Supreme Court dismissed appeal against Athens Court of Appeal decision in commercial debt dispute regarding unpaid electronic equipment sales.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by 'M. A.E.' against the Athens Court of Appeal's decision of 23...2014. The appellant argued that the court erred in finding the company liable for a debt of 25.498.774 drachmas based on successive sales contracts for electronic equipment. The court held that the lower court correctly assessed the evidence, including witness testimonies and invoices, to establish the debt obligation. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416 and 422 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court will not overturn a lower court's decision if the appellate court has properly weighed the evidence and reached a conclusion without leaving room for doubt regarding the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1112/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Ανώνυμη Εταιρεία Γενικού Εμπορίου" και διακριτικό τίτλο "Μ. ΑΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μοίρα-Μηρτώ Παπασαράντη.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "OFFICETEL PROFESSIONAL SERVICES ΕΠΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίστηκε ο ειδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Γ. Π. και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κυπριωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-7-1998 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3147/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου προκειμένου να συνεκδικασθεί με τις από 29-1-2002 και 26-4-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αφου συνεκδίκασε τις αγωγές εξέδωσε την 604/2010 απόφαση του.Το εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 23...2014 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-6-2014 αίτησή της και με τους από 5-1-2015 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ήδη αναιρεσίβλητη με τις από 24-7-1998 τέσσερες αυτοτελείς αγωγές της εξέθετε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 2.4.1997 έως 23.9.1997, πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Α.Ε." τα αναφερόμενα σε κάθε μία από τις αγωγές αυτές εμπορεύματα ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, αντί συνολικού πιστωθέντος τιμήματος 25.498.774 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α., το οποίο είχε συμφωνηθεί τοκοφόρο από την επομένη της παραδόσεως εκάστης ποσότητος εμπορευμάτων, που εξακολουθεί να οφείλεται.
Ζήτησε δε με τις αγωγές να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ως καθολικής διαδόχου της αγοράστριας, ως άνω, εταιρείας να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτήν το οφειλόμενο ποσό των 25.498.774 δραχμών ή 74.831,32 ευρώ. Επίσης, η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2002 αγωγή, ως καθολική διάδοχος της εναγομένης στις ανωτέρω αγωγές εταιρείας, εξέθετε ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως προς τους οποίους δεν εισήχθη προς συζήτηση η αγωγή, όντες υπάλληλοι της εν λόγω εταιρείας, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, και συμμετέχοντες συγχρόνως μέσω παρενθέτων συγγενικών τους προσώπων στην σύσταση της πρώτης εναγομένης, υπό την διττή ιδιότητά τους πέτυχαν, δια παραπλανητικών και δολίων ενεργειών τους, την ανάδειξη της τελευταίας, ήδη αναιρεσίβλητης ως κύριας προμηθεύτριας αυτής και ότι με την παράνομη και αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης υπέστη συνολική περιουσιακή ζημία ύψους 70.823.539 δραχμών και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000.000 δραχμών.
Ζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 100.823.539 δραχμών, ή 295.887,12 ευρώ. Τέλος η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2005 αγωγή της περί επιδείξεως εγγράφων, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη στην επίδειξη όλων των τιμολογίων, δυνάμει των οποίων αυτή αγόρασε τα εμπορεύματα τα οποία εν συνεχεία πώλησε στην ίδια.
Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η περί επιδείξεως εγγράφων τελευταία αγωγή, απορρίφθηκε επίσης και η ετέρα αγωγή (εξ αδικοπραξίας) της αναιρεσείουσης, εν μέρει ως μη νόμιμη, εν μέρει ως αόριστη και κατά τα λοιπά ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ενώ οι αγωγές της αναιρεσίβλητης έγιναν δεκτές οι τρεις μεν εξ αυτών στο σύνολο της, η τετάρτη δε εν μέρει και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, νομιμοτόκως από 23-3-1998, το χρηματικό ποσό των 69.382, 85 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποία εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την εξ αδικοπραξίας αγωγή της αναιρεσειούσης στο σύνολο της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και δέχθηκε τις αγωγές της αναιρεσίβλητης για το ίδιο, όπως και πρωτοδίκως, χρηματικό ποσό των 69.382,8€.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους αυτής , όπως αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μόνο αν από την γενική αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα.
Επίσης ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π.1711/2008, 325/2007, 2047/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989).
Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η εναγόμενη-εφεσίβλητη εταιρία συστήθηκε μεταξύ των Γ. Π., Ι. Ζ., συζύγου Σ. Π. και Μ. Μ., αδελφής του Α. Μ., με το .../12-12-1996 συμβόλαιο... Αντικείμενο αυτής είναι η εμπορία ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού...καθώς και λοιπών αναλωσίμων αυτών.
Οι αρχικώς εναγόμενοι Σ. Π. και Α. Μ. εργάζονταν στην εταιρία "Ν. Α.Ε.", της οποίας η ενάγουσα-εκκαλούσα είναι καθολικός διάδοχος, και συγκεκριμένα...ο πρώτος ως προϊστάμενος προμηθειών των ειδών μηχανογράφησης του ομίλου "Μ." με υφιστάμενο τον δεύτερο....οι αρχικώς πιο πάνω εναγόμενοι, ελάμβαναν μετά από έρευνα της αγοράς προσφορές από διάφορους προμηθευτές αναλωσίμων υλικών μηχανοργάνωσης και απέστελλαν στη διεύθυνση οικονομικών υπηρεσιών της εκκαλούσας σχετικό έγγραφο για την παραγγελία των απαραιτήτων αναλωσίμων ειδών, που συνοδευόταν με πίνακα προσφορών μεταξύ των οποίων και της εφεσίβλητης.
Στη συνέχεια, η εκκαλούσα δια των αρμοδίων οικονομικών υπαλλήλων της προέβαινε στην επιλογή της πλέον συμφέρουσας προσφοράς και στην προκειμένη περίπτωση της εφεσίβλητης με βάση αποσταλέντα δείγματα των αναλωσίμων ειδών. Δεν αποδείχθηκε ότι οι πιο πάνω αρχικώς εναγόμενοι είχαν οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή στην εν λόγω εταιρία και ότι μεθόδευσαν την ανάδειξη αυτής σε κύριο προμηθευτή ...και τα όσα υποστηρίζει περί του αντιθέτου η εκκαλούσα είναι αβάσιμα.
Η εκκαλούσα προέβαινε σε παραγγελίες των αναλωσίμων υλικών προς την εφεσίβλητη, η οποία τις υλοποιούσε κατά τη συμφωνία... Για την πραγματοποίηση των ληφθεισών παραγγελιών η εφεσίβλητη τις προωθούσε...στη βασική της προμηθεύτρια εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ". Η τελευταία εκτελούσε για λογαριασμό της εφεσίβλητης τις παραγγελίες παραδίδοντας πολλές φορές με δικά της οχήματα τα παραγγελθέντα αναλώσιμα υλικά στην εκκαλούσα, η οποία τα παραλάμβανε, χωρίς ουδέποτε να έχει διαμαρτυρηθεί, δοθέντος ότι δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να γίνεται η παράδοση των εμπορευμάτων από την ίδια την εφεσίβλητη.
Για τα παραγγελθέντα από την εκκαλούσα εμπορεύματα η εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ" εξέδιδε τιμολόγια προς την εφεσίβλητη και η τελευταία εξέδιδε τα σχετικά δελτία αποστολής και τιμολόγια, νομίμως θεωρημένα και κατατεθειμένα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., προς την εκκαλούσα για την μεταπώληση σ’ αυτήν των εμπορευμάτων.
Η πιο πάνω συνεργασία της εφεσίβλητης με την πιο πάνω εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ", ήταν γνωστή στην εκκαλούσα, αφού πολλές φορές η τελευταία της παρέδιδε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα. Στα πλαίσια της συνεργασίας της εφεσίβλητης με την εταιρία με την επωνυμία "Ν. Α.Ε.", η τελευταία προμηθεύτηκε με βάση διαδοχικές πωλήσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ τους στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-1997 μέχρι 23-9-1997, για τις ανάγκες λειτουργίας της διεύθυνσης μηχανογράφησης της από την πρώτη ...ποσότητες μηχανογραφικού χαρτιού..., τόνερ, ποσότητες μελανοταινιών, ετικετών σε ρολά, ποσότητες ξηρογραφικού χαρτιού, φίλτρα οθόνης, δισκέτες ηλεκτρονικού υπολογιστή και άλλα αναλώσιμα είδη γραφείου.
Για τις πωλήσεις αυτές η εφεσίβλητη εξέδωσε τα πιο κάτω τιμολόγια και δελτία αποστολής, στα οποία αναφέρονται τα εμπορεύματα κατ’ είδος, τιμή μονάδας εκάστου είδους, ποσότητα και αξία με τον αναλογούντα ΦΠΑ και συγκεκριμένα: 1)...και 95)... Δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις... τα εμπορεύματα, που αναφέρονται στα ...23-9-1997, ...16-5-1997. ...27-5-1997. ...27-5-1997, ...2-6-1997,...12-6-1997,...26-6-1997 και ...9-7-1997 τιμολόγια της εφεσίβλητης- ενάγουσας, καθώς και αυτά που αναφέρονται στα ...22-5-1997 και ...23-9-1997 τιμολόγια της εφεσίβλητης, παραδόθηκαν προσηκόντως στην εκκαλούσα...Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εκκαλούσας-εναγομένης είναι αβάσιμος....
Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (αρθρ. 281 ΑΚ)... Μετά από αυτά η από 29-1-2002 αγωγή ως προς τα πιο πάνω αγωγικά κονδύλια της, που καλύπτονται από τη σύμβαση πώλησης, της οποίας το τίμημα ζητά τη μείωση, εξαιτίας της έλλειψης των αναφερομένων πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων προϊόντων καθώς και την ανόρθωση περαιτέρω ζημίας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Αναφορικά με τα αιτήματα που αφορούν τα αγωγικά κονδύλια της από 29-1-2002 αγωγής της εκκαλούσας-ενάγουσας με τα οποία ασκούνται στο σύνολο τους αξιώσεις της εκκαλούσας που στηρίζονται στη συρρέουσα βάση από αδικοπραξία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Η εφεσίβλητη-εναγομένη παρέδωσε προσηκόντως τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, που αναφέρονται στα πιο πάνω τιμολόγια, στην εκκαλούσα.
η οποία και τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα δια των αρμοδίων υπαλλήλων της. Δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη παρέδωσε, εν γνώσει της, στην εκκαλούσα εμπορεύματα διαφορετικά από τα συμφωνηθέντα ή ελαττωματικά, παριστάνοντας, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στην τελευταία, ψευδή γεγονότα ως αληθή ή αποκρύπτοντας απ’ αυτήν αντίθετα προς την καλή πίστη, υπό την έννοια της εν γνώσει αυτής μη ανακοίνωσης στην εκκαλούσα που τα αγνοούσε της έλλειψης της συνομολογηθείσας ιδιότητας ή των ελαττωμάτων, με σκοπό η εκκαλούσα να μην αρνηθεί την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης.
Δοθέντος ότι η τυχόν ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος των πωληθέντων εμπορευμάτων ή η έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας δεν ιδρύουν από μόνα τους, ευθύνη από αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, θεωρούμενη έξω από τη σύμβαση, δεν αποτελεί ταυτόχρονα και παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του 914 ΑΚ, ώστε να υποχρεούται η εφεσίβλητη-εναγομένη να ανορθώσει τις επικαλούμενες με την αγωγή ζημίες της εκκαλούσας μεταξύ των οποίων και αυτής της ηθικής βλάβης από την προσβολή της φήμης και αξιοπιστίας της, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται...δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη μετήλθε συγκεκριμένα δόλια μέσα ως τις επικαλούμενες από την εκκαλούσα υπερτιμολογήσεις των πωληθέντων σ’ αυτή εμπορευμάτων, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά ή αποκρύπτοντας από την εκκαλούσα την πραγματική τιμή σε αντίθεση με την καλή πίστη.
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η με βάση την ενοχική σύμβαση της εφεσίβλητης με την πιο πάνω προμηθεύτρια αυτής εταιρία (ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ) διαμόρφωση των τιμών ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στις πωλήσεις αυτής προς την εκκαλούσα. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το ότι η εκκαλούσα ουδέποτε προέβη σε επιστροφή εμπορευμάτων ούτε σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία προς την εφεσίβλητη, παρά την κοινοποίηση των από 14-10-1997 και 23-1-1997 εγγράφων επιστολών και της από 6-3-1998 εξώδικης δήλωσης της εφεσίβλητης προς αυτήν, το περιεχόμενο των οποίων έλαβε γνώση, για την καταβολή του τιμήματος των πωλήσεων.
Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι δηλ. η εφεσίβλητη α) προέβαινε στην χρέωση αυτής για προϊόντα τα οποία ουδέποτε παρέλαβε, β) παρέδωσε σ’ αυτή συμβατές αντί γνήσιες μελατοταινίες καθώς και ελαττωματικά εμπορεύματα (μηχανογραφικό χαρτί, ετικέτες) και γ) προέβαινε σε υπερτιμολόγηση των αναλώσιμων υλικών (μελανοταινιών, ετικετών, μηχανογραφικού χαρτιού, ξηρογραφικού χαρτιού Α4, δισκετών, διαφανειών, φίλτρων οθόνης, laser pads, laser toner, toner και ενός φωτοτυπικού μηχανήματος), με συνέπεια να υποστεί τις αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες, είναι αβάσιμά.
Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά της εφεσίβλητης ως πωλήτριας των αναφερομένων εμπορευμάτων στην εκκαλούσα δε συνιστά το αδίκημα της απάτης, αφού αυτή μεταβίβασε στην τελευταία τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, με βάση τις πιο πάνω διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε δόλια και παράνομη συμπεριφορά της εφεσίβλητης τόσο στη δυνατότητα επιλογής της εκκαλούσας αναφορικά με το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου της όσο και στον καθορισμό του περιεχομένου και των όρων αυτών (συμβάσεων).
Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερόμενων, εφόσον δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα προς νομική και ιστορική θεμελίωση της πιο πάνω αγωγής της ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της εφεσίβλητης-εναγομένης πραγματικά περιστατικά, πρέπει η από 29-1-2002 αγωγή της εκκαλούσας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της.
Περαιτέρω αναφορικά με τις από 24-7-1998 τέσσερεις αγωγές της εφεσίβλητης... αποδείχθηκε ότι αυτή εκπλήρωσε, προσηκόντως τις υποχρεώσεις της έναντι της εκκαλούσας παραδίδοντας εμπρόθεσμα και στη συμφωνηθείσα ποιότητα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και στο συμφωνηθέν αναγραφόμενο στα πιο πάνω τιμολόγια τίμημα που ανέρχεται στο ποσό των 69.382,85 ευρώ (23.642.209 δρχ.).
Πλην, όμως, η εκκαλούσα δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της για εξόφληση των πιο πάνω τιμολογίων, παρότι οχλήθηκε για την καταβολή του τιμήματος με την από 6-3-1998 εξώδικη όχληση της εφεσίβλητης, που της επιδόθηκε στις 13-3-1998... Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η από 29-1-2002 αγωγή της εκκαλούσας ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της, να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι από 24-7-1998 και με αρ.
κατ. 8.295, 8.296, 8297/31-7-1998 αγωγές και εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 24-7-1998 με αρ. κατ. 8.298/1998 αγωγή της εφεσίβλητης και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εκκαλούσας στην καταβολή του ως άνω συνολικού ποσού, με το νόμιμο τόκο από 23-3-1998, κατά το αίτημα της εφεσίβλητης...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του) και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: 1) δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αυτή δεν διέθετε αποθήκες και υπαλληλικό προσωπικό και τις παραγγελίες της εταιρείας "Ν.
Α.Ε." τις προωθούσε στην εταιρεία "ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ", που ήταν η βασική της προμηθεύτρια, η οποία και τις εκτελούσε, εξέδιδε δε τα παραστατικά (δελτίο αποστολής και τιμολόγια) για κάθε παραγγελία, στο όνομα αυτής (αναιρεσίβλητης), η οποία ακολούθως εξέδιδε τα αντίστοιχα δελτία αποστολής στο όνομα της αγοράστριας, με βάση δε τα δελτία αυτά η προμηθεύτρια εταιρεία παρέδιδε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης τα παραγγελθέντα εμπορεύματα στην αγοράστρια και ότι οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας Σ.
Π. και Α. Μ. συμμετείχαν εμμέσως στην αναιρεσίβλητη, γεγονός που η ιδία (αναιρεσείουσα) αγνοούσε και απετέλεσε την αιτία της εν συνεχεία παραιτήσεως τους, 2) τα υπ’ αριθμ. 3147/2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο είχαν αρχικώς εισαχθεί οι αγωγές της αναιρεσίβλητης και το οποίο με την ταυτάριθμη προς τα πρακτικά αυτά απόφαση του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ’ ύλην και τις παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την περιεχόμενη στα πρακτικά αυτά κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Α.
Α., 3) τα δελτία αποστολής της αναιρεσίβλητης που αφορούν τα πωληθέντα και παραδοθέντα στην δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας εμπορεύματα και 4) το υπ’ αριθμ. .../12-12-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάνου, με το οποίο συνεστήθη η αναιρεσίβλητη. Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και οι αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι τυγχάνουν απορριπτέοι.
Ειδικότερα οι αιτιάσεις αυτές κατά το μέρος που αφορούν την μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ρηθείσης δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, είναι αλυσιτελείς, διότι τα γεγονότα, τα οποία καταλαμβάνει η ομολογία αυτή δεν ασκούν, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας από τις συμβάσεις πωλήσεως έχουν υποκύψει σε παραγραφή, ενώ οι εξ αδικοπραξίας προβαλλόμενες αξιώσεις της ίδιας, είναι αβάσιμες, διότι δεν στοιχειοθετούνται, κατά την απόφαση, ελλείψει, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.
Πιο συγκεκριμένα, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αδικοπραξία και δη απάτη, αφού αυτή μετεβίβασε στη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας τα αναφερόμενα στα επίδικα τιμολόγια εμπορεύματα, δυνάμει των αντιστοίχων συμβάσεων πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν, χωρίς να μεσολαβήσει δολία και παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ως προς την σύναψη και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων συμβάσεων, σε εκτέλεση δε των συμβάσεων αυτών παρέδωσε προσηκόντως τα παραγγελθέντα εμπορεύματα στην αγοράστρια η οποία τα παρέλαβε ανεπιφυλάκτως, ενώ δεν παρέδωσε σ’ αυτήν και μάλιστα εν γνώσει της εμπορεύματα διαφορετικά των συμφωνηθέντων, ελαττωματικά ή στερούμενα των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων τους, ούτε μετήλθε δόλια μέσα, όπως υπερτιμολογήσεις και χρεώσεις μη παραδοθέντων εμπορευμάτων.
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών καθίσταται προφανές ότι τα ομολογηθέντα και φερόμενα ως αγνοηθέντα από το Εφετείο γεγονότα και δη ο τρόπος κτήσεως και παραδόσεως από την αναιρεσίβλητη των πωληθέντων στην δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας εταιρεία "Ν. Α.Ε." εμπορευμάτων, η συνεργασία της ίδιας με την προμηθεύτρια αυτής εταιρεία "ΑΣΠΟΕ ΕΠΕ" και η συμμετοχή σ’ αυτήν των υπαλλήλων της αγοράστριας Σ.
Π. και Α. Μ., ουδεμία ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν συνετέλεσαν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στην πρόκληση οποιασδήποτε ζημίας στην δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας και δεν στοιχειοθετούν εντεύθεν αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επίσης οι εκ της αυτής ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ.
αιτιάσεις που αφορούν τα λοιπά ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμες, καθόσον από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και όλων γενικώς των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, αλλά και από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα πρακτικά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών εγγράφων και τα προαναφερόμενα έγγραφα, εκ των οποίων μάλιστα τα δελτία αποστολής και το συστατικό της αναιρεσιβλήτου συμβόλαιο μνημονεύονται και ιδιαιτέρως στην απόφαση.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το τρίτο σκέλος του) προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη του αγωγικού ισχυρισμού της και αντιστοίχου λόγου εφέσεως της που έχει κατά συνοπτική εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά του ως εξής : "...είχαμε απώλεια περί το 40% του μηχανογραφικού χαρτιού, το οποίο λόγω κακής ποιότητας "μπλοκάριζε"...
στους εκτυπωτές, προκαλώντας φθορά και βλάβη στα μηχανήματα, αλλά και σημαντικότατη καθυστέρηση...,ταλαιπωρία και εκνευρισμό του προσωπικού μηχανογράφησης. Το οποίο επανειλημμένως και εντόνως ...είχε παραπονεθεί στους Σπ. Π. και Α. Μ....Παρά όμως τα παράπονα...οι Π. και Μ. δεν έλαβαν κανένα μέτρο και η αντίδικος με την...κάλυψη τους εξακολούθησε να μας προμηθεύει ...
μηχανογραφικό χαρτί... το οποίο παρουσίαζε τα προβλήματα εμπλοκής στους εκτυπωτές..., γιατί λύγιζε και μαγκωνόταν στον εκτυπωτή...ή δεν το τραβούσε σωστά ο εκτυπωτής και δεν γινόταν σωστή σελιδοποίηση του κειμένου... Αποτέλεσμα τούτου ήταν...να χάνεται η εκτύπωση, να καταστρέφεται έτσι το 40% σχεδόν του χαρτιού...Το...
χαρτί...ήταν χαμηλότερης ποιότητας και ακατάλληλο για τη χρήση, για την οποία το προόριζε η εταιρεία μας...Παρά ταύτα η αντίδικος, σε ένοχη συνεργασία με τους μετέχοντες σ’ αυτήν κατά 49% υπαλλήλους μας Π. και Μ., εξακολούθησε να μας προμηθεύει τα εν λόγω εμπορεύματα, με συνέπεια να υποστούμε παρανόμως, από συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα των αντιδίκου, Σπ.
Π. και Α. Μ. τις αναγραφόμενες στην αγωγή μας ζημίες. Τις οποίες...θα είχαμε αποφύγει, εάν ...δεν μας είχαν αποκρύψει ότι συμμετείχαν στην εταιρεία OFFICETEL...H αντίδικος γνώριζε... ότι τα δύο υψηλόβαθμα στελέχη μας...δεν μας είχαν γνωστοποιήσει ότι συμμετείχαν σ’ αυτήν, αλλά το είχαν αποκρύψει επιμελώς από μας.
Είναι δε σαφές ότι ποτέ δεν θα είχαμε ανεχθεί να μας προμηθεύει εμπορεύματα μία εταιρεία, στην οποία θα μετείχαν υπάλληλοι μας χωρίς να μας έχουν ενημερώσει, και πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν αυτοί είχαν την ευθύνη και τον έλεγχο της ποιότητας και των τιμών των εν λόγω εμπορευμάτων. Και οι οποίοι ενέκριναν και υπέγραφαν τα τιμολόγια, για να τα πληρώσει στην OFFICETEL η εταιρεία μας...".
Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσειούσης ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθεντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που προεβλήθησαν για την συγκρότησή τους και συγκεκριμένα ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτή, κατά την σύναψη και εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως δεν διέπραξε οποιαδήποτε αδικοπραξία εις βάρος της αγοράστριας, δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και ότι οι ενδεχόμενες αξιώσεις της τελευταίας από την ύπαρξη ελαττωμάτων ή έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, που δεν απεδείχθησαν, κατά την απόφαση, έχουν υποκύψει έχουν υποκύψει σε παραγραφή.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 554 του Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο συνάψεως των επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως, οι αγωγές για αναστροφή ή μείωση του τιμήματος ή αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητος παραγράφονται προκειμένου περί κινητών πραγμάτων μετά την πάροδο προθεσμίας εξ μηνών, η οποία, κατά το άρθρο 555 του Α.Κ.
αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Εξάλλου κατά το άρθρο 558 του ιδίου Κωδικός, ο αγοραστής, μπορεί και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής να ασκήσει με ένσταση τα δικαιώματα του από το ελάττωμα ή από την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητος, εφόσον ειδοποίησε γι’ αυτά τον πωλητή εντός του χρόνου της παραγραφής.
Η ως άνω ειδοποίηση, συνιστά μονομερή δήλωση του αγοραστού απευθυντέα στον πωλητή, η οποία δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως να είναι ειδική, ήτοι να καθορίζει το συγκεκριμένο ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητος του πωληθέντος πράγματος και να συνάγεται σαφώς εξ αυτής ότι ο αγοραστής επιφυλάσσεται να ασκήσει τα δικαιώματα του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απορρίπτοντας την εκ του άρθρου 558 Α.Κ αντένσταση της αναιρεσείουσας κατά της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί παραγραφής των εκ της συμβάσεως πωλήσεως αξιώσεων αυτής λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Αναφορικά με τα κονδύλια, της από 29-1-2002 αγωγής της εκκαλούσας...που καλύπτονται από τη σύμβαση πώλησης και αφορούν αξιώσεις της εκκαλούσας...λόγω της πώλησης σ’ αυτή ελαττωματικών προϊόντων (μείωση του τιμήματος από πραγματικό ελάττωμα και έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας και περαιτέρω αποζημίωση λόγω πραγματικού ελαττώματος), η εφεσίβλητη...ισχυρίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της στον πρώτο βαθμό ότι οι εν λόγω αξιώσεις έχουν παραγραφεί με τη συμπλήρωση της εξάμηνης παραγραφής από την παράδοση των πωληθέντων εμπορευμάτων σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της πιο πάνω αγωγής, χωρίς στο μεσοδιάστημα να χωρήσει οποιαδήποτε άλλη διακοπτική αυτής κατά το νόμο ενέργεια της εκκαλούσας-ενάγουσας.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά την από τα. άρθρα 554 και 555 ΑΚ ένσταση και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Τούτο διότι, από την παράδοση κατά το έτος 1997 των φερομένων ως ελαττωματικών εμπορευμάτων μέχρι την άσκηση της...αγωγής, η οποία κατατέθηκε...στις 7-2-2002 και στη συνέχεια επιδόθηκε στη εφεσίβλητη, παρήλθε άπρακτη η ...
ισχύουσα στην προκειμένη περίπτωση εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το ν. 3043/21-8-02, με αποτέλεσμα οι επίδικες αξιώσεις της εκκαλούσας από τη σύμβαση της πώλησης να έχουν υποπέσει στην πιο πάνω παραγραφή. Η εκκαλούσα...ισχυρίστηκε με την προσθήκη των προτάσεων στον πρώτο βαθμό ότι η γνωστοποίηση κατά το έτος 1997 προς τους...υπαλλήλους της, Σ.
Π. και Α. Μ., των επικαλούμενων πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων συνιστά ειδοποίηση αυτής, η οποία επέφερε ως αποτέλεσμα το απαράγραπτο των αξιώσεων της. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αντένσταση εκ του άρθρου 558 ΑΚ. πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού η φερόμενη γνωστοποίηση των επιδίκων ελαττωμάτων στην εφεσίβλητη και αν υποτεθεί αληθής, δεν συγκροτεί την έννοια της ειδοποίησης του άρθρου 558 ΑΚ., καθόσον δεν αναφέρεται ότι αυτή περιήλθε εμπρόθεσμα στο νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης-εναγομένης-πωλήτριας, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε προς αυτούς δήλωση της να μη μπορεί να θεωρηθεί, έστω και συμπερασματικά, ότι αποσκοπούσε σε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της εκκαλούσας-εναγομένης-αγοράστριας..".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 554 και 558 Α.Κ., διότι η γνωστοποίηση των προβαλλομένων από την αναιρεσείουσα ελαττωμάτων προς τους υπαλλήλους της Σ. Π. και Α. Μ., την οποία αυτή επικαλείται προς διακοπήν της παραγραφής των αντιστοίχων αξιώσεών της, δεν πληροί την έννοια της ειδοποιήσεως του άρθρου 558 Α.Κ., αφού οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι της, κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας, δεν είχαν την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης αλλά συμμετείχαν εμμέσως δια της συζύγου και αδελφής τους αντιστοίχως στην αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 49%, και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να επιδώσει νομοτύπως προς αυτούς την απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη διακοπτική της παραγραφής, ως άνω, ειδοποίηση.
Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα σχετικώς από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω παραβιάσεως των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, το Εφετείο καθόσον αφορά την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί μερικής εξοφλήσεως του οφειλομένου τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Η εκκαλούσα ισχυρίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις πρωτοδίκως, προς αντίκρουση των...αγωγών της...εφεσίβλητης, ότι οι απαιτήσεις της τελευταίας έχουν μερικώς εξοφληθεί.
Ότι η εξόφληση αυτή έλαβε χώρα με την παράδοση στην εφεσίβλητη της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ", με ημερομηνία έκδοσης 2-3-1999, ποσού 33.550,31 ευρώ (11.432.269 δρχ), την οποία αυτή εισέπραξε στις 5-4-1999 και το ποσό της οποίας αναλογεί στην αξία των αναφερομένων τιμολογίων, που αιτείται με τις πιο πάνω (4) αγωγές της...Από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα.
παρότι οχλήθηκε με την...από 6-3-1998 εξώδικη όχληση της εφεσίβλητης για την πληρωμή των...επίδικων τιμολογίων, δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα η τελευταία να ασκήσει τις...ένδικες αγωγές της. Όμως η εκκαλούσα, παρότι άσκησε η εφεσίβλητη τις ένδικες αγωγές της, δεν προσκομίζει, για την ενίσχυση του πιο πάνω ισχυρισμού της κάποιο έγγραφο περί της επικαλούμενης μεταγενέστερης μερικής εξόφλησης της απαίτησης αυτής από τα αναφερόμενα τιμολόγια με την εν λόγω επιταγή, το ποσό της οποίας, εξάλλου, δεν αναφέρεται σε κάποιο από τα επίδικα τιμολόγια.
Αντίθετα, άσκησε τις αναφερόμενες με την...από 29-1-2002 αγωγή της αξιώσεις επικαλούμενη τα επίδικα τιμολόγια, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω επιταγή. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι συναλλαγές όλων των εταιριών του ομίλου "Μ.", με βάση τιμολόγια από πωλήσεις εμπορευμάτων από την εναγουσα-εφεσίβλητη προς τις εταιρίες του ομίλου, ανέρχονταν, πέραν των επίδικων τιμολογίων, στο ποσό των 40.079.618 δρχ..
πλέον ΦΠΑ 18%. έναντι του οποίου η εκκαλούσα είχε καταβάλει έως τον Οκτώβριο 1999, που άσκησε την 15-10-1999 ένδικη αγωγή της, το ποσό των 27.963.534 δρχ. πλέον ΦΠΑ 18%. Έτσι, η εκκαλούσα με την πιο πάνω επιταγή, το ποσό της οποίας αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου των ως άνω συναλλαγών, εξόφλησε την οφειλή της απ’ αυτές προς την εφεσίβλητη, η οποία και δεν αιτείται το ποσό της επιταγής με τις πιο πάνω αγωγές της.
Επομένως, εφόσον προκύπτει ότι η καταβολή αυτή έγινε για την εξόφληση των πιο πάνω οφειλών, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, πρέπει ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί μερικής εξόφλησης να απορριφθεί ως αβάσιμος..".
Κατά το κεφάλαιο της αυτό πλήττεται η απόφαση με τους δεύτερο κύριο και πρόσθετο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται επαλλήλως αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20, 11γ’ , 1 , 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο: α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προμνησθείσης από 6-3-1998 εξώδικης όχλησης της αναιρεσίβλητης προς αυτήν για την πληρωμή των επιδίκων τιμολογίων και του υπ’ αριθμ. ...23-9-1997 τιμολογίου της ίδιας προς την εταιρεία "Ν.
Α.Ε.", παραλείποντας να αναγνώσει το αναγραφόμενο στα έγγραφα αυτά ότι το συνολικό υπόλοιπο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό των 25.498.771 δραχμών, β) δεν έλαβε υπόψη τα υπ’ αριθμ. … και ...23/9/1997 τιμολόγια της αναιρεσίβλητης προς την εταιρεία "Ν. ΑΕ", τα οποία η τελευταία είχε νομίμως προσκομίσει προς απόδειξη της περί μερικής εξοφλήσεως ενστάσεως της και γ) δεν απέρριψε ως αόριστο, αλλά δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο τον ισχυρισμό της (αντένσταση) της αναιρεσίβλητης ότι το ποσό της υπ’ αριθμ. ...
επιταγής της τράπεζας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ δεν αφορούσε τις επίδικες, αλλά άλλες οφειλές προς αυτήν της αναιρεσείουσας και έτσι απέρριψε την ένσταση αυτής περί μερικής εξοφλήσεως, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 216 και 262 του Κ.Πολ.Δ. και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 422 του Α.Κ.
και δ) παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ρηθείσης ενστάσεώς της περί μερικής εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής.
Οι αιτιάσεις αυτές, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι κατ’ εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου ανάγονται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ένσταση της αναιρεσείουσας περί μερικής εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης. Επί πλέον δε η πρώτη των προειρημένων αιτιάσεων είναι ωσαύτως απαράδεκτη, διότι η παράλειψη του Εφετείου να παραθέσει στην προσβαλλομένη απόφασή του ολόκληρο το περιεχόμενο της από 6-3-1998 εξώδικης οχλήσεως της αναιρεσίβλητης την οποία μνημονεύει επιγραμματικώς, ως ενισχυτικό της μη εξοφλήσεως της οφειλής στοιχείο, δεν συνιστά παραμόρφωση του εν λόγω εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., πολύ δε περισσότερο αφού δεν προβάλλεται ότι οι αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου διαφέρουν προφανώς από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου και το αποδεικτικό πόρισμα διαμορφώθηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο τούτο (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες οι αιτιάσεις που αφορούν παραμόρφωση του υπ’ αριθμ. ...23-9-1997 τιμολογίου της αναιρεσίβλητη προς την εταιρεία "Ν. Α.Ε.", το οποίο μάλιστα δεν μνημονεύεται και ιδιαιτέρως στην απόφαση, ώστε να δύναται να γίνει λόγος περί παραμορφώσεως του περιεχομένου του, η αντίστοιχη δε μομφή, κατ’ ορθήν εκτίμηση της, εντάσσεται στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., η οποία και προσάπτεται επίσης από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση.
Άλλωστε, με δεδομένη την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ποσό της επίμαχης επιταγής καταλογίσθηκε σε άλλες οφειλές εταιρειών της αναιρεσείουσας και όχι στην επίδικη, οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν επί πλέον και αλυσιτελείς, αφού το αναφερόμενο στα προμνησθέντα έγγραφα ποσό της οφειλής δεν καλύπτεται από την εν λόγω επιταγή.
Επί προσθέτως δε η δεύτερη, ως άνω, αναιρετική αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ’ Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμη, αφού από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων και όλων γενικώς των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθησαν και πρoσκόμισαv νομίμως, αλλά και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα τιμολόγια, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αντίστοιχου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και τα εν λόγω έγγραφα.
Τέλος αβάσιμη τυγχάνει και η τρίτη αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., αφού ο ισχυρισμός-αντένσταση της αναιρεσίβλητης ότι το ποσό της προρρηθείσης επιταγής δεν αφορούσε το επίδικο χρέος της αναιρεσείουσας, αλλά οφειλή αυτής από άλλες συναλλαγές εταιρειών του ομίλου της, συνολικού ύψους 40.079.618 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α., ποσό μάλιστα που η ιδία (αναιρεσείουσα) προσδιόρισε στην από 15-10-1999 αγωγή της, ήταν επαρκώς ορισμένη και συνεπώς το Εφετείο, δεχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, ως νόμιμη και βάσιμη την εν λόγω αντένσταση και απορρίπτοντας την περί μερικής εξοφλήσεως ένσταση της αναιρεσειούσης δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 Α.Κ.
και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ.. Ούτε δε εκ πλαγίου παρεβίασε το Εφετείο τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, και επομένως αβάσιμες τυγχάνουν και οι εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ.
αντίστοιχες αναιρετικές αιτιάσεις.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2014 αίτηση και τους από 5 Ιανουαρίου 2015 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2366/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ