1111/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 20.5.2020 και αριθ. κατάθ. 5214/635/28.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 4075/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6.8.2013 και αριθ. κατάθ. 4638/9.8.2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 552/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 7.12.2010 και αριθ. κατάθ. 220879/7780/16.12.2010 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες - ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι οι συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης ήταν συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, αιτούνταν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων, άλλως αποζημιώσεως απολύσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1111/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
Full text
Απόφαση 1111 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. …, και 20. …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας "...", όπως μετονομάστηκα η "...", η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σιάρκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 552/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4075/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κακαλέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 20.5.2020 και αριθ. κατάθ. 5214/635/28.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 4075/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6.8.2013 και αριθ. κατάθ. 4638/9.8.2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 552/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 7.12.2010 και αριθ. κατάθ. 220879/7780/16.12.2010 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες - ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι οι συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης ήταν συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, αιτούνταν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας των εν λόγω συμβάσεων, άλλως αποζημιώσεως απολύσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση αορίστου χρόνου υπάρχει όταν η χρονική διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος και το σκοπό της, ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους. Αντίθετα ορισμένου χρόνου σύμβαση υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας.
Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεως της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, όταν όχι μόνο η σύμβαση, ως εκ τους είδους και του σκοπού της εργασίας έχει το χαρακτήρα σύμβασης ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκεια της υπαγορεύεται από αποχρώντα λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης.
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η κατάρτιση σύμβασης ορισμένου χρόνου ή οι διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγιναν σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 299/1984). Αντίθετα, η κατάρτιση σύμβασης ορισμένου χρόνου ή οι διαδοχικές ανανεώσεις της σύμβασης εργασίας θεωρούνται ως (ενιαία) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν η συνομολόγηση του ορισμένου χρόνου σ` αυτές δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης ή τις ανάγκες της επιχείρησης, όπως είναι, μεταξύ των άλλων, και όταν η εκτελούμενη εργασία ικανοποιεί πάγιες, διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1470/2018, 6/2014, 18/2014, 88/2014, 883/2014 ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). 3.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία συστήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2α του Ν. 2557/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 παρ. 16 του Ν. 3028/2002 και είχε ως σκοπό την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πολιτιστικού δυναμικού τη χώρας, καθώς και τη οργάνωση και προβολή των Πολιτιστικών Ολυμπιάδων στο πλαίσιο της σχετικής πολιτικής που καθορίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, ανατέθηκε από το τελευταίο η διαχείριση αναψυκτηρίων, κυλικείων και πωλητηρίων σε Αρχαιολογικούς χώρους και Μουσεία του κράτους και ότι για την υλοποίηση της ανάθεσης προέβη σε προσλήψεις προσωπικού εντός του πλαισίου, που καθόριζε ο κανονισμός λειτουργίας της, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, οι οποίοι προσλήφθηκαν με τις εκεί αναλυτικά αναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Ότι, με την πάροδο των ετών η δραστηριότητα της εναγομένης έβαινε μειούμενη, η οικονομική της κατάσταση δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δικαστικές διεκδικήσεις πιστωτών, καθώς και έκδοση δικαστικών αποφάσεων δέσμευσης κονδυλίων, ενώ παράλληλα υπήρχε υπερπλεονάζον προσωπικό, το οποίο βάρυνε δυσανάλογα τις οικονομικές της δυνατότητες.
Ότι το σύνολο των απασχοληθέντων στην εναγομένη παρείχαν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δεν υπήρξε εξωτερικός συνεργάτης- σύμβουλος ή υπάλληλος που να έχει συνάψει σύμβαση έργου ή εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το νομικό πλαίσιο, που ρύθμιζε τη λειτουργία της εναγομένης δεν προέβλεπε τη δυνατότητα σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου αλλά αντίθετα επέβαλλε την υποχρεωτική σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου όσον αφορά το σύνολο του προσωπικού της, ότι οι δράσεις και τα έργα που ανατίθεντο στην εναγομένη ήταν πάντοτε συγκεκριμένης, ορισμένης και περιορισμένης διάρκειας, διέφεραν μεταξύ τους, απαιτούσαν διαφορετική οργάνωση, συντονισμό και λειτουργία, καθώς και διαφορετικές ειδικότητες προσωπικού, ότι το εργασιακό καθεστώς των εναγόντων συνδεόταν άμεσα και εξαρτιόταν από την ιδιαίτερη φύση της εναγομένης, η οποία αναλυτικά εκτίθεται στις παραδοχές της, το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο, καθώς και την αβεβαιότητα της χρονικής διάρκειας της συγκεκριμένης δραστηριότητας, με αποτέλεσμα η επιχειρησιακή ιδιαιτερότητα της εναγομένης, να επηρεάζει τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, διότι ανέκυπτε συνεχώς ανάγκη καθορισμού νέου χρόνου λήξης των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οφειλομένη στην εν τοις πράγμασι δυσχέρεια μακροπρόθεσμου προγραμματισμού των δραστηριοτήτων της και προς τούτο στις συμβάσεις των εναγόντων οριζόταν νέος χρόνος λήξης και όχι με σκοπό καταστρατήγησης των διατάξεων των αορίστου χρόνου συμβάσεων.
Ότι, ο καθορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, οι οποίες έληξαν στις 30.9.2010 και έκτοτε αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου και ανενεργός και τέθηκε με το άρθρο 64 Ν. 4004/2011 σε εκκαθάριση, υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, που ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως της εναγομένης, η οποία δεν είχε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, επιβαλλόταν από το νομοθετικό πλαίσιο, που ρύθμιζε τον τρόπο στελέχωσής της και δεν είχε τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου διατάξεων.
Ότι ειδικότερα, η παραχώρηση εκμετάλλευσης των πωλητηρίων μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αφαιρεθεί απ' αυτή, η εκμετάλλευση του χώρου εστίασης και των πωλητηρίων του Μουσείου της Ακρόπολης, έγινε το 2008 και ανακλήθηκε το 2010 και ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων συμφωνήθηκαν υπό το ως άνω πλαίσιο και λειτούργησαν ως ορισμένου χρόνου λόγω της ιδιαίτερης φύσης και του είδους των αναγκών της και ότι φυσικό επακόλουθο της ιδιαιτερότητος αυτής ήταν η εναγομένη να μην δύναται εκ των προτέρων αφενός να γνωρίζει τη διάρκεια του προγράμματος εκμετάλλευσης των πωλητηρίων καθώς και τις μελλοντικές της ανάγκες και αφετέρου να μην έχει την επιλογή σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου διότι από τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό επιβαλλόταν η σύναψη συμβάσεων εργασίας μόνο ορισμένου χρόνου.
Ότι η ανάθεση της συγκεκριμένης δράσης έγινε στην εναγομένη από έτερο φορέα ήτοι το Υπουργείο Πολιτισμού, από τη βούληση του οποίου εξαρτιόταν η ύπαρξη και η διάρκεια της συγκεκριμένης δράσης και ότι εφόσον το Υπουργείο Πολιτισμού ως εποπτεύουσα αρχή αποφάσισε ότι η εναγομένη ολοκλήρωσε τον κύκλο δράσης της, αφαίρεσε από αυτήν τις όποιες δράσεις είχε, με αποτέλεσμα μετά το διαδικαστικό κλείσιμο των εκκρεμοτήτων της να καταστεί ανενεργή, έχοντας οφειλές, ύψους 11.000.000 ευρώ.
Ότι, η διάρκεια της δραστηριότητας για την οποίαν προσλήφθηκαν οι ενάγοντες, ήταν άγνωστη, αβέβαιη και σε κάθε περίπτωση απρόβλεπτη, όσον αφορά την ύπαρξη και τη συνέχισή της, ότι οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, εκ της οποίας συνάγεται ότι αυτοί πράγματι κάλυπταν ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία των πωλητηρίων και ότι, ωστόσο, η εργασία τους αυτή δεν ήταν ενταγμένη στην εκπλήρωση των σκοπών της εναγομένης, όπως αυτοί περιγράφονται στον ιδρυτικό της νόμου, καθόσον σε αυτούς δεν περιλαμβάνονταν η εκμετάλλευση των συγκεκριμένων πωλητηρίων, αλλά αποσκοπούσε στην πραγμάτωση μιας ειδικότερης δραστηριότητας, ανατεθείσας σ' αυτή και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη εργασία δεν εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, αλλά εξυπηρετούσε μία απρόβλεπτης διάρκειας ανάγκη, η οποία μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τερματιστεί όχι όμως σύμφωνα με τη βούληση και με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αλλά κατά τη βούληση και με απόφαση ετέρου οργάνου ήτοι του εποπτεύοντος αυτή Υπουργείου Πολιτισμού.
Ότι, η εναγομένη μετά τη λήξη των συμβάσεων των εναγόντων δεν προέκυψε ότι διατήρησε την εκμετάλλευση των πωλητηρίων ή ότι προσέλαβε έτερους για τη στελέχωσή τους, αλλά αντίθετα πρώτα αφαιρέθηκε η εν λόγω δραστηριότητα από την εναγομένη και εν συνεχεία, μετά τη πάροδο του καθορισμένου χρόνου και τη λήξη των συμβάσεων των εναγόντων, αυτή τέθηκε σε εκκαθάριση και τέλος ότι το γεγονός ότι μεταξύ των συμβάσεων των εναγόντων δεν μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, και επομένως οι συμβάσεις εμφανίζουν μία συνοχή και χρονική ενότητα μόνο δεν επαρκεί προς επίρρωση του αγωγικού ισχυρισμού, καθόσον η διάρκεια αυτή, θα πρέπει να συνδεθεί και να εκτιμηθεί σε συνδυασμό αφενός με το νομικό πλαίσιο που ρύθμιζε τη σχέση εργασίας του προσωπικού της εναγομένης και αφετέρου με τη χρονική αβεβαιότητα της συγκεκριμένης δραστηριότητας ήτοι το απρόβλεπτο της λήξης τους και ότι ο συγκερασμός των δύο αυτών λόγων δικαιολογεί τη σύναψη επιμέρους συμβάσεων, οι οποίες δεν συνήφθησαν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι τόσο το τακτικό όσο και το έκτακτο προσωπικό της εναγομένης απασχολούνταν σ' αυτή αποκλειστικά και μόνο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Υπό τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, που ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως της εναγομένης, επιβαλλόταν από το νομοθετικό πλαίσιο, που ρύθμιζε τον τρόπο στελέχωσής της και δεν είχε τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου διατάξεων και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου για έκαστο εξ αυτών, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυσή τους χωρίς καταγγελία και τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Με κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 2 Α του άρθρου 6 ν. 2557/1977, ΑΠ 3576/3.11.2000 απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ιβ περίπτωσης της παραγράφου 2Α του άρθρου 6 του ως άνω νόμου (ΦΕΚ Β 1386/10.11.2000) σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 281, 671 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕιΝΑΚ, 3899/2010, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος, καθότι διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία για το σκοπό του καθορισμού της χρονικής διάρκειας των μεταξύ των διαδίκων συναφθεισών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συνισταμένη στις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες στηρίζουν και αιτιολογούν επαρκώς τη κρίση του ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων είχαν ορισμένη διάρκεια αντικειμενικά δικαιολογούμενη από ειδικό λόγο, που ανάγεται στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία δεν είχε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προβλεπόταν δε η πρόσληψη του προσωπικού της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 17 του άρθρου 2 του Ν. 2598/1998 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δεν είχαν καταρτισθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας.
Συνεπώς είναι αβάσιμες οι εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης. Η αιτίαση του πρώτου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αίτησης ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι υπήρχε ειδικό νομικό καθεστώς, που αφορούσε την αναιρεσίβλητη, με το οποίο προβλεπόταν η εκ μέρους της πρόσληψη προσωπικού μόνον με σύμβαση ορισμένου χρόνου και αποκλειόταν η διάρκεια αυτής ως ορισμένου χρόνου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθότι με το άρθρο 2 παρ. 17 του ν. 2598/1998, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 82 του ν. 3057/2002, όπως αυτή συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις παρ. 1- 3 του άρθρου 8 ν. 3207/2003, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2Α περ.
ιδ. του ν. 2557/1997 εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ο τρόπος στελέχωσής της ρυθμίζεται από το ειδικό αυτό νομοθετικό καθεστώς, το οποίο προβλέπει την πρόσληψη προσωπικού μόνο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, περαιτέρω δε το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προσέδωσε με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του δεύτερου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης, που συνδέονται με τη λειτουργία των πωλητηρίων εντός των αρχαιολογικών χώρων, τα οποία είχαν παραχωρηθεί στην τελευταία από τρίτο και δη από το Υπουργείο Πολιτισμού, είναι απαράδεκτες και πρέπει ν' απορριφθούν, καθότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παραπάνω εκτέθηκαν, πλήττονται τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. 4.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα το απόσπασμα από τα πρακτικά της 13ης συνεδρίας του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ) της 27.7.2011 με βάση τα οποία αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός τους ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η μη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών με τις συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων εργασίας "από τα έγγραφα που νομότυπα και εμπρόθεσμα προσκομίζουν οι διάδικοι, καθόσον δεν εξετάστηκαν μάρτυρες..." Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να αναφέρεται καμία εξαίρεση, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιo ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς το προαναφερθέν πραγματικό γεγονός, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων) την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού.
Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.5.2020 και αριθ. κατάθ. 5214/635/28.7.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 4075/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ