1112/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1112/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 (η οποία παράγρ. 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 435/1976) είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1112/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκουζέ, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία έχει συγχωνευθεί με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "International Mobel Selection ΑΕ".
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "International Mobel Selection ΑΕ", που συγχώνευσε με απορρόφηση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ" (πρώην "Β. Π. ΕΠΕ"), που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1063/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 9821 Β'/ 4-11-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Β. - Π. ΕΠΕ", ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσίβλητη, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επισημαίνεται ότι η αρχικά αναιρεσίβλητη ως άνω εταιρεία, με την επωνυμία "Β. - Π. ΕΠΕ", και στη συνέχεια με την επωνυμία "Β. ΜΑΡΚΕΤ ΕΠΕ", συγχωνεύθηκε τελικά με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "INTERNATIONAL MOBEL SELECTION HELLAS ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "IMS HELLAS A.E." (βλ. υπ' αριθμ. .../23-3-2005 Πράξη Συγχώνευσης του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Σπανού).
Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 (η οποία παράγρ. 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 435/1976) είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές.
Σαφώς από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί καταλογισμού πάσης λόγω μισθού παροχής στις οφειλές του εργοδότη από υπερωρίες, ενώ είναι έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στο μισθωτό ορισμένο ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για παρασχεθησομένη (στο μέλλον) συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία του (ΑΠ 645/2010).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα στην αιτιολόγηση της κρίσεως ως προς την συνδρομή ή μη των περιστατικών αυτών ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, το πόρισμα των οποίων εκτίθεται σαφώς.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που έχει την έδρα της στη Βιομηχανική Περιοχή των Πατρών (ΒΙΠΕ) και σκοπό την εμπορία επίπλων και οικιακών ειδών, διαθέτουσα προς τούτο και δίκτυα πώλησης σε πολλά σημεία της χώρας, προσέλαβε, διά του νομίμου εκπροσώπου της, στις 20-8-2001, στην Πάτρα, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου, παρέχοντας την εργασία του, προεχόντως, στην Πάτρα και ενίοτε σε διάφορες πόλεις της Χώρας, κατευθύνοντας και εποπτεύοντας την κίνηση του δικτύου πωλήσεων, που διέθετε, κατά τα άνω, η αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Ευθύς εξ αρχής μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ισχύοντος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης του συστήματος της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με διάρκεια εβδομαδιαίας απασχολήσεως 40 ώρες (άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ), ότι: 1) Ο αναιρεσείων θα εργάζεται από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί δέκα (10) ώρες ημερησίως, ήτοι από ώρα 08.00 το πρωί έως και ώρα 18.00 το απόγευμα, πραγματοποιώντας έτσι εργασία 50 ώρες την εβδομάδα, που υπερβαίνει κατά 10 ώρες το συμβατικό (εκ παραδρομής στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως νόμιμο) εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας και 2) ο αναιρεσείων για την εργασία του αυτή θα λαμβάνει μηνιαίο μισθό για το έτος 2001 το ποσό των 1349,66 ευρώ και για το έτος 2002 το ποσό των 1484,96 ευρώ.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ως άνω συμβατικώς καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα μηνιαίος μισθός ήταν υπερδιπλάσιος του νομίμου, προκειμένου, κατά την σχετική συμφωνία των διαδίκων, με το επί πλέον του νομίμου μισθού του ποσό να καλύπτεται και η αμοιβή αυτού για την συγκεκριμένη υπερωριακή του απασχόληση των 10 ωρών εβδομαδιαίως, πέραν του συμβατικού ωραρίου που ήταν 40 ώρες την εβδομάδα.
Κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, ανερχόταν, κατά το επίδικο, εν προκειμένω, από 20-8-2001 έως και 30-9-2002 χρονικό διάστημα, με βάση την από 14-6-2001 Κλαδική ΣΣΕ (αριθμ. πράξεως καταθ. Υπ. Εργασίας 53/15-6-2001), για το έτος 2001 σε 622,04 ευρώ και με βάση την από 4-9-2002 ΣΣΕ (αριθμ.
πράξεως καταθ. Υπ. Εργασίας 115/25-9-2002), για το έτος 2002 σε 660,62 ευρώ, ενώ για την ως άνω υπερωριακή απασχόλησή του επί 10 ώρες την εβδομάδα, από τις οποίες οι τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση) αμείβονται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% για κάθε ώρα, για δε τις υπόλοιπες επτά (7) ώρες (44η έως και 50η) μη νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως την εβδομάδα οφείλεται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (άρθρ. 4 παρ. 2, 3, 4 και 5 Ν. 2874/2000), εδικαιούτο ο αναιρεσείων, για το έτος 2001 το ποσό των 712,8 ευρώ το μήνα και για το έτος 2002 το ποσό των 783,88 ευρώ το μήνα, να σημειωθεί δε ότι για τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, που αφορούν το νόμιμο μηνιαίο μισθό του αναιρεσείοντος και την αμοιβή και αποζημίωση που εδικαιούτο αυτός για την παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία, δεν παραπονείται ο αναιρεσείων με λόγο αναιρέσεως (από τον αριθμ. 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Επομένως - κατέληξε το Εφετείο - ο καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα, κατά το έτος 2001, μηνιαίος μισθός των 1349,66 ευρώ υπερκάλυπτε, τόσο τον νόμιμο μηνιαίο μισθό του των 622,04 ευρώ όσο και την αμοιβή και αποζημίωση των 712,8 ευρώ, που εδικαιούτο αυτός για την υπερωριακή του απασχόληση (622,04 + 712,8 = 1334,84), όπως επίσης και ο καταβαλλόμενος στον αναιρεσείοντα, κατά το έτος 2002, μηνιαίος μισθός των 1484,96 ευρώ υπερκάλυπτε, τόσο τον νόμιμο μηνιαίο μισθό του των 660,62 ευρώ όσο και την αμοιβή και αποζημίωση των 783,88 ευρώ, που εδικαιούτο αυτός για την υπερωριακή του απασχόληση (660,62 + 783,88 = 1444,5).
Δέχθηκε δε ακόμη το Εφετείο, ότι την ως άνω εργασία του των 50 ωρών την εβδομάδα κατά τις εργάσιμες ημέρες (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) παρείχε ο αναιρεσείων, τόσο κατά τον χρόνο της εντός της έδρας της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης απασχολήσεώς του, που ήταν και ο συγκριτικά μεγαλύτερος, όσο και κατά τον χρόνο της εκτός έδρας απασχολήσεώς του με την εποπτεία του δικτύου πωλήσεων, που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, σε κάθε, όμως, περίπτωση - είπε το Εφετείο - από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσείων, κατά την διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, απασχολήθηκε υπερωριακώς και κατά τις ημέρες του Σαββάτου και των Κυριακών ή αργιών.
Μετά από αυτά το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι η συμφωνία των διαδίκων περί καταλογισμού στις καταβαλλόμενες επί πλέον των νομίμων συμβατικές αποδοχές του αναιρεσείοντος και της αμοιβής (και αποζημιώσεως) για συγκεκριμένη (10 ώρες την εβδομάδα) υπερωριακή εργασία του, είναι έγκυρη και δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959, ενόψει και του ότι, εν προκειμένω, οι καταβληθείσες στον αναιρεσείοντα αποδοχές υπερκάλυπταν το νόμιμο μισθό του και την αμοιβή και αποζημίωση αυτού για την συγκεκριμένη ως άνω υπερωριακή εργασία του.
Έτσι επικύρωσε το Εφετείο, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά της περί καταβολής αποζημιώσεως για την υπερωριακή του απασχόληση. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σε αυτές κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959, του άρθρ. 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, του άρθρ. 4 του Ν. 2874/2000 και του άρθρ. 904 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε διέλαβε στην απόφασή του (προσβαλλόμενη) ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, ενόψει δε του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2010 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1063/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ