Legislator Case Law & Legislation
1111/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of lawyer's power of attorney at hearing.

Case Number 1111/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants failed to appear in person or through a lawyer with a valid power of attorney at the hearing, violating mandatory procedural rules. Consequently, the court ruled that the proceedings were invalid and the lower judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The absence of a lawyer with a valid power of attorney at the hearing renders the proceedings void, necessitating the dismissal of the appeal.

Keywords

AI generated
power of attorney civil procedure hearing validity procedural dismissal Supreme Court Greek law legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1111 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου- Εισηγήτρια, Γ. Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2) Β. Β. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζύγου Π. Γ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τουλούπα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1998 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6035/2000, 2332/2016 μη οριστικές, 946/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 624/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005) συνάγεται ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει, εφόσον αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκησή της αίτησης αναίρεσης, τότε η συζήτηση της υποθέσεως προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 18.03.2022 αιτήσεως αναιρέσεως η κατάθεσή της έγινε από τον δεύτερο αναρεσείοντα, ο οποίος είναι δικηγόρος και εκπροσωπεί και την πρώτη αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, από την μελέτη της δικογραφίας προκύπτει ότι ο δικηγόρος Βασίλειος Βελέντζας του Χαραλάμπους που κατέθεσε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ήταν εφοδιασμένος με την απαιτουμένη προς τούτο από τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ δικαστική πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε σε αυτόν από την πρώτη αναιρεσείουσα με το ....2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Χ. Ι. Σ., και για την εκπροσώπησή της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Δικαστική πληρεξουσιότητα για τον ίδιο, ο οποίος είναι ο δεύτερος αναιρεσείων, δεν απαιτείται, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει χωρίς την παρουσία τους.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β' 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 502 ΚΠολΔ, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513 παρ. 1 εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1788/2022, ΑΠ 1516/2022, ΑΠ78/2022, ΑΠ 926/2021, ΑΠ 247/2021. ΑΠ 688/2019), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Στην περίπτωση που απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη έφεση διαδίκου κατά πρωτόδικης απόφασης από τον εκκαλούντα διάδικο, πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι αυτός παραιτήθηκε από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αυτού, ώστε να καθίσταται από την αιτία αυτή τελεσίδικη η ερήμην απόφαση και να θεωρείται ότι αυτή ενσωματώνει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Από όλες τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η ερήμην τελεσίδικη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Αν δε δεν επιδοθεί η ερήμην εκδοθείσα ως άνω δικαστική απόφαση, δεν καθίσταται τελεσίδικη, έστω και αν απολεσθεί, λόγω παρόδου της καταχρηστικής προθεσμίας, το δικαίωμα έφεσης, αφού θα εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή, για την οποία δεν υπάρχει καταχρηστική προθεσμία, εκτός αν χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα ανακοπής.

Ακόμη, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1 β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη.

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1340/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 624/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας. Οι αρχικοί ενάγοντες Γ. Μ., Μ. Α., Ζ. συζ. Ν. Α., το γένος Π. Α., Μ., συζ.

Ι. Κ., το γένος Π. Α., Χ. συζ. Μ. Μ., το γένος Π. Α., και Ζ. Μ. του Σ. συζ. Ε. Σ., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 8.11.1998 αγωγή με την οποία εξέθεταν ότι είναι εξ αδιαιρέτου (συγ)κύριοι κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσοστά για τον καθένα, τριών ακινήτων, ήτοι α) παλαιάς διώροφης οικίας αποτελούμενης από ισόγειο 72,03 τ.μ., πρώτο όροφο 56,40 τ.μ.

και ένα ισόγειο βοηθητικό κτίσμα 22,90 τ.μ., η οποία βρίσκεται επί οικοπέδου 128,40 τ.μ. εντός οικισμού του χωρίου ..., β) οικοπέδου (κήπος), άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, συνεχόμενου με την παλαιά οικία με την οποία επικοινωνεί με είσοδο, στην αυτή ως άνω θέση, εκτάσεως 473 τ.μ. και γ) αγροτεμαχίου, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, που βρίσκεται στη θέση ...

της Κοινότητας ..., πλησίον του οικισμού ..., γνωστό με την ονομασία "...", εκτάσεως 3.476 τ.μ., τη (συγ)κυριότητα των οποίων απέκτησαν με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επί αυτών οι ίδιοι συγκεκριμένες πράξεις νομής επί 95 έτη, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους Μ.

Μ. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι η αρχικά πρώτη εναγομένη Ε. συζ. Χ. Β., αδελφή του ενάγοντος Γ. Μ. και εξαδέλφη των λοιπών, εξ αδιαιρέτου (συγ)κυρία και η ίδια των επιδίκων ακινήτων κατά το αναφερόμενο στην αγωγή ποσοστό, ισχυριζόμενη ότι είναι αποκλειστική κυρία τούτων τους απέβαλε από την (συν)νομή τους, κατά τα ιδανικά τους μερίδια και κατά τα έτη 1995 και 1997 μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα με γονική παροχή στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα της, Χ.

Β. του Χ., ενώ και ο τρίτος εναγόμενος Β. Β. του Χ. κατέλαβε τη νομή ορισμένων από τα επίδικα (οικίας και κήπου) και τους απέβαλε παράνομα από τη νομή τους επί αυτών, ζήτησαν να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι των επιδίκων ακινήτων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους τα αποδώσουν και να ακυρωθούν τα μεταβιβαστικά συμβόλαια των γονικών παροχών.

Με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την αγωγή ισχυριζόμενοι ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στην κληρονομιά του Μ. Μ., διότι αυτός πριν από το θάνατο του είχε παραχωρήσει ατύπως τη νομή τους στην πρώτη εναγομένη, η οποία τα νέμονταν, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες και ουδέποτε προέβαλαν αξιώσεις επί αυτών, με συνέπεια και εξ αυτού του λόγου η άσκηση της αγωγής να αποβαίνει καταχρηστική.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 6035/2000 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις. Κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διακόπηκε βιαίως η δίκη ως προς τους αρχικούς ενάγοντες Γ. Μ. και Μ. Α. λόγω θανάτου τους και στη δικονομική τους θέση υπεισήλθαν ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους ως προς τον Γ.

Μ., η Μ. συζ. Π. Γ., το γένος Γ. Μ. και ως προς τον Μ. Α. οι Ρ. Μ. Α. και η Μ. Μ. Α., οι οποίες και συνέχισαν τη δίκη. Με την 964/2019 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκαν οι ενάγοντες εξ αδιαιρέτου (συγ)κύριοι των επιδίκων ακινήτων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τα αναλογούντα στον καθένα από αυτούς ιδανικά μερίδια.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως από όλους τους εναγομένους και επί αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των εκκαλούντων και της έβδομης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Π. Γ., το γένος Γ. Μ. και ερήμην των λοιπών εφεσίβλητων, η 624/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Με την απόφαση αυτή απαγγέλθηκε η διακοπή της δίκης ως προς την εκ των εφεσιβλήτων Χ. συζ. Μ. Μ., το γένος Π. Α., διότι γνωστοποιήθηκε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ο θάνατος της, χωρίς επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους της και απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 18.03.2022 αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων Χ.

Β. του Χ. και Β. Β. του Χ. κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης- αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Π. Γ., το γένος Γ. Μ., ως προς την οποία και μόνο η προσβαλλόμενη 624/2021 απόφαση έχει τελεσιδικήσει. Η αναιρεσίβλητη και οι λοιποί ερημοδικασθέντες εφεσίβλητοι για τους οποίους δεν έχει τελεσιδικήσει η προσβαλλόμενη απόφαση συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία (άρθρο 74 ΚΠολΔ) καθόσον πρόκειται περί εναγομένων διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ1091/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 41/2019), επί πλέον δε η αξίωση καθενός ως προς την προσδιοριζόμενη κατ'ιδανικό μέρος κληρονομική του μερίδα δεν αποτελεί αδιαίρετο δίκαιο, που να επιβάλλει τη συμμετοχή όλων των συνδικαιούχων. (ΟλΑΠ 902/1982, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 6/2019).

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών ή ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφή και αυτού. (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 41/2019, ΑΠ 927/2018).

Επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η κυριότητα του κληρονομούμενου στο επίδικο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, στοιχεία που αν δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή την καθιστούν αόριστη. (ΑΠ 1378/2019, ΑΠ 547/2018).

Μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνο από της διενέργειας αυτής αναδρομικώς από το θάνατο του κληρονομουμένου, με τη δυνατότητα να έχει νόμιμα αποκτηθεί πρωτοτύπως κυριότητα επί ακινήτου της κληρονομιάς με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής. (ΟλΑΠ 108/1978, ΑΠ 947/2022, ΑΠ 1033/2023).

Κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. (ΑΠ 304/2020).

Ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία στα κληρονομιαία πράγματα, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομιάς και τα αντικείμενά της, θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως νομέας αυτών διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν. (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 915/2019, ΑΠ 122/2018).

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.

II. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ'αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με χρησικτησία στοιχειοθετεί αιτιολογημένη άρνηση αν ο χρόνος που επικαλείται συμπίπτει - έστω και μερικά, αλλά τόσο ώστε ο υπόλοιπος να μην επαρκεί προς θεμελίωση της αγωγής - με τον χρόνο που επικαλείται ο ενάγων για να στηρίξει την αγωγή, ενώ αν ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος είναι μεταγενέστερος εκείνου τον οποίο επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγής του αποτελεί ένσταση. (ΑΠ 884/2022, ΑΠ 1536/2018, ΑΠ 54/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 Α. Κ. συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ'αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει σ'αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (ΟλΑΠ 485/1982, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 435/2020, ΑΠ 420/2020, ΑΠ 303/2018). Η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι - συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και έχει περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής.

III. Επιπλέον, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α ), ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β ) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 733/2020, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019) όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ1070/2023, ΑΠ 237/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1109/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).

Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας με συνέπεια να μη τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό μέρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 284/2021, 550/2020, ΑΠ 903/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 8 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες με τον λόγο αυτό ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκαν οι περιεχόμενοι στους τρίτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους της εφέσεώς τους, ισχυρισμοί, τους οποίους είχαν προβάλλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, με αίτημα ανακλήσεως της 6035/2000 μη οριστικής (προδικαστικής) απόφασης, επικαλούμενοι ότι αυτή προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης, διότι με την ως άνω απόφαση δεν τάχθηκε θέμα απόδειξης της ένστασης ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που προέβαλαν οι ίδιοι παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως έδει, ενόψει του γεγονότος ότι στον αγωγικό χρόνο χρησικτησίας (πλέον των 95 ετών) που επικαλέσθηκαν οι αρχικοί ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της ήδη αναιρεσίβλητης, Γ.

Μ. του Κ., προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους Μ. Μ., υπήρχε δυνατότητα συμπλήρωσης δύο χρησικτησιών, ώστε η μεταγενέστερη να καταργεί την προγενέστερη, αλλά οι ισχυρισμοί τους εκτιμήθηκαν εσφαλμένα ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι κατέστησαν (συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, ο καθένας κατά τα επικαλούμενα ιδανικά μέρη, με έκτακτη χρησικτησία, δια της προσμετρήσεως και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, αρχής γενομένης από τα έτη 1903 και 1936, οπότε ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Μ.

Γ. Μ. αγόρασε αυτά με νόμιμα μεταγραμμένα συμβόλαια, μέχρι τα έτη 1995 και 1997, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, αποβλήθηκαν από τους εναγομένους, η δε αρχικά εναγομένη Ε. Μ. συζ. Χ. Β., δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσείουσας, και οι ίδιοι ως εναγόμενοι, επικαλέσθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς συνεχή και αδιάλειπτη νομή της ως άνω αρχικά εναγομένης, για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό, από το έτος 1945, όταν ο απώτατος δικαιοπάροχος της, παππούς της παραχώρησε σε αυτήν με άτυπη δωρεά τη νομή των επιδίκων ακινήτων και έκτοτε μέχρι τα έτη 1995 και 1997, οπότε μεταβίβασε αυτά κατά ψιλή κυριότητα αυτών στην δεύτερη αναιρεσείουσα.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, απέρριψε τους ως άνω σχετικούς με το ζήτημα αυτό πρόσθετους λόγους εφέσεως, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής : "... ο ως άνω ισχυρισμός ως προς το χρόνο κατάληψης των επιδίκων το έτος 1945 δεν αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, ή παραγραφής, αλλά άρνηση της αγωγής, ως προς το ότι τα επίδικα αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του Μ.

Μ., στην οποία υπεισήλθαν μετά το θάνατο του όλοι οι ενάγοντες και η πρώτη εναγομένη ως συγκληρονόμοι του κατά τα ιδανικά τους μερίδια, ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής. Ως προς το χρόνο κατάληψης των επιδίκων το έτος 1964, δηλαδή μετά το θάνατο του Μ. Μ. και της συζύγου του Ζ. Μ., όταν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, οι ενάγοντες και η πρώτη εναγομένη υπεισήλθαν εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη συννομή των επιδίκων κατά τα ιδανικά τους μερίδια, ο ως άνω ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να προταθεί εναντίον των εναγόντων ούτε ως αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, αφού η πρώτη εναγομένη ως συγκληρονόμος, συννομέας και συγκυρία νεμόταν και για λογαριασμό των λοιπών, εφόσον αυτή δεν επικαλείται γνωστοποίηση σ' αυτούς ή σαφή γνώση απ'αυτούς ότι νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό της...

Επομένως, καλώς δεν τάχθηκε θέμα απόδειξης για ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων...". Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος διότι ο προτεινόμενος ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος είχε προταθεί και ενώπιον αυτού κατά την μετ'απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε με τις προαναφερόμενες παραδοχές.

Περαιτέρω, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αρχικοί ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσίβλητης, πατέρας της, Γ. Μ. επικαλέσθηκαν με την ως άνω αγωγή κτήση κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τη διενέργεια επί αυτών υλικών πράξεων νομής από το έτος 1948, οπότε αποβίωσε ο απώτατος δικαιοπάροχος όλων και αληθής κύριος αυτών, Μ.

Μ., στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθαν αυτοί, αλλά και η ήδη αποβιώσασα πρώτη εναγομένη, δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, δυνάμει της από 1946 δημόσιας διαθήκης του, αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, για το τμήμα του επιδίκου ακινήτου (αγροκτήματος) που παρέμεινε αδιάθετο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε ότι αυτοί κατέστησαν (συγ)κύριοι των επιδίκων ακινήτων, ο καθένας, κατά τα αναφερόμενα στις παραδοχές του.

ιδανικά μερίδια, όπως προσδιορίζονται κατωτέρω, με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως άλλωστε δέχονται και οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο, (υποσημείωση στις σελίδες 20 και 21 αυτού), οπότε οποιεσδήποτε αιτιάσεις αναφέρονται στην αοριστία της αγωγής, ως προς τη κτήση (συγ)κυριότητας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο (αναφορά αποδοχής της κληρονομιάς και μεταγραφή, χωρίς προσδιορισμό των στοιχείων του βιβλίου και αριθμού αυτής στο οικείο Υποθηκοφυλακείο), είναι αλυσιτελείς.

Για τη κτήση της (συγ)κυριότητάς τους οι ενάγοντες αναφέρθηκαν στην υπεισέλευση στη (συν)ομή των επίδικων ακινήτων των αρχικών εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Μ. κατά τα ιδανικά τους μερίδια, από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου το έτος 1948, αλλά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος συγκληρονόμου αυτού, Γ.

Μ., με τη διενέργεια υλικών πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων είτε αυτοπροσώπως είτε διαμέσου τρίτων, συνεχώς και αδιαλείπτως και σε μεταγενέστερες εξ αδιαθέτου κληρονομικές διαδοχές ορισμένων από τους αποβιώσαντες στο μεταξύ αρχικούς κληρονόμους, καθώς και σε άτυπες παραχωρήσεις των ιδανικών μεριδίων άλλων κληρονόμων προς τα τέκνα τους, με τη μνεία ότι αυτοί που τους διαδέχθηκαν στην άσκηση της νομής επί των επιδίκων ακινήτων, εξακολούθησαν να ασκούν τη νομή αυτών κατά τα ιδανικά τους μερίδια.

Με βάση τα παραπάνω, ο αγωγικός χρόνος νομής των επιδίκων ακινήτων από τους ενάγοντες και εκείνους που τους διαδέχθηκαν σε αυτήν, με τον προαναφερόμενο τρόπο άρχισε από το έτος 1948, οπότε αποβίωσε ο κληρονομούμενος αληθής κύριος αυτών, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη ο κληρονόμος χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία στα κληρονομιαία πράγματα, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομιάς και τα αντικείμενά της, θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως νομέας αυτών διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν.

Κατά τα επικαλούμενα δε στην αγωγή πραγματικά περιστατικά οι καθολικοί αρχικοί κληρονόμοι του Μ. Μ., μετά τον θάνατο του υπεισήλθαν στη νομή των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων την οποία άσκησαν έκτοτε, οι ίδιοι, οι κληρονόμοι τους και εκείνοι στους οποίους αυτοί παραχώρησαν ατύπως τα ιδανικά μερίδια τους επί αυτών, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το έτος 1995 και το έτος 1997, οπότε, οι ενάγοντες αποβλήθηκαν από αυτήν με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους εναγομένους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί άτυπης παραχώρησης των επιδίκων ακινήτων στην πρώτη εξ αυτών το έτος 1945, από τον μετέπειτα κληρονομούμενο πατέρα της κι στην εν συνεχεία διενέργειας πράξεων νομής επί αυτών μέχρι τα έτη 1995 και 1997 που τα μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα της, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ως προς το ότι τα επίδικα αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του Μ.

Μ., στην οποία υπεισήλθαν μετά το θάνατο του όλοι οι ενάγοντες και η ίδια ως συγκληρονόμοι του κατά τα ιδανικά τους μερίδια, ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής, είτε αυτοπροσώπως είτε δι'αντιπροσώπων. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν αιτιολογημένα τα περιστατικά της αγωγής ως προς το ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην περιουσία του ως άνω κληρονομουμένου, κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1948, εφόσον επικαλέσθηκαν ότι τρία μόλις έτη πριν αυτά είχαν παραχωρηθεί ατύπως στην αρχικά πρώτη εναγομένη, την ύπαρξη της διαθήκης του ως άνω διαθέτη, την επέλευση της εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου διαδοχής στα επίδικα ακίνητα των αρχικών εναγόντων κληρονόμων του διαθέτη και της ίδιας, την υπεισέλευση αυτών στην κληρονομιά του διαθέτη κατά τα ιδανικά τους μερίδια καθώς και την μετά την μεσολάβηση θανάτου ορισμένων εκ των αρχικών κληρονόμων επέλευση κληρονομικής διαδοχής στα μερίδια αυτών από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους οι οποίοι τους διαδέχθηκαν στη νομή των επιδίκων ακινήτων, όπως συνέβη και με εκείνους στους οποίους παραχωρήθηκαν άτυπα τα ιδανικά μερίδια των δικαιοπαρόχων τους, με την εν τέλει απόκτηση (συγ)κυριότητας επί αυτών από τους ενάγοντες, αλλά και την πρώτη εναγομένη, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο ισχυρισμός ότι το έτος 1945, ήτοι τρία έτη πριν το θάνατο του Μ. Μ. και ένα έτος πριν από τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης αυτού, τα επίδικα ακίνητα είχαν παραχωρηθεί άτυπα από τον ίδιο στην εγγονή του, αρχική πρώτη εναγομένη, αφορά σε προγενέστερα της αγωγής περιστατικά, το χρονικό διάστημα δε που μεσολάβησε έκτοτε μετά την επικαλούμενη στην αγωγή κληρονομική διαδοχή το έτος 1948 μέχρι το έτος 1995 και 1997, που, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν η πρώτη εναγομένη τα μεταβίβασε στην δεύτερη, προσβάλλοντας την (συγ)κυριότητα των εναγόντων σε αυτά, δεν αρκεί για τη συμπλήρωση δύο χρησικτησιών, ανεξαρτήτως του ότι τα περιστατικά που επικαλούνται οι ενάγοντες για να στηρίξουν την αγωγή, συμπίπτουν απολύτως με εκείνα που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι η πρώτη εξ αυτών κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους στην δεύτερη είχε καταστεί αποκλειστική κυρία των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί μεταγενέστερης συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας επί των επιδίκων ακινήτων, η οποία καταργεί την προγενέστερη.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι από την επικαλούμενη στην αγωγή υπεισέλευση των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, κατά τα ιδανικά τους μερίδια, αλλά και της μετέπειτα υπεισέλευσης απάντων και στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας των ιδίων, Ζ.

Μ., το έτος 1964, ο ισχυρισμός της αρχικά πρώτης εναγομένης, περί άσκησης πράξεων νομής επί αυτών για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει στην εικοσαετία δεν θα μπορούσε να προταθεί εναντίον των εναγόντων ούτε ως αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, αφού οι πράξεις νομής που επικαλείται αυτή ότι ασκούσε επί των επιδίκων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, έγιναν με την ιδιότητά της ως (συγ)κληρονόμου, (συν)νομέα και (συγ)κυρίας αυτών και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων και όχι αποκλειστικά για λογαριασμό της, εφόσον η ίδια δεν επικαλέσθηκε, όπως έδει, γνωστοποίηση σε αυτούς ότι νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό της, ή ότι οι λοιποί (συγ)κληρονόμοι είχαν σαφή γνώση του γεγονότος αυτού, ώστε από τη γνωστοποίηση, ή την με οποιοδήποτε τρόπο τέτοια γνώση τους να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος για τη συμπλήρωση της αποκλειστικής κυριότητάς της επί των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο, επικυρώνοντας την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, δέχθηκε ότι ο ως άνω ισχυρισμός των εναγομένων αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας και ότι καλώς δεν τάχθηκε θέμα απόδειξης σε αυτούς για την απόδειξη του ισχυρισμού τους, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

IV. Επίσης, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε η πληρεξουσιότητα να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 104, 105 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το Δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 1540/2017), οπότε αν η έλλειψη αφορά στον εκκαλούντα απορρίπτεται η έφεση (ΑΠ 82/2021, ΑΠ 542/2021).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολ ΑΠ 13/2008, ΑΠ 1601/2017), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 211/2018).

Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104 ΚΠολΔ, 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2 και 238 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του δικηγόρου αυτού που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, ήτοι και στον επόμενο βαθμό, με το διορισμό του ίδιου ή άλλου δικηγόρου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο, οπότε θεραπεύονται και οι άκυρες διαδικαστικές πράξεις του προηγούμενου βαθμού κρίσης (ΟλΑΠ 1408/1984, ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 1252/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 835/2010).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287, 290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Ο κληρονόμος του αρχικού διαδίκου υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία για το έγκυρο της επαναλήψεως η μεταγραφή δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς, με την επανάληψη δε διακοπείσας δίκης δεν άρχεται νέα, αλλά συνεχίζεται αυτή στο σημείο που διακόπηκε.

Συνεπώς, σε περίπτωση που ο λόγος διακοπής της δίκης είναι ο θάνατος διαδίκου, στη ρητή ή σιωπηρή δήλωση για εκούσια επανάληψη της δίκης προβαίνουν τα πρόσωπα που υπεισέρχονται στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος διαδίκου ως κληρονόμοι του (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 1494/2021, ΑΠ 747/2021, ΑΠ 926/2020, ΑΠ 676/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, καταρχήν, ότι κατά το στάδιο της πρωτοβάθμιας δίκης, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, όταν η υπόθεση επαναφέρθηκε προς μετ' απόδειξη συζήτηση με κλήση των εναγόντων επί αυτής, εκδόθηκε αρχικά η 2332/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της δίκης, προκειμένου να κλητευθεί με επιμέλειά τους ο εξ αυτών, Γ.

Μ., και σε περίπτωση θανάτου του οι καθολικοί του διάδοχοι και ότι στη μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως που έγινε στις 26.09.2018, παραστάθηκε αντί του ως άνω αρχικού ενάγοντος η ήδη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα του ως μοναδική εξ αδιαθέτου καθολική διάδοχος του, δηλώνοντας τον επισυμβάντα στις ... θάνατο του, ο οποίος επέφερε και τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτόν, καθώς και τη συνέχιση της δίκης από την ίδια, προσκομίζοντας για τη νομότυπη παράστασή της το ως άνω δικαστικό πληρεξούσιο και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 964/2019 οριστική απόφαση του απέρριψε την σχετική ένστασή τους περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας της δικηγόρου του δικαιοπαρόχου του, με το σκεπτικό ότι η έλλειψη της πληρεξουσιότητας αυτής συμπληρώθηκε εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την μη οριστική απόφαση και επί πλέον ότι οι ίδιοι, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, επανέφεραν την ένστασή ελλείψεως πληρεξουσιότητας της ως άνω δικηγόρου για λογαριασμό τόσο του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, όσο και της ίδιας, επικαλούμενοι ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν γίνονταν μνεία περί προσκομίσεως δικαστικού πληρεξουσίου με το οποίο αυτή παρείχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα στον παραστάντα για λογαριασμό της κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση δικηγόρο Ανδρέα Τουλούπα.

Επί του ζητήματος αυτού, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγιναν δεκτά τα εξής: " ...όπως προκύπτει από το υπ'αρ. ....2018 πληρεξούσιο της συμβ/φου Κυθήρων Σ. Κ., που προσκομίζει μετ'επικλήσεως η δεύτερη εφεσίβλητη, αυτή έχει δώσει τη νόμιμη ειδική πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Ανδρέα Τουλούπα, να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει στη δίκη επί της ένδικης αγωγής, ως καθολική διάδοχος (μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος) του πατέρα της Γ.

Μ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε και συνεχίζει τη δίκη και εγκρίνει όσες πράξεις έχουν διενεργηθεί μέχρι τη σύνταξη του πληρεξουσίου...". Τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττουν οι αναιρεσείοντες, υπό την ως άνω επίκληση της παραβίασης με την προσβαλλόμενη απόφαση των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι με αυτήν, παρά το νόμο, δεν έγινε δεκτός ο προβληθείς με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους ισχυρισμός τους περί έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας της παρασταθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικηγόρου, Ελένης Καστρινάκη και δεν κηρύχθηκε ακυρότητα των διαδικαστικών ενεργειών αυτής για λογαριασμό του αρχικού ενάγοντα δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Γ.

Μ., ο οποίος μέχρι το χρόνο θανάτου του δεν προσκόμισε δικαστικό πληρεξούσιο για τη νομότυπη παράσταση της ως άνω δικηγόρου, όπως είχε ορισθεί με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως δέχθηκε ότι με το ως άνω ....2018 πληρεξούσιο της συμβ/φου Κυθήρων Σ.

Κ., η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος του αρχικού ενάγοντος, ενέκρινε και όσες διαδικαστικές πράξεις είχαν διενεργηθεί μέχρι τη σύνταξή του, ενώ η ίδια δεν είχε δικαίωμα προς τούτο καθόσον φορέας του δικαιώματος για την έγκριση των πράξεων αυτών ήταν μόνο ο δικαιοπάροχος της. Επί πλέον, αιτιώνται, επικουρικά, οι αναιρεσείοντες, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη ως καθολική διάδοχος του αρχικού ενάγοντος παραδεκτά ενέκρινε τις προηγηθείσες του θανάτου αυτού διαδικαστικές πράξεις από την προαναφερόμενη δικηγόρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από την αναιρεσίβλητη με αντένσταση της κατά της δικής τους ενστάσεως, ήτοι ότι δέχθηκε, χωρίς να έχει προταθεί απ'αυτήν, ότι η ίδια με συγκεκριμένο δικαστικό πληρεξούσιο παρείχε την πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Ανδρέα Τουλιάτο να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει στην δευτεροβάθμια δίκη, εγκρίνοντας παράλληλα και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν διενεργηθεί μέχρι τη σύνταξη του πληρεξουσίου.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το χρόνο της μετ'απόδειξη συζητήσεως της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη, καθολική διάδοχος του ήδη έχοντος αποβιώσει τότε αρχικού ενάγοντος πατέρα της, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ανδρέα Τουλούπα στον οποίο είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα με το ....2018 πληρεξούσιο της συμβ/φου Κυθήρων Σ.

Κ., δήλωσε τον θάνατο αυτού και τη συνέχιση της δίκης από την ίδια, ενώ συγχρόνως με το ως άνω πληρεξούσιο ενέκρινε ρητά όσες πράξεις είχαν διενεργηθεί μέχρι τη σύνταξη του. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης απέρριψε την ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας της παρασταθείσας δικηγόρου του αρχικού ενάγοντος Γ.

Μ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της ίδιας ως καθολικής διαδόχου του, και δεν κήρυξε ακυρότητα των διαδικαστικών ενεργειών τις οποίες ενέκρινε η αναιρεσίβλητη για λογαριασμό του αρχικού ενάγοντα δικαιοπαρόχου της, Γ. Μ., δεν παραβίασε καταρχήν τις διατάξεις του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, ο κληρονόμος του αποβιώσαντος διαδίκου που επαναλαμβάνει εκουσίως την διακοπείσα λόγω θανάτου αυτού δίκη, υπεισέρχεται στη δικονομική θέση αυτού, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία, η αναιρεσίβλητη δήλωσε το θάνατο του αρχικού ενάγοντος Γ.

Μ. και την επανάληψη της δίκης από την ίδια ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, ιδιότητα η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες, οπότε υπεισήλθε στην δικονομική θέση του αρχικού διαδίκου και συνεπώς είχε τη δυνατότητα να εγκρίνει ρητά τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν διενεργηθεί και για λογαριασμό του κληρονομουμένου μέχρι τη σύνταξη του ως άνω ....2018 πληρεξουσίου της συμβ/φου Κυθήρων Σ.

Κ.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης όσον αφορά : 1) στην παραβίαση του αριθμού 8 περ. β', με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με τον πρώτο λόγο της εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί έλλειψης δικαστικής πληρεξουσιότητας της παρασταθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικηγόρου, Ελένης Καστρινάκη, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιά ερεύνησε την περιεχόμενη στον ως άνω λόγο εφέσεως ένσταση και την απέρριψε, β) όσον αφορά στην παραβίαση (επικουρικά) του αριθμού 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη με συγκεκριμένο δικαστικό πληρεξούσιο παρείχε την πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Ανδρέα Τουλιάτο να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει στην δευτεροβάθμια δίκη, εγκρίνοντας παράλληλα και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν διενεργηθεί μέχρι τη σύνταξη του πληρεξουσίου, χωρίς να έχει προταθεί ενώπιον του Εφετείου τέτοιος ισχυρισμός από την ίδια, είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη πληρεξουσιότητας του εμφανιζομένου στη δίκη πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, αφετέρου δε, διότι, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έγινε επίκληση και προσκόμιση του συγκεκριμένου πληρεξουσίου για την χορήγηση πληρεξουσιότητας στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει στο δικαστήριο και να εγκρίνει τις μέχρι τότε διενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις.

V. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του επιδίκου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού.

Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 336/2019), ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).

Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ'αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας αλλά δεν είναι απαραίτητο την φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενέργειας έργων επί του πράγματος, ώστε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.

Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσας της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του. (ΑΠ 1981/2022, ΑΠ 451/2021).

Σε περίπτωση ολικής προσβολής της κυριότητας με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος αυτού προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή εναντίον αυτού που κατέχει το πράγμα. (ΑΠ 1726/2022, ΑΠ 1550/2022, ΑΠ 116/2021, ΑΠ 720/2020, ΑΠ 563/2020). Έτσι, εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι εκείνος ο οποίος για οποιαδήποτε αιτία βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του επιδίκου, ώστε να είναι αδιάφορο αν κατέχει τούτο στο δικό του όνομα, ή στο όνομα άλλου, αν απέκτησε τη νομή με παράδοση ή κατάληψη καθώς και αν νέμεται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου ή ως οιονεί νομέας. (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 1196/2015).

VI. Επιπροσθέτως, από το συνδυασμό των άρθρων 1923, 1935 και 1940 ΑΚ προκύπτει ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με διαθήκη κληρονόμο και να τον υποχρεώσει, να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο. Δηλαδή το καταπίστευμα είναι ο θεσμός που παρέχει στο διαθέτη τη δυνατότητα να ορίσει όχι μόνο τον κληρονόμο, αλλά και απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομιά του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε άλλο χρονικό σημείο ή γεγονός. (ΑΠ 403/2019, ΑΠ 97/2019, ΑΠ 76/2015, ΑΠ 1193/2012, ΑΠ 392/2010).

Συνεπώς ο καταπιστευματοδόχος είναι δικαιούχος της κληρονομιάς υπό αναβλητική αίρεση (ή προθεσμία). Όταν ματαιωθεί η αίρεση αυτή, ήτοι όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, τότε καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος που εγκαταστάθηκε με διαλυτική αίρεση, ματαιώνεται δηλαδή η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο.(ΑΠ 512/2018, ΑΠ 829/2007).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 1936 εδ. α' ΑΚ καταπιστευματοδόχος μπορεί να είναι μόνο όποιος ζει ή τουλάχιστον έχει συλληφθεί κατά το χρόνο που επάγεται σε αυτόν η κληρονομιά . Σε περίπτωση που η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο ματαιωθεί, όχι μόνο για τους λόγους που αναφέρει το εδ. β' της ίδιας διάταξης (αν δηλαδή αυτός δεν ζει ή δεν έχει συλληφθεί), αλλά για οποιονδήποτε λόγο (αποβίωση, αποποίηση, ματαίωση της αίρεσης κλπ.) η κληρονομιά παραμένει καταρχήν στον κληρονόμο. (ΑΠ 1193/2012, ΑΠ 392/2010).

Κατ' εξαίρεση, αυτό δεν συμβαίνει, εφόσον έχουν ορισθεί περισσότεροι καταπιστευματοδόχοι, οπότε η μερίδα του εκπεσόντος ή μη υπάρχοντος καταπιστευματοδόχου προσαυξάνει τις μερίδες των υπολοίπων, εφόσον συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 1807. Προϋποθέσεις της προσαύξησης, δηλαδή της αναλογικής αύξησης της μερίδας των συγκληρονόμων κατά τη μερίδα εκείνου του κληρονόμου, ο οποίος εξέπεσε, κατά την έννοια του άρθρου 1807 εδ.

α' είναι: α) με τη διαθήκη να έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αποκλεισμός ο οποίος θα προκύπτει από τη βούληση του διαθέτη (π.χ. όταν εγκατέστησε τους τιμώμενους σε ολόκληρη την κληρονομιά ή και υπερβαίνοντας τον κλήρο, ή όταν εγκατέστησε τους τιμώμενους σε ποσοστά που εξαντλούν τον κλήρο, προκύπτει όμως η βούλησή του να είναι οι μόνοι κληρονόμοι του), β) να εκπέσει, για οποιοδήποτε λόγο, ένας από τους εγκατάστατους πριν από την επαγωγή και γ) να μην έχει αποκλειστεί η προσαύξηση από τον διαθέτη, ρητά ή σιωπηρά.

VII. Όπως προκύπτει από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής : "Τα επίδικα ακίνητα είναι : α) μία διώροφη παλαιά οικία, αποτελούμενη από ισόγειο 72,03 τ.μ., πρώτο όροφο 56,40 τ.μ. και ένα ισόγειο βοηθητικό κτίσμα 22,90 τ.μ., η οποία βρίσκεται επί οικοπέδου 128,40 τ.μ.

εντός οικισμού του χωρίου ... και συνορεύει ανατολικά - βορειοανατολικά με εμβασία, ανατολικά - νοτιοανατολικά και νότια-νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Π. και εν μέρει με δρόμο και δυτικά - βορειοδυτικά με κοινοτική οδό, β) ένα οικόπεδο (κήπος),άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, συνεχόμενο με την προαναφερόμενη παλαιά οικία με την οποία επικοινωνεί με είσοδο, στην αυτή ως άνω θέση, 473 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια με εμβασία, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ..., ανατολικά - νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ. Κ. (Β.) και εν μέρει με κοινοτική οδό, νοτιοδυτικά με δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Π. και δυτικά -βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Ν. Π. και γ) ένα αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, που βρίσκεται στη θέση ...

της Κοινότητας ..., πλησίον του οικισμού ..., γνωστό με την ονομασία "...", 3.476τ.μ. και συνορεύει βόρεια - βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ., ανατολικά - βορειοανατολικά με κοινοτικό δρόμο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Α. (Θ.), νότια-νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Μ. και εν μέρει με παλαιό αγροτικό δρόμο, ανατολικά - νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Α.

Μ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Τα ανωτέρω ακίνητα, καθ ομολογία των διαδίκων, ανήκαν κατά κυριότητα στον Μ. Γ. Μ. Αυτός με την υπ’ αρ. ....1946 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών, Γ. Λ., κατέλειπε αυτά ως εξής : 1) Στην σύζυγο του Ζ. Μ. α) το οικόπεδο - κήπο των 473 τμ και β) την οικία στις ..., χωρίς να έχει δικαίωμα μεταβιβάσεως ή υποθηκεύσεως, αλλά με τον όρο να περιέρχεται μετά θάνατον της στους υιούς τους Σ.

και Γ. εξ ημισείας εξ αδιαιρέτου στον καθένα (καταπίστευμα) και γ) το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ... (αναφέρεται στη διαθήκη ως "εν τω χωρίω ... ακινήτου περιουσίας", 2) στην Ε. θυγ. Μ. Μ., μετέπειτα σύζυγο Π. Α., άφησε το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., 3) στον υιό του Γ.

Μ. Μ. άφησε εκτός του ημίσεως της οικίας, που, κατά την διαθήκη, περιέρχεται σ'αυτόν μετά τον θάνατο της μητέρας του Ζ. και το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τμ στην θέση ... 4) στον υιό του Σ. Μ. Μ. άφησε το ήμισυ της οικίας στις ... μετά θάνατο της μητέρας του και 5) στη θυγατέρα του Χ. Μ. Μ., μετέπειτα σύζυγο Κ.

Μ. (μητέρα του Γ. Μ. και μητέρα της πρώτης των εναγομένων Ε. συζ. Χ. Β., το γένος Κ. Μ., γιαγιά της εφεσίβλητης) άφησε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Από την ανάγνωση της ως άνω διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης άφησε εκτός αυτής, αδιανέμητο, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τμ. στη θέση ... Στις ... απεβίωσε στην ..., ο υιός του Μ.

Μ., Γ. Μ. Μ., χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας του, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του. Ο Μ. Μ. απεβίωσε στις ... Κατά το χρόνο θανάτου του δεν άφησε άλλη διαθήκη πλην από την ανωτέρω που δημοσιεύθηκε με το 3105/1948 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών . Ο τετιμημένος με αυτήν υιός του Γ. Μ. είχε ήδη προαποβιώσει άγαμος και άτεκνος.

Έτσι, κατά το χρόνο του θανάτου του Μ. Μ., μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η Ζ. Μ., ο Σ. Μ., η Ε. Μ. - Α. και η Χ. Μ. Μ. Σ' αυτούς εκτός από τα οριζόμενα στη διαθήκη κληρονομικά μερίδια περιήλθε επίσης το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στη θέση ... εκ κληρονομιάς εξ αδιαθέτου του Μ. Μ., ήτοι κατά 1/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αφού αυτό το ποσοστό δεν είχε διανεμηθεί με την ανωτέρω διαθήκη και δεν όριζε τίποτα γι'αυτό.

Επίσης στους ίδιους ως άνω κληρονόμους στη θέση της μερίδας του προαποβιώσαντος Γ. Μ., ήτοι στο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι η μητέρα του Ζ. Μ. και τα αδέλφια του, Ε. Μ. - Α., Σ. Μ., και η Χ. Μ. - Μ., κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Στις ... απεβίωσε η Ζ. χήρα Μ. Μ. χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η μερίδα αυτής συνίστατο από : 1) Τα 18/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., τα οποία περιήλθαν σ'αυτήν κατά το 1/4 ή 12/48 από την εκ διαθήκης κληρονομιά του συζύγου της Μ. Μ., κατά το 1/16 ή 3/48 από τον προαποβιώσαντα υιό της Γ. Μ., στην μερίδα του οποίου υπεισήλθε μαζί με τα εναπομείναντα τέκνα της, κατά τα ανωτέρω και κατά το 1/16 ή 3/48 εξ αδιαιρέτου από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του συζύγου της Μ.

Μ. από το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ..., το οποίο δεν διετέθη με την ανωτέρω διαθήκη, 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου της παλαιάς οικίας στις ..., επειδή ο καταπιστευματοδόχος Γ. Μ. δεν ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής του καταπιστεύματος (είχε ήδη προαποβιώσει πριν τον θάνατο του πατέρα του και της μητέρας του) και εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε αλλιώς, η κληρονομιά παρέμεινε στην κληρονόμο Ζ., κατά το χρόνο του θανάτου της (ΑΚ 1935 και 1936) και 3) το οικόπεδο - κήπο των 473 τμ στις ...

Σ' αυτήν τη μερίδα της υπεισήλθαν τα τρία εναπομείναντα τέκνα της Σ. Μ., Ε. Μ. - Α. και Χ. Μ. - Μ. και κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Περιήλθε έτσι στο καθένα από τα ανωτέρω τέκνα της α) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου των 473 τμ β) ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... και γ) ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ.

στην θέση ... Στις 25.2.1976 απεβίωσε στην Αθήνα η Χ. θυγ. Μ. Μ.,συζ. Κ. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τρία τέκνα της Γ. Κ. Μ. (πρώτο αρχικό ενάγοντα, πατέρα της 7ης εφεσίβλητης), Ε. Κ. Μ., συζ. Χ. Β. (πρώτη αρχική εναγόμενη, μητέρα των εκκαλούντων) και ένα ακόμα τέκνο της, τον Μ. Κ. Μ., κάτοικο ...

Η μερίδα αυτής συνίστατο : 1) από το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του κήπου των 473 τμ στις ... από κληρονομιά της μητέρας της Ζ. 2) από το 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ..., επίσης από κληρονομιά της μητέρας της Ζ. και 3) από τα 12/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., τα οποία είχαν περιέλθει σ'αυτήν τα μεν 6/48 από κληρονομιά της μητέρας της Ζ., το 1/16 ή 3/48 από τον αδελφό της Γ., στην μερίδα του οποίου υπεισήλθε και το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της Μ.

Μ. από το αδιάθετο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ... Η μερίδα αυτής περιήλθε στον καθένα από τα ανωτέρω τρία τέκνα της σε ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 473 τμ στις ..., ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... και ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ...

Στην κληρονομιά αυτή ο Γ. Κ. Μ., η Ε. Μ.-Β. και ο Μ. Κ. Μ. υπεισήλθαν, κατά τα ως άνω ιδανικά μερίδια, από τον χρόνο του θανάτου της μητέρας τους, ασκώντας πράξεις νομής που θα αναφερθούν κατωτέρω αναλυτικά. Στην Ε., σύζυγο Π. Α., θυγατέρα Μ. και Ζ. Μ. περιήλθε 1) το 1/16 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της Ζ., 2) το 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου - κήπου 473 τμ στις ...

επίσης από κληρονομιά της μητέρας της Ζ. και 3) τα 24/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., τα οποία περιήλθαν σ'αυτήν κατά μεν το 1/4 ή 12/48 εξ αδιαιρέτου από την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ., κατά το 1/16 ή 3/48 από την μερίδα του αδελφού της Γ. Μ., στην οποία κατά τα ανωτέρω υπεισήλθε, κατά το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της Μ.

Μ. από το αδιάθετο ποσοστό του 1/4 και κατά τα 6/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της Ζ. χήρας Μ. Μ. Το έτος 1964, αμέσως μετά τον θάνατο της μητέρας της Ζ., η ανωτέρω Ε. Α. παραχώρησε ατύπως προς τα τέκνα της Μ. Π. Α., Ζ. Π. Α., συζ. Ν. Α., Μ. Π. Α., συζ. Ι. Κ. και Χ. Π. Α., σύζυγο Μ. Μ. τη νομή των ανηκόντων σ' αυτήν ποσοστών της κληρονομιάς Μ.

κατ' ισομοιρία εξ αδιαιρέτου στον καθένα,έκτοτε δε αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής επ'αυτών που θα αναφερθούν κατωτέρω. Περιήλθαν δε έτσι στον καθένα από τα ανωτέρω τέκνα της Ε. Μ. - Α. ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου των 473 τμ, ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... και ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ...

Στον Σ. Μ. Μ., περιήλθε κατά τα ανωτέρω, 1) ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ..., κατά το 1/2 ως καταπίστευμα μετά το θάνατο της μητέρας του Ζ. Μ. από την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα του Μ. Γ. Μ. και κατά το 1/6 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ. χήρας Μ. Μ., 2) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου εκτάσεως 473 τμ από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ.

και 3) ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ..., που περιήλθαν σ'αυτόν κατά τα 3/48 ή 1/16 από την μερίδα του αδελφού του Γ. στην οποία υπεισήλθε, κατά το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αδιάθετου ποσοστού του 1/4 του πατέρα του Μ. Μ. και κατά τα 6/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ.

Μ. Το έτος 1965 ο ανωτέρω Σ. Μ. παραχώρησε ατύπως προς την θυγατέρα του Ζ. Σ. τη νομή των ανηκόντων σ' αυτόν ποσοστών του στην περιουσία του στις ..., ασκώντας έκτοτε η ανωτέρω πράξεις νομής επ'αυτών. Ειδικότερα, όσον αφορά τις πράξεις νομής επί των επιδίκων, ο απώτατος δικαιοπάροχος, Μ. Μ., καλλιεργούσε τα ανωτέρω κτήματα και διέμενε στην οικία στις ...

μέχρι του θανάτου του το 1948. Μετά ασκούσε τις αυτές πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων, για τον εαυτό της αλλά και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων του Μ. Μ., η Ζ. χήρα Μ. Μ., η οποία άλλωστε είχε την επικαρπία της ανωτέρω οικίας εφ' όρου ζωής της. Ο Γ. Κ. Μ. επισκεπτόταν από παιδί μαζί με την μητέρα του Χ.

Μ. - Μ. και την αδελφή του Ε. Μ. Β., την οικία στις ..., όπου και διέμεναν και είχαν την επίπλωσή τους και τα απαραίτητα σκεύη όλο το θέρος, μετά δε τον θάνατο της μητέρας, και μόνος του ή μαζί με την σύζυγο του, όπου καθ' όλο το θέρος μαζί με την αδελφή του Ε. περιποιούνταν τον κήπο, τις ελιές, επέβλεπαν τα κτήματα και μεριμνούσαν για τις αναγκαίες επισκευές, όχι αποκλειστικά για λογαριασμό δικό τους αλλά και για λογαριασμό των υπολοίπων ως άνω συγκληρονόμων, κατ'εντολή των οποίων ασκούσαν και γι'αυτούς πράξεις νομής.

Οι διαμένοντες στην Αυστραλία έστελναν χρήματα για τις επισκευές της οικίας. Το χειμώνα και τις εποχές που δεν ήταν οι ίδιοι στα κτήματα (ο Γ. Μ. και η αδελφή του Ε. Μ. Β.) το σπίτι και τα κτήματα επέβλεπε επίσης για λογαριασμό όλων των κληρονόμων, κατ' εντολή τους και ο Χ. Ε. Μ. (Σ.) γείτονας και κτίστης το επάγγελμα, προς τον οποίο επίσης είχαν σταλεί χρήματα για απαραίτητες εργασίες από τον Σ.

Μ. Μ. Ο επίσης ορισθείς από αυτούς Π. Α., σύζυγος της Ε. Μ., όσο ζούσε, επισκεπτόταν, διέμενε στην οικία και επέβλεπε τα κτήματα, πάντα για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, κάθε δύο χρόνια τουλάχιστον μέχρι του κατά το έτος 1987 θανάτου του. Αυτοί, στους οποίους ατύπως παραχώρησαν οι ως άνω συγκληρονόμοι τη νομή των ιδανικών τους κληρονομικών μεριδίων επί των επιδίκων ακινήτων, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, υπεισήλθαν και αυτοί στην κληρονομιά και ασκούσαν και οι ίδιοι τις ως άνω πράξεις νομής, όποτε έρχονταν στα Κύθηρα, συνήθως το θέρος για διακοπές, γιατί διέμεναν μόνιμα στην Αυστραλία.

Τα υπόλοιπα διαστήματα της απουσίας τους, τις πράξεις νομής ασκούσαν για λογαριασμό τους οι συγκληρονόμοι τους Γ. Μ. και Ε. Β. - Β. Ουδέποτε η Ε. Μ. - Β. γνωστοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο στους λοιπούς συγκληρονόμους της τη βούλησή της να νέμεται τα επίδικα αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, ούτε είχε εκδηλώσει ποτέ τέτοια πρόθεση που να έγινε γνωστή στους συγκληρονόμους.

Ήταν επίσης σε γνώση της το γεγονός ότι οι πράξεις νομής που αυτή και ο αδελφός της Γ. Μ. διενεργούσαν επί των επιδίκων, αφορούσαν όλους τους συγκληρονόμους, ακόμη και αυτούς που διέμεναν στην Αυστραλία, και όχι μόνο τον εαυτό της. Ουδέποτε της δημιουργήθηκε ή θα μπορούσε να της δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση ότι οι ως άνω συγκληρονόμοι παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους (νομής και κυριότητας) επί των επιδίκων.

Επιπλέον δε, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο Μ. Μ., πριν το θάνατο του, το έτος 1945, παραχώρησε άτυπα τα επίδικα ακίνητα στην εγγονή του, Ε. Μ. - Β., θέλοντας έτσι αυτά να μην αποτελέσουν την κληρονομιά που κατέλειπε στους κληρονόμους του. Αλλιώς, αν δηλαδή τα είχε παραχωρήσει ατύπως στην ως άνω εγγονή του, δεν θα συνέτασσε την ως άνω διαθήκη του μεταγενέστερα, το έτος 1946, διανέμοντας με αυτήν τα επίδικα ακίνητα στους κληρονόμους του.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα όσα διαλαμβάνονται στο υπ'αρ.1134/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και στο υπ'αρ. 3109/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στα οποία γίνεται λόγος για άσκηση της νομής επί των επιδίκων αποκλειστικά από την Ε. Μ. - Β. για δικό της λογαριασμό από το έτος 1945, καθόσον δεν φαίνεται από το σκεπτικό των ως άνω βουλευμάτων ότι τέθηκε υπόψη των ως άνω Συμβουλίων η ως άνω διαθήκη του Μ.

Μ., κρίσιμο έγγραφο για τον έλεγχο της βασιμότητας του ισχυρισμού της για παραχώρηση της νομής αποκλειστικά στην ως άνω μητέρα των εκκαλούντων και από το οποίο (έγγραφο) προέκυπτε το κληρονομικό δικαίωμα συννομής των ως άνω συγκληρονόμων, το οποίο εν τέλει άσκησαν, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη δήλωση με αρ.

πρωτ. ....1993 του Γ. Μ. προς τη Δ.Ο.Υ. για επιστροφή φόρου κληρονομιάς, η οποία συντάχθηκε, επειδή είχε υπολογιστεί εσφαλμένως από την φορολογική αρχή κληρονομικό μερίδιο αυτού σε οικία στην Αθήνα επί της οδού ..., που ανήκε στη μητέρα του Χ. Μ. - Μ. και στη δήλωση αυτή αναφέρει ότι αυτή η οικία δεν του ανήκει και ιδιοχείρως έχει συμπληρωθεί και η γενική φράση "ως και εν Κυθήροις περιουσίαν", γιατί αυτή η δήλωση έγινε αποκλειστικά για φορολογικούς λόγους και συγκεκριμένα για τη διόρθωση του εσφαλμένου υπολογισμού ως κληρονομιαίας περιουσίας της οικίας στην Αθήνα, που περιγράφεται ειδικά, και με κανέναν τρόπο δεν δύναται να εκληφθεί ως παραίτηση από τα δικαιώματά του επί των επιδίκων ακινήτων, τα οποία ουδόλως στην ως άνω δήλωση προσδιορίζονται και εξειδικεύονται.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, οι ενάγοντες της ένδικης αγωγής και η πρώτη εναγομένη κατέστησαν συγκύριοι των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων κατά τα ιδανικά τους μερίδια και δη, ο Γ. Μ. κατά 1/9 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου οικοπέδου - κήπου εκτάσεως 473 τ.μ., κατά 1/18 εξ αδιαιρέτου επί της ως άνω επίδικης οικίας μετά του οικοπέδου της και κατά 4/48 εξ αδιαιρέτου επί του κτήματος στη θέση ..., ο Μ.

Α. και κάθε μία εκ των τριών πρώτων εφεσιβλήτων, κατά 1/12 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου, 1/24 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας μετά του οικοπέδου της και 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του κτήματος στη θέση ... και η τέταρτη εφεσίβλητη κατά 8/12 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας μετά του οικοπέδου της, κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου και κατά 12/48 επί του κτήματος στη θέση ..., με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, με συνεχή άσκηση των ως άνω πράξεων νομής από τον απώτατο δικαιοπάροχο Μ.

Μ. από το έτος 1903 και, μετά το θάνατο του, από τους καθολικούς ως άνω συγκληρονόμους του, που συνέχισαν αυτές, έκαστος για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό των υπολοίπων συγκληρονόμων του, μέχρι το έτος 1995 και το έτος 1997. Τότε, για πρώτη φορά, η αρχικά εναγομένη Ε. Κ. Μ., σύζυγος Χ. Β., συγκληρονόμος, συννομέας και συγκυρία κατά το πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο επί των επιδίκων (ίδιο με αυτού του Γ.

Μ.), αμφισβήτησε τα δικαιώματα συγκυριότητας των εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα ακίνητα της ανήκαν εξ ολοκλήρου από άτυπη δήθεν παραχώρηση από τον Μ. Μ. και με τα με αριθ. ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αχαρνών Αττικής Ε. Χ. Φ. επιχείρησε να τα μεταβιβάσει με γονική παροχή στην πρώτη εκκαλούσα θυγατέρα της Χ.

Χ. Β., κατέλαβαν δε αυτά εξ ολοκλήρου πέραν του αναλογούντος σ' αυτήν (πρώτη εναγομένη) ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας αποβάλλοντας χωρίς δικαίωμα τους ενάγοντες από τη νομή κατά τα ιδανικά τους μερίδια. Ο δε δεύτερος εκκαλών στις 19.8.1997, αφού εισήλθε στην επίδικη οικία, άλλαξε χωρίς δικαίωμα τις παλιές κλειδαριές με νέες και απέβαλε και αυτός τους ενάγοντες χωρίς δικαίωμα από τη νομή της εν λόγω οικίας, κατά τα ιδανικά τους μερίδια...".

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε ειδικότερα τα εξής : 1) ότι στα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνεται: αα) μία διώροφη παλαιά οικία, αποτελούμενη από ισόγειο 72,03 τ.μ., πρώτο όροφο 56,40 τ.μ. και ένα ισόγειο βοηθητικό κτίσμα 22,90 τ.μ., η οποία βρίσκεται επί οικοπέδου 128,40 τ.μ.

εντός οικισμού του χωρίου ... ββ) ένα οικόπεδο (κήπος), άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, συνεχόμενο με την προαναφερόμενη παλαιά οικία με την οποία επικοινωνεί με είσοδο, στην αυτή ως άνω θέση, εμβαδού 473 τ.μ. και γγ) ένα αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας ..., πλησίον του οικισμού ..., γνωστό με την ονομασία "...", 3.476τ.μ., τα οποία, άπαντα, ανήκαν κατά κυριότητα στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων Μ.

Γ. Μ. 2) ότι ο αποβιώσας στις ... Μ. Μ., δυνάμει της από 11.7.1946 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Λ., που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το 3105/1948 πρακτικό, κατέλειπε, μεταξύ άλλων, τα επίδικα ακίνητα ως εξής : i) Στην σύζυγο του Ζ. Μ. το οικόπεδο - κήπο των 473 τμ και την οικία στις ..., χωρίς να έχει δικαίωμα μεταβιβάσεως ή υποθηκεύσεως, αλλά με τον όρο να περιέρχεται μετά θάνατον της στους υιούς τους Σ.

και Γ. εξ ημισείας εξ αδιαιρέτου στον καθένα (καταπίστευμα) και το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., ii) στην θυγατέρα του Ε. Μ., σύζυγο Π. Α., το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., iii) στον υιό του Γ. Μ. εκτός του ημίσεως της οικίας, που, κατά την διαθήκη, περιέρχεται σ'αυτόν μετά τον θάνατο της μητέρας του Ζ.

άφησε και το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τμ στην θέση ..., iv) στον υιό του Σ. Μ. το ήμισυ της οικίας στις ... μετά θάνατο της μητέρας του και ν) στη θυγατέρα του Χ. Μ., σύζυγο Κ. Μ. (μητέρα του Γ. Μ. και μητέρα της πρώτης των εναγομένων Ε. συζ. Χ. Β., το γένος Κ. Μ., γιαγιά της εφεσίβλητης ) άφησε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. 3) ότι ο ως άνω διαθέτης κατά το χρόνο του θανάτου του δεν γνώριζε ότι ήδη στις ...

είχε προαποβιώσει στην ..., ο υιός του Γ. Μ., ο οποίος ήταν άγαμος και άτεκνος, οπότε κατά το χρόνο του θανάτου του Μ. Μ., μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν η Ζ. Μ., ο Σ. Μ., η Ε. Μ. - Α. και η Χ. Μ. Μ., στους οποίους εκτός από τα οριζόμενα στη διαθήκη κληρονομικά μερίδια περιήλθε επίσης το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ.

στη θέση ... εκ κληρονομιάς εξ αδιαθέτου αυτού, ήτοι κατά 1/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αφού αυτό το ποσοστό δεν είχε διανεμηθεί με την ανωτέρω διαθήκη, καθώς σε αυτήν δεν ορίζονταν τίποτε για το συγκεκριμένο ποσοστό του ως άνω ακινήτου. 4) ότι ίδιους ως άνω κληρονόμους στη θέση της μερίδας του προαποβιώσαντος Γ.

Μ., ήτοι στο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι η μητέρα του Ζ. Μ. και τα αδέλφια του, Ε. Μ. - Α., Σ. Μ., και η Χ. Μ. - Μ., κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. 5) ότι όταν στις ... αποβίωσε αδιάθετη η Ζ., Μ. και στην κληρονομική της μερίδα αποτελούμενη από:

α) τα 18/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση ..., τα οποία είχαν περιέλθει σ'αυτήν κατά το 1/4 ή 12/48 από την εκ διαθήκης κληρονομιά του συζύγου της Μ. Μ., κατά το 1/16 ή 3/48 από τον προαποβιώσαντα υιό της Γ. Μ., στην μερίδα του οποίου υπεισήλθε μαζί με τα εναπομείναντα τέκνα της, κατά τα ανωτέρω και κατά το 1/16 ή 3/48 εξ αδιαιρέτου από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του συζύγου της Μ.

Μ. από το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ..., το οποίο δεν διετέθη με την ανωτέρω διαθήκη, β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου της παλαιάς οικίας στις ..., επειδή ο καταπιστευματοδόχος Γ. Μ. δεν ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής του καταπιστεύματος (είχε ήδη προαποβιώσει πριν τον θάνατο του πατέρα του και της μητέρας του) και εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε αλλιώς, η κληρονομιά παρέμεινε στην κληρονόμο Ζ., κατά το χρόνο του θανάτου της (ΑΚ 1935 και 1936) και γ) το οικόπεδο - κήπο των 473 τμ στις ..., υπεισήλθαν τα τρία εναπομείναντα τέκνα της Σ.

Μ., Ε. Μ. - Α. και Χ. Μ. - Μ. κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οπότε στο καθένα από τα ανωτέρω τέκνα της περιήλθε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου των 473 τμ, ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... και ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ. στην θέση .... 6) ότι στις 25.2.1976 απεβίωσε στην Αθήνα η Χ.

θυγ. Μ. Μ.,συζ. Κ. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τρία τέκνα της Γ. Κ. Μ., Ε. Κ. Μ., συζ. Χ. Β. και ένα ακόμα τέκνο της, τον Μ. Κ. Μ., κάτοικο ... και στην κληρονομική μερίδα αυτής αποτελούμενη από το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του κήπου των 473 τμ στις ... από κληρονομιά της μητέρας της Ζ., το 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ..., επίσης από κληρονομιά της μητέρας της Ζ., από τα 12/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ.

στην θέση ..., τα οποία είχαν περιέλθει σ'αυτήν τα μεν 6/48 από κληρονομιά της μητέρας της Ζ., το 1/16 ή 3/48 από τον αδελφό της Γ., στην μερίδα του οποίου υπεισήλθε και το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ. από το αδιάθετο ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ..., υπεισήλθαν από το χρόνο του θανάτου της, τα ανωτέρω τρία τέκνα της σε ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 473 τμ στις ..., ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ...

και ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση .... 7) ότι στην Ε. Μ., σύζυγο Π. Α., περιήλθε το 1/16 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της Ζ., το 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου - κήπου 473 τμ στις ... επίσης από κληρονομιά της μητέρας της Ζ. και τα 24/48 εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ.

στην θέση ..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτήν κατά μεν το 1/4 ή 12/48 εξ αδιαιρέτου από την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ., κατά το 1/16 ή 3/48 από την μερίδα του αδελφού της Γ. Μ., στην οποία κατά τα ανωτέρω υπεισήλθε, κατά το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ. από το αδιάθετο ποσοστό του 1/4 και κατά τα 6/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της Ζ.

χήρας Μ. Μ., καθώς και ότι αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας της το έτος 1964 η ως άνω Ε. Α. παραχώρησε ατύπως προς τα τέκνα της τη νομή των προαναφερομένων ανηκόντων σε αυτήν κληρονομικών ποσοστών κατ'ισομοιρία και έτσι περιήλθε στο καθένα από αυτά (Μ. Π. Α., Ζ. Π. Α., συζ. Ν. Α., Μ. Π. Α., συζ. Ι. Κ. και Χ. Π. Α., σύζυγο Μ.

Μ.) ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου των 473 τμ, ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ... και ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ... . 8) ότι στον Σ. Μ. Μ., περιήλθε κατά τα ανωτέρω, ποσοστό 8/12 εξ αδιαιρέτου επί της οικίας στις ..., κατά το 1/2 ως καταπίστευμα μετά το θάνατο της μητέρας του Ζ.

Μ. από την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα του Μ. Γ. Μ. και κατά το 1/6 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ. χήρας Μ. Μ., ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου - κήπου εκτάσεως 473 τμ από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ. και ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου επί του αγροκτήματος των 3.476 τ.μ στην θέση ..., που περιήλθαν σ'αυτόν κατά τα 3/48 ή 1/16 από την μερίδα του αδελφού του Γ.

στην οποία υπεισήλθε, κατά το 1/16 ή 3/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αδιάθετου ποσοστού του 1/4 του πατέρα του Μ. Μ. και κατά τα 6/48 από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Ζ. Μ., καθώς και ότι από το έτος 1965 ο ανωτέρω Σ. Μ. παραχώρησε ατύπως προς την θυγατέρα του Ζ. Σ. τη νομή των ανηκόντων σ' αυτόν ποσοστών του στην περιουσία του στις ... 9) ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων, Μ.

Μ., ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων, καλλιεργώντας τα ανωτέρω κτήματα και διαμένοντας στην οικία στις ... μέχρι του θανάτου του το 1948, ενώ μετέπειτα πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων ασκούσε για τον εαυτό της αλλά και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων του Μ. Μ., η Ζ. χήρα Μ. Μ., η οποία άλλωστε είχε την επικαρπία της ανωτέρω οικίας εφ' όρου ζωής της. 10) ότι ο Γ.

Κ. Μ., πατέρας της αναιρεσίβλητης, επισκεπτόταν από παιδί μαζί με την μητέρα του Χ. Μ. - Μ. και την αδελφή του Ε. Μ. Β., την οικία στις ..., όπου και διέμεναν και είχαν την επίπλωσή τους και τα απαραίτητα σκεύη όλο το θέρος, μετά δε τον θάνατο της μητέρας, και μόνος του ή μαζί με την σύζυγο του, όπου καθ όλο το θέρος μαζί με την αδελφή του Ε.

περιποιούνταν τον κήπο, τις ελιές, επέβλεπαν τα κτήματα και μεριμνούσαν για τις αναγκαίες επισκευές, όχι αποκλειστικά για λογαριασμό δικό τους αλλά και για λογαριασμό των υπολοίπων ως άνω συγκληρονόμων, κατ'εντολή των οποίων ασκούσαν και γι αυτούς πράξεις νομής, καθόσον οι διαμένοντες στην Αυστραλία συγκληρονόμοι έστελναν χρήματα για τις επισκευές της οικίας. 11) ότι το χειμώνα και τις εποχές που δεν ήταν οι ίδιοι στα κτήματα (ο Γ.

Μ. και η αδελφή του Ε. Μ. Β.) το σπίτι και τα κτήματα επέβλεπε επίσης για λογαριασμό όλων των κληρονόμων, κατ'εντολή τους, και ο Χ. Ε. Μ., γείτονας και κτίστης το επάγγελμα, προς τον οποίο επίσης είχαν σταλεί χρήματα για απαραίτητες εργασίες από τον Σ. Μ. Μ., συγχρόνως δε ο ορισθείς από τους συγκληρονόμους .Π. Α., σύζυγος της Ε.

Μ., όσο ζούσε επισκεπτόταν, διέμενε στην οικία και επέβλεπε τα κτήματα, πάντα για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, κάθε δύο χρόνια τουλάχιστον μέχρι του κατά το έτος 1987 θανάτου του. 12) ότι τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής ασκούσαν και εκείνοι στους οποίους ατύπως παραχώρησαν οι ως άνω συγκληρονόμοι τη νομή των ιδανικών τους κληρονομικών μεριδίων επί των επιδίκων ακινήτων από το χρόνο που υπεισήλθαν και αυτοί στην κληρονομιά, όποτε έρχονταν στα Κύθηρα, συνήθως το θέρος για διακοπές, γιατί διέμεναν μόνιμα στην Αυστραλία, ενώ κατά τα υπόλοιπα διαστήματα απουσίας τους, τις πράξεις νομής ασκούσαν για λογαριασμό τους οι συγκληρονόμοι τους Γ.

Μ. και Ε. Β. - Β., καθώς και ότι η Ε. Μ. - Β. ουδέποτε γνωστοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο στους λοιπούς συγκληρονόμους της τη βούλησή της να νέμεται τα επίδικα αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό, ούτε είχε εκδηλώσει ποτέ τέτοια πρόθεση που να έγινε γνωστή στους συγκληρονόμους, ενώ ήταν σε γνώση της το γεγονός ότι οι πράξεις νομής που αυτή και ο αδελφός της Γ.

Μ. διενεργούσαν επί των επιδίκων, αφορούσαν όλους τους συγκληρονόμους, ακόμη και αυτούς που διέμεναν στην Αυστραλία, και όχι μόνο τον εαυτό της, χωρίς να της δημιουργηθεί ποτέ η πεποίθηση ότι οι ως άνω συγκληρονόμοι παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους (νομής και κυριότητας) επί των επιδίκων, ούτε θα ήταν δυνατό να της δημιουργηθεί εύλογα τέτοια πεποίθηση.

Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1936 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 983 και 1045 ΑΚ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του Γ.

Μ. (πατέρα της αναιρεσίβλητης), Ζ., χήρα Μ. Μ., κληρονόμησε με βάση τη διαθήκη του συζύγου της, Μ. Μ., οριστικά και χωρίς το βάρος του καταπιστεύματος, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω επιδίκου ακινήτου, που ο διαθέτης είχε ορίσει ως καταπίστευμα για τον μετά τον θάνατο της χρόνο υπέρ του υιού του Γ. Μ. Μ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κυρίως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1936 ΑΚ, ενώ αν τις είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά θα κατέληγε στη κρίση, ότι όταν με τη διαθήκη έχουν ορισθεί περισσότεροι καταπιστευματοδόχοι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η μερίδα του εκπεσόντος ή μη υπάρχοντος καταπιστευματοδόχου προσαυξάνει τις μερίδες των υπολοίπων και θα δεχόταν ότι λόγω της προαποβιώσεως του ενός εκ των δύο τετιμημένων με την ως άνω δημόσια διαθήκη του Μ.

Μ. καταπιστευματοδόχου το μερίδιο του προσαύξησε την μερίδα του έτερου καταπιστευματοδόχου, Σ. Μ. Μ. και έτσι το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οικίας δεν θα περιέρχονταν στην Ζ. χήρα Μ. Μ. και μετά τον θάνατο αυτής και στους άμεσους κληρονόμους της και μετέπειτα στους κληρονόμους αυτών, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας της αναιρεσίβλητης, κατά ποσοστό 1/18 αυτού.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά που δέχθηκε ότι επειδή ο καταπιστευματοδόχος Γ. Μ. δεν ζούσε κατά τον χρόνο της επαγωγής του καταπιστεύματος σε αυτόν, ήτοι του εκ των επιδίκων ακινήτων 1/2 εξ αδιαιρέτου της παλαιάς οικίας στις ..., έχοντας ήδη προαποβιώσει πριν τον θάνατο του πατέρα του και έκρινε ότι εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε αλλιώς, η κληρονομιά παρέμεινε στην βεβαρυμένη με το καταπίστευμα κληρονόμο σύζυγο του, Ζ., μέχρι το χρόνο του θανάτου της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1936, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 938 και 1045 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον, στις πιο πάνω παραδοχές αυτής, αναφέρεται ότι ο αποβιώσας με την δημόσια διαθήκη του εγκατέστησε ως κληρονόμο τη σύζυγο του Ζ.

Μ. στα επίδικα ακίνητα ήτοι στο οικόπεδο - κήπο των 473 τμ και στην οικία στις ..., και παράλληλα συνέστησε κληρονομικό καταπίστευμα ορίζοντας ότι μετά την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, δηλαδή του θανάτου αυτής, η εν λόγω περιουσία να περιέρχεται στους υιούς τους Σ. και Γ. εξ ημισείας εξ αδιαιρέτου στον καθένα και ότι επειδή ο εκ των καταπιστευματοδόχων, Γ.

Μ., είχε αποβιώσει πριν από τον θάνατο του πατέρα του οπότε ματαιώθηκε η επαγωγή του καταπιστεύματος σε αυτόν, η μερίδα του (το εξ αδιαιρέτου της ως άνω οικίας) δεν προσαύξησε την μερίδα του έτερου καταπιστευματοδόχου, Σ. Μ., αλλά παρέμεινε στην ως άνω κληρονόμο, όπως, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, συμβαίνει, κατά κανόνα, στην περίπτωση που ματαιωθεί η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο για οποιοδήποτε λόγο, οπότε καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος που εγκαταστάθηκε με τη διαθήκη.

Επί πλέον, ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι μετά το θάνατο της αρχικής κληρονόμου Ζ. Μ., επακολούθησε, κατά τα προαναφερόμενα, η εξ αδιαθέτου διαδοχή της κληρονομιάς της, μεταξύ των κληρονόμων της, στην οποία περιλαμβάνονταν και το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω επίδικης οικίας. Σημειώνεται ότι το Εφετείο, ορθά δεν προέβη σε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1807 ΑΚ, που προβλέπει την αναλογική αύξηση της μερίδας των (συγ)κληρονόμων κατά τη μερίδα εκείνου του συγκληρονόμου που εξέπεσε της κληρονομιάς, και δεν δέχθηκε ότι η μερίδα του καταπιστευματοδόχου, Γ.

Μ. προσαύξησε την μερίδα του έτερου καταπιστευματοδόχου, Σ. Μ., αλλά παρέμεινε στην κληρονόμο Ζ. Μ., καθόσον με τις διατάξεις αυτές εισάγεται, κατά τα προεκτιθέμενα, εξαίρεση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις από την βασική αρχή (άρθρο 1936 ΑΚ) της περιέλευσης της κληρονομιάς στον αρχικό κληρονόμο, όταν ματαιωθεί η επαγωγή του καταπιστεύματος στον καταπιστευματοδόχο.

Τούτο δε, διότι, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν γίνεται μνεία της συνδρομής οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω άρθρου 1807 ΑΚ, αντιθέτως, αναφέρεται ότι με την ως άνω δημόσια διαθήκη ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κληρονόμους τη σύζυγο και τα τέκνα του, και όρισε συγκεκριμένο καταπίστευμα, χωρίς να εγκαταστήσει τους τιμώμενους σε ολόκληρη την κληρονομιά, ενώ δεν απέκλεισε και την εξ αδιαθέτου διαδοχή, αφού άφησε και αδιάθετο κληρονομικό στοιχείο και ότι, εφόσον ο ίδιος δεν όρισε κάτι διαφορετικό με τη διαθήκη του και η επαγωγή της κληρονομιάς αυτής στον ως άνω καταπιστευματοδόχο ματαιώθηκε, η κληρονομιά παρέμεινε στην κληρονόμο και δεν προσαύξησε την μερίδα του έτερου ορισθέντος καταπιστευματοδόχου.

Με βάση τα παραπάνω είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων διαλαμβάνει τα αντίθετα.

Ακόμη, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιά που την εξέδωσε, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 1045 και 1094 ΑΚ, και στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Γ. Μ., κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων, κατά τα ως άνω ιδανικά μερίδα επί αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες αναφερόμενοι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με τις οποίες ο απώτατος δικαιοπάροχος απάντων των διαδίκων, Μ. Μ. είχε τη νομή των τριών επιδίκων ακινήτων μέχρι το θάνατο του το έτος 1948, καλλιεργώντας τα κτήματα και διαμένοντας στην επίδικη οικία και ότι από το θάνατο του και στο εξής πράξεις νομής επί αυτών ασκούσε η σύζυγος του, Ζ. Μ. για τον εαυτό της και για λογαριασμό των συγκληρονόμων της, αιτιώνται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση.

α) δεν προσδιορίζεται ούτε εξειδικεύεται η χρονική εξέλιξη των πράξεων νομής που ασκούσε η τελευταία για το χρονικό διάστημα από 1948 μέχρι 1964, το είδος των πράξεων νομής που ασκούσε ανά ακίνητο ανάλογα με τη φύση του, η συχνότητα της άσκησης νομής κατά το χρόνο παραμονής της στα Κύθηρα, καθώς και αν καλλιεργούσε η ίδια ή μέσω τρίτων τα επίδικα ακίνητα,

β) δεν προσδιορίζεται η συχνότητα με την οποία επισκέπτονταν και διέμενε στην επίδικη οικία ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης,

γ) αναφέρονται ως πράξεις νομής των συγκληρονόμων που κατοικούσαν στην Αυστραλία η αποστολή χρημάτων για τη συντήρηση των επιδίκων ακινήτων, και οι επισκέψεις τους στην Ελλάδα χωρίς να προσδιορίζεται ποιοι ήσαν αυτοί, τα χρήματα που έστελναν οι συγκεκριμένες ανάγκες συντήρησης των ακινήτων και οι πράξεις νομής που άσκησαν αυτοπροσώπως κατά τις επισκέψεις τους, τα χρονικά διαστήματα των οποίων δεν προσδιορίζονται. Σχετικά με τον αναιρετικό αυτό λόγο, όπως ήδη εκτέθηκε, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται σαφής μνεία ότι μετά τον θάνατο του αρχικού αληθούς κυρίου των επιδίκων ακινήτων, ο οποίος καλλιεργούσε τα κτήματα και διέμενε στην ως άνω οικία, τις πράξεις νομής εξακολούθησε να ασκεί για τον εαυτό της ως κληρονόμος του αλλά και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων αυτού, που υπεισήλθαν στην κληρονομιά του ίδιου, η Ζ. χήρα Μ. Μ., η οποία άλλωστε είχε την επικαρπία της ανωτέρω οικίας εφ' όρου ζωής της, και ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας επισκεπτόταν, μαζί με την μητέρα τους, Χ. Μ. - Μ. την οικία στις ..., όπου και διέμεναν και είχαν την επίπλωσή τους και τα απαραίτητα σκεύη όλο το θέρος.

Επίσης, αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι πράξεις νομής εξακολούθησαν να ασκούν επί των επιδίκων ακινήτων και μετά τον θάνατο της μητέρας τους Ζ. Μ., τόσο ο πατέρας της αναιρεσίβλητης, όσο και η μητέρα της πρώτης αναιρεσείουσας με επισκέψεις στην επίδικη οικία, όπου παρέμεναν, ο πρώτος άλλοτε μόνος του, άλλοτε και με τη σύζυγο του καθ'όλο το θέρος και αμφότεροι μαζί περιποιούνταν τον κήπο, τις ελιές, επέβλεπαν τα κτήματα και μεριμνούσαν για τις αναγκαίες επισκευές, όχι αποκλειστικά για λογαριασμό δικό τους αλλά και για λογαριασμό των υπολοίπων ως άνω συγκληρονόμων, κατ'εντολή των οποίων ασκούσαν και γι αυτούς πράξεις νομής, καθόσον οι διαμένοντες στην Αυστραλία συγκληρονόμοι έστελναν χρήματα για τις επισκευές της οικίας, ενώ το χειμώνα και τις εποχές που δεν ήταν οι ίδιοι στα κτήματα (ο Γ.

Μ. και η αδελφή του Ε. Μ. Β.) το σπίτι και τα κτήματα επέβλεπε επίσης για λογαριασμό όλων των κληρονόμων, κατ'εντολή τους και ο Χ. Ε. Μ., γείτονας και κτίστης το επάγγελμα), προς τον οποίο επίσης είχαν σταλεί χρήματα για απαραίτητες εργασίες από τον Σ. Μ.. Μ., και ότι συγχρόνως επέβλεπε επισκεπτόταν και επέβλεπε τα κτήματα ενώ διέμενε και στην επίδικη οικία ο ορισθείς από τους συγκληρονόμους Π.

Α., σύζυγος της Ε. Μ., πάντα για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, κάθε δύο χρόνια τουλάχιστον μέχρι του κατά το έτος 1987 θανάτου του. Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι τις ίδιες νομής με τους συγκληρονόμους του διαθέτη Μ. Μ., ασκούσαν και εκείνοι στους οποίους ατύπως παραχώρησαν αυτή τη νομή των ιδανικών τους κληρονομικών μεριδίων επί των επιδίκων ακινήτων από το χρόνο που υπεισήλθαν και οι ίδιοι στην κληρονομιά, όποτε έρχονταν στα Κύθηρα, συνήθως το θέρος για διακοπές, γιατί διέμεναν μόνιμα στην Αυστραλία, ενώ κατά τα υπόλοιπα διαστήματα απουσίας τους, τις πράξεις νομής ασκούσαν για λογαριασμό τους οι συγκληρονόμοι τους Γ.

Μ. και Ε. Β. - Β., καθώς και ότι η τελευταία ουδέποτε γνωστοποίησε σε οποιονδήποτε ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για λογαριασμό της. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 1045 και 1094 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Πιο συγκεκριμένα, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η αναιρεσίβλητη, κατέστη (συγ)κυρία των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων κατά τα ιδανικά της μερίδια, όπως και οι λοιποί αρχικοί ενάγοντες - εκκαλούντες, με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι ότι με το θάνατο του απώτατου δικαιοπαρόχου απάντων των διαδίκων, Μ.

Μ. το έτος 1948, που είχε ήδη καταστεί αληθής κύριος των επιδίκων ακινήτων, έπαυσε η νομή του επί αυτών και στη νομή των επιδίκων ακινήτων υπεισήλθαν αυτοδικαίως από το έτος 1948, άπαντες οι καθολικοί ως άνω εκ διαθήκης, αλλά και εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης και η πρώτη εναγομένη, δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας, οι οποίοι ασκούσαν έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως τη σύννομη των επιδίκων ακινήτων με συγκεκριμένες πράξεις νομής, είτε αυτοπροσώπως, είτε ορισμένοι εξ αυτών δια των συγκληρονόμων τους, είτε δια τρίτων προσώπων, τους οποίους είχαν ορίσει ως αντιπροσώπους, την ίδια δε συννομή ασκούσαν μετέπειτα και οι κληρονόμοι αυτών, όπως και εκείνοι στους οποίους μεταβιβάσθηκε άτυπα η νομή των ιδανικών μεριδίων τους από τους δικαιοπαρόχους τους, χωρίς ουδέποτε να διαταραχθούν στην άσκησή της, ούτε να αποβληθούν από αυτήν ούτε να αμφισβητηθεί η (συγ)κυριότητα τους από τη συγκληρονόμο και δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσείουσας, επί σειρά ετών που υπερβαίνει κατά πολύ την εικοσαετία.

Αναλυτικότερη εξειδίκευση των πράξεων νομής που ασκούσε στα επίδικα ακίνητα ο καθένας από τους συγκληρονόμους του Μ. Μ., με ημερολογιακούς προσδιορισμούς δεν ήταν αναγκαία για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, καθόσον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με πλήρη επάρκεια και σαφήνεια συνάγεται ότι η συννομή που αποκτήθηκε άπαξ από αυτούς επί των επιδίκων ακινήτων με την υπεισέλευσή τους στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους, κατά τα ιδανικά τους μερίδια, εξακολούθησε να διατηρείται υφισταμένης της θέλησής τους να τα κατέχουν και με την άσκηση φυσικής εξουσίας, επί αυτών, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη (υπό στοιχείο V),δεν είναι απαραίτητο να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως ο νομέας δι' ενέργειας έργων επί του πράγματος, ώστε να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό, αλλά αρκεί, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, και να το προσεγγίζει χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα καθώς και η δυνατότητα του ίδιου να αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.

Υπό τα δεδομένα αυτά είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες, με τις ως άνω αιτιάσεις τους μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αναιρετικού λόγου του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εκτός από τις ως άνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, σχετικά με την απόρριψη ως αναπόδεικτου του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ο Μ. Μ., πριν το θάνατο του, το έτος 1945, παραχώρησε άτυπα τα επίδικα ακίνητα στην πρώτη εξ αυτών εγγονή του, Ε. Μ. - Β., δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσείουσας, θέλοντας έτσι αυτά να μην αποτελέσουν την κληρονομιά που κατέλειπε στους κληρονόμους του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις εξής ειδικότερες παραδοχές :

α) ότι αν ο δικαιοπάροχος των διαδίκων Μ. Μ. είχε παραχωρήσει ατύπως στην ως άνω εγγονή του, τα επίδικα ακίνητα δεν θα συνέτασσε την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του μεταγενέστερα, το έτος 1946, διανέμοντας με αυτήν τα επίδικα ακίνητα στους κληρονόμους του. β) ότι από την με αρ. πρωτ. ....1993 δήλωση του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Γ.

Μ. προς τη Δ.Ο.Υ. για επιστροφή φόρου κληρονομιάς, η οποία συντάχθηκε, επειδή είχε υπολογιστεί εσφαλμένως από την φορολογική αρχή κληρονομικό μερίδιο αυτού σε οικία στην Αθήνα επί της οδού ..., που ανήκε στη μητέρα του Χ. Μ. - Μ. στην οποία αναφέρει ότι αυτή η οικία δεν του ανήκει και ιδιοχείρως έχει συμπληρωθεί και η γενική φράση "ως και εν Κυθήροις περιουσίαν", δεν μπορεί να συναχθεί παραίτησή του από την κληρονομιά του κατ' ιδανικά μερίδια στα επίδικα ακίνητα, διότι αυτή η δήλωση έγινε αποκλειστικά για φορολογικούς λόγους και συγκεκριμένα για τη διόρθωση του εσφαλμένου υπολογισμού ως κληρονομιαίας περιουσίας της οικίας στην Αθήνα, που περιγράφεται ειδικά, και με κανέναν τρόπο δεν δύναται να εκληφθεί ως παραίτηση από τα δικαιώματά του επί των επιδίκων ακινήτων, τα οποία, άλλωστε ουδόλως προσδιορίζονται και εξειδικεύονται στην δήλωση αυτή. 3) ότι η ανωτέρω κρίση του περί της αβασιμότητας του ισχυρισμού της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσείουσας περί παραχώρησης της νομής των επίδικων ακινήτων αποκλειστικά στην ίδια, δεν αναιρείται από τα όσα διαλαμβάνονται στο 1134/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και στο 3109/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στα οποία γίνεται λόγος για άσκηση της νομής επί των επιδίκων αποκλειστικά από αυτήν για δικό της λογαριασμό από το έτος 1945, καθόσον δεν φαίνεται από το σκεπτικό των βουλευμάτων αυτών ότι τέθηκε υπόψη των ως άνω Συμβουλίων η προαναφερόμενη διαθήκη του Μ.

Μ., κρίσιμο έγγραφο για τον έλεγχο της βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού και από το οποίο (έγγραφο) προέκυπτε το κληρονομικό δικαίωμα συννομής των ως άνω συγκληρονόμων, το οποίο εν τέλει άσκησαν. Με τον ίδιο ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και αιτιώνται ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι ο Μ.

Μ., πριν το θάνατο του, το έτος 1945, παραχώρησε άτυπα τα επίδικα ακίνητα στην δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσείουσας εγγονή του, Ε. Μ. - Β., η οποία νεμόμενη αυτά αποκλειστικά για λογαριασμό της κατέστη κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτό μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον φέρεται υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, και για το ότι στερείται νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, στην πραγματικότητα όμως υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, πλήττει την απόφαση για την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ως άνω εγγράφων (βουλευμάτων, δήλωση του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στη Δ.Ο.Υ.

κλπ.), καθώς και επιχειρημάτων αυτού από τη σύγκριση των αποδείξεων.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και επικουρικά του αριθμού 19 του άρθρου 559 μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ . Κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αρχικά τρίτος εναγόμενος ήδη δεύτερος αναιρεσείων νομιμοποιούνταν παθητικά για την έγερση εναντίον του της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής των αρχικώς εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης.

Με τον λόγο αυτό πλήττονται οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με τις οποίες το έτος 1995 και το έτος 1997, " ...για πρώτη φορά, η αρχικά εναγομένη Ε. Κ. Μ., σύζυγος Χ. Β., συγκληρονόμος, συννομέας και συγκυρία κατά το πιο πάνω ιδανικό της μερίδιο επί των επιδίκων (ίδιο με αυτού του Γ. Μ.), αμφισβήτησε τα δικαιώματα συγκυριότητας των εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα ακίνητα της ανήκαν εξ ολοκλήρου από άτυπη δήθεν παραχώρηση από τον Μ.

Μ. και με τα με αριθ. ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αχαρνών Αττικής Ε. Χ. Φ. επιχείρησε να τα μεταβιβάσει με γονική παροχή στην πρώτη εκκαλούσα θυγατέρα της Χ. Χ. Β., κατέλαβαν δε αυτά εξ ολοκλήρου πέραν του αναλογούντος σ'αυτήν (πρώτη εναγομένη) ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας, αποβάλλοντας χωρίς δικαίωμα τους ενάγοντες από τη νομή κατά τα ιδανικά τους μερίδια.

Ο δε δεύτερος εκκαλών στις 19.8.1997, αφού εισήλθε στην επίδικη οικία, άλλαξε χωρίς δικαίωμα τις παλιές κλειδαριές με νέες και απέβαλε και αυτός τους ενάγοντες χωρίς δικαίωμα από τη νομή της εν λόγω οικίας, κατά τα ιδανικά τους μερίδια...". Σχετικά με το ζήτημα αυτό αιτιώνται ειδικότερα οι αναιρεσείοντες, ότι παρά το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο δεύτερος εξ αυτών υπήρξε κατά την έγερση της αγωγής ή κατά την πρώτη συζήτησή της, νομέας ή κάτοχος και των τριών επιδίκων ακινήτων, ώστε να νομιμοποιούνται οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) να στραφούν παθητικά εναντίον του με την διεκδικητική αγωγή τους, όπως ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ, το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα ότι και αυτός συνέπραξε στην αποβολή των αναιρεσίβλητων από αυτά, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αξιώνονται για την εφαρμογή τους.

Επικουρικά δε, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ και αυτή στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εξ αυτών, με την επίκληση, ότι σε αυτήν εκτός των ως άνω παραδοχών έπρεπε να διαλαμβάνεται ότι με τις ως άνω πράξεις του ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απέκτησε τη νομή και κατοχή της επίδικης οικίας.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, και έκρινε ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι προσέβαλλε και αυτός την (συγ)κυριότητα των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, με την κατάληψη από κοινού με τις λοιπές εναγόμενες της επίδικης οικίας (και όχι όλων των επιδίκων ακινήτων, όπως λανθασμένα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο), στην οποία συνέβαλε, αλλάζοντας τις παλιές κλειδαριές της με καινούργιες και εισερχόμενος σε αυτήν, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την είσοδο στην επίδικη οικία των αρχικώς εναγόντων και των καθολικών διαδόχων τους, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, η προσβολή της κυριότητας πράγματος γίνεται με την αφαίρεση ή την κατακράτηση αυτού από εκείνον ο οποίος για οποιαδήποτε αιτία βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του επιδίκου, ανεξαρτήτως αν κατέχει τούτο στο δικό του όνομα ή στο όνομα άλλου, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που ο δεύτερος αναιρεσείων προέβη στις ως άνω ενέργειες προσβολής της (συγ)κυριότητας των αρχικών εναγόντων και βρέθηκε στην κατοχή και νομή των επιδίκων ακινήτων με την κατάληψή τους, χωρίς να διεκδικεί ο ίδιος κυριότητα επί αυτών, συνδράμοντας τις αρχικά εναγόμενες μητέρα και αδελφή του - πρώτη αναιρεσείουσα, οι οποίες, κατά τα προαναφερόμενα διεκδίκησαν την κυριότητα επί όλων των επιδίκων ακινήτων.

Εξάλλου το Εφετείο ούτε εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση εφόσον με τις ως άνω σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο ασφαλές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα περί της προσβολής της (συγ)κυριότητας των αρχικών εναγόντων, των καθολικών διαδόχων τους και της αναιρεσίβλητης, στην επίδικη οικία και από τον δεύτερο αναιρεσείοντα.

Κατά συνέπεια ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 18.03.2022 αίτηση των Χ. Β. του Χ. και Β. Β. του Χ. για αναίρεση της 624/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.03.2022 αίτηση των Χ. Β. του Χ. και Β. Β. του Χ. για αναίρεση της 624/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ