Legislator Case Law & Legislation
1112/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure of absent appellants to appear or prove legal summons.

Case Number 1112/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the appellants failed to appear at the hearing or demonstrate they were legally summoned. The respondent appeared with a lawyer, while the appellants were absent without valid representation or proof of proper notification. Consequently, the court ruled that the proceedings could not continue without the participation of all parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498, 568, 576, 226, 94, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether absent parties were legally summoned, and if not, declare the proceedings inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible proceedings absence of parties legal summons ex officio examination Code of Civil Procedure representation by lawyer appeal inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items 1, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 139 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1112 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1112/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....κατοίκου ..., 2. ...., κατοίκου .... και 3. ... κατοίκου .... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: .... κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 729/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-4-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά και για όλους τους διαδίκους.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 94 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Ενώ, εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 25-5-2009 παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατά την προκειμένη νέα, μετ' αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 8-3-2010 δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχαν κλητευθεί σ' αυτήν νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχαν παραστεί νομίμως κατά την πρώτη δικάσιμο, αφού ο δικηγόρος που τους εκπροσώπησε στη δικάσιμο εκείνη δεν αποδεικνύεται ότι είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί στο ακροατήριο για λογαριασμό τους.

Επίσης, η αναιρεσίβλητη, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση περί επιδόσεως στους αναιρεσείοντες αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως, προκειμένου αυτοί να παραστούν στη συζήτηση κατά την προκειμένη, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 8-3-2010, για την περίπτωση που επισπεύδει αυτή (αναιρεσίβλητη) τη συζήτηση, ούτε αντίγραφο του επιδοθέντος σ' αυτή αντίστοιχου δικογράφου με την επ' αυτού επισημείωση του άρθρου 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την περίπτωση που η συζήτηση επισπεύδεται από τους απόντες αναιρεσείοντες.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.

Για τους λόγους αυτούς

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-10-2007 αίτησης των ...., .... και .... για αναίρεση της 729/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ