Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and inadmissible evidence distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of Athens' final judgment. The appellants argued that the lower court erred in admitting additional intervention and distorted evidence regarding a witness and medical report. The court rejected these claims because the appellants failed to specify the factual circumstances establishing their legal interest and because the contested documents were not subject to the specific distortion rule applicable to the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1, 8, 10, 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal requires a specific legal interest derived from the alleged error, which must be clearly defined in the appeal petition; distortion of a document under Article 559(20) occurs only when a court accepts content different from the actual text due to misreading, not when it evaluates evidence correctly or when the document is merely a record of another proof method.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1112/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, το γένος ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπύρου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ1, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σπύρου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 το γένος ... κατοίκου ..., 2) Κ2 κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φειδία Κοντεμενιώτη και κατέθεσαν προτάσεις και προσθήκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2004 αγωγή και την από 1/3/2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση των ήδη αναιρεσειουσών και την από 30/1/2004 αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2299/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6181/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 1/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Για την άσκηση της αναιρέσεως, όπως και για κάθε κατ' ιδίαν λόγο αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον (άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ). Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία αυτού κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προβαλλόμενη απόφαση και από την βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή.
Για το ορισμένο, επομένως, του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ως άνω βλάβη, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που άσκησε υπέρ της πρώτης για πρώτη φορά στο Εφετείο, δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα δεν είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως.
Οι αναιρεσείουσες όμως δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο κανένα περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει το έννομο συμφέρον τους για την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση. Η αναφορά αυτή ήταν αναγκαία δεδομένου, ότι το οποιοδήποτε αποτέλεσμα επί της αναιρέσεως επεκτείνεται και στην παρεμβαίνουσα ανεξάρτητα από τη συμμετοχή ή όχι αυτής στη δίκη μεταξύ των κυρίων διαδίκων, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, που δικαιολογούν την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, τις οποίες όμως δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχρoκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός μεν η συνoμολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησής τους κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως κατά την έννοια της εκμετάλλευσης και του στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων, που αποτελεί προϋπόθεση αυτής.
Έτσι, για την αναγνώριση της ακυρότητας σύμβασης ως αισχροκερδούς, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κουφότητα, απειρία, ή ανάγκη του ενός από τους συμβληθέντες, ως τέτοιων νοουμένων 1) της ανάγκης, εκτός των άλλων, και της οικονομικής, που έχει τον χαρακτήρα επιτακτικότητας και ανεπίδεκτο αναβολής, 2) της κουφότητας, της αδιαφορίας ως προς τις συνέπειες και τη σημασία των ιδίων πράξεων και 3) της απειρίας, της έλλειψης πείρας από τη ζωή και τις συναλλαγές, β) εκμετάλλευση της κουφότητας, απειρίας ή ανάγκης του ενός από τους συμβληθέντες από τον άλλο και γ) προφανής δυσαναλογία παροχών, η οποία κρίνεται κατ' αντικειμενική κρίση με βάση το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας κατά τις τότε υφιστάμενες περιστάσεις.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για διάταξη εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά την διάταξη του αριθμού 19 του αυτού ως άνω άρθρου, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε τα παρακάτω: "Την 13-4-2003 απεβίωσε στο Νοσοκομείο .... της Αθήνας από καρδιοαναπνευστική ανακοπή -οξεία νεφρική ανεπάρκεια- γενικευμένο νεόπλασμα παχέος εντέρου ο ..., κάτοικος εν ζωή ..., νόμιμος σύζυγος και πατέρας των εναγουσών της πρώτης συνεκδικαζομένης αγωγής, εναγομένων της δεύτερης, αποκαλούμενος εφεξής και ως εκμισθωτής, ο οποίος κατέλιπε την από ...
ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθ. 5454/28-11-2003 Πρακτικά Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κυρία με τα υπ' αριθ. 2084/28-11-2003 Πρακτικά και Απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Ο αποβιώσας, κατά τον χρόνο του θανάτου του, είχε πλησιέστερους συγγενείς του εν ζωή ευρισκομένους, τη νόμιμη σύζυγό του Χ1, το γένος ..., την θυγατέρα του από το νόμιμο γάμο του με την ως άνω σύζυγό του Κ1, οι οποίες καλούνται εφεξής και ως εφεσίβλητες και την εκτός γάμου εξ αναγνωρίσεως θυγατέρα του Κ2 το γένος ...
κάτοικο ... Με την ανωτέρω διαθήκη του, ο διαθέτης κατ' ουσίαν αποκλήρωσε εν ευρεία έννοια την προαναφερόμενη νόμιμη σύζυγό του και εγκατέστησε κληρονόμους του σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τις δύο θυγατέρες του από το νόμιμο γάμο του με την ως άνω σύζυγό του, η οποία προαπεβίωσε αυτού κατά το έτος 1993, και την Κ1, παράλληλα δε στην αναγνωρισμένη από τον ίδιο ως γνήσιο τέκνο τουΚ2 κληροδότησε ποσόν 6.000.000 δρχ.
ή ένα ευρισκόμενο στην πόλη της Θεσσαλονίκης διαμέρισμα, με τον όρο να καταβληθεί από την περιουσία του και ο φόρος μεταβίβασης. Ενόψει των προαναφερομένων, η σύζυγός του είναι νόμιμη μεριδούχος στην κληρονομιά του συζύγου της κατά ποσοστά 2/16 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του κατά ποσοστό 11/16 εξ αδιαιρέτου, ενώ ως προς τη μεριδούχο αναγνωρισμένη ως άνω θυγατέρα του αποβιώσαντος, στην οποία καταλήφθηκε η κληροδοσία, για το μέρος που λείπει αυτή μετέχει στην κληρονομιά ως νόμιμη μεριδούχος κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου (άρθρο 1828 παρ. 1 ΑΚ).
Εκτός από τη διαθήκη αυτή δεν δημοσιεύτηκε άλλη διαθήκη του αποβιώσαντος, οι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά του. Η νόμιμη σύζυγός του και η θυγατέρα του Κ1 ήδη έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά με την παραμέληση της νόμιμης προθεσμίας αποποίησης από της γνώσεως της επαγωγής και του λόγου της, καθώς και με ανάμειξή τους σ' αυτήν, με πράξεις που υποδηλώνουν αποδοχή της κατά τα παραπάνω ποσοστά, ήτοι με την υποβολή εκ μέρους τους δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στην αρμόδια ΔΟΥ, καθώς και με την εκ μέρους τους είσπραξη μισθωμάτων εκμισθωμένων σε τρίτους κληρονομιαίων ακινήτων του συζύγου και πατέρα τους, όπως ειδικότερα με τη δήλωση των μισθωμάτων του επιδίκου κληρονομιαίου και κειμένου στο ...διαμερίσματος 5ου ορόφου της επί της οδού ..., που είναι μισθωμένο στην αντίδικό τους Ψ1 αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ ....
Το παραπάνω ακίνητο .... βρίσκεται στον 5ο όροφο από το ισόγειο (1η εσοχή) της κειμένης στην πόλη της ...πολυώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας το έτος 1953, έχει εμβαδόν 280 μ2 και αποτελείται από είσοδο με προθάλαμο, ιματιοθήκη και WC, νιπτήρα ξένων, χωλ, λίβινγκ - ρουμ, τραπεζαρία, έναν κοιτώνα με προθάλαμο και λουτρό, δύο ακόμη κοιτώνες με λουτρό και βοηθητικό δωμάτιο, δύο μικρές λινοθήκες και μία λινοθήκη ερμάριο, σιδερωτήριο, οφίς, κελάρι, δωμάτιο υπηρεσίας με λουτρό υπηρεσίας και κουζίνα με υπηρεσιακή είσοδο ατόμων υπηρεσίας, βεράντα προς μεσημβρία και προς βορρά, τμήματα των οποίων είναι στεγασμένα, καθώς και αποθήκη στο υπόγειο....
Ο αποβιώσας, πρώην δικηγόρος του Δ.Σ.Α., μετά από αξονική τομογραφία άνω - κάτω κοιλίας, στην οποία υποβλήθηκε την 15-11-2001 στο διαγνωστικό Κέντρο τού ... διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε πολλαπλές και ποικίλου μεγέθους κατ' εξοχήν ανομοιογενώς υπόπυκνες παρεγχυματικές αλλοιώσεις στο ήπαρ, που συνηγορούσαν υπέρ δευτερογενών εντοπίσεων, ασύμμετρη κατ' εξοχήν συγκεντρική πάχυνση του τοιχώματος του ανιόντος κόλου και έλαβε χώρα βιοψία.
Από αυτήν προέκυψε ότι είχε ασθενήσει από πολύποδα, που μεταλλάχθηκε σε αδενοκαρκίνωμα παχέος εντέρου με ηπατικές μεταστάσεις και την 20-11-2001 υποβλήθηκε στο Νοσοκομείο ... σε επέμβαση ημιλεκτομής προς αφαίρεση του αδενοκαρκινώματος. Κατόπιν τούτου, ο ασθενής άρχισε να υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία από 12-12-2001 έως 25-7-2002.
Από την επανεκτίμηση της νόσου, που έλαβε χώρα την 9-8-2002, διαπιστώθηκε επιδείνωση αυτής, οπότε διεκόπη η χημειοθεραπεία. Κατά τον μήνα Νοέμβριο 2002 άρχισε και πάλι τις χημειοθεραπείες που διήρκεσαν μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2003, οπότε διακόπηκαν λόγω της προόδου της νόσου. Περί τα τέλη του έτους 2002, ο ασθενής είχε πλήρη επικοινωνία, αλλά έπασχε ήδη από κατάθλιψη, αφού ήταν ιδιαίτερα στεναχωρημένος, δεδομένου ότι γνώριζε το μη αναστρέψιμο της κατάστασής του και ότι τα χρονικά περιθώρια της ζωής του δεν ήταν έκτοτε μεγάλα.
Τον Ιανουάριο του έτους 2003, δεδομένου ότι δεν ήταν σε θέση να εργασθεί, υπέβαλε παραίτηση από το δικηγορικό του λειτούργημα που έγινε δεκτή με σχετική απόφαση του ΔΣ του ΔΣΑ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εκμισθωτής, ενόψει της προόδου της νόσου του, εκινείτο με δυσκολία και με τη βοήθεια τρίτων, αισθανόταν κόπωση και έχοντας πληροφορηθεί ότι δεν επρόκειτο να παραμείνει στη ζωή για πολύ χρόνο, έπασχε πλέον από κουφότητα, καθόσον αδιαφορούσε για τις συνέπειες των πράξεών του, όμως εκ των κατωτέρω πραγματικών περιστατικών συνάγεται ότι ούτε κουφότητα είχε ούτε αδιαφορούσε για τα προσωπικά και περιουσιακά του θέματα αλλά εφρόντιζε αυτά, παραμένοντας στην άνω οικία του μέχρι την 10-4-2003, οπότε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο σε κατάσταση ηπατικού κώματος, όπου διαγνώσθηκε ηπατική εγκεφαλοπάθεια, χωρίς αυτός να έχει καμία πλέον επικοινωνία με το περιβάλλον, όπου και απεβίωσε μετά την πάροδο τριών ημερών.
Σε χρόνο προγενέστερο της τελευταίας εισαγωγής του στο Νοσοκομείο και συγκεκριμένα μία εβδομάδα περίπου νωρίτερα, ήταν κλινήρης, αδυνατούσε μερικώς να αυτοεξυπηρετηθεί, αντιλαμβανόταν πλήρως, αλλά δυσκολευόταν να ομιλήσει, ήταν καταβεβλημένος και είχε έντονα κοιλιακά άλγη και οιδήματα, όμως συνέχιζε να μην επιθυμεί την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο αποβιώσας διατηρούσε μέχρι του θανάτου του από δεκαετίας και πλέον εξωσυζυγική σχέση με την μισθώτρια (Ψ1) που είναι εκδότρια του περιοδικού "....", ευρισκόμενος έκτοτε με τη νόμιμη σύζυγό του σε μόνιμη κατάσταση διάστασης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι διατηρούσαν καλές σχέσεις μεταξύ τους.
Από τότε που ο αποβιώσας αγόρασε το διαμέρισμα της οδού ..., κατοικούσε σ' αυτό ο ίδιος μέχρι το χρόνο του θανάτου του, η αγοραστική αξία του οποίου ανερχόταν κατά τον παραπάνω χρόνο στο ποσόν των 1.000.000 ευρώ και η μισθωτική αξία στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, δεδομένου ότι αυτό, ανεξάρτητα από την παλαιότητά του, είναι πολύ μεγάλο σε έκταση, διαθέτει πολλούς χώρους, βρίσκεται σε προνομιακή θέση και σε περιοχή όπου οι αγοραστικές αξίες των ακινήτων είναι πολύ υψηλές, έχει μεγάλη θέα λόγω του ότι βρίσκεται στον πέμπτο σε εσοχή όροφο και είναι γωνιακό, είναι ψηλοτάβανο και πολυτελές, όπως είναι πολυτελής και η οικοδομή επί της οποίας κείται.
Πλησίον της οικοδομής αυτής και σε άλλα υποδεέστερα διαμερίσματα στεγάζονται πρεσβείες ξένων χωρών. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο εκμισθωτής, γνωρίζοντας την κατάσταση της υγείας του και την ζωτική συμπαράσταση της μισθώτριας κατά την διάρκεια της προπεριγραφείσας περιπέτειας της υγείας του, αφού μέχρι και την έσχατη ημέρα της τελευταίας πλέον μεταγωγής του στο Νοσοκομείο διέμενε μαζί του υπό την ίδια στέγη, φροντίζοντάς τον και ειδικότερα αντιλαμβανόμενος την κατάσταση της εξάρτησης στην οποία αυτός είχε περιέλθει και έχων άμεση έκτακτη ανάγκη μετρητών χρημάτων 30.000 ευρώ προς αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατήρτισε με το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό, που απέκτησε βέβαιη χρονολογία με θεώρησή του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. την 4-4-2003, μισθωτική σύμβαση στα πλαίσια της οποίας αυτός εκμίσθωσε στην μισθώτρια το ως άνω διαμέρισμά του για τις ανάγκες της εκδοτικής της επιχείρησης για οκτώ έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα η μισθώτρια υποσχέθηκε να του προκαταβάλλει τα μισθώματα πέντε ετών σε μετρητά, ήτοι ποσόν 30.000 ευρώ.
Η ως άνω δικαιοπραξία εκρίθη υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως άκυρη, ότι δηλαδή είναι καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ενόψει του ότι, εκτός από το στοιχείο της εκμετάλλευσης της κουφότητας, κατά τον χρόνο κατάρτισής της, συνέτρεχε το στοιχείο της προφανούς δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών, καθόσον κατ' αντικειμενική κρίση και με τα διδάγματα της κοινής πείρας η παροχή (μισθωτική αξία του μισθίου με βάση το ελεύθερο μίσθωμα) ανερχομένη τότε στο ποσόν των 3.000 ευρώ μηνιαίως, υπερέβαινε την αντιπαροχή (συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα) ανερχόμενο στο ποσόν των 500 ευρώ, κατά το ποσόν των 2.500 ευρώ μηνιαίως.
Η κρίσις αυτή είναι εσφαλμένη, διότι δια της επιδίκου μισθώσεως ο εκμισθωτής, ύστερα από ώριμη σκέψη, έκρινε ότι ανεύρε την χρυσή τομή μεταξύ αντικρουόμενων συμφερόντων των θυγατέρων του αφ' ενός και της μισθώτριας αφ' ετέρου, καθόσον δεν επιθυμούσε να φαλκιδεύσει τα εμπράγματα δικαιώματα των πρώτων με την μακρόχρονη εγκατάσταση στο μίσθιο της μισθώτριας έναντι της οποίας ησθάνετο υπόχρεος και την οποία (εγκατάσταση) θεωρούσε ότι δικαιούτο η μισθώτρια, για τους κατωτέρω λόγους.
Ειδικότερα, της μισθώσεως αυτής είχαν προηγηθεί και άλλες, με τις οποίες ο εκμισθωτής είχε εκμισθώσει προς την Ψ1 και τις δυο θυγατέρες της (Ψ2 και Ψ3) όλο ή μέρη του ιδίου διαμερίσματος. Συγκεκριμένα: Με το από 21/4/1993 συμφωνητικό είχε εκμισθώσει προς την Ψ1 για περίοδο δυο ετών, ολόκληρο το διαμέρισμα για χρήση ως κατοικία και για γραφείο της με μηνιαίο μίσθωμα εκατό χιλιάδων δραχμών (293.47 ευρώ) και με δικαίωμά του να χρησιμοποιεί και ο ίδιος το διαμέρισμα ως κατοικία του.
Με το από 20-12-1993 συμφωνητικό είχε εκμισθώσει για περίοδο δυο ετών ένα δωμάτιο του διαμερίσματος προς την Ψ2 με μηνιαίο μίσθωμα πέντε χιλιάδων Δραχμών (14.67 ευρώ) για έδρα της επιχείρησής της. Με το από 29/1/2002 συμφωνητικό είχε εκμισθώσει για περίοδο δώδεκα ετών ένα δωμάτιο προς την Ψ3 με μηνιαίο μίσθωμα 100 ευρώ για χρήση ως έδρα της επιχείρησής της.
Με το από 1-2-2003 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Μισθώσεως, δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, ο εκμισθωτής είχε εκμισθώσει προς την μισθώτρια μέρος του ανωτέρω διαμερίσματος, ήτοι το γραφείο αριστερά του χωλ και το συνεχόμενο λουτρό μαζί με δικαίωμα συγχρήσεως ταυτόχρονα με τον εκμισθωτή (δηλαδή τον ίδιο, που ήδη κατοικούσε εκεί) του χωλ, της κουζίνας, του σαλονιού, της τραπεζαρίας και του δωματίου υπηρεσίας.
Οι μίσθιοι χώροι συμφωνήθηκαν να χρησιμοποιούνται από τη μισθώτρια ως γραφείο της επιχείρησής της (επαγγελματική στέγη). Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι επιτρέπεται η υπεκμίσθωση του μισθίου με τους ίδιους όρους στις δυο θυγατέρες της μισθώτριας Ψ2 και Ψ3. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, λήγουσα στις 31/12/2013.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε 250 (διακόσια πενήντα) ευρώ μηνιαίως, προσαυξανόμενο ετησίως (καθ' εκάστη 1η Ιανουαρίου) κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου βάσει των στοιχείων της ΕΣΥΕ. Το μισθωτήριο κατατέθηκε στη ...' Δ.Ο.Υ. ... και έλαβε βεβαία χρονολογία με την υπ' αριθ. ... θεώρησή του από την Υπηρεσία αυτή. Με το άρθρο 6 του ανωτέρω (από 1-2-2002) μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση αλλαγής στην ιδιοκτησία του μισθίου ή μετακόμισης του εκμισθωτή σε άλλη κατοικία, η μισθώτρια θα δύναται να επεκτείνει τη μίσθωση σε ολόκληρο το διαμέρισμα, καταβάλλοντας το διπλάσιο από το ισχύον μίσθωμα (δηλ. 500 ευρώ).
Σε τέτοια περίπτωση η μισθώτρια θα δικαιούται επίσης να εκμισθώσει το μίσθιο προς τρίτον, ως κατοικία ή επαγγελματική στέγη, οπότε θα κατακρατεί το ήμισυ του μισθώματος που θα καταβάλλει ο νέος μισθωτής (υπομισθωτής) και θα αποδίδει το υπόλοιπο στον ιδιοκτήτη. Από το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών προκύπτει ότι επιθυμία του εκμισθωτή ήταν να εξασφαλίσει την παραμονή της Ψ1 με την οποία διατηρούσε στενή προσωπική σχέση ήδη από το 1989) στο επίδικο διαμέρισμα, το οποίο αγόρασε ένα χρόνο μετά τη γνωριμία τους και αποτελούσε έκτοτε την κοινή τους κατοικία.
Το ανωτέρω άρθρο 6 του τελευταίου μισθωτηρίου σκοπό είχε να εξασφαλίσει το αποτέλεσμα αυτό, ακόμη και στην περίπτωση θανάτου του, οπότε το διαμέρισμα θα άλλαζε ιδιοκτήτη. Έτσι, ακόμη και αν τα συμφωνημένα μισθώματα ήθελαν θεωρηθούν ιδιαιτέρως χαμηλά, τούτο οφείλεται στην ανωτέρω επιθυμία του και οι σχετικές συμβάσεις πρέπει να θεωρούνται εν μέρει χαριστικές ως προς τη διαφορά του μισθώματος.
Οι παροχές αυτές του εκμισθωτή προς την μισθώτρια έγιναν σε ανταπόδοση των πολλών και ποικιλόμορφων υπηρεσιών που του παρέσχε κατά την σχεδόν δεκαπενταετή συμβίωσή τους και της ηθικής ενισχύσεως που συχνά είχε από αυτήν. Τις υπηρεσίες αυτές τις αναγνώριζε ποικιλοτρόπως μέχρι τέλους, μάλιστα δε συνέταξε πολυσέλιδο ιδιόγραφο σημείωμα στο οποίο τις απαριθμεί λεπτομερώς.
Επομένως, η προσβαλλόμενη σύμβαση μίσθωσης, που συνήφθη με το από 27/3/2003 Πρόσθετο Ιδιωτικό Συμφωνητικό Μισθώσεως, που αποτελεί, όπως ρητά αναφέρει, συνέχεια και τροποποίηση της από 1-2-2002 μισθώσεως, δεν δύναται να εξετασθεί απομονωμένη από τις προηγηθείσες ούτε αυτοτελώς ως έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλ' ως μέρος μείζονος μισθωτικής ενότητας δια μέσου μιας δεκαετίας....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του αποβιώσαντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν έγκυρη και αφού έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειουσών με τις οποίες αυτές είχαν ζητήσει να αναγνωριστεί ότι η μίσθωση αυτή ήταν άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε την αγωγή.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 180 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες πραγματικό ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της ακυρότητας της ως άνω μισθωτικής συμβάσεως ως καταπλεονεκτικής, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα, με βάση τα γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του θανόντος εκμισθωτή .... Με την προαναφερθείσα έννοια, ενώ μόνη η προφανής δυσαναλογία μεταξύ του συνομολογηθέντος μισθώματος και της μισθωτικής αξίας του μισθίου, χωρίς την συνδρομή και της .... Δεν καθιστά καταπλεονεκτική τη μίσθωση.
Εξάλλου, το Εφετείο με σαφήνεια και πληρότητα δέχτηκε ότι οι παροχές του θανόντος εκμισθωτή προς την πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια με την προσβαλλόμενη σύμβαση μισθώσεως, έγιναν σε ανταπόδοση των πολλών και ποικιλόμορφων υπηρεσιών που του παρέσχε κατά τη σχεδόν δεκαπενταετή συμβίωσή τους και της ηθικής ενισχύσεως που συχνά είχε από αυτήν με την ελεύθερη βούλησή του και χωρίς την άσκηση της οποιασδήποτε επιρροής εκ μέρους της μισθώτριας.
Με την παραδοχή δε αυτή, η οποία δεν έχει καμία αντίθεση προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, η προσβαλλόμενη δικαιοπραξία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αισχροκερδής και κατά συνέπεια ως άκυρη (δεδομένου ότι δεν συντρέχει και το προσωπικό υποκειμενικό στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, που υπάρχει όταν, γνωρίζοντας κάποιος την ανάγκη, κουφότητα κλπ του άλλου, επωφελείται από αυτήν για να επιτύχει τη δυσανάλογη παροχή και το οποίο είναι αναγκαίο για τον ως άνω χαρακτηρισμό.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 180 ΑΚ, ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων του δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό και πρέπει οι ανωτέρω λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία, ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις, ως πλήττουσες την εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων είναι απαράδεκτες.
Εξάλλου, στην απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία το Εφετείο σχημάτισε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα κι επομένως ο ίδιος τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, πράγματα, η μη λήψη των οποίων υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συντείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.
ΑΠ /1989). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθ. 10 εδ α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι η διαφορά των 2.500 ευρώ μηνιαίως που υπήρχε μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος του μισθίου, που εκμίσθωσε ο θανών στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της συμβάσεως της μισθώσεως η οποία ζητείται να αναγνωρισθεί άκυρη ως καταπλεονεκτική, και εκείνου που ανταποκρινόταν στην πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, αποτελούσε δωρεά του θανόντος προς την μισθώτρια σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς αυτήν για τις πολλαπλές υπηρεσίες που του προσέφερε, τον οποίο ισχυρισμό δέχθηκε ως βάσιμο, στηριζόμενο σε ανυπόγραφο σημείωνα, ενώ ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος, διότι δεν προτάθηκε με την αγωγή ούτε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτόδικου δικαστηρίου, το δε σημείωμα δεν αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός περί δωρεάς, μετά την παραδοχή του Εφετείου περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του θανόντος κουφότητας και ότι ο θανών με ελεύθερη βούληση και χωρίς να υπάρξει η οποιαδήποτε εκμετάλλευσή του προέβη στην κατάρτιση της προσβαλλομένης συμβάσεως μισθώσεως, δεν ασκεί καμία επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως δεν είναι ουσιώδης, με συνέπεια να μην ιδρύονται οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι έτσι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
IV.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχτηκε ως περιεχόμενο κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου ακριβώς, όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση.
Έγγραφα με την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου θεωρούνται τα κατά το άρθρο 339 και 342 του ΚΠολΔ αποδεικτικά κι επομένως δεν αποτελούν τέτοια έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως κατάθεση μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις ότι παραμορφώθηκε από το δικαστήρια που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το περιεχόμενο των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την κατάθεση του μάρτυρα ...
και του από 6-10-2003 ιατρικού σημειώματος, με τις παραδοχές του ότι ο ως άνω μάρτυρας ήταν θεράπων ιατρός του αποβιώσαντος, ενώ αυτό δεν ήταν αληθινό, και ότι το ως άνω σημείωμα δεν δίδει καμία ένδειξη πτώσης των πνευματικών λειτουργιών του αποβιώσαντος, ενώ το εν λόγω σημείωμα περιείχε βέβαιες διαπιστώσεις για πτώση των πνευματικών λειτουργιών του αποβιώσαντος.
Καθόσον αφορά τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτά, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Καθόσον δε αφορά το ιατρικό σημείωμα, με την προβαλλόμενη αιτίαση και υπό την επίφαση της υπαγωγής αυτής στην περίπτωση της παραμόρφωσης εγγράφου πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικά ουσιαστική αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί Κατόπιν αυτών, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων διότι έχασαν τη δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2007 αίτηση των Χ1 κλπ, για αναίρεση της 6181/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ