Supreme Court annuls appeal court decision for abuse of right and remands case to new judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final appeal judgment of the Athens Court of First Instance regarding a bank loan dispute. The court found the lower court committed a procedural error by relying on contradictory reasoning regarding interest payments and failed to properly assess the claim of abusive exercise of rights. Consequently, the case was remanded to the same court for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The exercise of a right is prohibited if it exceeds the limits imposed by good faith, fair dealing, or the social and economic purpose of the right, and the court must ensure the lower court's reasoning is consistent and proportionate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1112/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζωητό που ανακάλεσε την από 29/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4627/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6334/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 20/2/2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 363/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6334/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5461/2013 μη οριστική και 1820/2016 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2016 αίτησή της και τους από 10/7/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής,, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους παραδεκτά ασκηθέντες πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1820/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 4627/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ' ουσίαν απέρριψε την αγωγή της.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 6/2016). Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου στην άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002).
Εάν, συνεπώς, η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί, κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, τα έτη 1971, 1973 και 1974, τις αναφερόμενες τρεις συμβάσεις έντοκου δανείου, με τους περιεχόμενους στα έγγραφα αυτών, και παρατιθέμενους στην απόφαση, όρους, χωρίς να συμφωνηθεί τρίμηνος ανατοκισμός των τόκων με τους οποίους κατά τις συμβάσεις αυτές βαρύνονταν το ποσό του δανείου, καθώς, επίσης, και το έτος 1985 την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης δι' ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με τους περιεχόμενους στο έγγραφό της όρους, μεταξύ των οποίων και ο ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησής τους ανά τρίμηνο, καθώς επίσης και την περιγραφόμενη εξέλιξη των συμβάσεων αυτών.
Επίσης, δέχθηκε ότι η συνολική πραγματική οφειλή της αναιρεσείουσας από τις τέσσερις αυτές συμβάσεις ανήλθε σε ποσό 2.377.454.828 δραχμών, αυτή δε κατέβαλε για την απ' αυτές οφειλή της, κατά το χρονικό διάστημα από 11-9-1987 έως 2-9-1994, ποσό 3.212.144.943 δραχμές, ήτοι πλέον του πραγματικά οφειλόμενου ποσού 834.690.115 δραχμές και συνεπώς, κατέβαλε χωρίς νόμιμη αιτία, το ισάξιο σε ευρώ 2.499.567 ευρώ, καθόσον κατέβαλε τα ποσά που ζητούσε η αναιρεσίβλητη τράπεζα και στα οποία υπολόγιζε τόκους με τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων.
Έτσι, έκρινε το Εφετείο ότι το επιπλέον ποσό καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται. Περαιτέρω, και ως προς το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό λόγο μέρος της, η προσβαλλόμενη δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα προέβη στην καταβολή του ένδικου ποσού που αντιστοιχούσε σε ανατοκισμό τόκων, έχοντας κατ' επανάληψη αναγνωρίσει τα έτη 1987, 1990 1993 και 1994 το εκάστοτε διαμορφούμενο υπόλοιπο της οφειλής της με τόκους και ανατοκισμούς, χωρίς να διατυπώσει ποτέ οποιαδήποτε αντίρρηση, επιφύλαξη ή αμφισβήτηση.
Η ενάγουσα-οφειλέτρια προέβη στην ένδικη καταβολή έχοντας εδραία την πεποίθηση ότι οφείλει τόκους εξ ανατοκισμού, τους οποίους επιτρεπτώς ανατόκιζε η Τράπεζα μονομερώς και άνευ συμφωνίας των μερών, λόγω της πραγματικής κατάστασης που ίσχυε κατά το χρόνο καταβολής και η οποία ήταν η ακόλουθη. Η κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθείσα 289/30.10.1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α 269/27.11.1980), η οποία είχε ισχύ κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 27/1988 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου με την οποία είχε κριθεί ότι "οι τράπεζες βάσει της πιο πάνω αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής μπορούν, δηλαδή έχουν την ευχέρεια, να "εκτοκίζουν", ήτοι, κατά το χρησιμοποιούμενο αυτό οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων από την ημέρα της καθυστερήσεώς τους, χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό, ανεξαρτήτως αν συμφωνήθηκε από τα μέρη της δανειακής σχέσεως τέτοιος ανατοκισμός ή ζητήθηκαν οι τόκοι τόκων με αγωγή καθώς και οι μετέπειτα εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις που έκριναν ομοίως επί της ερμηνείας της ανωτέρω απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής ....
Η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή της (12.11.2004) μετά την πάροδο δεκαετίας από την ένδικη καταβολή μεταβάλλοντας την αρχική της στάση, μετά τη δημοσίευση των υπ' αρ. 8 και 9/1998 αποφάσεων της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, που κατ' ορθή ερμηνεία της προαναφερθείσης απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής έκριναν περί του επιτρεπτού του ανατοκισμού των τόκων μόνο με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ήτοι η οικειοθελής και εν γνώσει της οφειλής καταβολή από την ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 8.10.1987 - 17.3.1993 του ποσού που κατά εδραία πεποίθηση αυτής αντιστοιχούσε στο νόμιμο ανατοκισμό των τόκων, σύμφωνα και με τη νομολογιακή ερμηνεία του τότε ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου (υπ' αρ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) και η ακόλουθη μεταβολή της στάσης της (ενάγουσας) με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (12.11.2004), μετ' αδράνεια πλέον της δεκαετίας από την καταβολή και λόγω της αλλαγής της νομολογίας ως προς την ερμηνεία της ανωτέρω απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, δημιουργεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα της υπόχρεης εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας επιπτώσεις, όπως ότι έχει απωλεσθεί σημαντικό μέρος της αξίας των καταβληθέντων στην εναγομένη χρημάτων λόγω του αυξημένου πληθωρισμού από τους χρόνους καταβολής (1987-1993) έως το χρόνο άσκησης της αγωγής (2004) και πρωτίστως ότι η απόδοση αυτών στην ενάγουσα θα εγείρει ζήτημα αποθεματοποίησης αυτών και αύξησης του παθητικού της εναγομένης.
Μετά ταύτα στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας κρίνεται ότι καθίσταται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και απέρριψε την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ως στοιχείο της στήριξης της καταχρηστικής άσκησης ότι με την εκ της ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος επιστροφή από την αναιρεσίβλητη τράπεζα των χωρίς αιτία καταβληθέντων, επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα αυτής, καθόσον θα υπάρξει πρόβλημα αποθεματοποίησης του αποδοτέου ποσού και αύξησης του παθητικού της, από την απώλεια σημαντικού μέρους της αξίας των χρημάτων που της καταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα, λόγω του αυξημένου πληθωρισμού από του χρόνου της καταβολής μέχρι εκείνου της άσκησης της αγωγής, αφενός δεν προσδιορίζει το μέγεθος της εκ του πληθωρισμού απώλειας, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η δυσμενής επίπτωση, αφετέρου, ουδόλως αιτιολογεί, αν λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων συνεπειών που μπορεί να επέλθουν σε βάρος της δικαιούχου αναιρεσείουσας από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός της, με τη συνάρτηση και τη σύγκριση των συνεπειών που έχει για καθένα των μερών, μπορεί να κριθεί, σε συνδυασμό και με τις λοιπές περιστάσεις και με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι η άσκηση του δικαιώματος δεν είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται αρχικά ότι δεν οφείλονταν τόκοι εξ ανατοκισμού, λόγω της έλλειψης σχετικής συμφωνίας, δέχεται ως στοιχείο της κατάχρησης την "εν γνώσει της οφειλής" καταβολή των άνω επιπλέον χρηματικών ποσών, ήτοι, αντίθετα προς την ανωτέρω παραδοχή, δέχεται ότι γνώριζε η αναιρεσείουσα την ύπαρξη της οφειλής των χρηματικών ποσών που κατέβαλε για τόκους εξ ανατοκισμού, παρεκτός του ότι την κατάχρηση στηρίζει η παρά τη γνώση ότι δεν υπάρχει οφειλή καταβολή τούτων και όχι όταν γνωρίζει κάποιος ότι οφείλει και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης καταβάλει.
Ενόψει τούτων η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμων του τρίτου κύριου λόγου και του τέταρτου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση, δικαστές.
Μετά την αναίρεση της απόφασης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα που νίκησε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1820/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που συμμετείχαν στην έκδοσή της.
Διατάσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ