Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding insufficient pleading details and inadmissible evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding the return of usufructuary rights. The appellant argued the trial court erred by failing to consider specific topographical maps and by accepting claims not explicitly raised in the initial complaint. The court ruled that submitted maps do not constitute 'facts' under the relevant procedural law and that the lower court correctly relied on the detailed allegations made in the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8)(a), 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered facts not raised in the complaint, and evidence submitted by parties does not qualify as 'facts' requiring reconsideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1112 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1112/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αβραμίκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 734/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-9-2004 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 984, 987, 992, 904 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ., για το ορισμένο της αγωγής , με την οποία ζητείται η αυτούσια απόδοση της νομής ακινήτου, ως αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να περιέχεται στο δικόγραφο αυτής, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της αγωγής, που είναι στην προκειμένη περίπτωση η νομή του ακινήτου που περιήλθε στον εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία, το οποίο, επομένως, πρέπει να περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 7-11-2000 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορεί με αυτήν ότι, η αποβιώσασα στις 5-3-1985, θεία αυτού και μητέρα του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, Γ1, με την υπ' αριθμ. ......
δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Διαμαντόγιαννη-Λαμπρινού και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, και αυτόν (ενάγοντα) ως κληρονόμο της, στον οποίο κατέλειπε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο, εκτάσεως1043 τ.μ.
και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 884,98 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας παλαιάς οικίας, εμβαδού 90,20 τ.μ., που βρίσκεται στο ...... Πατρών, εντός του σχεδίου πόλεως της παραλίας ....... του Δήμου Πατρέων και επί των οδών ..... και ......, το οποίο εικονίζεται στο από μηνός ....... τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Τ. μηχανικού ..... με περιμετρικά στοιχεία Α-Α1-Α2-Β6-Β5-Β4-Β3-Β2-Β1-Β-Α3-Α και το οποίο έχει τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή όρια, ότι αυτός (ενάγων) αποδέχθηκε την επαχθείσα ως άνω κληρονομία της θείας του, με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι εναγόμενος, ο οποίος βρίσκεται στη νομή του ανωτέρω κληρονομιαίου ακινήτου από το χρόνο δημοσίευσης της παραπάνω διαθήκης, παρακρατεί παράνομα και χωρίς νόμιμη αιτία τη νομή αυτού, αρνούμενος να του την παραδώσει, παρά τις συνεχείς προς τούτο οχλήσεις του.
Κατόπιν του ιστορικού αυτού ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του αποδώσει τη νομή του επιδίκου ακινήτου, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, αφού περιέχει, πλην των άλλων απαιτουμένων κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχείων, ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, η απόδοση της νομής του οποίου ζητήθηκε με αυτήν, ώστε να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή αυτή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι το Εφετείο, σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, διότι " δεν δέχθηκε ότι η διαθέτις μητέρα του και δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο του θανάτου της, δεν ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου, αφού από το έτος 1972 το είχε παραχωρήσει σ' αυτόν, και ότι ο ίδιος νεμόταν έκτοτε το επίδικο με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
-ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 974,987,989 και 992 του ΑΚ προκύπτει, ότι η νομή δεν είναι μόνο φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) εκείνου που την απέκτησε, αλλά αποτελεί και περιουσιακό στοιχείο που προσπορίζει ωφέλεια στον αποκτώντα και συνεπώς αν η κτήση της νομής γίνει χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ο αποκτών υπόκειται στην ενοχική αξίωση προς απόδοση αυτής ως αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Προϋποθέσεις για την κατά νόμο θεμελίωση της σχετικής, από το άρθρο 904 ΑΚ, αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν με αυτήν ζητείται η απόδοση της νομής μετά την ετήσια παραγραφή των από τα άρθρα 987 και 989 του ίδιου κώδικα ενδίκων βοηθημάτων προστασίας της νομής έναντι αποβολής ή διατάραξης, είναι η ύπαρξη της νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της απώλειάς της και η από τον εναγόμενο κατάληψη και κατοχή του επιδίκου, ο οποίος έτσι έγινε αδικαιολόγητα πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η αποβιώσασα στις 5-3-1985 Γ1, μητέρα του εναγομένου και θεία του ενάγοντος, με την υπ' αριθμ......... δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Διαμαντόγιαννη-Λαμπρινού και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ.89/1985 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε κληρονόμους της τους διαδίκους.
Ειδικότερα στον ενάγοντα ανεψιό της κατέλειπε ένα οικόπεδο, μετά της εντός αυτού πεπαλαιωμένης οικίας, εκτάσεως 1118 τ.μ., που βρίσκεται στο ..... Πατρών και επί των οδών ....., ενώ στον εναγόμενο γιό της άφησε άλλο οικόπεδο, εκτάσεως 1.200 τ.μ., που βρίσκεται επίσης στο ...... και στη θέση " .......". Ο εναγόμενος με αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω διαθήκης, ισχυριζόμενος ότι η διαθέτις μητέρα του κατά το χρόνο σύνταξής της διαθήκης, λόγω του ότι έπασχε από καρκίνο των νεφρών με μεταστάσεις, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και επιπλέον στερούνταν της χρήσης του λογικού , άλλως ότι η διαθήκη αυτή ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη και σε κάθε περίπτωση ήταν προϊόν απάτης.
Η αγωγή αυτή του εναγομένου απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ' αριθμ. 394/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία, μετά την απόρριψη, αφενός της έφεσης που άσκησε κατ' αυτής ο εναγόμενος με την 193/1996 απόφαση του Εφετείου Πατρών και αφετέρου της αίτησης αναίρεσης της τελευταίας που άσκησε ο ίδιος με την 1707/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέστη αμετάκλητη.
Επομένως κρίθηκε αμετάκλητα η εγκυρότητα της παραπάνω διαθήκης, με την οποία, όπως εκτέθηκε, η διαθέτις άφησε το προαναφερόμενο ακίνητο στον ενάγοντα. Ο ενάγων με την υπ' αριθμ...... πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίας Ταραπέρα-Ορφανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν με τη διαθήκη κληρονομία και στη συνέχεια με την από 25-2-2000 εξώδικη πρόσκλησή του προς τον εναγόμενο, που επιδόθηκε κατά την ίδια ημερομηνία, ζήτησε από αυτόν να του παραδώσει τη νομή του ανωτέρω κληρονομιαίου ακινήτου, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε και έτσι ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1972, που του το δώρησε ατύπως η μητέρα του, μέχρι την άσκηση της αγωγής ( έτος 2000) και συνεπώς δεν κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η άτυπη δωρεά έγινε προς αποκατάσταση ιδίου οίκου ενόψει του μελλοντικού γάμου του είναι αβάσιμος, αφού μέχρι και το χρόνο θανάτου της μητέρας του αυτός δεν είχε τελέσει γάμο, ούτε αποδείχθηκε ότι ήταν έτοιμος για γάμο και μάλιστα κατά το έτος 1972. Επομένως η διαθέτις Γ1 κατά το χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης της, αλλά και κατά το χρόνο του θανάτου της ( 5-3-1985) ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου, από δε το έτος αυτό ( 1985), που ο εναγόμενος άρχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό για λογαριασμό του μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ( Δεκέμβριος 2000) δεν πέρασε χρονικό διάστημα 20 ετών και συνεπώς αυτός δεν έγινε κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία.
Γι' αυτό η σχετική ένστασή του πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ομοίως απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η προβαλλόμενη από αυτόν ένσταση περί εικοσαετούς παραγραφής, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτός. Ενόψει των ανωτέρω ο εναγόμενος παρακρατεί τη νομή του επιδίκου ακινήτου χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, την από το άρθρο 904 ΑΚ ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποδόσεως σ' αυτόν από τον αναιρεσείοντα της νομής του επιδίκου ακινήτου. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για απόδοση της νομής του επιδίκου στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ.
β' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα "το τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ......., που αυτός προσκόμισε, από το οποίο προκύπτουν τα ακριβή όρια του επιδίκου ακινήτου", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα έγγραφα δεν αποτελεούν "πράγματα" κατά την εκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.
- ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε, ότι η διαθέτις μητέρα του, Γ1, κατά το χρόνο σύνταξης της από .... δημόσιας διαθήκης της, αλλά και κατά το χρόνο του θανάτου της (5-3-1985) ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, σ' αυτήν εκτίθεται, πλην άλλων, ότι, δυνάμει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης της Γ1 περιήλθε στον ενάγοντα, ως εγκατασταθέντα με αυτήν κληρονόμο της, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο ακίνητο και ότι τη νομή του ακινήτου αυτού, που είναι κληρονομιαίο, παρακρατεί χωρίς νόμιμη αιτία ο εναγόμενος, δηλαδή αναφέρονται περιστατικά που εμπεριέχουν τον ισχυρισμό ότι η ρηθείσα διαθέτις ήταν κατά το χρόνο του θανάτου της νομέας του επιδίκου ακινήτου. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2003 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 299/2003 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ