Supreme Court dismisses appeal against local council lawyer fee ruling due to procedural error in calculating costs for a non-quantifiable claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding lawyer fees for a local municipality. The appellant argued that the appellate court erred in applying fee calculation rules, but the Supreme Court found the lower court correctly identified the lawsuit as having a compensatory rather than a discretionary nature. Consequently, the statutory provisions for calculating fees based on a percentage of the claim's value were inapplicable, rendering the appellant's legal argument invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 100, 110, 107 of the Lawyers' Code: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the specific statutory rules for determining lawyer fees, which depend on the nature of the claim (compensatory vs. discretionary) and whether the subject matter is quantifiable in monetary terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1112/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Κουκούδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος του πρώην Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10254/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1711/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/5/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Φ.Ε.Κ. ΑΊ14), ορίζει, στο άρθρο 103, με τον τίτλο "Δημαρχιακή Επιτροπή - Αρμοδιότητες", ότι : "1.(...). 2. Η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες :(...) ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς του, σε όσους Δήμους, είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι, με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια. (...) Με απόφασή της είναι δυνατή, κατ’ εξαίρεση η ανάθεση σε δικηγόρο, εξώδικου ή δικαστικού χειρισμού, ανά υπόθεση, ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του Δήμου και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία.
Στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 281. 3. (...)" και, στο άρθρο 281, με τον τίτλο "Αμοιβή πληρεξουσίων δικηγόρων", ότι: "1. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά.
Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί, με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών τους έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο. 2. Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων. 3.
Για την εξώδικη ή δικαστική αντιμετώπιση νομικών ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία ή σπουδαιότητα και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση ή εμπειρία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου κατά παρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων". Από το συνδυασμό δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι α) υπό το καθεστώς του ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν, με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής να αναθέσουν σε δικηγόρο τη διεξαγωγή ορισμένης υπόθεσής τους (δικαστικής ή εξώδικης), έναντι της κατά τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων οριζόμενης αμοιβής, για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία, όπως ισχύουν κάθε φορά, με βάση πίνακα αμοιβών που ελέγχεται ως προς το κανονικό των αμοιβών και θεωρείται από τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος ή με τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου και β) με το προαναφερόμενο άρθρο 281 του ν. 3463/2006, ρυθμίζονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις.
Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αφορά σε δίκη με αντικείμενο την επιδίκαση της κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβής του διορισθέντος από ΟΤΑ δικηγόρου, για τις επ’ ονόματι και για λογαριασμό εκείνου πραγματοποιηθείσες από αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ορίζει ότι το δικαστήριο, που δικάζει τέτοια διαφορά, μπορεί να ελαττώσει την αξιουμένη με την αγωγή αμοιβή του δικηγόρου έως το 50% των oριζομένων από τον Κώδικα κατωτάτων ορίων, μετά από εκτίμηση, κατόπιν σχετικής αίτησης του υπόχρεου της αμοιβής ΟΤΑ, της περιουσιακής κατάστασης αυτού.
Η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άνω άρθρου αναφέρεται σε οποιαδήποτε δίκη με διάδικο ΟΤΑ και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, κατά τον καθορισμό των αναγκαίων για τη διεξαγωγή της δίκης δικαστικών και εξώδικων εξόδων (άρθρ. 189 ΚΠολΔ), που επιδικάζονται εις βάρος ή υπέρ του ΟΤΑ, λόγω της ήττας ή νίκης αυτού αντιστοίχως (176 ΚΠολΔ), να περιορίσει κατ’ αυτεπάγγελτη ενέργεια, τα έξοδα αυτά έως το 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων ( βλ.ΑΠ 1684/2012 Νόμος).
Περαιτέρω, το ΝΔ 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων" ορίζει: Στο άρθρο 91 παρ. 1 "1. Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αµοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Στο άρθρο 92 "1. Τα της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα µε έγγραφη συµφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αvτιπρoσώπoυ αυτού, εν ουδεµία όµως περιπτώσει επιτρέπεται η αµοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόµενα ελαχίστων ορίων αυτής .... ".
Ο ίδιος Κώδικας ορίζει, α) στο άρθρο 96 παρ.2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις ( .. ) είναι υποχρεωµένοι σε κάθε βαθµό δικαιοδοσίας ( ... ) να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταµείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόµενο στο νόµο αυτόν αντίστοιχο ποσοστό αµοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.
Ειδικά για τις αγωγές, ανταγωγές, παρεµβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωµής, η αµοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ. 4 " β) στο άρθρο 98 παρ. 1 ότι "Εν ελλείψει ειδικής συµφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επόµενων άρθρων ... " και γ) στο άρθρο 99 "Το ελάχιστον όριον της αµοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ...
είναι ίσον προς το γινόµενον των δραχµών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι’ εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστήν οριζόµενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης ... Ο ανωτέρω υπολογισµός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαµβάνει χώραν όπου κατά τον παρόντα νόµον η αµοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειµένου ... " Κατ’ εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διάταξης, ο ως άνω συντελεστής υπολογισµού των δικηγορικών αµοιβών ορίστηκε, µε την 12398/9.2.1989 (ΦΕΚ 131 Β’ ) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, "σε 140 µονάδες".
Στη συνεχεία, ο ίδιος Κώδικας προβλέπει στο άρθρο 100 : "1. Το ελάχιστον όριον της αµοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειµένου της αγωγής. ( ... ). 2. Εάν αίτηµα της αγωγής δεν συνίσταται εις ωρισµένην χρηµατικήν απαίτησιν (π.χ. αγωγαί αναγνωριστικαί, νοµής, κυριότητος, δουλειών, διανοµής, ακυρότητος, διαλύσεως Εταιρείας κλπ.) το ελάχιστον όριον της αµοιβής καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει της πραγµατικής αξίας του αντικειµένου της αγωγής. 3.( ... ). 4.
Εάν το αντικείµενον της αγωγής δεν δύναται φύσει ν’ αποτιµηθή εις χρήµα ( ... ) το όριον τούτο συνίσταται εις δραχµάς 20 διά τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχµάς 50 διά τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 διά τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας". Στο άρθρο 107 παρ.1,: "Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής του µεν Δικηγόρου του εναγοµένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, κ.λ.π.
οριοζόµενον:άρθροις 100 επ. του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήµισυ ταύτης. (Διά την σύνταξιν προτάσεων εφ’ εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων εποµένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής των δικηγόρων αµφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουµένη παραγράφω οριζόµενον διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος".
Περαιτέρω, το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήµατος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 249 Α’ ) ορίζει: "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων ... καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το µήνα Δεκέµβριο κάθε δεύτερου έτους, µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώµη της Ολοµέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αµοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας" .Ο ίδιος Κώδικας, για τη διασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της νόµιµης αµοιβής του, επιβάλλει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προκαταβληθεί στο Ταµείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η προαναφερόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.
Ειδικά όµως, στις περιπτώσεις για τις οποίες η προβλεπόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή καθορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειµένου της δίκης, το ποσό που προκαταβάλλεται δεν ταυτίζεται µε την εν λόγω ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, την ποσοστιαία καθοριζόµενη, αλλά µε το συγκεκριµένο ποσό "δραχµών" που καταβάλλεται ως ελάχιστη νόµιµη αµοιβή στις περιπτώσεις που το αντικείµενο της δίκης δεν µπορεί να αποτιµηθεί σε χρήµα.
Σύµφωνα, δηλαδή, µε το σύστηµα που καθιέρωσε ο Κώδικας Δικηγόρων, η προεισπραττόµενη αµοιβή ορίζεται πάντοτε µε ένα κατ’ αποκοπή ποσό και ταυτίζεται κατά κανόνα µε την ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, εκτός από τις περιπτώσεις που η αµοιβή αυτή καθορίζεται ποσοστιαία. Στη τελευταία αυτή περίπτωση, η ελάχιστη νόµιµη αµοιβή του δικηγόρου παραµένει η ποσοστιαία υπολογιζόµενη.
Περαιτέρω, µε το άρθρο 7 του ν. 2753/1999 παρασχέθηκε νοµοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη αµοιβή των δικηγόρων για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, πλην άλλων, στους εντολείς τους όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων. Δεδοµένου ότι η ελάχιστη αµοιβή που ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση του νόµου αυτού κοινή υπουργική απόφαση προεισπράττεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση αναφέρεται στις προεισπραττόµενες και µόνο αµοιβές και οι προβλεπόµενες από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αµοιβές εξακολουθούν να ισχύουν Με τις διατάξεις του ν. 2753/1999 δεν θίγονται δηλαδή οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αµοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικείµενου της δίκης οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας µόνον όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόµενων ελάχιστων αµοιβών.
Συνεπώς, µε βάση τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάxιστo όριο της αµοιβής ενός δικηγόρου, επί υποθέσεων, µε αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα, δηλ όπως ρητά ορίζει το άρθρο 100, επί αγωγών, προσδιορίζεται ποσοστιαία (Ολοµ. ΑΠ 7/2005), εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισµός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αµοιβή για τη συγκεκριµένη νοµική υπηρεσία µε την προαναφερόµενη ΚΥΑ 1117864/2297/ΑΟ012/7.12.2007.
Αντιθέτως, η αµοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτηµα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά µόνον αίτηµα ακυρωτικό ορισµένης διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή εξώδικης πράξης ή παράλειψης ή (διαπλαστικό), εφαρµοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ’ αποκοπήν καθορισµού του ύψους της αµοιβής (άρθρα 110 παρ. 3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα περί Δικηγόρων) που έχουν ήδη τροποποιηθεί µε τις ανωτέρω Κ.Υ.Α. (ΑΠ 390/2015 ΤΝΠ Νόμος) Τέλος, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
‘ Ετσι ο εκμισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αντικαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 9/1999).
Το δικαίωμα αυτό αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλομένης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής (AΠ 1129/2004 ΕλΔ 46 154, ΑΠ 1346/1993 ΕλΔ 35 1597, ΑΠ 1039/2001 ΕλΔ 44 477).
Στη προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων (δικηγόρος Θεσσαλονίκης) ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος ... (και ήδη ..., καθολικός διάδοχος αυτού), με την ...11.2008 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του χορήγησε νόμιμα την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει σε όλες τις δικαστικές και εξώδικες πράξεις ως προς την μίσθωση του δημοτικού λατομείου, που βρισκόταν στο ...
και ήταν ήδη μισθωμένο στην εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία δεν κατέβαλε το συμφωνημένο μίσθωμα. ‘ Οτι η ως άνω μισθώτρια εταιρία άσκησε εναντίον του εκμισθωτή Δήμου, αγωγή αναπροσαρμογής του ετήσιου καταβαλλόμενου μισθώματος κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, αιτούμενη τη μείωση αυτού, στα πλαίσια δε της σχετικής δίκης αυτός (ενάγων) εκτέλεσε την παραπάνω εντολή, ήτοι εκπροσώπησε τον εναγόμενο Δήμο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, αντί της συμφωνημένης δικηγορικής αμοιβής που ορίζεται από τις διατάξεις περί των ελάχιστων ορίων αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αναφέρεται στην ως άνω απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής- εντολή του εναγομένου.
Ότι η αμοιβή του υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς για την οποία η σχετική δίκη περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, ήτοι με βάση το ποσό της διαφοράς μεταξύ του καταβαλόμενου ποσού του ετήσιου μισθώματος από 227.777,78 ευρώ και του αιτούμενου με την αναπροσαρμογή ετήσιου μισθώματος ύψους 56.944,94 ευρώ, ήτοι του ποσού των 170.832,84 ευρώ ετησίως στο δεκαπλάσιο (170.832,84, X 10 X 2%), κατ’ άρθρο 100 §3 του Κώδικα των Δικηγόρων, αλλά ο εναγόμενος αρνείται να του καταβάλει την αμοιβή του, η οποία είναι σύμφωνη με τα ελάχιστα όρια δικηγορικής αμοιβής και ανέρχεται για την εκ μέρους του κατάθεση των προτάσεων, στο ποσό των 34.494,56 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπολογιζόμενης κατά τον παραπάνω τρόπο κατ’ άρθρο 100 §3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, στο δεκαπλάσιο της ενιαύσιος παροχής (170.832,84 ευρώ ενιαύσια παροχή X 10=1.708.328,4 X 0,02= 34.166,56), καθώς και στα αναφερόμενα ποσά των 40,00 ευρώ, 268,00 ευρώ και 20,00 ευρώ για δακτυλογράφηση προτάσεων, παράσταση στο Δικαστήριο και φωτοτυπίες αντίστοιχα.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.494,56 ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από 15.06.2009, ημερομηνία γέννησης της αξίωσης (δήλη ημέρα), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου Δήμου, η υπ’ αριθμ. 10254/ 2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή κρίθηκε νόμιμη και στη συνέχεια έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ...
να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.696,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή, για την οποία εκδόθηκε πρωτοδίκως η 10254/2012 2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ... να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.696,88 ευρώ, είναι κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου, υπολογιζόμενη ποσοστιαία στο ποσό των 34.166,56 ευρώ, με βάση το ποσό της διαφοράς μεταξύ του καταβαλόμενου ποσού του ετήσιου μισθώματος από 227.777,78 ευρώ και του αιτούμενου με την αναπροσαρμογή ετήσιου μισθώματος ύψους 56.944,94 ευρώ, ήτοι του ποσού των 170.832,84 ευρώ ετησίως και μάλιστα στο δεκαπλάσιο (170.832,84, X 10 X 2%), κατ’ άρθρο 100 §3 του Κώδικα των Δικηγόρων (που αφορά σε περιοδικές παροχές απροσδιορίστου χρόνου ενώ τα μισθώματα δεν αποτελούν τέτοια παροχή), μη νόμιμη, αφού το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, δηλαδή η ασκηθείσα εναντίον του εντολέα του και ήδη εναγόμενου Δήμου αγωγή αναπροσαρμογής μισθώματος, κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, έχει αντικείμενο διαπλαστικό και όχι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό δηλ.
αποτιμητό σε χρήμα και αφού ο ενάγων δεν επικαλείται άλλη συμφωνία, περί προσδιορισμού της αμοιβής του κατ’ άρθρο 281 §3 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου κατά παρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά στον εναγόμενο Δήμο κατά το χρόνο ανάθεσης της εντολής στον ενάγοντα δικηγόρο δεν είχε συσταθεί νομική υπηρεσία και δεν είχε προσληφθεί δικηγόρος με πάγια αντιμισθία, οπότε ήταν επιτρεπτό να παρασχεθεί με απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής εντολή στον ενάγοντα δικηγόρο για τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης υπόθεσης του Δήμου, η αμοιβή του σύμφωνα με το άρθρο 281 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων καθορίζεται σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως κάθε φορά ισχύουν ειδικά για κάθε επιμέρους πράξη ή νομική υπηρεσία, ήτοι, α) άλλοτε με τον καθορισμό κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης, με αναφορά δηλαδή σε συγκεκριμένο ποσό "δραχμών" που πολλαπλασιάζονται με συντελεστή καθοριζόμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπόθεση δεν έχει αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα (υποθέσεις που δεν έχουν αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά μόνον αίτημα ακυρωτικό ορισμένης διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή εξώδικης πράξης ή παράλειψης ή διαπλαστικό), οπότε εφαρμοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ’ αποκοπήν καθορισμού του ύψους της αμοιβής (άρθρα 110 παρ. 3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα περί Δικηγόρων) που έχουν ήδη τροποποιηθεί με την ανωτέρω Κ.Υ.Α., β) και άλλοτε ποσοστιαία, βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, εφόσον αυτό είναι αποτιμητό σε χρήμα και εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία με την προαναφερόμενη ΚΥΑ 1117864/2297/Α00Ι2/7-12-2007.
Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, για την παράσταση ενώπιον του οποίου ο ενάγων ζητεί με την κρινόμενη αγωγή του την οριζόμενη από το νόμο αμοιβή του, αφορούσε σε αγωγή αναπροσαρμογής μισθώματος κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, δηλαδή σε αγωγή με διαπλαστικό χαρακτήρα, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 100 §§1, 2, 3 του Κώδικα των Δικηγόρων περί προσδιορισμού της αμοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, αφού στη συγκεκριμένη υπόθεση αυτό (αντικείμενο της δίκης) δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα και επομένως η αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου στη συγκεκριμένη υπόθεση, που δεν έχει αντικείμενο διαπλαστικό, θα υπολογιστεί με βάση τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ’ αποκοπήν καθορισμού του ύψους της αμοιβής όπως έχουν ήδη τροποποιηθεί με την ανωτέρω Κ.Υ.Α.
Επομένως, η αγωγή ως προς το κονδύλιο του ποσοστιαίου υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντος ύψους 34.166,56 ευρώ, είναι μη νόμιμη. Επομένως το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το παραπάνω κονδύλιο ποσοστιαίου υπολογισμού της αμοιβής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (άρθρα 100 παρ.1, 2, 3 και 4, άρθρα 110 παρ. 3, 107 παρ.1 του Κώδικα περί δικηγόρων, 281 παρ.3 Ν. 3463/2006 ), αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ενώπιον του οποίου παραστάθηκε ο ενάγων, έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και κατ’ ακολουθία ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο ενάγων επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα, αφού ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.05.2016 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1711/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας διαφορών από αμοιβές από παροχή εργασίας
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ