτόντων, δεδομένου ότι τα εν λόγω ακίνητα που αυτοί κατέχουν και νέμονται με διάνοια κυρίου, περιλαμβάνονται στην ευρύτερη αυτή έκταση των 198 στρεμμάτων.

Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των τελευταίων κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς καταρρίπτονται από τα πλείστα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που αναλυτικώς εκτέθηκαν και συνηγορούν υπέρ της διανομής του μείζονος σε έξι μερίδια από τον απώτερο δικαιοπάροχο όλων Ε. Φ. ή «Φ.", από τη δωρεά στην Εκκλησία Κ., τις μεταγενέστερες μεταβιβάσεις που αναφέρθηκαν, τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ των συγκυριών σε μερικότερα τμήματα του ευρύτερου ακινήτου και όλων όσων αποδεικτικών μέσων προεκτέθηκαν.

Το αίτημα δε περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης αλυσιτελώς προτείνεται από τους διαδόχους του αρχικώς 5ου των τριτανακοπτόντων (Ν.. Κ.), δεδομένου ότι η ύπαρξη των τμημάτων που κατέχουν και νέμονται οι τριτανακόπτοντες δεν αμφισβητείται ότι περιλαμβάνονται στο μείζον ακίνητο των 198 στρεμμάτων, αφού όλα προέρχονται από την ίδια ευρύτερη έκταση του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου στη θέση «Π.» Ε..

Φ. ή «Φ., όσα δε συναφή τοπογραφικά διαγράμματα προσκομίζονται αφορούν εκτάσεις που υπάγονται σε αυτή.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι βλαπτική στα ένδικα δικαιώματα των τριτανακοπτόντων και δικαιολογείται συνάμα το έννομο συμφέρον αυτών για την ακύρωση αυτής, θεωρηθείσας ως ανενεργού έναντι αυτών (ως τρίτων) και για την αναγνώριση περαιτέρω της κυριότητας τους αντίστοιχα στα ως άνω επίδικα τμήματα, καθόσον αυτά αναμφίβολα περιλαμβάνονται στην κριθείσα ως άνω μείζονα έκταση που αποδόθηκε στους ενάγοντες της από 14-7-1971 με αρ, 376/1971 κύριας διεκδικητικής αγωγής κατά του τρίτου των καθ' ών η τριτανακοπή, αφού με τον τρόπο αυτό και συγκεκριμένα από τις αιτιολογίες που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης, θίγονται τα κεκτημένα εμπράγματα δικαιώματά τους, τα οποία είχαν αποκτήσει ή είχαν τη δυνατότητα κατά το χρόνο της εκδόσεώς της να ασκήσουν αγωγή ή παρέμβαση και εφόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας, αυτοί θεωρούνται τρίτοι στην κύρια δίκη που διεξήχθη μεταξύ των καθ' ών, δεδομένου περαιτέρω, ότι αυτοί δεν είναι ειδικοί διάδοχοι των καθ' ών και δεν δεσμεύονται από το διατακτικό της απόφασης, (Ολ.Α.Π. 23/1995 ο.π.) η αποδειχθείσα ως άνω ύπαρξη δόλου ή συμπαιγνίας μεταξύ των καθ' ών αλυσιτελώς ετάχθη και δεν αναιρεί την ακύρωση της εν λόγω απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 28-1-1991 με αρ. καταθ. 99/1991 κρινόμενη τριτανακοπή και οι από 21-10-1991 με αρ. κατ. 891/1991 πρόσθετοι αυτής λόγοι. Να ακυρωθεί η με αριθμό 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς τους τριτανακόπτοντες. Να αναγνωριστούν οι τριτανακόπτοντες κύριοι των αναφερομένων ως άνω ακινήτων, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Κ.

της κοινότητας Κ. του ..., Ειρηνοδικείου Μοιρών και συγκεκριμένα: Αναγνωρίζει 1.Τους δυο πρώτους από τους τριτανακόπτοντες (Ε.. Κ.. Σ. και Μ. Γ.. Σ.) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα σε ακίνητο εκτάσεως 300 τ.μ. περίπου που συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με ακίνητο Ν. Π., ανατολικά με ακίνητο Χ. Σ. και δυτικά με δρόμο. 2) Την τρίτη από τους τριτανακόπτοντες (Χ.

συζ. I. Σ. το γένος Α.. Κ.) σε ακίνητο εκτάσεως 70 τ.μ. περίπου που συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με ακίνητο Α. Ν., δυτικά με ακίνητο Ε.. Σ. και Μ.. Σ., ανατολικά με ακίνητο Ελ. Κ.. 3) Τον τέταρτο των τριτανακοπτόντων (Ε.. Β. του Ε.), σε ακίνητο έκτασης 130 τ.μ. περίπου που συνορεύει βόρεια με ακίνητο Ν.. Κ., Νότια με δρόμο, ανατολικά με ακίνητο Π.

και δυτικά με δρόμο. 4) Την Α. Κ. του Ν. και της Ε., υπεισερχόμενη στη θέση του αρχικού τριτανακόπτοντος πατέρα της Ν. Α.. Κ. (5ου των αρχικώς τριτανακοπτόντων) ο οποίος απεβίωσε την 10-3-2010, σε ακίνητο εκτάσεως 128,10 τετραγωνικών μέτρων, εντός του οικισμού Κ., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Μαρτίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Α.

Η. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Μ. σε μήκος 15,63 μέτρα, νότια με ιδιοκτησία Β. Ε. σε μήκος 16,84 μέτρα, δυτικά με κοινοτικό δρόμο σε μήκος 8,5 μέτρα και ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Ε. σε μήκος 6,74 μέτρα, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί οικοδομή αποτελούμενη από δύο κύριους χώρους, ήτοι ισόγειο επιφάνειας 80 τετραγωνικών μέτρων και πρώτο όροφο επιφάνειας 80 τετραγωνικών μέτρων. 5)Τους καθ' ών η κλήση 9ο) Γ.

Σ. του Χ. και της Α., 10ο) Ι. Σ. του Χ. και της Α., 11η) Μ. Σ. του Χ. και της Α., συζ. Μ. Τ., οι οποίοι συνέχισαν την δίκη και ως προς την αποβιώσασα μητέρα τους Α. χήρα Χ.. Σ. (10η αρχικώς τριτανακόπτουσα) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ανά 4/16 ή 8/32 έκαστος εξ αδιαιρέτου, 12η) Χ. χήρα Α. Σ., το γένος Γ. και Ό. Σ., 13ο) Χ. Σ. του Α. και της Χ., 14η) Ό.

Σ. του Α. και της Χ., ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του 9ου αρχικά τριτανακόπτοντος Α. Σ. του Χ. και της Α., συγκυρίους στο συνολικό ποσοστό 8/32 του αποβιώσαντος (ήτοι 2/32 η χήρα και ανά 3/32 έκαστος των δύο τέκνων) σε ακίνητο εκτάσεως 350 τ.μ περίπου μετά του εντός αυτού παλαιού κτίσματος, που συνορεύει και από τις τέσσερις πλευρές με δρόμους.".

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης οι ενάγοντες (δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή) αναγνωρίστηκαν κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου είκοσι (20) στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται εντός της ανήκουσας σ'αυτούς μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων και ο τρίτος των καθών η τριτανακοπή (εναγόμενος της κύριας αγωγής) υποχρεώθηκε να τους αποδώσει την ως άνω έκταση των είκοσι (20) στρεμμάτων.

Ότι οι τριτανακόπτοντες κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης είχαν αποκτήσει κυριότητα επί των περιγραφομένων επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, έχοντας τη νομή αυτών πλέον των είκοσι ετών, προσμετρώντας στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. Ότι τα ακίνητα αυτά βρισκόταν εντός της μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων.

Ότι από τις αιτιολογίες της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ότι το μείζον ακίνητο των 198 στρεμμάτων ανήκει κατά κυριότητα στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα τους, ως τρίτων. Και περαιτέρω δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη τριτανακοπή ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση και αναγνώρισε τους τριτανακόπτοντες κυρίους κατά τα ανωτέρω των περιγραφομένων ως άνω ακινήτων.

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68,70 του Κ.Πολ.Δ., ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής βλάβης ή κινδύνου βλάβης του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας των επίδικων ακινήτων των ως άνω τριτανακοπτόντων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους, προς άσκηση της ένδικης τριτανακοπής:

α) διότι, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, εφάρμοσε εσφαλμένα τις πιο πάνω διατάξεις αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνουν αυτές και β) διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, ώστε να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων, ως προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ενδίκου τριτανακοπής.

Ειδικότερα δεν εξειδικεύεται εάν τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στην έκταση των είκοσι στρεμμάτων που με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, αναγνωρίστηκαν κύριοι οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή και διατάχθηκε ο τρίτος καθών να τους τα αποδώσει, γεγονός που θα αποτελούσε άμεση συνέπεια της τριτανακοπτόμενης απόφασης στην πρόκληση βλάβης ή κινδύνου βλάβης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των τριτανακοπτόντων σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη οικεία νομική σκέψη, ούτε διαλαμβάνεται ο τρόπος με τον οποίο θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών.

Ενώ δεν προκύπτει βλάβη από την τριτανακοπτόμενη απόφαση, ούτε από την εκτέλεση αυτής, δεδομένου ότι η παραδοχή ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στην μείζονα έκταση των 198 στρεμμάτων που σύμφωνα με το αιτιολογικό της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ανήκει στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, δεν αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής, δεσμευτική για τους τριτανακόπτοντες.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α και 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με το πρώτο και τρίτο σκέλος του ένατου λόγου αναίρεσης που πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα ως άνω σκέλη του ως βάσιμος κατ' ουσίαν.

Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' ό μέρος προσβάλλεται με την αίτηση αυτή, ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, έβδομη, ένατο, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατο τρίτο και δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 09-06-2020 αίτηση των Μ. χήρας Π. Α. και Σ. Τ. του Ν. αναίρεσης της υπ' αριθμ. 54/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, ως προς τους, πέμπτη, έκτο, όγδοη και δέκατο πέμπτο, των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 54/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου.

Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ